Τετάρτη 9 Μαρτίου 2011

Incendies (2010) ( * * * * )



Να το γράψω πριν απ’ οτιδήποτε άλλο: το χτύπημα που σου καταφέρνουν τα τελευταία δέκα λεπτά του Μέσα Από Τις Φλόγες έχει ισχύ πυρηνικού οπλοστάσιου. Μιλάμε για μελοδραματικό ντιρέκτ από τα λίγα. Το ότι ο σκηνοθέτης Ντενίς Βιλνέβ κατορθώνει να το εντάξει σε ένα φιλμικό πλαίσιο άκρως ρεαλιστικό, είναι πραγματικό κατόρθωμα. Στα χέρια ενός λιγότερο ικανού σκηνοθέτη, ο μύθος θα είχε πνιγεί στην ηχηρή υστερία – στοιχείο που απουσιάζει ολοκληρωτικά από την αφήγηση αυτού του συγκλονιστικού φιλμ.

Δυο δίδυμα αδέλφια, ο Σιμόν και η Ζαν, λιβανέζικης καταγωγής, έχουν μια αποστολή από τη νεκρή τους μητέρα. Να ανακαλύψουν τον πατέρα τους (που θεωρούσαν νεκρό) και τον χαμένο αδελφό τους (του οποίου την ύπαρξη αγνοούσαν). Ειδάλλως, η μάνα θα ταφεί γυμνή, μπρούμυτα στο χώμα, και δίχως μια ταφόπλακα – δίχως δηλαδή τις τιμές που αρμόζουν σε ένα νεκρό. Έτσι, με αυτό το τέχνασμα, κατευθείαν παρμένο από τον Σοφοκλή, το φιλμ ξεκινά να ανοίγει τα χαρτιά του.

Χωροχρόνος δράσης, ο Λιβανέζικος εμφύλιος και οι αντανακλάσεις του στο σήμερα. Ο οποίος κράτησε από το 1975 μέχρι το 1990: δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια. Κατά τη διάρκεια των οποίων, το Ισραήλ μπούκαρε τουλάχιστον δυο φορές, έτσι για να «ξεκαθαρίσει» το τοπίο: η γεωγραφική θέση του Λιβάνου, το έφερε πολλές φορές αντιμέτωπο με την καταστροφή. Οι δε εντός του θρησκευτικές και (χριστιανικού προσανατολισμού!) εθνικιστικές εντάσεις, το καταδίκασαν στην αστάθεια ενώ, το 1982, ο τότε στρατιωτικός και μετέπειτα πρωθυπουργός του Ισραήλ, Αριέλ Σαρόν παρέα με την πολιτιφυλακή των Λιβανέζων Φαλαγγιτών επιτίθεται σε… προσφυγικούς καταυλισμούς στη Βηρυτό, όπου χιλιάδες άοπλοι σκοτώθηκαν και βιάστηκαν. Συνολικά, τα νούμερα των νεκρών αγγίζουν τους τριακόσιους χιλιάδες. Υποτίθεται πως τα Ηνωμένα Έθνη «διόρθωσαν» κάπως την κατάσταση όταν αποφάσισαν να επέμβουν, αλλά κανείς δεν πείθεται. Και καλά κάνει: η χώρα σήμερα, βρίσκεται στο χείλος ενός νέου εμφύλιου.

Η αδελφή λοιπόν ταξιδεύει στη Μέση Ανατολή για να αναζητήσει την ιστορία της οικογένειας της. Και ανακαλύπτει την ιστορία μιας χώρας διαλυμένης, διχασμένης, βουτηγμένης στο μίσος και την αδιαλλαξία. Με την αθωότητα να αποτελεί την πιο σκληρή απώλεια – η κάμερα του Βιλνέβ δεν διστάζει να αποτυπώσει τον χαμό παιδιών, εικόνα που συνήθως με εξοργίζει. Εδώ όμως, αν και απέστρεψα το βλέμμα φρικαρισμένος, δεν βγήκα ούτε πόντο έξω από το δραματουργικό τερέν. Η ιστορική αλήθεια κουβαλά το δικό της φορτίο, ειδικά αυτή που σπανίως καταγράφεται σε φιλμ.

Ο Βιλνέβ μιλά για όλα αυτά λοιπόν. Αλλά πάνω απ’ όλα, στήνει ένα μελόδραμα. Και ως τέτοιο, το Incendies, είναι από τα λίγα. Θα το διαπιστώσετε όταν θα μαζεύετε τα κομμάτια σας, στους τίτλους τέλους.

Just go with it (2011) ( 0 )



Αν δεν διάβαζα κάπου πως το Just Go With It βασίζεται στο «Λουλούδι του κάκτου» δεν θα το έπαιρνα πρέφα με τη καμία. Λογικό – προσέξτε διαδρομή: οι Πιέρ Μπαριγιέ και Ζαν-Πιέρ Γκρεντί έγραψαν το πρωτότυπο θεατρικό έργο. Το οποίο διασκεύασε ο Έιμπ Μπάροους για τα αμερικάνικα σανίδια. Στη συνέχεια, ο σεναριογράφος Ι.Α.Λ. Ντάιμοντ σκάρωσε ένα σενάριο για τη μεγάλη οθόνη (σε μια ταινία όπου πρωταγωνιστούσαν οι Γουόλτερ Ματάου, Γκόλντι Χον και Ίνγκριντ Μπέγκμαν). Και τώρα, οι βασικοί συνεργάτες του Σάντλερ υπογράφουν μια νέα εκδοχή του. Περίπου σαν τα 5ης και 6ης γενιάς VHS αντίγραφα σπάνιων ταινιών τρόμου που χαζεύαμε στην εφηβεία μας , τρίβοντας τα μάτια μας από τον πόνο, χρόνια πριν την έλευση του dvd.

Έτσι, όποια φρεσκάδα είχε απομείνει στο έργο, εδώ έχει πάει περίπατο. Το σκηνικό της Χαβάης, ξένοιαστο και χαλαρό, είναι ο πλέον ακατάλληλος καμβάς για μια κωμωδία τέτοιου τύπου, όπου τα πάντα πρέπει να είναι ελεγχόμενα. Τα καλαμπούρια, χοντροκομμένα και αφελή και η Νικόλ Κίντμαν αξιολύπητη στην κυριολεξία, έτσι όπως παριστάνει το σπαστικό καρτούν, προσπαθώντας η καημένη να συντονιστεί με τις απαιτήσεις του παραγωγού Άνταμ Σάντλερ, που όμως ξέρει πολύ καλά που απευθύνεται: η ταινία σημείωσε περίπου 90 εκατομμύρια δολάρια σε εισπράξεις στις ΗΠΑ και αναμένεται να τα πάει εξίσου καλά και στον υπόλοιπο κόσμο.

Ο Σάντλερ είναι περίπου σαν το μπέιζμπολ – ένα καθαρά αμερικάνικο φαινόμενο (αν δεν υπήρχαν τα multiplex, οι ταινίες του δεν θα έκαναν εισιτήρια στην Ευρώπη – ένας λόγος παραπάνω για να σταθείτε σκεπτικοί απέναντι στη φύση της αναγκαιότητας τους). Διαθέτει την κοψιά και το ύφος του καπάτσου guy-next-door, του λαϊκού Αμερικάνου που χλευάζει οτιδήποτε «κουλτουριάρικο», ακριβώς επειδή έχει «πιάσει το νόημα της ζωής». Όταν λοιπόν, στη σκηνή του δείπνου, χτυπά το κινητό του Ντέιβ Μάθιους με ring-tone το… Κάρμινα Μπουράνα και ο Σάντλερ του λέει για πλάκα «σε ψάχνει ο τύπος από την “Προφητεία”», το αστείο λειτουργεί ακριβώς επειδή ο χαρακτήρας του αγνοεί τον Καρλ Ορφ και πιάνεται από μια αναφορά στην Αμερικάνικη κουλτούρα. Ο Σάντλερ ξέρει ότι το κοινό του θα προτιμούσε να μην μάθει ποτέ ποιος είναι ο Καρλ Ορφ – και δεν έχει καμία διάθεση να το διδάξει. Σε κάθε του κωμωδία επιθυμεί να αναδείξει την καλοσύνη και την σοφία του whiter-than-white-male-American που θριαμβεύει σε πείσμα των κομπλεξικών, ξιπασμένων, καλοντυμένων, καλλιεργημένων, Ευρωπαίων, μουσουλμάνων (θυμηθείτε το Dont Mess With The Zohan), και γενικώς όλων των υπολοίπων, σε παγκόσμια κλίμακα.

Και αυτό είναι που έρχεται να ισοπεδώσει, σαν οδοστρωτήρας, ότι όμορφο θα μπορούσε να μείνει από τις στιγμές του με την Τζένιφερ Άνιστον, η οποία μόλις και μετά βίας σώζεται από αυτήν εδώ τη νερόβραστη σαχλαμάρα.

Τρίτη 8 Μαρτίου 2011

Conversations with remarkable people, v.9: Michael Caine


Έχει εμφανιστεί σε 130 ταινίες από το 1956 μέχρι σήμερα και θεωρείται, δικαίως, μια από τις πιο εμβληματικές φιγούρες από καταβολής κινηματογράφου. Τρεις από τις πιο πετυχημένες ταινίες του (Alfie, Ληστεία Αλά Ιταλικά και Συλλάβετε Τον Κάρτερ) έχουν ξαναγυριστεί απο την χολιγουντιανή βιομηχανία με αναιμικά αποτελέσματα (τον αντικατέστησαν αντιστοίχως οι Τζουντ Λο, Μαρκ Γουόλμπεργκ και Σιλβέστερ Σταλόνε) και τώρα, στα 78 του χρόνια, παραμένει αναντικατάστατος και συνεχίζει να μας εκπλήσσει με τις επιλογές του. Τον συνάντησα στο Λονδίνο, το 2005, με αφορμή το Prestige του Κρίστοφερ Νόλαν. Ήταν η δεύτερη φορά - και ήταν το ίδιο υπέροχος. Απλά είχαμε περισσότερο χρόνο. Και εγώ, λιγότερη κόμπλα.


Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε στον ΤΑΧΥΔΡΟΜΟ.

Κύριε Κέιν, πως θυμόσαστε τα πρώτα σας χρόνια στο σανίδι;
Ήταν αρκετά σκληρά. Δεν είχα καμία υποστήριξη, ούτε από την οικογένεια μου, ούτε από τους φίλους. Εκείνα τα χρόνια στο Ρόδερχαϊθ, τον τόπο που γεννήθηκα, αν έλεγες πως ήθελες να γίνεις ηθοποιός δύο ήταν τα πιθανότερα σενάρια: ή ψώνιο ήσουν, ή ομοφυλόφιλος. Οι φίλοι μου με ρωτούσαν: «ποιος νομίζεις ότι είσαι;» και τους έλεγα ότι ήξερα πολύ καλά ποιος είμαι και που πηγαίνω.

Έχετε επαφές με τους φίλους σας από εκείνα τα χρόνια;
Όχι, δεν έχω. Κανείς δεν ήθελε τότε να κάνει παρέα με έναν απένταρο, άνεργο ηθοποιό. Κανείς τους δεν με κερνούσε μια μπύρα γιατί ήξεραν ότι δεν είχα λεφτά για να ανταποδώσω το κέρασμα. Έτσι, όλοι μου οι φίλοι με εγκατέλειψαν. Και εγώ έκοψα κάθε επαφή. Γιατί σ’αυτή την ζωή έχεις μονάχα μια ευκαιρία να με φτύσεις. Συγκατοίκησα με πολύ κόσμο όμως εκείνα τα χρόνια, και αυτοί με αγκάλιασαν. Άνθρωποι όπως ο Βιντάλ Σασούν που ήταν ο κομμωτής μου εκείνα τα χρόνια, ο Τέρενς Σταμπ και ο Τζον Μπάρι. Νομίζω ότι ήμουν ο πρώτος άνθρωπος που άκουσε το Goldfinger (σ.σ.: ο Τζον Μπάρι έγραψε το τραγούδι για την ομώνυμη κινηματογραφική περιπέτεια του Τζέιμς Μποντ) – προσπαθούσα να κοιμηθώ εκείνο το βράδυ και ο Τζον δεν σταματούσε να παίζει την μελωδία σ’εκείνο το καταραμένο πιάνο.

Από τις παλιές σας επιτυχίες ποιές αγαπάτε περισσότερο;
Χμ.. Το Alfie, το Συλλάβετε Τον Κάρτερ και οπωσδήποτε το Μυστικός Φάκελος Ίπκρες.

Ο Κάρτερ είχε αποτύχει εμπορικά στην εποχή του.
Ναι, η κριτική τότε μας τσάκισε. Στην Αμερική την έβγαλαν σε διπλό πρόγραμμα, μαζί με μια ταινία του Φρανκ Σινάτρα νομίζω. Και’κει πιάσαμε πάτο. Η ταινία όμως απέκτησε μια τρομερή φήμη και σήμερα δεν ξέρω κόσμο που να μην την έχει δει.

Από την άλλη, ο Μυστικός Φάκκελος Ίπκρες γνώρισε τεράστια επιτυχία.
Ο ρόλος του Χάρι Πάλμερ ήταν πολύ σημαντικός για μένα – για πρώτη φορά το όνομα μου ήταν πάνω από τον τίτλο μιας ταινίας. Και βέβαια χάρις σ’αυτον γνώρισα τον Χάρολντ Λόιντ (σ.σ.: διάσημος κωμικός του βωβού κινηματογράφου) ο οποίος με πήρε τηλέφωνο λέγοντας μου: «από την εποχή μου μέχρι σήμερα, είσαι ο πρώτος ηθοποιός που γίνεται σταρ φορώντας γυαλιά. Θέλω να γνωριστούμε». Το ίδιο βράδυ βγήκαμε για φαγητό – δεν είναι απίστευτη ιστορία; Ξέρετε, οι παραγωγοί είχαν φοβερό πρόβλημα με μένα σ’αυτή την ταινία. Ερχόντουσαν στα γυρίσματα και έλεγαν «δεν είναι δυνατόν να φοράει γυαλιά, ο κόσμος θα νομίζει ότι είναι ομοφυλόφιλος». Την επόμενη μέρα είδαν την σκηνή όπου μαγειρεύω και κόντεψαν να πάθουν έμφραγμα. «Τώρα σίγουρα θα πιστέψουν ότι είναι ομοφυλόφιλος» έλεγαν. Πέρασα την υπόλοιπη μέρα σκεπτόμενος πόσο «ιδιαίτερο» με κάνει η αγάπη μου για την μαγειρική.

Νομίζω ότι ήσασταν και ιδιοκτήτης εστιατορίου τότε.
Ναι αλλά δεν είμαι πια. Πούλησα το μερίδιο μου πριν από έξι χρόνια. Καλύτερα να συνεργάζεσαι με τους πιο φαντασμένους ηθοποιούς παρά με σεφ.

Στην συνέντευξη τύπου που δώσατε σήμερα, είπατε πως ο ρόλος σας στο The Prestige είναι αυτός του παρατηρητή, του ανθρώπου που αντιδρά σε όλες τις σεναριακές ανατροπές για λογαριασμό των θεατών. Ο ρόλος του ήρωα σας λείπει καθόλου;
Να σας πω την αλήθεια, όχι. Αυτό που κάνω τώρα είναι πιο διασκεδαστικό. Και, ούτως η άλλως, δεν θα μπορούσα να παριστάνω τον ήρωα πια. Ξέρετε, πρέπει να τηρείς κάποιες προϋποθέσεις, όπως το να είσαι νέος για παράδειγμα. Δεν θα κερδίσω ποτέ ξανά το κορίτσι. Αλλά thats ok. Απ’το να είμαι σταρ του σινεμά, προτιμώ να είμαι ηθοποιός του σινεμά.

Μα μονάχα ένας σταρ έχει το δικαίωμα της επιλογής, όπως το έχετε εσείς.
Εγώ πάλι νοιώθω ότι έχω βγει στη σύνταξη! Μου στέλνουν κάθε μέρα όλα αυτά τα σενάρια αλλά, πιστέψτε με, όταν διαβάζω ένα που αξίζει, δεν έχω άλλη επιλογή. Και το Prestige ήταν μια τέτοια περίπτωση. Δεν κάνω ταινίες για τα λεφτά πια.

Κάποτε κάνατε όμως. Η φιλμογραφία σας είναι τεράστια και δεν διαθέτει μόνο καλές ταινίες.
Ασφαλώς και έκανα ταινίες για τα λεφτά. Τουλάχιστον τις πρώτες τριάντα! Μην ξεχνάτε ότι όταν ξεκίνησα την καριέρα μου ήμουν κυριολεκτικά απένταρος. Οπότε, με το που ήρθε η επιτυχία, άρχιζα να αγοράζω σπίτια για όλους τους συγγενείς μου. Μια στο τόσο βέβαια, ένας παραγωγός θα σου προσφέρει ένα μυθικό ποσό για κάτι που ξέρεις ότι δεν αξίζει. Ε, δεν μπορείς πάντοτε να κρατάς χαρακτήρα. Αυτό που λέω πάντα είναι ότι τις κακές μου ταινίες δεν τις έχω δει – αλλά είδα τα σπίτια που έχτισαν και είναι πολύ όμορφα. Δεν αρνούμαι όμως ότι είμαι και τυχερός. Κάποιες από εκείνες τις επιλογές ήταν καταστροφικές και θα μπορούσαν άνετα να καταστρέψουν την καριέρα μου. Ευτυχώς, είμαι ακόμα εδώ.

Βλέποντας το Prestige παρατήρησα ότι αν και ο χαρακτήρας που υποδύεστε είναι άγγλος, εσείς έχετε αλλάξει την χαρακτηριστική προφορά σας.
Όχι τόσο την προφορά, που είναι λίγο αλλαγμένη, αλλά κυρίως την φωνή μου – ίσως αυτό να σας μπέρδεψε. Ξέρετε, εκείνα τα χρόνια στο Λονδίνο υπήρχε ομίχλη παντού, μια ομίχλη περίεργη, παγωμένη. Την είχα προλάβει εκείνη την ομίχλη, την θυμάμαι. Και όλοι στην πόλη τότε μιλούσαν με φωνές λίγο πιο μπάσες απ’ότι θα έπρεπε, ακόμη και οι γυναίκες.

Σημαντικό εργαλείο η φωνή.
Περισσότερο απ’όσο νομίζετε. Έχω εμφανιστεί σε ταινίες – ευτυχώς, δεν αναφέρομαι σ’αυτήν – που πραγματικά δεν μπορούσα να ακούσω τι λέει ο συμπρωταγωνιστής μου. Την πρώτη φορά που μου συνέβη το επισήμανα και αυτός μου αποκρίθηκε πως θα προσθέσει την φωνή του στο ντουμπλάζ. «Αυτή είναι η μέθοδος μου», είπε. Έτσι γύρισα όλη την ταινία διαβάζοντας τα χείλη του. Ξέρετε, όποτε βγαίνουμε έξω με την γυναίκα μου, μου κάνει συνεχώς παρατηρήσεις επειδή μιλάω πολύ δυνατά. Αλλά οι ηχολήπτες με συμπαθούν πολύ.

Πρέπει να βοήθησε και η προϋπηρεσία σας στο θέατρο.
Το πρώτο πράγμα που σου λέει ένας θεατρικός παραγωγός όταν κάνεις την παρθενική σου εμφάνιση είναι: «οι κύριοι στις πίσω σειρές πλήρωσαν για να σε ακούσουν!». Και αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να φωνάζεις...

Τι σημαίνει τότε; Τι κοινό έχουν τα κόλπα ενός ηθοποιού και ενός ταχυδακτυλουργού;
Το μεγαλύτερο κοινό σημείο τους είναι ότι πρέπει να μένουν μυστικά. Δεν ξέρω, αυτό που συμβαίνει με τα dvd σας αρέσει;

Αναφέρεστε σε όλη αυτή την παροχή πληροφοριών.
Ναι, αυτό. Ποτέ δεν ρίχνω την παραμικρή ματιά σε όλα αυτά τα extras που σου αποκαλύπτουν, για παράδειγμα, πως γύρισαν τις επικίνδυνες σκηνές. Επειδή δεν θέλω να ξέρω. Αν είχα μια θέση στην κινηματογραφική βιομηχανία θα απαγόρευα δια ροπάλου αυτή την απομυθοποίηση. Η μαγεία αυτή πρέπει να διατηρηθεί. That's what movies are all about.


Metal και κουλτούρα. Heavy και τα δυο.

Μεγάλωσα με Beatles. Τους άκουγα φανατικά μέχρι τα 13 μου, τουλάχιστον - και πιστέψτε με, ξεκίνησα πολύ μικρός (thanx dad). Μεγαλώνοντας, άρχισα να προτιμώ την πιο σκληρή τους μεριά. Η αγάπη μου για τον ηλεκτρισμό αναπτύχθηκε περίπου εκείνα τα χρόνια.

Μέχρι που μια μέρα άνοιξα την τηλεόραση και έπεσα πάνω σε μια συναυλία των Judas Priest. Και το σαγόνι μου έπεσε στο πάτωμα. Η εικόνα του δερματοφορεμένου Rob Halford με κεραυνοβόλησε. Και ο ήχος ακούστηκε στα αυτιά μου σαν η λογικότατη συνέχεια αυτού του ηλεκτρισμού που προτιμούσα. Ε, απο'κει ξεκινησε η αγάπη μου για το είδος. Όχι δηλαδή από την επιθυμία μου να φορέσω t-shirts των αγαπημένων μου συγκροτημάτων, ζώνη με σφαίρες και εφαρμοστά μαύρα τζιν. Μακριά μαλλιά ήθελα ν' αφήσω ούτως η άλλως, αλλά γι αυτό έφταιγε ο Lennon - όχι ο Halford (που.... τα είχε κουρεμένα κοντά).

Μετά βέβαια το τελετουργικό της κατάστασης με ψάρωσε, οπότε και τα t-shirts φόρεσα, και όλα τα υπόλοιπα. Και το "κοινωνικό στίγμα" που επέφεραν, με πείσμωσε ακόμα περισσότερο. Γιατί - και με μεγάλο φόβο να ακουστώ σαν κωλόγερος - τότε ήταν λίγο αλλιώς τα πράγματα. Μακρύ μαλλί είχαν οι αλήτες και μόνον αυτοί. Στο σχολείο οι υπόλοιποι σε απέφευγαν (στην χειρότερη) ή σε περιτριγύριζαν σαν αξιοπερίεργο (στην καλύτερη) - και γι αυτό, οι μεταλλάδες ενός σχολείου ένιωθαν την ανάγκη να ενωθούν.

Και επειδή ενωμένοι έκαναν και τις μηνιαίες εξορμήσεις τους στα δισκάδικα, συγκέντρωναν εύκολα τα βλέμματα των άλλων στα μέσα μαζικής μεταφοράς. Αφήστε δε που μια τυχαία συνάντηση με ένα όργανο της τάξης μπορούσε να σε βάλει σε μπελάδες από το πουθενά.

Και ξέρετε κάτι; It felt good!

Όσο τα γούστα μου επεκτείνονταν και το metal μου γινόταν όλο και πιο ακραίο, κάθε έκφανση εφηβικής οργής έβρισκε τον δρόμο της στην επιφάνεια - δεν κρατούσα μέσα μου τίποτα. Μόνο οι γυναίκες με κόμπλαραν λίγο. Και, ξανά, εκείνα τα χρόνια, οι μεταλλούδες δεν ήταν τόσο όμορφες - λυπάμαι για τον ξεδιάντροπο σεξισμό μου και σας παρακαλώ, κυρίες μου, να με συγχωρέσετε, αλλά είναι η πικρή αλήθεια. Βλέπετε, τα ωραία κορίτσια τότε δεν ήθελαν να βρίσκονται στο περιθώριο. Και αν δεν μπορούσαν να αγαπήσουν τη μουσική σου, δεν μπορούσαν να είναι κορίτσια σου. That simple. Οπότε έκανες υποχωρήσεις ή... περίμενες. Αυτό μας έκανε αθεράπευτα ρομαντικούς. Αρρώστια που, φοβάμαι, ακόμα κουβαλάμε.

"Τα καημένα τα παιδιά, θα μεγαλώσουν και θα καταλήξουν ν΄ακούν σκυλάδικα" έγραφε κάποιος τότε στο Αθηνόραμα, με αφορμή την ανακοίνωση της συναυλίας των DRI - και συμπλήρωνε πως και οι οπαδοί τους θα πρέπει να είναι "Dirty Rotten Imbeciles", αναφερόμενος στα αρχικά τους. Μας έβριζε στη ψύχρα δηλαδή. Και δεν ήταν ο μόνος. Όλοι στον ελληνικό τύπο το έκαναν. Και οποιοδήποτε μουσικό περιοδικό - εκτός από το "οχυρό" μας, το Metal Hamer - αναφερόταν στο metal, το έκανε μονάχα κοροϊδευτικά: είμασταν ο αγαπημένος σάκος του μποξ τους. Σκεφτείτε πως αν, σε κάποιο εξ αυτών, υπήρχε ένας συντάκτης που αγαπούσε το είδος, θα υπήρχε σίγουρα και ένας άλλος που θα τον έβριζε προσωπικά. Φυσικά, αυτό μας πείσμωνε ακόμα πιο πολυ!

Κολλήσαμε το μικρόβιο της μουσικοφιλίας από μικροί όμως. Παρακολουθούσαμε τις κυκλοφορίες του μήνα, ανακαλύπταμε συγκροτήματα αγοράζοντας τις κυκλοφορίες της εταιρίας των αγαπημένων μας συγκροτημάτων, αποκτήσαμε αισθητήριο και άποψη. Και μέσα από αυτά τα τελευταία, αναπτύξαμε την προσωπικότητα μας. Ανακαλύψαμε ποιοι είμαστε. Αποκτήσαμε κουλτούρα. Από το black metal ανακάλυψα τον μινιμαλισμό. Κι απο κει, ανακάλυψα τον John Cage, τους Joy Division, τους Radiohead του Kid A και του Amnesiac. Από το progressive rock ανακάλυψα τους Godspeed You Black Emperor, τους Silver Mountain Zion, τους Goblin. Από το thrash metal έφευγες γραμμή για το punk, τους Fear, τους Pistols, τους Clash. Από τους Black Sabbath, ανακάλυψα τα ηλεκτρικά blues και απο κεί, μέσω του μινιμαλισμού, οδηγήθηκα στα παλιά νέγκρικα blues. Ενώ από το ατμοσφαιρικό death metal, πήγα στο darkwave, από κει στους Cure και στο τέλος έστριψα στη σκοτεινή πλευρά της pop (που είναι απέραντη). Από το metal επίσης ανακάλυψα τον Dario Argento - επειδή στο soundtrack του Phenomena υπήρχαν τραγούδια απο τους Motorhead και τους Iron Maiden. Και μετά, ανακάλυψα το Σινεμά το ίδιο - εκεί αποφάσισα και το τι ήθελα επιτέλους να σπουδάσω. Βέβαια κακώς λέω "επιτέλους", ήμουν μόλις 14 χρονών.

Τέλος πάντων, ακούσαμε πολλά. Σχεδόν από όλους. Συγγενείς και "φίλους", δασκάλους και ελεγκτές, μπάτσους και σκυλάδες, μπαμπάδες και γραφιάδες. Μεγαλώσαμε, η αγάπη μας για τη μουσική διογκώθηκε, η δισκοθήκη μας επεκτάθηκε, ο χρόνος μας μοιράστηκε στις ώρες με μουσική και χωρίς. Και κάποιοι απο εμάς "πέρασαν" στην αντίπερα όχθη. Ξεκίνησαν να αρθογραφούν κι αυτοί - και μάλιστα σε "αντίπαλα" στρατόπεδα, στα έντυπα που "χτυπούσαν" το metal. Όπου, όταν τους δινόταν η ευκαιρία, "καθάριζαν" το όνομα της μουσικής που τους κράτησε όρθιους στα πιο δύσκολα - της είχαν υποχρέωση, βλέπετε.

Σήμερα, δεν παρακολουθώ και πολύ τις νέες metal κυκλοφορίες, με κάποιες εξαιρέσεις. Αλλά οι παλιές αγάπες μένουν. Κάποια κομμάτια ακόμη έχουν εκείνη την παλιά δύναμη. Το ακραίο metal, έτσι αναγκασμένο που είναι να μεταλλάσσεται κάθε χρόνο, για να παραμένει ακραίο, έχει ακόμα την ικανότητα να σε εκπλήσσει. Κι όλοι εμείς οι φίλοι που μεγαλώσαμε μαζί ακούγοντας metal εξελιχθήκαμε σε παράξενα ζώα: Ακούμε Motorhead και Leonard Cohen. Βλέπουμε Φούλτσι και Μπέλα Ταρ. Φοράμε σακκάκι και μπλουζάκι Darkthrone. Εκφράζουμε τον ενθουσιασμό μας για ένα τραγούδι με headbanging, σε οποιοδήποτε είδος μουσικής κι αν ανήκει.

Μα κι εμείς, με τη σειρά μας, παραξενευτήκαμε, βλέποντας το metal να μπαίνει στη γενικότερη pop κουλτούρα της τρέχουσας εποχής (να γίνεται δηλαδή αποδεκτό), και την αισθητική του να στολίζει τα πιο άσχετα μεταξύ τους πράγματα.

Α, και τις μεταλλούδες να ομορφαίνουν.
Συγγνώμη κυρίες μου.




Υ.Γ.: Στους φίλους μου απο το Hammer.

«Απ’ το πόδι με τραβάς, βαθιά μέσα στο χώμα»


Συνηθίζεται από τους τραγουδοποιούς να διατηρούν καλές «δημόσιες σχέσεις» με το κοινό τους – ειδικά από αυτούς που έχουν σημειώσει μια κάποια επιτυχία. Φροντίζουν δηλαδή να μην το αποπροσανατολίσουν, να μην το εκπλήξουν, να μην το απογοητεύσουν με κανέναν τρόπο. Ο χειρότερος σε αυτόν τον τομέα, έλληνας τραγουδοποιός, πρέπει να είναι ο Διονύσης Σαββόπουλος. Ότι του φανεί του λωλο-Στεφανή που λένε. Από το Φορτηγό μέχρι το Δέκα Χρόνια Κομμάτια, από κει μέχρι τη Ρεζέρβα και από κει μέχρι το Κούρεμα, «ο δρόμος του γραμμή όλο ζιγκ-ζαγκ» (ο στίχος από το… «Μιτσοτάκ», έτσι για να αντιληφθούμε το μέγεθος της τρέλας ενός ανθρώπου, που φυλακίστηκε επι Χούντας, αλλά δεν σκέφτηκε στιγμή να το παίξει αντιστασιακός με... την πτώση της, όπως αρκετοί - μέχρι τότε σιωπηλοί - "συναδελφοι" του).

Μπορείς βεβαίως να διαφωνείς με τις απόψεις και τα πηγαιν-έλα του. Μπορείς να θυμώνεις και να εξοργίζεσαι. Αλλά δεν μπορείς να μην του αναγνωρίσεις ότι ουδέποτε φοβήθηκε να «προκαλέσει» το κοινό του. Ουδέποτε περιορίστηκε από αυτό, ουδέποτε παγιδεύτηκε στην μετριότητα της συνταγής και της εκ των έξω καρικατούρας. Έκανε του κεφαλιού του. Και αυτό το σέβεσαι. Εκτός κι αν η εμπάθεια σου παίρνει το πάνω χέρι. Πράγμα θλιβερό σε κάθε του έκφανση. Τώρα, στην περίπτωση που δεν έχεις ούτως η άλλως κοινό, αναζητάς τρόπους να αποκτήσεις ένα. Το να πετάς λάσπη σε άλλους διάσημους καλλιτέχνες συνήθως βοηθά.

Ο Σαββόπουλος ερωτήθηκε πρόσφατα από τη Μαρία Χούκλη περί του τι έφταιξε για την κρίση. «Δωροδοκηθήκαμε από τους πολιτικούς για να τους ψηφίζουμε» απάντησε. Τώρα πως από αυτό μπορεί κάποιος να πιαστεί και να γράψει μια επιστολή – λίβελο, γεμάτη λαϊκίστικα «κατηγορώ» επιπέδου Αυριανής δεκαετίας 80, αναλόγου ύφους ψέματα και προεφηβικό «μένος», αδυνατώ να το κατανοήσω - καποιος όμως το έκανε. Ίσως να είναι Φροϋδικό το ζήτημα. Ίσως. Γιατί είναι προφανές πως ένας άνθρωπος σαν το Σαββόπουλο απαντά με λόγο ποιητικό. Όταν μιλάει για δωροδοκία, δεν μιλάει για «φράγκα». Μιλάει για όνειρα. Επιστρατεύτηκε όμως η φασιστική - άρα και χυδαία - τακτική του να μεταφράζεις τον «εχθρό» σου όπως βολεύει τα κακομασκαρεμένα συμφέροντα σου.

Ο καημένος ο Νιόνιος απάντησε. Διάβασε το κείμενο και θίχτηκε - δεν άντεξε, και σκάρωσε μια επιστολή. Δεν γνώριζε πως στο διαδίκτυο, εκτός από αυτούς που δεν βρίσκουν χώρο να γράψουν εντύπως, λόγω κακών δημοσίων σχέσεων και γνήσιου ταλέντου, υπάρχουν εκατονταπλάσιοι συκοφάντες κι ατάλαντοι - επώνυμοι, «ανώνυμοι», λίγη σημασία έχει. Το μόνο ελπιδοφόρο είναι ότι το διαδίκτυο δεν γράφει την Ιστορία – ακόμα τουλάχιστον. Αυτή παραμένει υπαγορευμένη από το συλλογικό ασυνείδητο. Ένα Μυστικό Τοπίο όπου ο δόλος μένει, συνήθως, στην απ’έξω.




Υ.Γ.: Παραδέχομαι την δική μου θλιβερή στιγμή: Υπέγραψα ένα εμπαθές κείμενο. Ευτυχώς όμως, δεν χρειάστηκε να καταφύγω στην αυθαίρετη επικύρωση ενός μεγάλου Έλληνα (σαν τον Γιάννη Νεγρεπόντη - τι σκύλευση κι αυτή!), έτσι για να 'σφραγίσω' με μια βούλα "οικουμενικότητας" κάτι που αφορά τον θυμό και την αυτοπροβολή μου. Τόσο μεγάλη ιδέα για την πάρτη μου, δεν απέκτησα ποτέ.

Σάββατο 5 Μαρτίου 2011

Conversations with remarkable people, v.8: Quorthon



Ο Tomas Forsberg γεννήθηκε το 1966. Και, με το προσωπικό του σχήμα, τους Bathory, "χάρισε" στη μουσική το σκανδιναβικό black metal, με όλες του τις ιδιαιτερότητες. Μία προς μία τις ανακάλυπτε, σε κάθε άλμπουμ. Δίχως να δώσει συναυλίες, δίχως να αναζητήσει μέλη (έπαιζε μόνος του σχεδόν τα πάντα) - και τη μοναδική φορά που γύρισε videoclip ήταν τόσο απογοητευμένος με το αποτέλεσμα που προσπάθησε να εξαφανίσει όλες τις κόπιες! Όλοι, μα όλοι οι μαυρομέταλλοι έκλεψαν από αυτόν για να εξελίξουν τον ήχο τους. Και συνεχίζουν να κλέβουν και τώρα, που ο Forsberg, δηλαδή ο "Quorthon" δεν δισκογραφεί. Τρεις Ιουνίου του 2004 έπεσε νεκρός από καρδιακή ανεπάρκεια σε ηλικία 38 ετών - θυμάμαι πως έπαιζε ο Alice Cooper εκείνη τη βραδιά. Ήταν να πάω. Την - τηλεφωνική - συνέντευξη την πήρα στις 8 Μαΐου του 2003, με αφορμή την κυκλοφορία του Nordland. Μέρη της δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό Metal Ηammer. Μιλάει γρήγορα και η διάθεση του αλλάζει από τη μιά στιγμή στην άλλη. Πότε σοβαρός, πότε χαβαλές, πότε άνετος, πότε ενοχλημένος. Οι ερωτήσεις μου δεν είναι ιδιαίτερες. Οι απαντήσεις του όμως, όλα τα λεφτά.


Όλα καλά;

Όλα είναι τέλεια man.

Χαίρομαι που σε πετυχαίνω σε καλή διάθεση, οι φήμες λενε πως είσαι δύσκολος συνομιλητής.

Μην τις πιστεύεις φίλε. Πάντα έχω καλή διάθεση. Είναι ο υπόλοιπος κόσμος που είναι σκατά, εγώ δεν έχω πρόβλημα.

Έχεις δηλαδή αντισώματα;

Όχι, αλλά προσπαθώ πολύ να μην έχω ψευδαισθήσεις, ούτε για τους Bathory, ούτε για εμένα τον ίδιο. Τις περισσότερες φορές τα καταφέρνω. Δεν πιστεύω ότι έχω φωνάρα για παράδειγμα (γέλια).

Τ
ο πάθος σου καλύπτει τις αδυναμίες της, λένε οι οπαδοί σου.

Υπάρχουν πολλοί διαφορετικοί τρόποι να τραγουδήσεις. Αν κάνεις ένα άλμπουμ όπου τα φωνητικά είναι συνεχώς επιθετικά από την αρχή μέχρι το τέλος, πολύ πιθανόν να βαρεθείς του κερατά. Σαν το φαγητό, σαν τις γυναίκες... Χρειάζεσαι μια αλλαγη που και που. Και, ειδικά, όταν γράφεις για δράκους, σπαθιά, Βίκινγκς and all that shit, καλύτερα να ακουστείς φάλτσος παρά γελοίος. Θέλω να με πιστέψεις όταν τραγουδώ, όχι να με θαυμάσεις. Χίλιες φορές προτιμότερη η εμπιστοσύνη από τον θαυμασμό.

Γιατί το λες έτσι;

Γιατί υπάρχει πολλή τρέλα εκει έξω. Η μουσική μου μιλάει για ελευθερία. Τι κουβέντα ν' ανοίξω με έναν τύπο που δηλώνει 'σκλάβος' ενός μύθου; Δηλαδή, έναν φανατικό οπαδό των Bathory. Πες μου εσύ, πόσο σοβαρή κουβέντα μπορούμε να κάνουμε, εγώ κι αυτός.

Από την άλλη, είναι δύσκολο να σε εμπιστευτεί κάποιος όταν αλλάζεις στυλ σχεδόν σε κάθε δίσκο.

Ο κόσμος θέλει να έχει μια συγκεκριμένη ιδέα για τους Bathory. Αναρωτιέμαι γιατί. Ξεκινήσαμε πολύ πρωτόγονα γιατί δεν ξέραμε τι άλλο να κάνουμε και όταν αργότερα σκεφτήκαμε «πωπω μάγκα μου, έχουμε την τύχη να κυκλοφορούμε άλμπουμς!» ειπαμε να κάνουμε κάτι διαφορετικό κάθε φορά. Τα υπόλοιπα είναι θάνατος.

Πόσων χρονών είσαι τώρα;

Χεχε... είμαι 36...

Τoo old for this shit?

Μερικές φορές το νοιώθω όταν ακούω νέα συγκροτήματα. Κυριαρχεί μια λανθασμένη αντίληψη στη μουσική σήμερα, όταν ακούω δίσκους όπου όλα είναι τσιτωμένα, όλα είναι στο +10 και όταν ασχολείσαι με τη μουσική τόσα χρόνια όσα κι’εγώ κοιτάς την μουσική από μια διαφορετική οπτική γωνία. Το θέμα είναι ότι οι κακές παραγωγές των πρώτων μας δίσκων βγήκαν έτσι επειδή ήμασταν… άσχετοι. Δεν ήταν κάποιου είδους «άποψη».

Ακούγεται σαν να τα απορρίπτεις.

Όχι δεν τα απορρίπτω. Εσύ μετανιώνεις για την πρώτη σου σχέση; Ότι και να ήταν, ήταν κάτι που αγάπησες, κάτι που του δόθηκες. Και πάντα κάτι μένει πίσω. Ξέρεις πόσες εταιρίες ταϊσαν "πόρτα" τους Bathory; "Ποτέ δε θα βρεις συμβόλαιο" μου έλεγαν. Τώρα αυτοί οι δίσκοι πουλάνε 20 χιλιάδες άλμπουμ το χρόνο, σταθερά, από τη μέρα που κυκλοφόρησαν μέχρι σήμερα. Κάθε δίσκος μου είναι και παιδί μου. Και ξέρεις πως είναι με τα παιδιά που κουβαλούν… ελαττώματα. Συνήθως τα αγαπάς περισσότερο από τα άλλα. Μη με παρεξηγείς λοιπόν! Δε θα μπορούσα πραγματικά να πω κάτι άσχημο γι αυτούς τους δίσκους: Μου πληρώνουν τους λογαριασμούς για τα πάντα εδώ και αρκετά χρόνια. Αν και αυτό είναι μια κάποιου είδους παγίδα.

Φαντάζομαι ότι κατα την διάρκεια αυτής της περιόδου τα solo album σου πρέπει να λειτούργησαν καταλυτικά.

Ναι, ακριβώς. Αποφορτίστηκε κάποια ένταση. Όλοι ήθελαν ένα άλμπουμ σαν το Blood Fire Death ή το Hammerheart. Και φλίπαρα.

Γιατί;

Ήμουν σε μια προσωπική πορεία που δεν ήθελα να την ανακόψω για κανέναν. Δεν είμαι έφηβος πια. Και είπα να αποτραβηχτώ εντελώς απο την μουσική βιομηχανία μόνο που η εταιρία ήθελε κάπως να κρατήσει το όνομα στην επικαιρότητα. Έτσι μου πρότειναν να μπω στο στούντιο και να κάνω ότι μου κατεβαίνει. Και βγήκε ένας punk δίσκος και ένας 60s pop. Γιατί είναι ντροπή απέναντι στους μεταλλάδες, λέει, να δηλώνεις οπαδός των Beatles. Κουραφέξαλα. Ανοίξτε τα’αυτιά σας λίγο παιδιά, όλα εκεί πάνω στηρίζονται. Κάτι μαλάκες τότε βγήκαν και είπαν «ώστε, ΑΥΤΗ τη μουσική θες πραγματικά να γράφεις» αλλά η αλήθεια είναι ότι ήθελα να κάνω κάτι όσο διαφορετικό γινόταν απ’ότι έκαναν οι Bathory. Fuck it, δεν είμαι ούτε ο γιος του Διαβόλου ούτε κάποιος τρελαμένος που ζει στα βουνά. Η κατάσταση είχε ξεφύγει. Έπαιρνα γράμματα οπαδών γραμμένα με το αίμα τους… και εγώ σκεφτόμουν «τι σκατά είναι αυτά;». Έτσι έκανα αυτά τα άλμπουμ για τη προσωπική μου διασκέδαση, για να σκοτώσω το θρύλο του Quorthon, έναν θρύλο που δεν δημιουργήθηκε απο εμένα αλλά από κάποιον άλλο!

Με συγχωρείς αλλά φταις κι εσύ, έδινες συνεντέυξεις ενδεδυμένος με μαυρό μανδύα το '85. Τι περίμενες;

(Παύση – τον ακούω ν’ανάβει τσιγάρο). Η μαλακία ήταν ότι είχα πέσει στη λούμπα που ήθελε να είσαι Σατανιστής για να παίζεις black metal. Μέχρι που μεγαλώνεις λίγο και συνειδητοποιείς ότι όλα είναι μέσα στο ίδιο κόλπο. Είμαι αντι-χριστιανός ως άτομο, ως προσωπικότητα. Αυτό δε θ’ αλλάξει ποτέ, το ξέρω. Αν υπάρχει ο Διάβολος σε κάποια σημεία της δουλειάς μου τελευταία, υπάρχει για να εξυπηρετεί μια εικόνα. Μια θεατρικότητα. Και στο φινάλε, για μουσική μιλάμε. Υπάρχει performance μέσα σ’αυτό. Ξέρεις, ούτε οι πρωταγωνίστριες στις τσόντες το ευχαριστιούνται υποχρεωτικά!

Μη μου το χαλάς.

Ναι, είναι αλήθεια man. Αντε να το φχαριστιούνται when someone licks their mouni.

Κατέχουμε και ελληνικά;

Μόνο τα απολύτως απαραίτητα.

Αφού σε ψήνει το performance της υπόθεσης, γιατί δεν κάνεις συναυλίες ποτέ; Ξέρεις πόση επιτυχία θα είχε μια Bathory περιοδεία, γιατί δεν το κάνεις;

Οι Bathory είναι αυστηρά ένα studio project. Έτσι είναι πάρα πολλά χρόνια τώρα και αυτό δεν πρόκειται να αλλάξει. Με κουράζει πολύ η ιδέα του να βρω κατάλληλους μουσικούς για μια περιοδεία ή για οτιδήποτε. Είμαι βεβαιος πως δεν θα μπορέσω να αναπαράγω την ατμόσφαιρα των δίσκων. Θα κάνω κακό στους Bathory αν τους βγάλω στο δρόμο.

Οι παραγωγές σου πάντως παραμένουν παλιομοδίτικες και βρώμικες, εντελώς αφτιασίδωτες. Εκεί, ο τομέας της εξέλιξης είναι ανύπαρκτος.

Δεν ακούω και πολλά σύγχρονα πράγματα και απέχω απο το όλο trip του ηχητικού εξοπλισμού και της πληροφόρησης. Κάποιες μπάντες χρησιμοποιούν υπολογιστή και high-tech καταστάσεις αλλά αυτό που βγαίνει τελικά είναι πολύ γυαλισμένο. Πολύ προσεκτικά τοποθετημένο, σαν ήχος, πολύ κλινικό. Και αυτό δεν είναι heavy metal. Έχω περάσει πολύ καιρό σε προβάδικα με βρωμιάρηδες ενισχυτές. Οπότε, αν χρησιμοποιούσαμε έναν ακριβό εξοπλισμό θα είχαμε κάτι στα χέρια μας εντελώς διαφορετικό απο αυτό που θα θέλαμε. Δεν θέλαμε να ακούγεται γυαλισμένο το Nordland σε καμιά περίπτωση. Χρειαζόμασταν αυτή την πρωτόγονη ατμόσφαιρα. Την παγωμάρα της θάλασσας, το βουητό των ανέμων, τέτοια πράγματα μωρέ.

Οι καιροί πάντως είναι αρκούντως πολεμικοί.

Μπορείς να το πεις αυτό... Να σου πω την αλήθεια, χρειαζόταν αυτός ο παράλογος πόλεμος στο Ιράκ. Ποιός ξέρει, ίσως μετά απ’αυτό να ξυπνήσει αυτός ο γαμημένος δεινόσαυρός που λέγεται Ο.Η.Ε., ή να πεθάνει για τα καλά. Να ψοφήσει να ησυχάσουμε από την υποκρισία. Μας κοροϊδεύουν τόσα χρόνια, μας τα πρήζουν περί δικαιοσύνης και, στην ουσία, γλύφουν τους ίδιους κώλους. Και τώρα, λέει, έχουν πρόβλημα με τις ΗΠΑ. Και το ακούς και δεν ξέρεις με τι να πρωτογελάσεις. ... Όπως και να’χει, τουλάχιστον θα ταρακουνηθούμε λίγο. Γιατί ο κόσμος χρειάζεται να ταρακουνιέται που και που, και χρειαζόμαστε πολέμους για να το πετύχουμε αυτό.

Δεν βλέπεις στο ανθρώπινο γένος κάποια πιθανότητα προοπτικής;

Όχι όσο ζω. Αυτό μπορώ να στο πω με βεβαιότητα.

Γιατί συνεχίζεις να γράφεις τότε;

Το χρειάζομαι. Γιατί με τις εικόνες της τέχνης μου είμαι ειλικρινής. Στη ζωή όλοι υποκρινόμαστε, λίγο - πολύ. Και τώρα που σου δίνω αυτή τη συνέντευξη κάνω κάτι αντίθετο από τα λεγόμενα μου, όχι;

Τετάρτη 2 Μαρτίου 2011

Kak Ya Provyol Etim Letom (2010) ( * * * * * )


Δυο άνθρωποι όλοι κι όλοι. Σε ένα απέραντο, έρημο τοπίο. Πολλές οι σιωπές. Κι όμως, η καρδιά μου πάει να σπάσει από την αγωνία. Η ανάσα μου κόβεται. Και στο μυαλό μου, ένα μοναδικό ερώτημα: «τι θα γίνει μετά;». Ο κύριος Αλεξέι Ποπογκρέμπσκι μ’έχει βάλει κάτω και μου έχει αφαιρέσει το «δικαίωμα» κάθε κριτικής σκέψης. Όλα αυτά, πέρσι, στο Φεστιβάλ Βερολίνου, όπου και πρωτοβλέπω το φιλμ.

Που μιλά για την ιστορία δυο ανδρών σε ένα απομονωμένο νησί – φάντασμα της Αρκτικής. Δουλειά τους είναι να παίρνουν μετρήσεις από τα ραδιενεργά εδάφη, και να στέλνουν μέσω ασύρματου τα δεδομένα στο κεντρικό σταθμό. Ο ένας, ο Σεργκέι, πενήντα χρονών, σκληρός και ατόφιος, μοιάζει φιγούρα μυθική και άκρως Ρώσικη. Ο άλλος, ο Παβέλ, είναι ένας πιτσιρικάς, απόφοιτος πανεπιστημίου, που του έχει ανατεθεί να περάσει το καλοκαίρι του εκεί. «Η παλιά Ρωσία και η καινούργια» λέω, προσπαθώντας να μαντέψω βιαστικά τους συμβολισμούς του Ποπογκρέμπσκι. Τζάμπα κόπος. Γιατί στο τέταρτο γίνεται το μεγάλο hat – trick: άσχημα νέα φτάνουν για τον Σεργκέι στο σταθμό. Ο Παβέλ μαθαίνει πως η γυναίκα του και η κόρη του «συναδέλφου» του, σκοτώνονται σε ένα τραγικό ατύχημα, μόλις λίγες μέρες πριν την πολυαναμενόμενη άφιξη τους στο έρημο νησί. Η καρδιά του 50άρη γίγαντα μαλακώνει μόνο όταν μιλάει γι αυτούς. Και ο μικρός… δε λέει τίποτα. Μπλοκάρει, φοβάται, ποιος ξέρει; Οι μέρες περνούν, οι σχέσεις τσιτώνουν. Ο Σεργκέι αρχίζει να τα «παίζει» από την καθυστέρηση των δικών του. Ο Πάβελ στήνει όλο και μεγαλύτερα ψέματα για να κρατήσει κρυφό το τραγικό συμβάν. Κι εμείς κάνουμε κύκλους στο κάθισμα μας, περιμένοντας το μεγάλο ξέσπασμα. Βγαίνω από το σινεμά τρεκλίζοντας. «Διάολε, τι ταινία!» και τα ρέστα.

Το μυαλό μου όμως ήταν γεμάτο ερωτηματικά. Το εξής ένα: Γιατί, μα γιατί ο Πάβελ δεν εκστομίζει από την αρχή τι πραγματικά συνέβη στην οικογένεια του Σεργκέι;

Έρχεται το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, αρκετούς μήνες αργότερα. Ξαναβλέπω το φιλμ. Τα πράγματα αρχίζουν να μπαίνουν κάπως στη θέση τους.

Μπαίνω στον κόπο να σας περιγράψω την όλη σχέση μου με το φιλμ γιατί θέλω να τονίσω πόσο με μάγεψε η πρώτη προβολή του. Κάθε «κριτική» μου σκέψη αχρηστεύτηκε – το μόνο που ήθελα ήταν να βιώσω την εμπειρία και όχι να την κάνω φέτες, μαζί με την ταινία. Έχει χρόνια να μου συμβεί κάτι τέτοιο.

Ο κύριος Ποπογκρέμπσκι, στην τρίτη του ταινία, αλωνίζει, στην κυριολεξία. Το Πως Τελείωσε Αυτό Το Καλοκαίρι είναι ταυτόχρονα, μια αλληγορία για τη Ρωσία που χάνεται, και μια παράξενη ερωτική ιστορία. Όχι μεταξύ των δυο πρωταγωνιστών – μάλλον περί τριγώνου πρόκειται. Και το τρίτο πρόσωπο είναι η φύση, το φυσικό τοπίο με το οποίο ο Σεργκέι είναι πλήρως εναρμονισμένος. Κουβαλά άλλωστε όλη τη σκληρότητα της φύσης, και αυτό η ταινία το καταγράφει από τα πρώτα λεπτά. Ο Πάβελ αντιθέτως είναι νεοφερμένος. Παιδί της πόλης και των τετράγωνων σπιτιών. Και το τοπίο σχεδόν τον αποβάλει. Εδώ, σε αυτό το τρίγωνο αποκρυπτογραφείται και αυτή η παράξενη αίσθηση μεγαλείου που σε διαπερνά όταν βλέπεις το Kak Ya Provyol Etim Letom. Σε κάποιες σκηνές ήμουν βέβαιος πως βρισκόμουν σε trance. Αν και το ερώτημα μου παρέμεινε: Γιατί ο Πάβελ του κρύβει τα άσχημα νέα; Γιατί, δηλαδή, η ταινία είναι τόσο σκληρή με τον Σεργκέι; Είναι άδικο – ο Σεργκέι είναι ο μόνος άνθρωπος στο φιλμ που ζει σε μια απόρθητη αρμονία. Δυστυχώς όμως, η μανία της Φύσης (με Φ κεφαλαίο) ξεσπά πάντα στις ψηλότερες κορυφές. Και η Μεγάλη Ρωσία θα καταρρεύσει. Σιωπηλά.

Με μια στωικότητα που μονάχα ήρωες χαρακτηρίζει.

Αυτά, λέει, σας άρεσαν:

Ετικέτες