Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ελληνική διανόηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ελληνική διανόηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 23 Μαΐου 2017

Sacred Deer ή αλλιώς, Ανοιχτή πλατφόρμα για παραμύθιασμα


Οπαδός του «Κυνόδοντα», ακόμη μεγαλύτερος των «Άλπεων», εκτίμησα και τη δουλειά του Γιώργου Λάνθιμου στον «Άστακο», την πιο προσβάσιμη μέχρι τώρα ταινία του. Το «Killing of a sacred deer» όμως είναι μια ολότελα διαφορετική περίπτωση, παρά την φαινομενική μόνο σύνδεση του με τα προηγούμενα της φιλμογραφίας του. Η ταινία τελείωσε, κι εγώ βρέθηκα να στέκομαι απέναντι της. Στο δε τέλος της προβολής, τα χειροκροτήματα ήταν εξίσου δυνατά με τα γιουχαΐσματα. Αυτό ήταν, φοβάμαι, και το ζητούμενο: η δημιουργία ενός φιλμ – σκανδάλου.

Πολλά άλλα όμως απουσιάζουν.

Κατ’ αρχάς, απουσιάζει ο Λάνθιμος ως αφηγητής: Στα προηγούμενα φιλμ, ο θεατής είχε όλα τα απαραίτητα στοιχεία που χρειαζόταν για να παρακολουθήσει την ιστορία από το πρώτο περίπου δεκάλεπτο – υπήρχε δηλαδή μια αξιοθαύμαστη αφηγηματική οικονομία. Εδώ, για το πρώτο μισό της ταινίας περίπου, κυριαρχεί η δημιουργία ατμόσφαιρας (για την ατμόσφαιρα), μέχρις ότου να φτάσουμε στο «ζουμί» της υπόθεσης. Η τελευταία έχει ως εξής: Ένας καρδιοχειρούργος (Κόλιν Φάρελ), ευπρεπής οικογενειάρχης που ζει σε ένα επιβλητικό σπίτι με τη σύζυγο του (Νικόλ Κίντμαν) και τα δυο του παιδιά (Ράφεϊ Κάσιντι, Σάνι Σούλικ – ελπίζω να το γράφω σωστά) παίρνει υπό την προστασία του τον Μάρτιν, ένα 16χρονο αγόρι (Μπάρι Κιόγκαν) του οποίου ο πατέρας πέθανε στο χειρουργικό του τραπέζι. Μέχρι που, ξαφνικά, τα δυο του παιδιά, το ένα μετά το άλλο, παραλύουν από τη μέση και κάτω, και αρνούνται να τραφούν. Γιατί; Επειδή σκότωσες τον πατέρα μου, τον ενημερώνει ο Μάρτιν, Κάλχας και Αρτέμιδα μαζί, που συμπληρώνει πως η «κατάρα» θα αρθεί όταν ο χειρούργος επιλέξει, και σκοτώσει, ένα από τα μέλη της οικογένειας του. Ο παραλληλισμός με την Ιφιγένεια είναι φανερός, πολύ πριν ακουστεί το όνομα της κάποια στιγμή προς το τέλος, σε ένα φιλμ απ’ όπου απουσιάζει επίσης και αυτό το off-beat χιούμορ που έκανε τις προηγούμενες ταινίες του σκηνοθέτη τόσο ιδιαίτερες (και όπου υπάρχει, σπανίως λειτουργεί).

Το χειρότερο όλων όμως είναι πως εδώ έχεις έντονη την αίσθηση πως η ταινία μεταχειρίζεται τον θεατή της ως πειραματόζωο. Όλη αυτή η οδύνη που περνάς βλέποντας το «Killing of a sacred deer» δεν μπορεί να υποστηριχθεί από τον ισχνό σεναριακό ιστό. Ούτε η σύνδεση με την Ιφιγένεια ευσταθεί: Ο θεατής της αρχαίας τραγωδίας εξυψώνεται από ένα θέαμα που τον ξεπερνά, δεν υποβιβάζεται τόσο, όπως συμβαίνει εδώ. Επισης, δε προκειται για ταινία τρόμου: Δε τρομάζεις δευτερόλεπτο. Με άλλα λόγια, ούτε σαστισμένος αισθάνθηκα μετά το τέλος, ούτε προβληματισμένος, ούτε υπήρχε κάποιο βαθύτερο νόημα προς αναζήτηση. Την ίδια στιγμή όμως, μιλάμε για ένα φιλμ μοναδικά κατασκευασμένο: Η ασφυκτικά συμμετρική φωτογραφία είναι χάρμα οφθαλμών, η χρήση της μουσικής (αναγνώρισα θέματα του Λιγκέτι) εφευρετική, η καλλιτεχνική διεύθυνση απαστράπτουσα και θεαματική, οι κινήσεις της κάμερας εκτελεσμένες με μοιρογνωμονιακή ακρίβεια. Είναι αδύνατον να μη σε θαμπώσει όλη αυτή η δουλειά, τουλάχιστον στην αρχή. Επίσης, κανένα πρόβλημα δεν έχω με τις ταινίες που υποφέρεις για να τις δεις μέχρι τέλους. Έλα όμως που το «βάρος» του μαρτυρίου και της καλλιέπειας χρειάζεται ένα κάποιο περιεχόμενο για να υποστηριχθεί. Στον «Κυνόδοντα» υπήρχε το ζήτημα της οικογένειας. Στις «Άλπεις» η ανάγκη για συντροφικότητα. Στον «Αστακό», ο έρωτας. Λίγα πράγματα – επί της ουσίας – υπάρχουν εδώ.

Ασφαλώς και θα μπορούσαν να γραφτούν ποταμοί κειμένων που θα μεγενθύνουν αυτά τα μικροσκοπικά αναφορικά στίγματα στο επίπεδο της ακαδημαικής ρητορείας, προς γνώσιν και συμμόρφωσιν των κινηματογραφικά «αστοιχείωτων». Και φαντάζομαι πως αυτό ακριβώς θα συμβεί – ειδικά από τους νεότερους αμερικανούς κριτικούς (και τους μιμητές τους) που λατρεύουν την αυτοδικαίωση που προκύπτει απ’ αυτούς τους παιχνιδισμούς. Είπαμε, η ταινία φτιάχτηκε με συγκεκριμένο στόχο, και δίχως αμφιβολία, τον έχει πετύχει. Μια μικρή σημείωση όμως προς τους αγαπητούς συναδελφους που χύνουν τόσο επίπονο μελάνι για το φιλμ: Να με συμπαθάτε, και εγω ειμαι μεγάλο ψώνιο με τη δουλειά μου, αλλά τα περισσότερα αποθεωτικά σας κείμενα βασίζονται σε απαντήσεις - κλειδιά ΠΟΥ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΣΤΟ ΦΙΛΜ. ¨Εχουμε μπερδευτεί λίγο: Οι ΙΔΕΕΣ που μπορεί να γεννήσει στη γκλάβα μας μια ταινία δεν κατοχυρώνονται σε αυτήν αν δεν υπάρχει σαφής αναφορά. Και μια αποτυχημένη ταινία μπορεί να εγείρει συζητήσεις που κι αυτές μπορεί να βαστήξουν για μια ζωή. Κριτικοί είμαστε. Οχι ΣΥΝ-ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΙ. Χαλαρώστε. 

Τρίτη 3 Ιουλίου 2012

Συγγραφικές υπογραφές, σώβρακα και φανέλες


Στην Ελλάδα, έχουμε λίγο - πολύ συνηθίσει να αντιμετωπίζουμε τα πάντα με ποδοσφαιρικούς όρους, κάτι που κατά τον Βασίλη Ραφαηλίδη (του οποίου ο πολιτικός λόγος είναι αβάσταχτα απών σήμερα) αποτελούσε - και εξακολουθεί να αποτελεί, λέω εγώ - το πλέον εμβληματικό παράδειγμα της παρακμής αυτής της χώρας που συγκροτήθηκε ατάκτως και έμαθε πρώτα να αναστενάζει ("στα γήπεδα" βεβαίως) και μετά να συλλαβίζει. Ο χώρος του γηπέδου θα παραμένει το σημείο G της κοινωνικής εκτόνωσης, και αυτό το έχουν αναλύσει τόσοι σπουδαίοι που εγώ, όσο και να σφιχτώ δεν θα έχω κάτι να προσθέσω παρά μόνο τη φτηνιάρικη σεξουαλική παρομοίωση που μόλις διαβάσατε (συγχωρέστε με, είμαι ακόμη στο πρώτο καφέ). Αυτό που πάντα θα με εντυπωσιάζει όμως είναι η ευκολία με την οποία οι προασπιστές των "γραμμάτων" είναι έτοιμοι να υποβιβάσουν τις υπογραφές τους σε σώβρακα και φανέλες (ή να τις προαγάγουν - αναλόγως με την εκτίμηση που έχετε απέναντι τους).

Απεχθάνομαι τον γηπεδικό χουλιγκανισμό με τo ίδιο μένος που απεχθάνομαι τον πολιτικό. Από μικρός θεωρούσα το γηπεδικό οπαδιλίκι υποτιμητικό για τον οποιοδήποτε, και αναλόγως έκρινα και το κομματικό: με έπιανε κατάθλιψη με αυτό που αποκαλούμε "κομματικές νεολαίες". Σκεφτόμουν πως η συμμετοχή σ' αυτές οδηγούσε απ' ευθείας στη συντήρηση. Σήμερα, ως νεολαίος 36 ετών, τα ίδια σκέφτομαι και κουβαλώ, κι ας πικάρω ενίοτε τους γάβρους κολλητούς μου με χοντρά αστειάκια, από αυτά που οι φίλοι συνηθίζουν (στο ιδανικό σινεφιλικό σύμπαν μου, "γάβρους" θα αποκαλούσαν μόνο τους οπαδούς του Κώστα Γαβρά). Για μένα, καλλιτέχνης και πολιτικός ειναι σχέση διαστροφική - εκτός κι αν φέρεσαι ως καλλιτέχνης και στην πολιτική. Εδώ πλέον συμβαίνει το αντίστροφο!

Γιατί μονάχα στη θλιβερή Ελλάδα θα μπορούσαν αυτά τα δυο (η κομματική υποταγή και η γηπεδική αλητεία) να φωλιάσουν στο συγγραφικό κόσμο, επωαζόμενα μεν στην αρένα του facebook (που οι Έλληνες συγγραφείς, αποδεδειγμένα πλέον, αδυνατούν να χειριστούν) αλλά και ουσιαστικά αποδεικτικά στοιχεία μιας πρωτοφανούς ελλείψεως γνήσιας ευαισθησίας (καλλιτεχνικής ή προσωπικής, ελάχιστη σημασία έχει πλέον) που σε οδηγεί στην τελική θλιβερή διαπίστωση: Δεν έχουμε μόνο τους πολιτικούς που μας αξίζουν, αλλά και τους συγγραφείς - πολιτικούς που μας αξίζουν - κατηγορία που σου προκαλεί κατάθλιψη έτσι που τους βλέπεις να χυδαιολογούν - μα και να βιαιοπραγούν! - με αυτοσυγκράτηση και ευαισθησία γνήσιου νεοέλληνα κάφρου.

(Φυσικά, αυτοί που εξακολουθούν να σέβονται και το έργο τους, αλλά και τη ζωή τους, είτε "εκτιθέμενοι" στο fb, είτε όχι, αποτελούν τις εξαιρέσεις. Τους γνωρίζω, τους γνωρίζετε. Και πριν τ΄ακούσω, να προσθέσω πως, βεβαίως, έχουμε και τους κριτικούς που μας αξίζουν, αλλά αυτό αφορά κάποιο άλλο μελλοντικό κείμενο).

Αυτά, λέει, σας άρεσαν:

Ετικέτες