Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δυάρι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δυάρι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 21 Οκτωβρίου 2013

Extremely Loud & Incredibly Close (2011) ( * * )


Το μεγαλύτερο ζόρι είναι η χώνεψη του κοσμικού χάους: όταν συνειδητοποιούμε πως η παραμύθα της κοσμικής δικαιοσύνης είναι ακριβώς αυτό, και πως τα πάντα συγκλίνουν, επιθετικά, στο μηδέν. Υπάρχουν μικρές και μεγάλες τραγωδίες σ΄ αυτή τη ζωή που δεν μπορούμε να αντιμετωπίσουμε. Το βιβλίο του (35 ετών σήμερα) Τζόναθαν Σάφραν Φόερ περιγράφει (με αφήγηση σε πρώτο πρόσωπο) την ιστορία του εννιάχρονου Όσκαρ, ενός μικρού σπασίκλα που συνεχώς εφευρίσκει θεωρίες, πετάει ατάκες που αν και προέρχονται από το στόμα ενός παιδιού θυμίζουν παλιά γνωμικά για δυτική κατανάλωση και πηγαινοφέρνει ένα ντέφι – όλα αυτά σε μια προσπάθεια να ξεπεράσει τη θλίψη του για τον άδικο χαμό του πατέρα του που βρισκόταν στους Δίδυμους Πύργους εκείνη τη μοιραία μέρα, αφήνοντας αλλεπάλληλα μηνύματα στο τηλεφωνητή τους, μηνύματα που ο μικρός «παίζει» μαζοχιστικά στο repeat. Μέχρι που μια μέρα ξεκινά να λύσει το μυστήριο ενός άγνωστου κλειδιού.

Λογοτεχνικά μιλώντας, δε θα πρεπε να στραβομουτσουνιάζουμε στην ιδέα ενός τέτοιου ανήλικου χαρακτήρα. Ο Όσκαρ θα μπορούσε να είναι ένας Τομ Σόγιερ του σήμερα, ή ακόμα περισσότερο, ένας Χόκμπερι Φιν. Μόνο που ο Φόερ θέλησε να κάνει κάτι πολύ πιο φιλόδοξο – και γι αυτό του την έπεσαν αρκετοί έγκριτοι βιβλιάνθρωποι: να στήσει ένα κράμα παραμυθιού και πολιτικής αλληγορίας και μέσω αυτού να αφουγκραστεί τον πόνο των αναγνωστών του για ένα γεγονός πραγματικό που ακόμα «καίει» το δυτικό κόσμο (την τραγωδία της 11ης Σεπτεμβρίου). Υπήρξαν όμως και σοβαροί άνθρωποι του χώρου που τον στήριξαν, οπότε ας πούμε πως το βιβλίο δίχασε. Με την ταινία τι γίνεται; Κατ’ αρχάς ο Ντάλτρι αφαιρεί γρήγορα – γρήγορα όλα εκείνα τα κομμάτια που θα μπορούσαν να ενοχλήσουν (τη σφαγή των ζώων στο ζωολογικό κήπο από τον μουγκό παππού, για παράδειγμα), γιατί ξέρει πολύ καλά τι θέλει να κάνει. Ένα universal crowd pleaser, που θα σε κάνει να κλάψεις, να συγκινηθείς, να στοχαστείς, γενικώς να σου προσφέρει όσα μπορεί να προσφέρει μια «μεγάλη ταινία» για το «ευρύ κοινό». Το πρόβλημα του είναι πως, ο ίδιος, δε μοιάζει να έχει βουτήξει στην ουσία αυτών των ερωτημάτων – έχοντας προφανώς ξεκαθαρίσει από την αρχή πως απάντηση δεν υπάρχει, οπότε why bother?

Το γράφω αυτό γιατί απορρέει από το φιλμ, από το πώς δηλαδή ξεδιπλώνεται η αφήγηση του – μικρός άθλος αυτός, από μόνος του, αν τύχει να διαβάσετε το αυθεντικό κείμενο. Στο οποίο, περιέργως, υπάρχουν και σκηνικά πολύ πιο γλυκανάλατα από αυτά που συναντάς στο φιλμ, αλλά και πάλι καταλήγεις στης αποδοκιμασίας την αυθόρμητη γκριμάτσα επειδή, πώς να το κάνουμε, άλλο η εικόνα, και άλλο το λογοτεχνικό δημιούργημα. Εδώ και η διαφορά, εδώ και η αποτυχία: στο βιβλίο ο φανταστικός κόσμος που στήνεται στη κεφάλα του αναγνώστη μπορεί να συντελείται από ρεαλιστικά και μη ρεαλιστικά μέρη, μιας και ούτως η άλλως αιωρείται στη σφαίρα του φανταστικού, άρα και του υπαρκτού (που λεγε και ο Χέγκελ). Στον κινηματογράφο, θέλοντας και μη (στη περίπτωση δηλαδή που δεν κάνεις animation), θα υποχρεωθείς να φιλμογραφήσεις ντουβάρια. Οικοδομικά τετράγωνα. Σου λέει, Νέα Υόρκη – τέλος. Και εφόσον το περιβάλλον σου δεν μπορεί να υπηρετήσει το παραμυθένιο κομμάτι της υπόθεσης, υποχρεωτικά το φορτώνεις όλο στη πλάτη των χαρακτήρων.

Ε, εκεί χάνεται το παιχνίδι. Όλα δείχνουν ιδανικά και λουστραρισμένα, ακόμα και η οδύνη. «Ό, τι έχει γεννηθεί έχει πεθάνει» λέει κάποια στιγμή ο μικρός, «που σημαίνει πως κι εμείς ζούμε σε ουρανοξύστες που φλέγονται, απλά ο καπνός υψώνεται σε διαφορετικές ταχύτητες» Ατάκα βαθυστόχαστη, κατασκευασμένη από σάρκα ενήλικα, κεντημένη με την ποιητική αλαζονεία ενός συγγραφέα. Που στην φιλμική της μετουσίωση, μας σερβίρεται με την καλλωπιστική αλαζονεία ενός κινηματογραφιστή. Και αν, κατά τη προσωπική μου γνώμη, το φιλμ εντέλει ξεφεύγει από το χείλος του Καιάδα, αυτό το οφείλει στους επιμέρους συντελεστές του, και κυρίως στους ηθοποιούς του: ο πιτσιρικάς Τόμας Χορν ερμηνεύει τον Όσκαρ με χάρη ώριμου επαγγελματία, η Σάντρα Μπούλοκ αποδεικνύει την κλάση της (ποιος το περίμενε;) και ο Μαξ Φον Σίντοφ είναι όλα τα λεφτά, σε μια βουβή ερμηνεία που, γι αυτόν ακριβώς το λόγο, είναι και η πιο καθαρά κινηματογραφική πινελιά εδώ.

Και στο τέλος κλαίς; Τι να σας πω, εγώ τελευταία έχω γίνει εξαιρετικά ευαίσθητος, κι όμως εδώ το δράμα δεν μ’ έπιασε. Γιατί, για να δακρύσω με μια ταινία, πρέπει να νοιώσω τη στιγμιαία βεβαιότητα της συγκίνησης αυτού που τη γυρίζει. Και εδώ, αυτό δεν συμβαίνει. Κρατώ όμως μέσα μου μια εικόνα από τη πρεμιέρα του φιλμ στο Φεστιβάλ Βερολίνου: την εικόνα του γερμανού θεατή δίπλα μου που έχοντας πλαντάξει στο κλάμα, άρχιζε να γιουχάρει δυνατά, αλλά με σπασμένη φωνή, με τη πτώση των credits. Αντιφατικά συναισθήματα, για ένα αντιφατικό κατασκεύασμα.


Δευτέρα 21 Νοεμβρίου 2011

Drei (2010) ( * * )



Οι Πυθαγόρειοι έβλεπαν τον αριθμό τρία ως τον πρώτο αληθινό αριθμό - ένα σύνολο που αντιπροσωπεύει την αρχή, τη μέση και το τέλος (άρα, και το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον). Τρεις οι Χάριτες, τρείς και οι Μοίρες, ενώ σε κάθε μορφή θρησκεύματος, ο αριθμός πρωταγωνιστεί: Οι Ινδοί έχουν την κοσμική τριάδα των Μπράχμα, Βισνού και Σίβα, στην Εβραϊκή Καββάλα υπάρχει η τριάδα αρσενικού-θηλυκού-ενοποιούσας διάνοιας, στην αλχημεία έχουμε τα τρία βασικά στοιχεία (Θείο, Υδράργυρο & Αλάτι), οι χριστιανοί έχουν την Αγία Τριάδα, και βέβαια, σε πλήρη αντιδιαστολή, τα τρία εξάρια του Σατανισμού συμβολίζουν την απόλυτη ατέλεια, την «τελειότητα της ατέλειας».

Δεν πας πουθενά χωρίς το τρία στη παγκόσμια ιστορία. Και τη σημασία του την έπιασαν γρήγορα οι απανταχού καλλιτέχνες, με τελευταίο στην ουρά τον Τομ Τίκβερ. Το δικό του "τρίο" προκύπτει από το ερωτικό τρίγωνο, αυτό που ο έλληνας, μέσα στην αμέριστη σοφία του, βάπτισε "τριολέ". Το ζήτημα φυσικά σε κάθε ερωτικό τρίγωνο είναι πως, εκ των τριών εραστών, μονάχα ο ένας μπορεί να στέκεται στη κορυφή. Μάλιστα αυτό εξηγείται και αριθμολογικώς γιατί, βλέπετε, ο αριθμός τρία είναι και ο πρώτος σύνδεσμος με τα στερεά στη μαθηματική αλυσίδα. Μη γελάτε ρε χαϊβάνια, με κάτι τέτοια οδηγούνται στα τρελάδικα οι μαθηματικοί αυτού του κόσμου.

Ας βάλουμε όμως τα μαθηματικά στην άκρη και ας πιάσουμε το "τριολέ" από την ανθρωποκεντρική πλευρά του. Γιατί αν υπάρχει ένας που θέλει να είναι εξουσιαστής, προφανώς χρειάζονται και άλλοι δυο που αποζητούν να εξουσιαστούν - αλλιώς το τρίγωνο δε λειτουργεί. Και για να διατηρηθεί ένα τρίγωνο, αυτές οι ισορροπίες πρέπει να μείνουν ως έχει - και τίποτα να μη τις διαταράξει, αλλιώς πάει το παιχνίδι, πάει και η "διαστροφή" του, επιστρέφουμε στα ζευγαράκια μας και την όποια ασφάλεια τους και αποστρέφουμε το βλέμα από το Δρόμο. Η ταινία του Τομ Τίκβερ (σκηνοθέτη που έχει αποδείξει, και μετά το "Τρέξε Λόλα Τρέξε" ότι μπορεί να κάνει θαύματα με μια ερωτική ιστορία), είναι στην ουσία ένα... καλαμπουράκι, όπου ένα ζευγάρι, ερωτεύεται τον ίδιο άντρα - ο οποίος πηγαίνει πότε με τη μία και πότε με τον άλλον. Αλλά και το φιλμ, πότε σπάει πλάκα με την μεταφυσική διάσταση του αριθμού 'τρία' (στήνοντας συμπτώσεις τόσο εξόφθαλμα τραβηγμένες που, αν δεν έχεις κατά νου ότι γελάς μαζί με το σκηνοθέτη, άνετα τον παίρνεις και για ηλίθιο), πότε με τις ανθρώπινες σχέσεις (το εναρκτήριο μοντάζ των καβγάδων του ζεύγους στάζει καυστική ειρωνεία), μόνο που, δυστυχώς, το κάνει προφασιζόμενη μια βεβαιότητα περί της σπουδαιότητας των σημάνσεων της.

Εδώ υπάρχει ένα θέμα. Όταν η κοπέλα του ήρωα ξαπλώνει στο κρεββάτι με τον Άνταμ τη στιγμή που ο καλός της βρίσκεται στο χειρουργείο για να του αφαιρεθεί το ένα αρχίδι (δεν κάνω πλάκα, και στη προκειμένη περίπτωση δεν κάνει πλάκα ούτε ο Τίκβερ), οι συμβολισμοί και οι σημειολογικές αναφορές δεν βγάζουν απλώς μάτι, σε σουβλίζουν πέρα ως πέρα. Δεν χρειαζόταν τόσο φόρτωμα αυτή η περίτεχνα σκηνοθετημένη ελαφράδα. Γιατί περί αυτού πρόκειται, μόνο που κάπου στο δρόμο, δυστυχώς, ο Τίκβερ το ξέχασε. Κι εμείς, από κει που περιμέναμε ένα πολυσήμαντο κρεσέντο στη διαπροσωπική του δραμεντί, παίρνουμε απ' το Τρίο το μακρύτερο.

Πέμπτη 2 Ιουνίου 2011

The Hangover 2 (2011) ( * * )


«Δε θα ξαναπιώ ποτέ!». Δεν ξέρω πόσες φορές ξεστομίσατε την παραπάνω ατάκα ενδιαμέσως ακατάληπτων μισόλογων και ντροπιαστικών καμωμάτων, αλλά εγώ προσωπικά έχω χάσει το μέτρημα. Δεν είναι να απορούμε λοιπόν που οι ήρωες του εν λόγω σίκουελ υπέπεσαν στο ίδιο “αμάρτημα”. Αφήστε δε που έχουν να εξαργυρώσουν και τις απαιτήσεις των παραγωγών τους: τα νούμερα λένε πως το πρώτο φιλμ αποτελεί σήμερα την πιο πετυχημένη εμπορικά κωμωδία για “ενήλικους” σε ολάκερη τη φιλμική ιστορία, αγγίζοντας το μισό δισ. δολάρια σε εισπράξεις. Και το πιο εντυπωσιακό είναι πως η Warner Bros είχε δώσει το “πράσινο φως” για το Hangover II πριν καν το πρώτο βγει στις αίθουσες - αυτό το τελευταίο για να καταλαβαίνουμε πώς λειτουργεί μερικές φορές η χολιγουντιανή μηχανή που σπανίως αφήνει κάτι στην τύχη. Άλλο “αμάρτημα” κι αυτό! Γιατί, ξέρετε, μερικές φορές τα πιο όμορφα αποτελέσματα προκύπτουν από... ατύχημα. Αλήθεια, εσείς τι προτιμάτε; Μια πετυχημένη επανάληψη ή μια τολμηρή και φιλόδοξη αποτυχία; Δεν έχει σημασία ποια η απάντηση, ερώτηση-παγίδα σας κάνω και λυπάμαι κιόλας που θα σας απογοητεύσω, αλλά το Hangover II δεν είναι τίποτα από τα δύο. Κι εγώ προσωπικά θα ήμουν μια χαρά ικανοποιημένος και με το πρώτο.

Της μπύρας τα καμώματα τα βλέπει η μέρα και γελά: Βασισμένο στην αμερικάνικη λογική του if-it-ain't-broke-don't-fix-it, το πρώτο σίκουελ (αμφιβάλλει κανείς ότι θα υπάρξει και δεύτερο;) ξεμπερδεύει δυστυχώς πολύ γρήγορα με τα προκαταρκτικά –κάτι αναπόφευκτο, μιας και οι χαρακτήρες μάς είναι ήδη γνωστοί από το πρώτο μέρος– και πάει κατευθείαν στο νερόβραστο κυρίως πιάτο. Οι Εντ Χελμς, Μπράντλεϊ Κούπερ και Ζακ Γαλυφιανάκης (ο οποίος το μόνο που κάνει εδώ είναι να τρώει τούμπες) βρίσκονται στην Μπανγκόκ –δηλαδή ένα φωτογενές εφιαλτικό γκέτο- και αναζητούν το χαμένο αδελφό της μέλλουσας νύφης του πρώτου, τα ίχνη του οποίου αγνοούνται, καθώς η λήθη του αλκοόλ και της ντρόγκας έχει καλύψει τα πάντα. Όπως ακριβώς τα εντυπωσιακά stunts, το προσεγμένο στυλιζάρισμα και κάποιες εμπνευσμένες σκηνοθετικές επιλογές (ο φλασαρισμένος “φωτισμός” του Γαλυφιανάκη είναι από μόνος του μια εξαίσια σουρεαλιστική άσκηση μικρού μήκους) καλύπτουν κάθε προσπάθεια για γνήσιο και ανόθευτο χαβαλέ. Καθώς λοιπόν όλα δείχνουν αλφαδιασμένα και ζυγισμένα, πάει περίπατο αυτή η αναρχική αίσθηση που έκανε το πρώτο φιλμ τόσο απολαυστικό. Η παρεΐστικη θέρμη, άτσαλα ξεπαγωμένη. Τα σεξουαλικά γκαγκς, άψυχα και πολυφορεμένα. Η δε τεμπελιά των σεναριογράφων καθρεφτίζεται ξεδιάντροπα στο χαρακτήρα του Πολ Τζιαμάτι, έναν ηθοποιό ικανό να απογειώσει και την πλέον μέτρια κωμωδία, που όμως εδώ δεν έχει τίποτα για να δουλέψει και, να σας πω την αλήθεια, ούτε ο ίδιος δείχνει να πολυνοιάζεται. Και γιατί να νοιαστεί; Την επιταγή του περιμένει κι αυτός. Όπως και όλοι στο Hangover II.

Μόνες εξαιρέσεις, ο φρικτός και αντιπαθητικός πεθερός (έχει τις πιο αστείες ατάκες στο έργο), το συμπαθέστατο και ταλαντούχο μαϊμουδάκι (δίνει την καλύτερη ερμηνεία) και το αυτοκυνηγητό που έρχεται προς το τέλος, φιλμαρισμένο με νεύρο αλλά και σκηνοθετική δεξιοτεχνία. Σε τεχνικό επίπεδο μάλιστα, το σίκουελ αυτό ξεπερνά κατά πολύ το πρώτο φιλμ. Τι να το κάνεις όμως; All work and no play....

Πέμπτη 17 Φεβρουαρίου 2011

Pusher III (2005) ( * * )


Σκληρή δουλειά να ντιλάρεις πρέζα. Ακόμα σκληρότερη αν τυχαίνει να είσαι και πρεζάκιας. Ακροβατείς διαρκώς σε μια σπαστική ανάπαυλα της σκέψεως, δίχως να περιμένεις κάποιο πρόσταγμα λογικής – απαραίτητο γι αυτή τη δουλειά. Έτσι, καταντάς να κρεμάς ανάποδα Πολωνούς νταβατζήδες και να τους κόβεις το λαιμό, αφήνοντας τους να ξεματώσουν σαν τα γουρούνια. Και άντε μετά να μπουκώνεις το σκουπιδοφάγο σου με τα σπλάχνα τους…. Κωλοδουλειά σας λέω.

Αυτή είναι η μόνη αίσθηση που απεκόμισα από αυτό εδώ το τρίτο μέρος της διαδικτυακώς πολυσυζητημένης ταινίας του Νίκολας Βίντινγκ Ρεφν. Σκηνοθέτης αναμφίβολα ταλαντούχος. Η ταινία του, γυρισμένη «στο χέρι», διαθέτει μια αναντίρητη αμεσότητα, ενώ το φιλμογραφικό του timing σε κόβει φέτες: δεν υπάρχει δευτερόλεπτο για πέταμα στο Pusher 3. Γι αυτό και απογοητεύεσαι τόσο όταν, έχοντας συνέλθει από το σοκ, συνειδητοποιείς ότι δεν υπάρχει και καθόλου ψαχνό.

Εδώ, ένας μεσήλικας σέρβος πρεζέμπορας προσπαθεί να ξεφορτωθεί ένα φορτίο με χάπια Ecstasy, προσπαθώντας παράλληλα να διατηρήσει την κυρίαρχη θέση του στον υπόκοσμο της Κοπεγχάγης. Όταν όμως ο Τούρκος συνεργάτης του τον προδίδει, αναγκάζεται να προσφέρει τις υπηρεσίες του σε μια νεότερη «συμμορία» με βαρύ αντάλλαγμα. Όλος ο φιλμικός χρόνος αποτυπώνει ένα 24ωρο από τη ζωή του – βλέπετε, ο «ήρωας» μας προσπαθεί παράλληλα με όλα αυτά, να ετοιμάσει ένα πάρτι γενεθλίων για την κόρη του.

Όλα βέβαια μπορεί να δείχνουν σκατά, αλλά μέσα στη φούρια του, ο Ρεφν ξεχνά να μας πει το σημαντικότερο: ο εγκληματίας μπορεί να διαπράττει το έγκλημα, αλλά η κοινωνία το προετοιμάζει. Αυτό δεν υπάρχει ούτε ως αφηρημένη έννοια στο εντυπωσιακό, κατάμαυρο αλλά και κούφιο φιλμ του. Και μην ακούω περί συγκρίσεων με τον Σημαδεμένο! Η ταινία του Ντε Πάλμα είναι δομημένη σαν γνήσια τραγωδία! Εδώ δράμα δεν υπάρχει. Μόνο μια ρεαλιστική καταγραφή που όμως, εφόσον δεν έχει τίποτα πραγματικά να πει, μοιάζει με κινηματογραφική άσκηση ύφους και τίποτα παραπάνω. Life sucks, and then you're high.

Τετάρτη 16 Φεβρουαρίου 2011

El Mal Ajeno (2010) ( * * )



Σιχαίνομαι τα νοσοκομεία. Φαντάζομαι όλοι σας τα σιχαινόσαστε. Την ασπρίλα, την αρρώστια, τη μυρωδιά αμμωνίας, τα βογκητά που βγαίνουν από τα δωμάτια, τις αναμνήσεις από δικούς μας ανθρώπους ή φίλους που χάθηκαν, τη διεκπεραιωτική αδιαφορία στα βλέμματα των γιατρών, fuck, θα μπορούσα να γράφω μέχρι αύριο. Κι όμως, οι σειρές που διαδραματίζονται σ’ αυτά, σημειώνουν ρεκόρ θεαματικότητας – και το αναφέρω αυτό επειδή η εναρκτήρια σεκάνς του Για Το Καλό Των Άλλων μοιάζει με outtake από το E.R.. Και αναρωτιέμαι λοιπόν, γιατί καθόμαστε και τις χαζεύουμε; Η απάντηση έρχεται σε κλάσματα δευτερολέπτου: για τους ίδιους λόγους που επιβραδύνω το αυτοκίνητο ώστε να ρίξω μια κλεφτή ματιά σε ένα αυτοκινητιστικό δυστύχημα. Για να σιγουρευτώ ότι εγώ είμαι ακόμα ζωντανός. Το… Κακό Των Άλλων λοιπόν είναι αυτό που επιβεβαιώνει το δικό μου Καλό, ότι δηλαδή η καρδιά μου είναι στη θέση της, τα πόδια μου πατούν γερά στη Γη, βιώνω το εδώ-και-τώρα και έχω μπροστά μου μια ζωή να ζήσω, το υπόλοιπο της ζωής που μου αντιστοιχεί βεβαίως, μόνο που αυτό το τελευταίο το διαγράφω εντελώς από τη μνήμη μου μιας και ο θάνατος του διπλανού μου έχει μηδενίσει μαγικά το κοντέρ.

Αυτό λοιπόν ενοχλεί τον κύριο Όσκαρ Σάντας που υπογράφει την ταινία. Και επειδή τον ενοχλεί για λόγους καθαρά θρησκευτικής φύσεως («Σάντας», δηλαδή «Άγιος», τι επώνυμο κι αυτό!), αποφάσισε να μαστορέψει μια ταινία που σκοπός της είναι να μας κάνει καλούς Χριστιανούς, για λόγους που σπεύδουμε να εξηγήσουμε.

Στο El Mal Ajeno, ο κεντρικός ήρωας είναι ένας νοσοκομειακός γιατρός με ζωή διαλυμένη. Ένα διαζύγιο, μια κόρη αποξενωμένη, μια διαρκής αποχαύνωση. Στην Εντατική όμως λειτουργεί άψογα. Γιατρός δωρικός, που λέμε, από αυτούς που κάνουν τη δουλειά τους δίχως ρανίδα μιζέριας να λερώνει την κάτασπρη τους συνείδηση. Οι νεκροί με τους νεκρούς, οι ζωντανοί με τους ζωντανούς. Ένα παράξενο συμβάν όμως, που καταλήγει με μια αυτοκτονία, θα του αφήσει ένα «θαυματουργό» κουσούρι: μπορεί πλέον να «γιατρέψει» όλους αυτούς που κουράρει, μόνο με ένα απλό άγγιγμα. Προσέξτε όμως: μπορεί να γιατρέψει μόνο αυτούς που δεν αγαπά! Αντιθέτως, και επειδή κάθε χάρισμα κρύβει πίσω του μια κατάρα, όλα τα αγαπημένα του πρόσωπα αρρωσταίνουν βαριά: ο πατέρας του, το μονάκριβο παιδί του, η εν διαστάσει σύζυγος του.

Σε αυτό το πανέξυπνο εύρημα όμως, υπάρχει ένα μεγάλο πρόβλημα. Ο Σάντας απαιτεί από εμάς να αφουγκραστούμε τον ουμανισμό του μύθου του. Να δεχτούμε δηλαδή ότι, ναι, πόσο σπουδαίο είναι που τόσοι άνθρωποι θα μπορέσουν να πετάξουν από πάνω τους το θάνατο και να ζήσουν την ευτυχία που δικαιούνται. Μέχρι και νιόπαντρο ζευγάρι στέλνει ο άτιμος στην εντατική, για να μη πάει χαμένη η Θεία Ευλογία και να τους δοθεί το μεγάλο δώρο της ζωής από τον δύσμοιρο ήρωα μας. Την ίδια ώρα που η κόρη του μαραζώνει από μια φαινομενικά μικρής σημασίας αδιαθεσία που επεκτείνεται με τον χειρότερο τρόπο σε όλο της το κορμί.

Ε λοιπόν κύριε Σάντας, λυπάμαι αλλά, όπως ο φίλος μου ο Τάσος, ούτε κι εγώ είμαι καλός Χριστιανός. Βλέποντας το φιλμ θαύμασα τις καλές ερμηνείες, γέλασα με έναν-δυο καλογραμμένους διαλόγους, εκτίμησα το timing – αν και η προέλευση του μύριζε τηλεόραση σε περισσότερες από μία περιπτώσεις – και ένιωσα το πάθος σας πίσω από το δράμα, ακόμη κι όταν αυτό γινόταν ένα με την ισοπεδωτική μουσική υπόκρουση που κραυγάζει εκνευριστικά αυτά που θα έπρεπε να είχατε αφήσει υπογραμμισμένα. Αλλά βγήκα από την αίθουσα φτύνοντας και βλαστημώντας. Γιατί αν το δικό μου παιδί ήταν σ’ αυτό το κρεβάτι, θα προτιμούσα ειλικρινά να ήσασταν εσείς στη θέση του. Και αυτό σημαίνει πως αποτύχατε. Μπορεί η πίστη να μην σας λείπει, την καταντήσατε όμως μονοσήμαντη και βαρύγδουπη. Ίσως μια ματιά στο έργο του Μπρεσόν ή του Ντράγιερ (που άνετα θα μπορούσαν να με είχαν "ψήσει" αν άγγιζαν το ίδιο θέμα) να "γέμιζε" κάπως τις φιλμογραφικές σας μπαταρίες.

Η βαθμολογία που βλέπετε πάντως, εκφράζει αυστηρά την τεχνική κατασκευή της ταινίας, και όχι τα συναισθήματα που προκάλεσε σε μένα. Κάτι τέτοιο θα ήταν άδικο απέναντι στην ταινία και εσάς τους ίδιους που αυτή τη στιγμή με διαβάζετε. Τελικά, σε ότι αφορά το σινεμά, ίσως και να είμαι συνετός Πιστός, αλλά και ποιος δεν θα ήταν σε ένα σύμπαν τόσο ιδανικά πολυθεϊστικό;

Πέμπτη 20 Ιανουαρίου 2011

45 m2 (2010) ( * * )


45 τετραγωνικά μέτρα είναι το διαμέρισμα που βρίσκει η Έφη Λογγίνου στην Αχαρνών, στα 350 ευρώ, με μεγάλη βεράντα 30 τετραγωνικών και θέα στην Ακρόπολη. Το γράφω όλο γιατί βλέποντας το στην ταινία, το ζήλεψα - το διαμέρισμα που έμενα στο Πασαλιμάνι, ισόγειο, 42 τετραγωνικών, δίχως βεράντα, μου κόστιζε ένα τετρακοσάρι. Ευκαιρίες υπάρχουν παντού, θα μου πείτε. Και ο Στράτος Τζίτζης έχει εδώ τη μεγάλη ευκαιρία να κάνει μια ταινία για το σήμερα, μια ταινία που αγγίζει το ελληνικό εδώ-και-τώρα. Και την χάνει.

Ο λόγος; Μα, το σύμπαν που περιτριγυρίζει την ηρωίδα του, δείχνει να τον ενδιαφέρει μόνο όταν αντανακλάται σ'αυτήν. Γιατί, μιά ματιά να του ρίξεις, έχεις αυτομάτως βγει “έξω” από την ταινία και από τον όποιο ρεαλισμό της: Οι ηθοποιοί γύρω από την Λογγίνου είναι αδούλευτοι, διόλου πειστικοί, και τις περισσότερες φορές εκφέρουν ατάκες εξοργιστικά σχηματικές ή διδακτικές. Μια αντροπαρέα σχολιάζει, για παράδειγμα, έναν ποδοσφαιρικό αγώνα και η ένταση των παρατηρήσεων τους δεν θα ενοχλούσε ούτε σκακιστή. Το πρόβλημα όμως είναι ότι ο Τζίτζης δείχνει να μην εμπιστεύεται ούτε τις εικόνες που αποτυπώνει, ούτε τις σημάνσεις που κουβαλούν – κι έτσι, βάζει την ηρωίδα του να λέει στον προηγούμενο νοικάρη, από τα συγγράμματα του οποίου έπαιρνε κουράγιο, να του πει ΑΚΡΙΒΩΣ αυτό, προσθέτοντας κι ένα “δεν ήμουν πια μόνη” σε περίπτωση που δεν το πιάσει και ο τελευταίος που κοιμάται στο βάθος. Ο δε καυγάς της με την μάνα, λίγο πριν, είναι φορτωμένος με ατάκες που θυμίζουν το “Μικροί-Μεγάλοι” της Κρατικής που έβλεπε η Ελλάδα προ εικοσαετίας για να καταλάβει τους “νέους”, αυτούς τους ξένους. Και η πικρή αλήθεια για το φιλμ είναι ότι, σε βάζει στη διαδικασία να του κάνεις παραχωρήσεις από το πρώτο δεκάλεπτο. Ε, και κάποια στιγμή παραιτείσαι.

Πέραν της αποτυχίας του να αρθρωσει μια ουσιαστική προβληματική, το 45 m2 είναι ένα tour-de-force της Έφης Λογγίνου. Η νεαρή ηθοποιός δεν είναι απλώς πειστική. Είναι μια ολοκληρωμένη ηρωίδα που, στο βλέμμα της, καθρεφτίζεται μονάχα η αλήθεια, η ανησυχία και το πάθος της Χριστίνας, της γυναίκας που ενσαρκώνει. Αυτό, ασφαλώς, μας παραπέμπει στην επίσης εξαίρετη Μαρία Ζορμπά του – πολύ καλύτερου - “Σώσε Με” και υπογραμμίζει το ταλέντο που δείχνει να έχει ο σκηνοθέτης του στην διεύθυνση των πρωταγωνιστριών του. Και αν, λίγη προσοχή είχε δοθεί και στους υπόλοιπους, χαρακτήρες και ηθοποιούς, το φιλμ θα μπορούσε να είχε πει δυο-τρία πράγματα για όλους όσους βιώνουν τα ίδια διλήμματα, τους ίδιους φόβους, τις ίδιες πικρές αλήθειες.

Πέμπτη 21 Οκτωβρίου 2010

The Social Network (2010) ( * * )

Τι είναι το Facebook; Κατ’αρχας είναι ένα δίκτυο που «ενώνει» μισό δισεκατομμύριο χρήστες. Ενας τρόπος να βρεις παλιούς χαμένους φίλους απο καιρό. Αλλά και ένα αξεσουάρ ματαιοδοξίας. Πόσοι είναι οι φίλοι μου; Πόσοι είναι ακόμα φίλοι μου; Αλλά και πόσοι νέοι φίλοι θα βρεθούν; Και, για να βρεθούν, πόσο πρέπει να «φτιάξω» το προφίλ μου; Ποιόν εαυτό μου να παρουσιάσω; Αυτov που ντρέπομαι να παρουσιάσω στον έξω κόσμο; Ή αυτόν που μπορώ να κατασκευάσω; Να πλάσω σύμφωνα με τα καλούπια των άλλων, που και αυτοί οι δυστυχείς, δανεικά τα πήραν, εξαργυρώνοντάς αυθαίρετα τις επιταγές του lifestyle. Προσέξτε, του οποιουδήποτε lifestyle. Το lifestyle του μερακλή σκυλά, του βασανισμένου γκοθά, του μισάνθρωπου μαυρομεταλλά (ανέκδοτο κι αυτό, να διακηρύττειs τη μισανθρωπία σου στο Facebook!), του χαζοχαρούμενου hipster – δεν έχει την παραμικρή σημασία ποιο θα διαλέξεις, από τη στιγμή που τον εαυτό σου τον έχεις καταργήσει για να μονιάσεις με τις ζωές των άλλων. Ένας ωκεανός θλίψης και μοναξιάς, αφόρητα γνώριμος και εξίσου απωθητικός. Με χίλιους δυο τρόπους.

Ο Μαρκ Ζάκερμπεργκ είναι ο δημιουργός του Facebook. Και ο νεώτερος δισεκατομμυριούχος στον κόσμο. Που υπέφερε από αυτή την επιτυχία, γιατί κι αυτός, είχε λερωμένη τη φωλιά του: αυτοί που τον μήνυσαν και τον έσυραν στα δικαστήρια, δεν το έκαναν επειδή απλά μυρίστηκαν φράγκα. Είχαν και το δίκιο τους. Και ο Ντέιβιντ Φίντσερ ασχολείται με την νομική αυτή μάχη, αλλά και, υποτίθεται, με το ποιος είναι αυτός ο πάμπλουτος πιτσιρικάς. Μόνο που ενώ τα γεγονότα είναι αληθή, το δράμα που τα τυλίγει, αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας. Μυθοπλασίας στημένης με τα πιο πολυφορεμένα υλικά: ο nerd (το σπασικλάκι δηλαδή) που ενσαρκώνει ο Jesse Eisenberg είναι το πιο τυπικό δείγμα του είδους, ο τύπος που βλέπουμε στο σινεμά από την εποχή του War Games και του... Revenge of the Nerds. Ένα αντικοινωνικό σκατό δηλαδή, που δε γαμάει και δεν επικοινωνεί, παρά μόνο μέσα από το πλαστικό κουτί.

Ο Fincher βέβαια είναι σκηνοθετάρα και στην αφήγηση λίγοι τον πιάνουν. Η ταινία είναι αξιοθαύμαστα στημένη. Τα cuts του, προερχόμενα κατευθείαν από τη σχολή του free cinema (θυμίζουν ιδιαίτερα αυτά του Λίντσεϊ Άντερσον), αρχιδάτα. Μόνο που για το ζουμί της υπόθεσης, για την ταμπακιέρα που έλεγαν και οι παλιοί, δεν έχει απολύτως τίποτα να πει. Και τη περιτομή να είχε ανακαλύψει ο Ζάκερμπεργκ αντί τοu Facebook, ίδια θα ήταν η ταινία.

Το γιγαντιαίο και άκρως σημαίνων κοινωνικό φαινόμενο της διαδυκτιακώς μασκαρεμένης μοναξιάς μας πάει περίπατο, ίσως με την εξαίρεση μιας-δυο σεκανς που είναι απελπιστικά επιφανειακές. Και έτσι, το The Social Network στέκει ως μια ταινία εξόχως... ακίνδυνη. Ο ορισμός της χαμένης ευκαιρίας δηλαδή. Φτου σου ρε Φίντσερ, και περιμέναμε πως και πως τη νέα σου δουλειά. Όπως θα περιμένουμε και την επόμενη...

Αυτά, λέει, σας άρεσαν:

Ετικέτες