Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ken Loach. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ken Loach. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 20 Δεκεμβρίου 2020

Conversations with remarkable people, v.33: Ken Loach (ξανά)


Οκτώβριος, 2016. Κάπου στο Σόχο του Λονδίνου. Αναζητώ τα γραφεία της Sixteen Films, εταιρείας παραγωγής του Κεν Λόουτς και ανεβοκατεβαίνω τα στενά. Περνώ πολυτελέστατες εγκαταστάσεις πολυεθνικών εταιρειών παραγωγής και διανομής και εντέλει τα ανακαλύπτω: ένα διώροφο κτίριο στοιβαγμένο ανάμεσα σε μια πιτσαρία και ένα καθαριστήριο ρούχων και μια πόρτα από την οποία μόλις χωράς να περάσεις. Με υποδέχεται η Νία, προσωπική γραμματέας του Κεν Λόουτς. Δεν έχω κλείσει κανένα ραντεβού, δεν έχει προηγηθεί καμία συνεννόηση, βγήκα να ψωνίσω κάνα δίσκο, μου σκάει η ιδέα στο δρόμο, έχω βρει τα γραφεία στο google maps και έχω σκάσει από το πουθενά. Αρχίζω τα "είμαι ο τάδε", "δουλεύω εκεί", την ενημερώνω πως έχω ξανασυναντηθεί με τον σκηνοθέτη στο παρελθόν και της εξηγώ τι θέλω. Μου ζητά ευγενικά να την περιμένω. Τα λεπτά περνούν. Το μάτι μου καρφώνεται σε μια καρτ ποστάλ απέναντί μου. Είναι μια συγχαρητήρια κάρτα από τον σκηνοθέτη Μάικ Λι: «Κεν, είμαστε όλοι περήφανοι για τη δεύτερη βράβευσή σου με τον Χρυσό Φοίνικα! Ας δείξουμε στον κόσμο την αξία του λαϊκού σινεμά!» διαβάζω. Η Νία επιστρέφει. «Θα σας πείραζε να συναντήσετε τον Κεν Λόουτς λίγες μέρες αργότερα;». Τρεις μέρες μετά είμαι πάλι στα γραφεία τους. Ο σκηνοθέτης με υποδέχεται με μια θερμή χειραψία. 

Κύριε Λόουτς καλησπέρα, και συγχαρητήρια για τον δεύτερο Χρυσό Φοίνικα. 

Σας ευχαριστώ, χαίρομαι πολύ που σας ξαναβλέπω. Πως είναι τα πράγματα στην Ελλάδα; 

Χαοτικά. Υπάρχει μια απουσία κατεύθυνσης και πολύς θυμός. Όχι άδικα – μένει όμως αδικαίωτος. Σε σχέση με την υπόλοιπη Ευρώπη πάντως, δεν βιώνουμε και την πιο σκληρή καταστολή (σ.σ.: Όπως είπα, Οκτώβριος 2016 – δε δάγκωνα τη γλώσσα μου). 

Ίσως με μια άλλη Κυβέρνηση τα πράγματα να ήταν ακόμη χειρότερα. Οι αστυνομικοί είναι κι αυτοί κρατικοί κοινωνικοί λειτουργοί, αν το καλοσκεφτείς. Αισθάνομαι πως έχουν όλοι την ίδια αποστολή.

Οι κοινωνικοί λειτουργοί στο «Εγώ, ο Ντάνιελ Μπλέικ» είναι συχνά απάνθρωποι, ποτέ όμως αγενείς. 

Η ευγένειά τους αυτή όμως είναι μια τεχνική απόκτησης ελέγχου - που εκμηδενίζει την πιθανότητα της βίαιης αντίδρασης. Την εφαρμόζουν πολύ συχνά και οι ιερείς. Και σκοπός αυτής της τεχνικής είναι η αποδυνάμωση της εντάσεως ούτως ώστε το άτομο να υποκύπτει εντέλει στην τιμωρία που του επιβάλλεται. Γιατί κανείς δεν πρέπει να αντιστέκεται και να καταφεύγει στη διαμαρτυρία. Όλοι πρέπει να αποδέχονται την τιμωρία, τη φτώχεια τους. 

Χρησιμοποιείτε τη λέξη «τιμωρία». Για ποιο πράγμα τιμωρούμαστε; 

Υπάρχει ένα επιμύθιο πίσω απ' όλο αυτό. Γνώμη μου είναι πως ουσιαστικά το κράτος σού λέει πως για τη φτώχεια σου φταις μονάχα εσύ. Εσύ φταις που δεν έχεις δουλειά, που αφήνεις τις ευκαιρίες να χάνονται, εσύ φταις που δεν είσαι ένας ανταγωνιστικός, λειτουργικός επαγγελματίας, με ωραία βιογραφικά, εσύ φταις που δεν παίρνεις πρωτοβουλίες. Δεν είσαι αρκετά έξυπνος στο φινάλε. Είσαι λίγο βλάκας. Κι αν είσαι λίγο βλάκας, ε, δεν σου φταίει το κράτος. Γιατί, αν τελικά τα πράγματα δεν είναι έτσι, αν δηλαδή το κρατικό σύστημα αυτό είναι που νοσεί, τότε όλο και κάποιο κίνημα ενδέχεται να γιγαντωθεί εναντίον του. Δεν το θέλουν αυτό. Η εργατική τάξη πρέπει να αποδεχτεί την ήττα της, τη βλακεία της, για να μην υπάρξει καμία πιθανότητα αντίδρασης. Και φυσικά αυτό δεν αποτελεί μονάχα μια βρετανική πολιτική, δείτε πώς συμπεριφέρεται η Ευρωπαϊκή Ένωση στη χώρα σας. Είναι η απόλυτη μετουσίωση αυτού που κουβεντιάζουμε τώρα. Ο νόμος της αγοράς είναι συνώνυμος με τον λόγο του Θεού. Οι άνθρωποι δεν μετράνε γι' αυτούς, δεν έχουν σημασία, είμαστε απλά αριθμοί, δεν είμαστε καν πολίτες. 

Στην Ελλάδα δεν έχουμε ακόμα αποσαφηνίσει τι ακριβώς συνέβη στο Brexit. Ποιος τελικά πρέπει να χρεωθεί την επικράτησή του, η Αριστερά ή η Ακροδεξιά; Έχουμε μπερδευτεί. 

Αντιλαμβάνομαι τη σύγχυσή σας. Και είναι λογικό γιατί διχάστηκαν και οι αριστεροί και οι δεξιοί ψηφοφόροι. Ήταν λογικό ένα μεγάλο κομμάτι της Δεξιάς να υπερασπιστεί τη θέση της Αγγλίας στην Ευρώπη για οικονομικούς λόγους. Από την άλλη, έχεις και τους «πατριώτες», που κατηγορούν τους μετανάστες για όλα τα δεινά του κόσμου και νοσταλγούν τις εποχές της Βρετανικής Αυτοκρατορίας. Αυτό ήταν και το σημείο διχασμού της Δεξιάς. Στην Αριστερά, τώρα, έχεις από τη μια αυτούς που ψήφισαν υπέρ, καθώς αντιμετωπίζουν την Ευρωπαϊκή Ένωση σαν ένα νεοφιλελεύθερο Project το οποίο δρα υπέρ του κεφαλαίου και της ελεύθερης αγοράς, έναν τόπο όπου οι εργαζόμενοι έχουν ολοένα και λιγότερα δικαιώματα έναντι των εργοδοτών τους, και από την άλλη αυτούς που επιθυμούσαν να μείνουν εντός για να στηρίξουν τα αριστερά κινήματα τα οποία δρουν μέσα στον ευρωπαϊκό χώρο, στη Γερμανία, στην Ισπανία, στην Ελλάδα. Πιστεύαμε λοιπόν πως η παραμονή μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση θα ενδυνάμωνε εντέλει την ευρωπαϊκή Αριστερά. 

Μόλις μου αποκαλύψατε πως ψηφίσατε κατά του Brexit. 

Έχετε δίκιο, μόλις το έκανα. Δεν είναι όμως αυτό που απουσιάζει από την Ευρώπη σήμερα; Δεν χρειαζόμαστε μια κοινή αριστερή πλατφόρμα; 

Σχεδόν όλοι πάντως, ανεξαρτήτως πολιτικής θέσης, το παραδεχόμαστε: η Ευρωπαϊκή Ένωση πρέπει να αλλάξει. 

Μόνο ένας μισάνθρωπος δε θα το παραδεχόταν. Η Ευρώπη είναι ένας οργανισμός που δεν λειτουργεί, δεν εξυπηρετεί κανέναν εκτός από τους τραπεζίτες. Έχω ακούσει ακόμα και νεοφιλελεύθερους να το παραδέχονται! Χρειαζόμαστε λοιπόν μια Ευρώπη που θα δρα με δημοκρατικά κριτήρια προς όφελος των λαών και της εργατικής τάξης. Πώς θα το πετύχουμε αυτό έξω από την Ευρωπαϊκή Ένωση; 

Στην ταινία σας πάντως υπάρχει µια έντονη αίσθηση συντροφικότητας. 

Μα συμβαίνει. Η ταινία είναι γυρισμένη σε πραγματικούς χώρους, τίποτα δεν στήθηκε σε κανένα στούντιο. Η σκηνή στην τράπεζα τροφίμων, για παράδειγμα. Οι άνθρωποι που βλέπετε να δουλεύουν εκεί δεν είναι ηθοποιοί. Πλέον, σε κάθε πόλη υπάρχει και από μία. Ποιος θα το έλεγε αυτό τριάντα χρόνια πριν. Οι άνθρωποι λοιπόν θέλουν να βοηθούν αυτούς που έχουν ανάγκη. Γιατί η πολιτεία δεν τους βοηθά - τους έχει εγκαταλείψει. Άλλωστε, οι βιομηχανίες πεθαίνουν γιατί πλέον η αγορά είναι ελεύθερη και οι υπεύθυνοι έχουν το δικαίωμα να μεταφέρουν τις επιχειρήσεις τους όπου υπάρχουν φτηνά εργατικά χέρια. Έτσι η απεργία γιγαντώνεται, οι μισθοί συρρικνώνονται, οι εργάτες δουλεύουν τετράωρα, δυο με τρεις μέρες την εβδομάδα, και φυσικά όλα αυτά γίνονται με τις ευλογίες του κράτους. Από τη μια, λοιπόν, έχεις αυτή τη συνειδητή σκληρότητα του κράτους και από την άλλη έχεις τον γείτονά σου που βλέπει πόσο υποφέρεις, καταλαβαίνει τον πόνο σου και θέλει να σε βοηθήσει. 

Τα τελευταία χρόνια συναντάμε έναν υποτυπώδη κοινωνικό προβληματισμό σε κάθε αμερικανική ταινία - ιδίως στα blockbusters με κόμικ ήρωες, όπου όμως τελικά οι προβληματισμοί αυτοί δείχνουν να εργαλειοποιούνται χάριν του θεάματος. Εξουδετερώνονται δηλαδή πλήρως. 

Ναι, δεν έχει ενδιαφέρον αυτό; Βλέπεις ταινίες που θα μπορούσες να τις χαρακτηρίσεις ακόμα και αριστερότροπες, στην ουσία όμως είναι κι αυτές απολύτως καθεστωτικές. Γιατί πάντα στο τέλος βρίσκεται ένας ήρωας να κάνει τη διαφορά - αυτός ο ήρωας όμως εκπροσωπεί ολόκληρη την Αμερική. Ουσιαστικά μας λένε «εμείς είμαστε οι υπερασπιστές της ελευθερίας των λαών». Ξέρουμε όμως πως αυτό είναι ένα ψέμα. Είναι ανώφελο να περιμένει κανείς μια ουσιαστικά πολιτικοποιημένη ταινία από το Χόλυγουντ που επενδύει δισεκατομμύρια στα προϊόντα του και, προφανώς, περιμένει το ανάλογο κέρδος. 

Πώς όμως θα στρέψουμε το ενδιαφέρον του κοινού στις ταινίες που πραγματικά το αφορούν; 

Δεν ξέρω. Δεν έχω απάντηση σ' αυτό. Φυσικά και υπάρχει μια άλλου είδους παράδοση στο ευρωπαϊκό σινεμά, που έχει κατά καιρούς υπάρξει βαθιά παρεμβατικό, αλλά πλέον δύσκολα γυρίζονται αυτές οι ταινίες ακόμα και στο «δικό» μας τερέν. Οι Ιταλοί, ας πούμε, είχαν μια δυναμική παρουσία τη δεκαετία του '70. Πού είναι σήμερα αυτό το σινεμά; Και δεν είναι πως δεν υπάρχουν ταλέντα σήμερα. Και σκηνοθέτες υπάρχουν, και σεναριογράφοι έτοιμοι να μιλήσουν για όλα αυτά που μας απασχολούν. Κανείς δεν τους το ζητά όμως. 

Την προηγούμενη φορά που συναντηθήκαμε µου είπατε κάποια στιγμή απογοητευμένος: «Μιλάμε τόση ώρα για σινεμά ενώ ο κόστος καίγεται». 

Αλήθεια, το είπα αυτό; (Γέλια). Μερικές φορές απογοητεύω κι εγώ τον εαυτό μου, αλλά προσπαθώ να μην το εκφράζω συνέχεια. 

Κερδίσατε όμως τον δεύτερό σας Χρυσό Φοίνικα. Αυτό δεν αποτελεί μια νίκη του πολιτικού σινεμά; 

Δεν ξέρω, δεν είμαι σίγουρος. Αν μπορούσα απλά να ταράξω λίγο τα νερά του συστήματος, θα ήμουν ικανοποιημένος. Αυτό προσπαθείς να κάνεις με κάθε φιλμ. Σίγουρα δεν ελπίζεις να αλλάξεις τον κόσμο, τη συμμετοχή σου επιδιώκεις μόνο.

Δευτέρα 21 Μαρτίου 2011

Conversations with remarkable people, v.10: Ken Loach




2007: ο καλύτερος φίλος του Φέργκους, μέλος των Βρετανικών Ειδικών Δυνάμεων, πεθαίνει στη Βαγδάτη. Στην διαδρομή μεταξύ Πράσινης Γραμμής και αεροδρομίου. Μια διαδρομή που ονομάζεται “Ιρλανδέζικος Δρόμος”. Και που θεωρείται η πιο επικίνδυνη στον κόσμο. Ο ήρωας της τελευταίας ταινίας του Λόουτς βάζει στην άκρη την επίσημη εκδοχή του «ατυχήματος». Και πίσω από αυτόν, ανακαλύπτει μια σκοτεινή συνομωσία, την οποία ο Λόουτς βασίζει σε πραγματικά γεγονότα. Κάποια από αυτά, τα είχες φανταστεί. Κάποια σε ξεπερνούν. Βγαίνεις από την αίθουσα τρέμοντας. Ο πιο πολιτικοποιημένος σκηνοθέτης της εποχής μας, και ένας από τους σημαντικότερους κινηματογραφιστές εν ζωή, ο Κεν Λόουτς, μου μίλησε στο Λονδίνο για το νέο του φιλμ που διαγωνίστηκε στο τελευταίο Φεστιβάλ Καννών, όπου και είχε βραβευτεί το 2006 με τον Χρυσό Φοίνικα για το «Ο άνεμος χορεύει το κριθάρι».




Σπάνια συναντά κανείς σε μια ταινία σας εκρήξεις και επικίνδυνες σκηνές.

Ναι, αλλά εδώ η ιστορία το απαιτούσε. Να σας πω την αλήθεια, ήμουν κι εγώ λίγο διστακτικός. Όχι σε ότι αφορά το σενάριο του Πολ, αυτό ήταν υπέροχο. Αλλά σε ότι αφορά τη δική μου δουλειά. Τα ειδικά εφέ απαιτούν χρήματα. Και συνήθως, όσο περισσότερα χρήματα έχεις, τόσο δυσκολεύεσαι να κάνεις την ταινία που εσύ θέλεις.

Κάποιος θα έλεγε ότι όσο ο προϋπολογισμός μεγαλώνει, τόσο λύνονται τα χέρια σας. Αυτό θα ήταν το λογικό τουλάχιστον.

Ευτυχώς, βρήκαμε λεφτά από αρκετές χώρες, τη Γερμανία, το Βέλγιο, την Ισπανία… Ένα μικρό μερίδιο από κάθε μία. Κάπως έτσι στήθηκε ο προϋπολογισμός μας. Για μένα η αντιστοιχία που «παίζει» είναι πολύ κοντά στη μαγειρική. Θέλω να πω, τα McDonalds για παράδειγμα είναι μια γιγαντιαία επιχείρηση, τα κέρδη τους μεταφράζονται σε εκατομμύρια δολάρια ημερησίως ενώ τα έσοδα μιας μικρής τρατορίας πιθανότατα να είναι… πενιχρά. Πείτε μου όμως, πόσο «ελεύθερος» να δημιουργήσει είναι ο ένας μάγειρας, και πόσο ο άλλος. Φυσικά μετά τη χρηματοδότηση, ξεκινά ο Γολγοθάς των αιθουσών. Και τα ανεξάρτητα φιλμ, σαν το δικό μου, δύσκολα βρίσκουν το κοινό τους εκεί.

Το κοινό όμως δεν γεμίζει πια τις αίθουσες. Σε περιόδους κρίσης, σαν κι αυτή, οι παραγωγοί είναι λογικό να απαιτούν ταινίες πιο «προσβάσιμες», πιο εύπεπτες.

Ευτυχώς όμως υπάρχει ακόμη μια κινηματογραφική κουλτούρα στην Ευρώπη. Αν και βρίσκεται υπό διωγμό κι αυτή. Περίπου 85% των ταινιών που προβάλλονται τώρα στις αίθουσες, προέρχονται από την Αμερική. Αυτό είναι μια γκροτέσκα συνθήκη που όμως έχει επικρατήσει. Φαντάσου να συναντήσεις κάτι ανάλογο σε ένα βιβλιοπωλείο! Θα πεις, αυτό είναι παράλογο, τι σόι βιβλιοθήκη είναι αυτή! Στο σινεμά όμως το έχουμε δεχτεί, η αμερικάνικη βιομηχανία έχει στήσει μια αποικιοκρατία στο ασυνείδητο μας. Κάποιες από αυτές τις ταινίες ενδεχομένως να είναι πολύ καλές – δεν είναι αυτό το πρόβλημα μου. Το θέμα είναι η επιβολή τους. Υπάρχουν εκεί έξω ταινίες που πραγματικά αξίζουν να ειδωθούν, αλλά δεν διαθέτουν αυτή την γιγαντιαία υποστήριξη. Και ταινίες που έχουν να πουν κάτι σημαντικό. Μιλάμε βέβαια για ταινίες, κι εσείς αναφερθήκατε στην οικονομική κρίση…

Θα προτιμούσατε να μιλήσουμε γι αυτήν;

(Χαμογελάει) Μερικές φορές σκέφτομαι ότι δίνω όλες αυτές τις συνεντεύξεις στον παγκόσμιο τύπο για την προώθηση του φιλμ, ενώ θα μπορούσα να μιλώ για κάτι πραγματικά σημαντικό. Το σύστημα υγείας μας, για παράδειγμα, τείνει να ιδιωτικοποιηθεί πλήρως. Οι μισθοί των ανθρώπων που εργάζονται στην υγεία, σε πανεπιστήμια, σε σχολεία, οι μισθοί των δασονόμων, των αστυνομικών, κατακρεουργούνται. Άνθρωποι που βλέπω να αποκαλούνται περιφρονητικά «δημόσιοι υπάλληλοι» ή, ακόμη χειρότερα, «γραφειοκράτες». Ξέρετε, κάποτε μας ένωνε μια συλλογική ευθύνη – για την υγεία, για τη στέγαση, για οτιδήποτε «κοινό». Τώρα αυτή υπαγορεύεται από τα εκάστοτε οικονομικά συμφέροντα.

Οι ταινίες σας πάντως είναι προσβάσιμες σε όλους. Πρόσφατα, «ανεβάσατε» το μεγαλύτερο κομμάτι της φιλμογραφίας σας στο youtube.

Να, βλέπετε που οι μικρές παραγωγές είναι πιο ευέλικτες; Αν οι ταινίες μου στοίχιζαν δεκάδες εκατομμύρια, δεν θα μπορούσα να το κάνω αυτό! Από τη στιγμή όμως που έχουν φέρει με το παραπάνω κέρδος στους παραγωγούς μου, που δεν είχαν και πολλά λεφτά να «κλάψουν» σε αντίθετη περίπτωση ούτως η άλλως, δεν βρίσκω το λόγο να μένουν κλεισμένες σε κουτιά, αθέατες από τον κόσμο.

Μου έκανε εντύπωση η βιαιότητα του φιλμ, βιαιότητα διόλου «φωτογενής» όπως αυτή που συναντάς στα χολιγουντιανά τρόμου.

Όχι «γραφική» εννοείτε. Είναι κινηματογραφημένη ψυχρά, ξερά, όπως θα έπρεπε να είναι οι βίαιες σκηνές. Αυτό σημαίνει «βία» άλλωστε. Σε καμία περίπτωση δεν θα άφηνα μια τέτοια σκηνή να δείχνει στυλιζαρισμένη ή «ενδυναμωμένη» από οποιουδήποτε είδους εφέ.

Γι αυτό και οι σκηνές Εικονικού Πνιγμού είναι αληθινές; (Σ.σ.: «Εικονικός πνιγμός»: μορφή βασανιστηρίου που πραγματοποιείται ακινητοποιώντας το θύμα ανάσκελα με το κεφάλι προς τα κάτω - ο βασανιστής ρίχνει νερό με μπουκάλι στην πετσέτα που καλύπτει τη μύτη και στο στόμα του θύματος).

Προσπαθήσαμε να στήσουμε μια αναπαράσταση βασισμένοι σε διάφορες τεχνικές. Καμιά δεν «έβγαινε» πειστική, και στο τέλος ο ηθοποιός μας, ο Τρέβορ Γουίλιαμς αποφάσισε να υποβληθεί πραγματικά στο μαρτύριο. Είχε εφιάλτες για μέρες μετά. Κι όμως, για τους κυρίους Μπους και Ράμσφελντ, αυτό αποτελεί μια «εναλλακτική μέθοδο ανάκρισης». Εδώ, αυτές οι σκηνές, όσο ενοχλητικές κι αν είναι, εξυπηρετούν την ιστορία.

Η οποία μιλά για τι;

Μιλά πρώτα απ’ όλα για τη φρίκη ενός πολέμου που διεξάγεται πολύ μακριά από εμάς. Κι εμείς δεν αντιλαμβανόμαστε την αγριότητα του.

Αυτός είναι ο λόγος που το φιλμ διεξάγεται στη Βρετανία;

Ναι, ήταν μια εξαιρετική ιδέα του σεναριογράφου μου, του Πολ Λάβερτι. Το να φέρουμε δηλαδή τον Πόλεμο του Ιράκ στο Ηνωμένο Βασίλειο. Και να στρέψουμε το κοινό μας εκεί, σε έναν πόλεμο όπου κανείς δεν γνωρίζει τα εγκλήματα που διαπράττονται, κανείς δεν λογοδοτεί για τίποτα. Οι μισθοφόροι των Ειδικών Δυνάμεων έχουν πλήρη ασυλία. Η «Συνθήκη της Γενεύης» δεν ίσχυσε ποτέ. Τα βρετανικά στρατεύματα έχουν αποσυρθεί, κατά μεγάλο ποσοστό, και ο κόσμος εδώ νομίζει πως όλα έχουν τελειώσει. 

Στη συνέντευξη τύπου παρατηρούσα τους δημοσιογράφους συμπατριώτες σας να δυσανασχετούν μόλις η κουβέντα πήγε στις πολιτικές πτυχές της ιστορίας σας, λες και δεν κάνετε πολιτικό σινεμά.

Λες και είμαι ένας γραφικός τύπος με ντουντούκα, ε; (μου χαμογελάει με νόημα)

Λες και δεν τους αφορούσε, βασικά.

Ας μην τους αφορά, δεν με αφορούν και οι ίδιοι άλλωστε. Η αλήθεια όμως είναι, και δεν θα κουραστώ να το λέω αυτό, ότι οι κύριοι Μπους και Μπλερ, όπως και όσοι τους στήριξαν ενεργά σ’ αυτή την ιστορία, είναι εγκληματίες πολέμου. Και πρέπει να λογοδοτήσουν γι αυτό. Όπως πρέπει να αποζημιωθούν και οι Ιρακινοί για τη καταστροφή που σπείραμε στον τόπο τους. Δεν είναι κάτι που μπορείς να βάλεις στην άκρη και να συνεχίσεις τη ζωή σου. Οι στρατιώτες που πολέμησαν εκεί δεν μπορούν, οι ιρακινοί σίγουρα δεν μπορούν, οι μόνοι που μπορούν είναι αυτοί που έχουν επωφεληθεί. Τι θέλουν δηλαδή, να μη μιλάει κανείς;

Τετάρτη 16 Μαρτίου 2011

Route Irish (2010) ( * * * * ½ )


Το μεγαλείο της σκηνοθετικής γραφής του Κεν Λόουτς έγκειται στην άμεση συμμετοχή του θεατή στη δράση. Είτε καταπιάνεται με την ιστορία καθαριστών πολυεθνικής, είτε με τον αγώνα μιας μητέρας να κρατήσει τη κηδεμονία του παιδιού της κόντρα σε ένα εχθρικό κράτος, είτε – όπως τώρα – με την ιστορία του Φέργκους, μισθοφόρου των Ειδικών Δυνάμεων της Αγγλίας που αναζητά τα πραγματικά αίτια πίσω από τη δολοφονία του καλύτερου του φίλου.

Και γινόμαστε συμμέτοχοι όχι μόνο επειδή οι χαρακτήρες του μας κερδίζουν αλλά επειδή, μέσα από την ιστορία τους, ενωνόμαστε στους αγώνες τους. Το μερίδιο της συλλογικής ευθύνης που μας αντιστοιχεί απέναντι σε ένα σύστημα απάνθρωπο γίνεται αμέσως αντιληπτό, δίχως φασαριόζικες ρητορείες και προφανείς διδακτισμούς (μεγάλο πρόβλημα με πολλές ταινίες ανάλογης πολιτικής κατεύθυνσης). Βλέπετε, ποτέ δεν αμφισβητείς τα κίνητρα του Κεν Λόουτς. Ποτέ δε νιώθεις ότι πάει να σου «τη φέρει». Αυτό δεν είναι απλώς επίτευγμα: είναι σκέτη κινηματογραφική μαγεία.

«Ιρλανδέζικος δρόμος» είναι το «παρατσούκλι» της πιο επικίνδυνης διαδρομής του κόσμου. Βρίσκεται στη Βαγδάτη: ο δρόμος που ενώνει το αεροδρόμιο με την Πράσινη Γραμμή (δηλαδή τη νεκρή ζώνη του Πολέμου). Ο αριθμός των ανθρώπων που έχουν αφήσει τις ζωές τους εκεί, παραμένει ανυπολόγιστος. Για σκεφτείτε λίγο αυτή την τελευταία λέξη. Τι πάει να πει «ανυπολόγιστος»; Πως είναι δυνατόν κάποιοι άνθρωποι να πέθαναν δίχως να μάθουμε έστω το όνομα τους, σαν να μην υπήρξαν ποτέ; Ο Λόουτς δεν μπορεί να καταλάβει το γιατί. Και θυμώνει. Μας αποκαλύπτει, μέσω μιας περίτεχνης αφήγησης που συνδυάζει έντονο σασπένς με καθαρό δράμα, πως πολλοί στρατιώτες των Ειδικών Δυνάμεων έγιναν υπάλληλοι εταιρίας security στην Βαγδάτη. Εταιρίας που σαφώς και έχει οφέλη από τον πόλεμο στο Ιράκ και σαφώς επηρέασε την Βρετανική Κυβέρνηση στην κήρυξη του. Εταιρίας Πολυεθνικής που αναμοχλεύει συρράξεις στο Ιράκ όπως το έκανε στο παρελθόν με τη Γιουγκοσλαβία – και φυσικά οι υπάλληλοι της περιφέρονται στον κόσμο με carte blanche. Οι χώρες δεν έχουν σημασία άλλωστε.

Γι αυτό και ο Λόουτς φέρνει τον Πόλεμο του Ιράκ στην Αγγλία, στο εργατικό Λίβερπουλ, όπου ο οργισμένος Φέργκους ξεκινά τη δική του έρευνα. Η αφήγηση στεγνή. Facts are facts. Δεν μπορείς να τα αμφισβητήσεις, μόνο να στρέψεις το βλέμμα σου αλλού και να αφήσεις την αίθουσα, αν θες πάση θυσία να μείνεις αμέτοχος. Γιατί ο πιο σκληρός πόλεμος είναι αυτός που μαίνεται μέσα μας – και αν κάποιοι από εσάς τον φοβόσαστε, προσπαθήστε να φανταστείτε τι τραβάει ο Φέργκος. Γιατί, δηλαδή, είναι συνέχεια θυμωμένος, γιατί δεν μπορεί να έρθει ποτέ στα συγκαλά του, γιατί, στο δρόμο του για την αλήθεια θα σκοτώσει και αθώους: Είναι η ρεαλιστική εκδοχή του Τζον Ράμπο, του πολεμιστή δηλαδή που, πάντα, θα επιστρέφει σε ένα πεδίο μάχης, δίχως όμως να υπακούει σε κάποιον ανώτερο ηθικό κώδικα. Παρά μόνο στο δικό του.

Που νοσεί εξίσου βαριά με το σύστημα που μας περιβάλλει.

Αυτά, λέει, σας άρεσαν:

Ετικέτες