Οι φίλοι της ψυχιατρικής υποστηρίζουν πως η ανάγκη του να βουτήξουμε το ασυνείδητο είναι καθολική - αν μη τι άλλο, σε μια τέτοια περίπτωση, οι ταινίες του Ντέιβιντ Λιντς θα γνώριζαν τρομακτική εισπρακτική επιτυχία και δεν θα περνούσαν στο περιθώριο, όπως συμβαίνει συνήθως, με ελάχιστες εξαιρέσεις. Βέβαια, λίγα χρόνια μετά την πρώτη προβολή τους θεωρούνται «κλασσικές», πολλές φορές κι απο τους ίδιους που τις κατακρεούργησαν. Το οποίο μας οδηγεί στην εξής θλιβερή διαπίστωση: η αντίληψη περι τέχνης στις μέρες μας, κατάντησε θολωμένη λίμνη. Λασπόνερα. Στα οποία άλλοι ξεδιψούν κι άλλοι φτύνουν – φανταστείτε δηλαδή να βάλουμε στο παιχνίδι και την αφηρημένη τέχνη, που, η καημένη, έχει «χρίσει» καλλιτέχνες πολλούς ολοκληρωτικά ατάλαντους, και έχει αναδείξει άλλους τόσους αγράμματους θεωρητικούς.
Ο λόγος που η αφηρημένη τέχνη είναι τόσο ισχυρή είναι ότι περιορίζει τις συνειδητές αποσπάσεις της προσοχής μας στο ελάχιστο. Όταν χαζεύουμε για παράδειγμα την Μόνα Λίζα, η διανοητική ενέργειά μας πηγαίνει συνήθως στην επεξεργασία των εικόνων: το πρόσωπο, τα μάτια της, το χαμόγελο της, ο πίνακας και, φυσικά, το υπόβαθρο. Κάτι που συμβαίνει όταν ερχόμαστε αντιμέτωποι με ένα έργο του Τζάκσον Πόλοκ: Ουσιαστικά, όλη η ενέργεια του εγκεφάλου μας αφιερώνεται στο αίσθημα. Και για να λειτουργήσει αυτό, πρέπει να συνεργαστούμε με τον καλλιτέχνη – το αυτονόητο! Δηλαδή του επιτρέψουμε να σας πάει οπουδήποτε θέλει, με σκοπό να «καθαρίσουμε» απο τις συνειδητές μας σκέψεις και προκαταλήψεις, προκειμένου να επεξεργαστούμε αυτό που μας συμβαίνει. Και, πολλές φορές, αυτή η συνεργασία αποτυγχάνει, άλλοτε επειδή ο καλλιτέχνης δεν είναι ταλαντούχος, κι άλλοτε επειδή αυτός που εξετάζει το έργο εκλαμβάνει το αφηρημένο ως συγκεκριμένο, επειδή πιστεύει ότι είναι πιο έξυπνος απο τον δημιουργό. Που μπορεί, βεβαίως, να είναι, μονάχα που ξεκινώντας απο αυτή την αφετηρία είναι αδύνατον να τον εκτιμήσει.
Ο Ντέιβιντ Λιντς – που σίγουρα δεν είναι ατάλαντος - έχει πολύ συχνά δηλώσει πως γυρίζει ταινίες ως ζωγράφος και όχι ως σκηνοθέτης (η ζωγραφική είναι η κύρια ασχολία του). Και το Inland Empire, το τελευταίο πόνημα του, είναι ένα απο αυτά τα σπάνια έργα που, αν και αφηρημένο, είναι απολύτως συναρπαστικό. Είναι η ταινία που θα έβλεπε στο κεφάλι του ο Ροντ Σέρλινγκ on acid, ένα παράξενο, επιθετικό μείγμα ανθρώπινης αδυναμίας και εγκεφαλικής αποδόμησης, βασισμένο στην κινηματογραφική γραμματική που υπέδειξε το Φανταστικό την χρυσή εποχή του Γερμανικού εξπρεσιονισμού. Δηλαδή την δεκαετία του 20! Που δανείζεται όμως επιλεκτικά κώδικες απο το film noir, αλλά και από το avant-garde λεξικό που συνέταξαν σκηνοθέτες της συνομοταξίας του Σταν Μπράκατζ, και τους ανακατεύει όχι άτακτα αλλά άναρχα (στον ρόλο του «ντίλερ», μια ψηφιακή κάμερα, με τον χειριστή της -τον Λιντς- να δείχνει ενθουσιασμένος με τις δυνατότητες του μέσου). Και κάπου εκεί, φυτεύει ωρολογιακή βόμβα στο υποσυνείδητο, προσφέροντας πότε κάθαρση και πότε καταδίκη, σχεδόν ανα δεκάλεπτο, επιστρέφοντας διαρκώς στην ερεβώδη εκείνη υπαρξιακή κολυμπήθρα όπου βαπτίστηκαν οι μεγαλύτερες ανά τον κόσμο τραγωδίες. Και τραγωδία είναι πως η Ζωή δεν είναι Σινεμά, πως το Σινεμά δεν είναι Ζωή, και πως Σινεμά και Ζωή ταυτίζονται απολύτως - αποφεύγοντας και στις τρεις περιπτώσεις, τις συγκυρίες εκείνες που θα μας έκαναν ευτυχείς.
Το θέμα είναι αν είσαι πρόθυμος να συνεργαστείς.
