Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 2016. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 2016. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 16 Μαρτίου 2017

Glory (2016)


Η έννοια της ανθρώπινης αξιοπρέπειας θα έπρεπε να είναι αδιαμφισβήτητη για όλους. Αν θέλετε, για τον καθένα μας ξεχωριστά. Η θρησκεία άλλωστε, διδάσκει πως όλοι οι άνθρωποι έχουν δημιουργηθεί κατ 'εικόνα και ομοίωση του Θεού. Ως εκ τούτου, ο βαθμός αξιοπρέπειας που μας αντιστοιχεί, θα έπρεπε να παραμένει σταθερός, ανεξάρτητα από την κοινωνική τάξη εκ της οποίας προερχόμαστε. Κι όμως, σήμερα, αυτές οι γραμμές φαίνονται – το λιγότερο – χιουμοριστικές, και σε μένα που τις γράφω, και σ’ εσάς που τις διαβάζετε. Η ελληνοβουλγάρικη σύμπραξη των Κριστίνα Γκρόζεβα και Πετάρ Βαλκάνοβ μιλά γι αυτή τη σιωπηλή τραγωδία, ξεκινώντας από ένα εξαίσιο σεναριακό εύρημα.

Ο Τσάνκο Πέτροφ, ένας άμεμπτος, όσο και αφελής δημόσιος υπάλληλος, βρίσκει εκατομμύρια λέβα στις ράγες του σιδηροδρόμου κατά τη καθημερινή του επιθεώρηση. Αντί όμως να κρατήσει τα χρήματα για πάρτη του, αποφασίζει να τα παραδώσει στην αστυνομία και το κράτος αποφασίζει να τον «τιμήσει» με μια εκδήλωση, που τον μετατρέπει σε «άνθρωπο της ημέρας». Εδώ έχουμε και το δεύτερο πρόσωπο του δράματος, την Τζούλια Στάνκοβα, υπεύθυνη Δημοσίων Σχέσεων του Υπουργείου Μεταφορών, που αποφασίζει να αντικαταστήσει το παλιό ρολόι του Τσάνκο με ένα «μοντέρνο», ένα συμβολικό δώρο του Κράτους για να επαινέσει το ήθος του. Χάνει όμως το πρώτο – και εδώ έχουμε ένα σημαντικό πρόβλημα: Το ρολόι του Τσάνκο έφερε, στο πίσω μέρος, μια αφιέρωση από τον πατέρα του. Είναι ένα οικογενειακό κειμήλιο με αξία που ξεπερνά κατά πολύ την χρηματική του.

Με άλλα λόγια, αποτελεί το όριο της αξιοπρέπειας του.

Η συνείδησή μας είναι ο πιο μυστικός, ο πιο ιδιωτικός μας χώρος. Και σε αυτή την πολύ προσεκτικά στημένη δραματουργική σκακιέρα, κυριαρχεί μια διαρκής αντιστροφή των σχέσεων ανάμεσα στα πιόνια: Ο Τσάνκο παραμένει υποτελής μέχρι την διεκδίκηση του ρολογιού του, η Στάνκοβα διατηρεί τον έλεγχο της κατάστασης αγνοώντας τις συνέπειες των πράξεων της (που θα αναποδογυρίζουν την μεταξύ τους σχέση), αλλά και οι δυο αποτελούν τελικά τραγικές υπάρξεις, έτσι όπως πηγαινοέρχονται σε ένα ταμπλό όπου βλέπουμε μονάχα τα πιόνια – και ποτέ τον παίχτη. Για να τονιστεί όμως αυτό το τελευταίο, οι Γκρόζεβα & Βαλκάνοβ τεντώνουν τα μυθοπλαστικά τους όρια, αδικώντας εντέλει τους ίδιους τους χαρακτήρες τους. Μικρό το κακό θα έλεγε κανείς, είναι όμως αυτό που κρατά το "Glory" μια στάλα μακριά από το μεγαλείο.

Gleißendes Glück (2016)


«Οι άνθρωποι ερωτεύονται όσο είναι ερωτευμένοι, και ξυπνούν τη στιγμή που παντρεύονται» έγραψε ο Λόπε δε Βέγα, και η Έλενα, ηρωίδα αυτού του εξαιρετικού φιλμ που υπογράφει ο Σβεν Τάντικεν είναι παραδομένη σε μια εφιαλτική πραγματικότητα όντας εγκλωβισμένη σε έναν αποτυχημένο γάμο. Χτίζει μικρές άμυνες, πότε μέσα από την καθημερινότητα μιας ρουτίνας που τηρεί σχεδόν με στρατιωτική πειθαρχεία, κι άλλοτε μέσω της Πίστης στον Θεό. Μια Πίστη που ο σύζυγος της αποστρέφεται (οι αντιδράσεις του παγώνουν το αίμα), κι εκείνη δείχνει να εγκαταλείπει όσο τα χρόνια περνούν.

Κάπου εκεί, συναντά έναν διάσημο ψυχολόγο, τον Έντουαρντ Γκλουκ. «Έχω ένα πρόβλημα», του λέει, με το που τον συναντά. Εκείνος μοιάζει εντελώς απόρθητος και πλήρης – τούτη και η δική του μικρή άμυνα. Κι όμως, τα βιβλία του υπόσχονται μια ευτυχία που μπορούμε να δημιουργήσουμε μόνοι, δίχως τη βοήθεια ενός «συντρόφου», ή ενός αμέτοχου Θεού. Που όμως ριζώνει αυτή η βαθύτερη πνευματική διάσταση; Στην ελευθερία του έρωτα, ή στον αυτοπεριορισμό; 

Η κάμερα του Τάντικεν μένει συχνά προσηλωμένη στα πρόσωπα των δυο πρωταγωνιστών, της Μαρτίνα Γκέντεκ και του Ούλριχ Τουκούρ (κομψά εσωστρεφής η πρώτη, υπογείως σαρκαστικός ο δεύτερος) αναζητώντας ένα νεύμα, μια υποχώρηση, μια στιγμιαία, έστω, αποδέσμευση από τα πάντα. Και παρά την φαινομενικά τιθασευμένη γραφή, το περιεχόμενο άνετα θα μπορούσε να αποτελέσει πηγή έμπνευσης για τον Λαρς Φον Τρίερ. Με μια βασική διαφορά: Στον Τρίερ, ο ακραίος ερωτισμός λειτουργεί και ως απολογία του πάθους. Ο Τάντικεν δε δείχνει να έχει τέτοιου είδους προβλήματα.

Αυτό προέρχεται κυρίως από το πρωτότυπο υλικό: Η ταινία αποτελεί μεταφορά του βιβλίου «Original Bliss» της Σκωτσέζας A.Λ. Κένεντι, και πολλοί εκ των διαλόγων έχουν «περάσει» εξ ολοκλήρου στη μεγάλη οθόνη. Το μεγάλο επίτευγμα του φιλμ έγκειται στο ό,τι οι κουβέντες αυτές διατηρούν τη λογοτεχνική τους ποιότητα και, παράλληλα, αποκτούν και μια γνήσια κινηματογραφική διάσταση, όπως συμβαίνει, για παράδειγμα, στις κορυφαίες στιγμές του Ρομέρ ή και του Μάικ Λι. Όπως κι εκεί, έτσι κι εδώ, δεν έχουμε κάποιες βαθυστόχαστες απαντήσεις για τα τραύματα που μας ενώνουν, πέραν αυτού που ακούγεται χαμηλοφώνως: Το άγγιγμα είναι προτιμότερο από τη θεωρία.

Τετάρτη 1 Ιουνίου 2016

El olivo (2016)


«Εδώ υπάρχει δέντρο τούτο, που εγώ δεν ακούω να υπάρχει στη γη της Ασίας, αφύτευτο που ξεφυτρώνει μόνο του, φόβητρο για τα εχθρικά δόρατα. Και φυτρώνει πιο πολύ σ’ αυτή τη χώρα, το φύλλωμα της γλαυκής παιδοτρόφας ελιάς. Που ούτε νέος, ούτε γέροντας θα αφανίσει χαλώντας με τα χέρια του, διότι το προστατεύει το μάτι του Μορίου Διός, που τα πάντα βλέπει, και η γλαυκόματη Αθηνά», διακηρύττει ο Χορός στο «Οιδίπους επί Κολωνώ». Ένα τέτοιο δέντρο φύτρωσε και στη Βαλένσια, γύρω από το οποίο αναπτύχθηκαν τα κλαδιά της οικογένειας της Άλμα (που στα Ισπανικά μεταφράζεται «Ψυχή»), για χιλιάδες χρόνια, μέχρι που μια στιγμή, γονείς και θείοι, πιεσμένοι από την οικονομική κρίση, αναγκάστηκαν να την ξεριζώσουν και να την πουλήσουν. Και ο παππούς, που η Άλμα αγαπά όσο κανέναν, μαράζωσε, ξεριζωμένος κι ο ίδιος από τους δεσμούς που τον ένωναν μ’ αυτή τη γη. Τα χρόνια περνούν, κι εκείνος σταματά να μιλά.

Όταν αρνείται πια και να φάει, η Άλμα πιστεύει ότι ο μόνος τρόπος να τον βοηθήσει, είναι να βρει και να φέρει πίσω την χαμένη ελιά. Έτσι, χωρίς κάποιο οργανωμένο σχέδιο, πείθει συγγενείς και φίλους να την ακολουθήσουν στην αναζήτηση της, που την οδηγεί στη… ρεσεψιόν μιας πολυεθνικής εταιρίας κάπου στο Ντίσελντορφ της Γερμανίας. Με άλλα λόγια, αναλαμβάνει δράση – και η δράση, ιδίως όταν αυτή ριζώνει σε έναν ιδεαλισμό, οδηγεί ευθέως στη σύγκρουση με τις αντίθετες ατομικότητες, κάτι που ουσιαστικά την αποκλείει από το κοινωνικό σύστημα που, καλώς ή κακώς, δεν καθορίστηκε με βάση κάποια ιδεαλιστικά μοντέλα. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, ο εχθρός εδώ είναι η Ιδιοκτησία, ως φαινόμενο κοινωνικό. Γιατί η Άλμα (και έχει σημασία αυτό), δεν αναζητά την ελιά επειδή της ανήκει. Θέλει απλά να την επιστρέψει στον τόπο της.

Η ίδια βέβαια νομίζει πως στρατεύεται για λόγους συναισθηματικούς, ο Πολ Λάβερτι όμως, επιστήθιος συνεργάτης του Κεν Λόουτς που εδώ υπογράφει το σενάριο για λογαριασμό της ικανότατης Ισιάρ Μπολαίν που σκηνοθετεί αυτό το τρυφερό, υπέροχο φιλμ, ξέρει πολύ καλά πως η Άλμα δεν έχει μονάχα σχέσεις διαπροσωπικές, αλλά και με την Ιστορία. Αυτό το περίφημο ραντεβού βέβαια θα αργήσει λίγο ακόμα. Μέχρι δηλαδή οι ρίζες της νεαράς, πλέον ελιάς, σκάψουν ξανά το έδαφος, αναζητώντας δεσμούς και υψώνοντας ταυτόχρονα τα κλαδιά της ούτως ώστε να παραμεριστεί η Αρχή εκείνη που αδίκως εμπιστεύτηκε την προστασία της Φύσης στους οικολόγους, παραμελώντας εντελώς τους «αντιδραστικούς» χωριάτες που ζουν στο έλεος της. Βλέπετε, η Φύση ανήκει μονάχα σ’ αυτούς. Άντε και στους ποιητές. Και το κλαδί ελιάς που επιβιώνει στο φινάλε, είναι για την Άλμα (όπως και για τον Νώε – αναπόφευκτες οι ποιητικές επαγωγές) η αποφασιστική διαβεβαίωση πως η ανθρώπινη ζωή μπορεί επιτέλους να ξαναρχίσει.

Παρασκευή 22 Απριλίου 2016

Midnight Special (2016)


Υπάρχουν ταινίες επιστημονικής φαντασίας που μας ταξιδεύουν έτη φωτός μακριά από τη στρατόσφαιρα, σ’ ένα μέλλον θεαματικών τεχνολογικών επιτευγμάτων και διαστημικών ταξιδιών. Υπάρχουν όμως κι εκείνες που αρνούνται το Διάστημα και μένουν Εδώ. Επιμένουν δηλαδή, με «άρμα» το επιστημονικό τους στοιχείο, να μας ταξιδεύουν σ’ εκείνη τη μυθική εποχή που δεν πρόλαβε να γνωρίσει ούτε επιστήμη, ούτε διαλεκτική, με τις έννοιες της ηθικής και της λογικής να παραμένουν ακόμα μέρη μιας αδιαίρετης Ολότητας. Συνήθως, διακατέχονται από ένα αόριστο θρησκευτικό συναίσθημα: Εκεί, το άγνωστο πλάσμα που μας επισκέπτεται από το διάστημα είναι ουσιαστικά ανομάτιστο και ιδεατό.

Με άλλα λόγια, ο εξωγήινος, είτε είναι ο «Ε.Τ.» του Σπίλμπεργκ, είτε ο Σούπερμαν, είτε ο «Αδελφός από έναν άλλο πλανήτη» (για να θυμηθούμε και τον Τζον Σέιλς) δεν είναι παρά ένας μεταφορέας στον οποίο κομίζουμε το ιδεατό μας σώμα.

Στον υπέροχο «Εκλεκτό της νύχτας» του Τζεφ Νίκολς (ας το ξαναγράψουμε: από τα σημαντικότερα ονόματα της σύγχρονης αμερικανικής κινηματογραφίας) ένας πατέρας προσπαθεί να προστατέψει τον γιο του από μια ομάδα θρησκόληπτων, αλλά και από τους αστυνομικούς που τον καταδιώκουν για την απαγωγή του μικρού παιδιού, που μοιάζει να υποφέρει από εξώκοσμα «χαρίσματα». Η δε έντονη λάμψη που πηγάζει από τα μάτια του, προκαλεί αμηχανία και πόνο – σωματικό στο ίδιο, και συναισθηματικό στον πατέρα του (κομβικό σημείο εδώ, η σύγκρουση πατρότητας και πίστεως). 

Είναι όμως η καταδίωξη τους, αγωνιώδης και συνεχής, που αποτελεί τον κύριο όγκο ενός δράματος on-the-road, γεγονός που τοποθετεί το «Midnight Special» (ο αυθεντικός τίτλος παραπέμπει στα μεταμεσονύχτια προγράμματα προβολών «δεύτερων» ταινιών) στην εντελώς ξεχωριστή κατηγορία των διαστρικών road movies όπου συναντάμε και τις μεγαλύτερες επιρροές του: Από τη μια οι θρυλικές «Στενές επαφές Τρίτου Τύπου» του Σπίλμπεργκ, και από την άλλη, ο ξεχασμένος, αλλά βαθιά ουμανιστής «Starman» του Τζον Κάρπεντερ. Στη μέση ο Νίκολς, που γραπώνει αυτά τα δυο νήματα, οδηγώντας τα σε ένα φινάλε που θεμελιώνεται στον κοινό τους τόπο, αυτόν της κοσμικής ελπίδας. Ή, έστω, της αληθοφανούς αυταπάτης μας. 

Που αναζητούμε πότε στ’ αστέρια, και πότε στο Μεγάλο Σινεμά.

Τρίτη 29 Μαρτίου 2016

Suntan (2016)


Μόνος φτάνει σε μια σχεδόν ερημωμένη Αντίπαρο ο Κωστής, φαινομενικά έτοιμος να αναλάβει την τοπική κλινική του νησιού. Το πόστερ στο ιατρείο του όμως αναπαριστά ένα παζλ ημιτελές, και το δικό του βλέμμα μοιάζει θολό και συγχυσμένο. Οι μήνες περνούν, και το καλοκαίρι επιτίθεται προκαλώντας δυναμικές αναταράξεις:Το «Suntan» του Αργύρη Παπαδημητρόπουλου ξεκινά ως χαμηλόφωνη δραμεντί και εξελίσσεται σε ψυχολογικό θρίλερ, το παράδοξο όμως είναι πως ο έκρυθμος ήρωας της είναι τελικά αυτός που κρατά συγκεντρωμένο το δραματουργικό focus στα επουσιώδη: η ταινία μπορεί να ανεβάζει δεξιοτεχνικά ρυθμούς, όμως τον κοιτάζει πάντα με αγάπη, κλείνοντας με ένα πλάνο που κάνει ακόμη κι εμάς να μετανιώσουμε για τις επιλογές μας. 

Εδώ και το μεγάλο στοίχημα του φιλμ: Πόσο μπορεί να "ξεστρατήσει" ένας συμπαθής ήρωας χωρίς να μας πετάξει έξω απ' αυτό; Ο Παπαδημητρόπουλος δείχνει πρόθυμος να τραβήξει αυτό το δραματουργικό σκοινί μέχρι τα όρια του. Το οτι στο τέλος κερδίζει, αποδεικνύει το σκηνοθετικό του ταλέντο - αλλά και την εμπιστοσύνη του απέναντι στην ιστορία που ανέλαβε να αφηγηθεί (κάτι που δεν έδειχνε να ισχύει στο "Wasted Youth" για παράδειγμα).

Στις ερμηνείες, ο Μάκης Παπαδημητρίου, ο πάσσαλος γύρω από τον οποίο περιστρέφονται ηθοποιοί και λοιποί συντελεστές, είναι κυριολεκτικά αψεγάδιαστος. Χαρισματικοί επίσης οι σκηνοθέτες Γιάννης Οικονομίδης, Σύλλας Τζουμέρκας (συν-σεναριογράφος του φιλμ) και Νίκος Τριανταφυλλίδης στους μικρούς τους ρόλους, εξαιρετικός και ο Παύλος Οικονόμου στο ρόλο του Δημάρχου. Μια μικρή ένσταση όμως για τους πιτσιρικάδες (που φέρνουν την ανατροπή καθώς ο ήρωας ερωτεύεται την Άννα, ένα 19χρονο κορίτσι που ενσαρκώνει με εφηβική ανεμελιά η Έλλη Τρίγκου) – όχι τόσο ερμηνευτική, όσο σεναριακή: Η μόνη τους θετική ποιότητα μοιάζει να είναι η νεότητα τους.

Αυτά, λέει, σας άρεσαν:

Ετικέτες