Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θεσσαλονίκη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θεσσαλονίκη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 11 Νοεμβρίου 2013

54ο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης - The End


Ήταν κοινό μυστικό πως ο Χρυσός Αλέξανδρος θα πήγαινε “καρφωτός” στο Μεξικό, για έναν απλούστατο λόγο: το “Κελί από χρυσάφι” ήταν, μακράν, η κορυφαία στιγμή του Διεθνούς Διαγωνιστικού. Η ιστορία των τριών εφήβων από την Γουατεμάλα που επιχειρούν να περάσουν τα σύνορα για την Αμερική, συγκλόνισε το κοινό του Φεστιβάλ και εξυμνήθηκε με μιας από την κριτική – κάτι που σπάνια συνέβαινε με τα φιλμ του συγκεκριμένου τμήματος. Η ίδια ταινία κέρδισε και το βραβείο Σκηνοθεσίας. Εύκολη νίκη από τη μια, αλλά και δικαιολογημένη.

Ο Αργυρός Αλέξανδρος πήγε στο τρυφερό “Suzanne” της Κατέλ Κιγιβερέ, από τη Γαλλία όπου παρακολουθούμε 25 χρόνια «βίου και πολιτείας» της Σουζάν, από την παιδική ηλικία μέχρι την ωρίμανση της (που “σκάει” αναμενόμενα με το ομώνυμο κομμάτι του Λέοναρντ Κόεν). Δίκαιη και η βράβευση της Σάρα Φορεστιέ με το βραβείο γυναικείας ερμηνείας.

Και μιας και μιλάμε για ερμηνείες, ο Χρήστος Στέργιογλου κέρδισε το βραβείο της ανδρικής (εξ ημισείας με τον Χαϊμέ Βαδέλ για το “Ποτό του Διαβόλου” από τη Χιλή), για την σπουδαία του εμφάνιση στην ταινία της Ελίνας Ψύκου “Η αιώνια επιστροφή του Αντώνη Παρασκευά”, υποδυόμενος έναν τηλεοπτικό παρουσιαστή που σκηνοθετεί την απαγωγή του για να αντιστρέφει την φθορά της περσόνας του.

Ήταν μια ευπρεπέστατη ελληνική παρουσία σε ένα πρόγραμμα που... δεν είχε αρκετές να επιδείξει. Το πρόβλημα; Ο μικρός αριθμός τους. Και η άρνηση του Φεστιβάλ να προβάλει τις ταινίες εκείνες που είχαν ήδη κάνει την πρεμιέρα τους. Λες και δεν αξίζουν προβολή στο μεγαλύτερο Φεστιβάλ της χώρας. Γιατί, για παράδειγμα, να πετυχαίνει κανείς το “September” (που άνοιξε στο Κάρλοβι Βάρι) μόνο στο… video room; Τι ακραίος παραλογισμός!

Αλλά δεν είναι αυτό το μόνο παράλογο, γιατί πώς να χαρακτηρίσει κανείς την «κόντρα» του με την Πανελλήνια Ένωση Κριτικών Κινηματογράφου; Ο γραφων δεν είναι ούτε μέλος της, ούτε ακριβώς και υποστηρικτής της, αλλά δεν είναι σοβαρά πράγματα αυτά. Δε γίνεται να παίρνεις πίσω τη διαπίστευση που έδωσες σε δημοσιογράφο επειδή στο ίδιο έντυπο εργάζονται και συντάκτες (μέλη της ΠΕΚΚ) που δεν είναι της προτίμησης σου. Ακούγεται σαν την αρχή μιας κατρακύλας δίχως τέλος.

Πέραν τούτου, το ειδικό βραβείο Κριτικής Επιτροπής για πρωτοτυπία και καινοτομία πήγε στο “Bad Hair” της Μαριάνα Ρονδόν από τη Βενεζουέλα, αυτό του σεναρίου στον Τάε – γκον Κιμ για τους “Αισιόδοξους” από τη Νότια Κορέα, ενώ η Κριτική Επιτροπή της Διεθνούς Ομοσπονδίας των Κριτικών Kινηματογράφου (FIPRESCI) χάρισε ένα βραβείο (για το Διαγωνιστικό Τμήμα) στο “Bad Hair” κι άλλο ένα (για Ελληνική Ταινία) στην Αιώνια Επιστροφή του Αντώνη Παρασκευά.

Εισιτήρια κόπηκαν πολλά και φέτος, και δεν ήταν λίγοι αυτοί που περίμεναν στη σειρά μπας και προκύψουν θέσεις από ακυρώσεις στις ήδη γεμάτες αίθουσες. Κι εμείς το κάναμε, και ακούσαμε πολλά θετικά για κάποιες επιλογές των παράλληλων προγραμμάτων, αλλά και γκρίνια, και παράπονο για τις ακριβές τιμές των καρτών. Τουλάχιστον, πάρτι έγιναν πολλά. Η πόλη «ζωντάνεψε» - το κέντρο της, αν μη τι άλλο. Κι ας μην είχε κάτι ουσιαστικό να προσφέρει το διεθνές διαγωνιστικό. Κι ας ήταν ελάχιστες οι όποιες εκπλήξεις. Κι ας υποφέραμε τους γνωστούς «χαιρετισμούς» επισήμων και παραγόντων αλλά και τους αποκλεισμούς των μη «αρεστών» δημοσιογράφων.

Φεύγοντας από την πόλη, σκέφτεσαι την επόμενη σου επίσκεψη (για το Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ, φυσικά), αλλά και την 55η διοργάνωση, του χρόνου τέτοια μέρα. Όσο υπάρχει περιθώριο βελτίωσης, άλλο τόσο μπορείς να ελπίζεις.

Κυριακή 3 Νοεμβρίου 2013

Στη Θεσσαλονίκη, οι αίθουσες γεμίζουν. Και λοιπόν;


Το ό,τι οι αίθουσες γεμίζουν, είναι γεγονός. Στα εκδοτήρια η φράση “δεν έχει θέσεις” έχει καταντήσει κλισέ. Και αυτό μπορεί να αφορά ταινίες που έχουν ήδη φήμη (η ταινία του Τζάρμους, ή το – βραβευμένο – Miss Violence, για παράδειγμα, για το οποίο θα μιλήσω την Πέμπτη) ή για ταινίες που απέκτησαν φήμη σχεδόν ταυτόχρονα με την εξαγγελία του προγράμματος. Βλέπετε, πάντα υπάρχουν κάποια “φαβορί” για σινεφιλικό κυνήγι, όπως το εξαιρετικό ιαπωνικό δράμα “Πατέρας και γιός” του Χιροκασου Κορε Εντα, από τις ταινίες που θα βρουν το δρόμο τους στις ελληνικές αίθουσες.

Τι γίνεται όμως με αυτές που δεν έχουν επιλεχθεί από κάποιον έλληνα διανομέα; Τι γίνεται δηλαδή με τις ανακαλύψεις; Στοιχείο απαραίτητο για κάθε κινηματογραφικό Φεστιβάλ και μια λέξη που δε θα χρησιμοποιούσε κανείς για να περιγράψει το “Θαύμα” από την Τσεχία και το “Μελάσα” από την Κούβα δυο αδύναμα δράματα διαφορετικής “κατεύθυνσης”, αλλά εξίσου μέτρια.

Μια από τις πιο δυνατές στιγμές της διοργάνωσης πάντως, είναι “ντόπια”: Ένας τηλεπαρουσιαστής, πάνω στη “καριέρα” του οποίου καθρεπτίζεται χιουμοριστικά η σαρωτική μετάλλαξη που υπέστη το dna του νεοέλληνα είναι ο κεντρικός – ή καλύτερα, ο μόνος – ήρωας που ενσαρκώνει έξοχα ο Χρήστος Στέργογλλου στην ταινια της Ελίνας Ψύκου “Η αιώνια επιστροφή του Αντώνη Παρασκευά” (προβάλλεται σήμερα).  Ένα παράξενα γοητευτικό φιλμ, παρά τις – ούτως ή άλλως ελάχιστες – άστοχες στιγμές του: Κάτω από αυτό το - πότε ελαφρύ, και πότε ανατρεπτικό – χιούμορ του κρύβεται μια θλίψη που ολοένα και θεριεύει.

Όλοι πάντως δηλώνουμε ακόμα γοητευμένοι με το σχεδόν ψυχεδελικό “Μόνο οι εραστές μένουν ζωντανοί”  του Τζιμ Τζάρμους, μια υπέροχη ερωτική ιστορία με ήρωες δυο ερωτευμένους – και περιθωριακούς φυσικά – βρυκόλακες. Ταινία που από τη μιά κουβαλά μια απογοήτευση για την ανθρωπότητα, και από την άλλη μια ελπίδα και έναν θαυμασμό για τα σπουδαία επιτεύγματα της: επιτεύγματα που πάντα ξεκινούν ή καταλήγουν στην αφάνεια. Σκεφτείτε πως ακόμη και η πιο “εύγευστη” ομάδα αίματος είναι η... μηδέν, με ρέζους αρνητικό.

Ήταν μια πραγματικά εύστοχη επιλογή για Πρεμιέρα. Ο Τζάρμους ήταν βέβαια παρών στην τελετή έναρξης του Φεστιβάλ. Παρών ήταν επίσης ο Υφυπουργός Πολιτισμού και Αθλητισμού Γιάννης Ανδριανού, ο Γιάννης Μπουτάρης και ο σύμβουλος του πρωθυπουργού Δημοσθένης Δαββέτας. Υπήρξαν αντιδράσεις από το κοινό, ίσως γι αυτά που ακούστηκαν, ίσως όμως και όχι, γιατί το πρόβλημα είναι πιο βαθύ: Γιατί θα έπρεπε το βήμα του Φεστιβάλ να χρησιμοποιείται, ούτως η άλλως, ως πολιτική πλατφόρμα; 

Στη δεύτερη – κατάμεστη – προβολή του φιλμ την επόμενη μέρα (μέχρι στιγμής, όλα στις αίθουσες, τεχνικώς μιλώντας, πηγαίνουν “ρολόι”), ο Τζάρμους μίλησε για την περιπέτεια της ταινίας του που πέρασε πολλά κύματα μέχρι να γυριστεί,  καθώς και την μερική του απογοήτευση που, για πρώτη φορά, “υποχρεώθηκε” να γυρίσει μια ταινία ψηφιακά και όχι σε “παραδοσιακό” φιλμ. Έκλεισε δε, ζητώντας... συγγνώμη απο τους θεατές, που δεν τους υποδέχτηκε από την αρχή. Τι φοβερός τύπος!

Παρασκευή 1 Νοεμβρίου 2013

Άφιξη.

Μόλις πρώτη μέρα για το 54ο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, και ήδη νοιώθεις πως κάτι έχει αλλάξει στην πόλη. Και πάλι όμως, μπορεί να φταίει η πεζοδρόμηση μιας κεντρικής οδού για όλη αυτή την απελπιστική κίνηση στους δρόμους – ο οδηγός που μας παραλαμβάνει από το αεροδρόμιο μας χαλά γρήγορα – γρήγορα την παραίσθηση. Σε άλλο κόσμο ζουν οι κινηματογραφόφιλοι, γνωστό. Γι αυτό όμως, κάθε Νοέμβριο, “τραβιούνται” ως εδώ.

Όλα είναι έτοιμα λοιπόν για τη κινηματογραφική γιορτή, που ξεκινά επισήμως στις 20.30 με την προβολή της τελευταίας ταινίας του Τζιμ Τζάρμους “Μόνο οι εραστές μένουν ζωντανοί”. Ο Τζάρμους, λέει, εδώ. Ε, κι εμείς θα τον περιμένουμε - με την ελπίδα αποφυγής των φετινών μακρόσυρτων και χιλιοεπαναλαμβανόμενων λόγων “επισήμων”, “παραγόντων” και εκπροσώπων Υπουργείων.

Και δεν είναι τόσο οι εκφωνήσεις τους που ενοχλούν. Είναι που, με το που ξεκινά η ταινία, φεύγουν τρέχοντας, σα ποντίκια σε πλοίο που βυθίζεται. 



Σάββατο 12 Νοεμβρίου 2011

Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης: να βρισκόμαστε, να τα λέμε.


Όταν έχω λεφτά, κάνω γιορτή. Κλείνω ένα μαγαζί που λέει ο λόγος, και λέω, παιδιά, ότι πιείτε τζάμπα, και ο τελευταίος να τσιμπήσει τα κλειδιά. Όταν δεν έχω λεφτά, μαζεύω μια χούφτα φίλους στο σπίτι και τα πίνουμε παρεϊστικά και λίγο - πολύ, συνετά (μόλις σκάσει η πρώτη ζαλάδα, ένας - ένας την κάνει).

Τα τελευταία χρόνια λοιπόν, μέχρι δηλαδή και την 50η του επέτειο, το Φεστιβάλ φαίνεται πως είχε λεφτά για ξόδεμα. Οι επίτιμοι καλεσμένοι, άπειροι και ξακουστοί: Φράνσις Φορντ Κόπολα, Τζον Μάλκοβιτς, Κατρίν Ντενέβ, Τακέσι Κιτάνο, Όλιβερ Στόουν, κι άλλοι τόσοι, έκαναν τη περατζάδα τους στη Λεωφόρο Νίκης και στην Αριστοτέλους, κι εμείς κλέψαμε ότι μπορούσαμε από τις ευγενείς τους παρουσίες και την όποια λάμψη τους. Κάθε μέρα ήταν μια γιορτή.

Και τις νύχτες; Κόλαση. Θες επειδή ακόμη υπήρχαν οικόπεδα για αντιπαροχή; Θες επειδή κανά δυο ευρωπαϊκές επιταγές δεν είχαν ακόμη εξαργυρωθεί; Θες επειδή "έπεφταν" ολόκληροι (και στην ώρα τους) οι μισθοί; Όπως και να'χει, όταν τα party σταματούσαν οι περισσότεροι πότες μαζευόντουσαν στο Berlin και έφευγαν τα ξημερώματα, κάποιοι δε εξ αυτών, πήγαιναν σ'αυτή την κατάσταση κατευθείαν στις δημοσιογραφικές προβολές (ούτε οι πιο αυστηροί καθολικοί δεν επέδειξαν τέτοιο ζήλο στη μαζοχιστική αυτοτιμωρία). Το σήκωνε η Σαλονίκη το ξενύχτι βλέπετε.

Όχι πια. Η κρίση έκοψε τα πόδια πολλών. Και η 52η διοργάνωση δεν αποτελεί πια γιορτή. Και όταν δεν έχεις λεφτά για γιορτή... κάνεις Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Σαν τα... παλαιότερα, εκείνα της δεκαετίας του 90. Με τον διευθυντή του να βρίζει το Χόλιγουντ αλλά να ανοίγει το Φεστιβάλ με ταινία της Fox (τους υπέροχους Απόγονους του Αλεξάντερ Πέιν) και να προβάλει ευρωπαϊκές ταινίες που κλείνουν το μάτι στο Αμέρικα αναζητώντας grande καριέρα ("Superclassico"), τους ελληνες κινηματογραφιστές να πλακώνονται (το κινητό μου γέμισε συγχαρητήρια μηνύματα σκηνοθετών για τη βίαιη αντίδραση του Κωνσταντίνου Γιάνναρη απέναντι στον Αλέξανδρο Κακκαβά), το εντελώς απαίδευτο προσωπικό των press-room να προσπαθεί φιλότιμα να αντιμετωπίσει καταστάσεις για τις οποίες ξεκάθαρα δεν είχε προετοιμαστεί και τα όποια πάρτι να διαλύουν νωρίς - νωρίς.

Αν δεν αλλάξει κάτι πάντως, ο μικρο-επαρχιώτικος χαρακτήρας του θα επιστρέψει και θα "κλειδώσει" για τα καλά. Την εποχή του internet που τα πάντα είναι στο χέρι του όποιου επίδοξου σινεφίλ, χρειάζεται και η νοστιμιά της προσωπικότητας για να κάνει τη διαφορά. Σκληρό, αλλά αληθινό.

Τετάρτη 8 Δεκεμβρίου 2010

Ειμαι Σαλονίκη ακόμα.

Παντού εκπτώσεις και περικοπές. Σε κάθε δημόσιο οργανισμό. Έτσι και στο Φεστιβάλ. Κομμένοι οι επισκέπτες, κομμένες οι φιλοξενίες, κομμένοι ίσως και οι διορθωτές (τα ορθογραφικά λάθη στο Πρώτο Πλάνο, την επίσημη εφημερίδα της διοργάνωσης, προκαλούν εμφράγματα) αλλά καλές ταινίες υπάρχουν (πως να μην υπάρχουν όταν πρόκειται κυρίως για την αφρόκρεμα των επιλογών όλων των μεγάλων διεθνών φεστιβάλ που έχουν προηγηθεί;) - ωραίο ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ και το Διαγωνιστικό, με ουσιαστικές προτάσεις, και όχι με ότι μαλακία περίσσεψε στα βαλκανικά ράφια της δήθεν διπλωματίας και δήθεν κινηματογραφίας - και οι αίθουσες ψιλογεμίζουν.

Οι αίθουσες, όχι οι δρόμοι - που γέμισαν την πρώτη μέρα μόνο, από τους απλήρωτους της προηγούμενης "γιορτής" - ωραία τα καταφέρατε παιδιά, θυμώσατε τον κύριο διευθυντή.

Νέκρα λοιπόν στα στέκια, νέκρα στα σοκάκια, κλειστός ο Θερμαϊκός στη παραλιακή από τη μία το βράδυ σήμερα. Και κουβέντες, συναντήσεις με φίλους, ανακαλύψεις, παρασκήνια, ξεστραβώματα περί κρατικών μηχανισμών και... ομίχλης (θα ακολουθήσει κείμενο μέσα στο μήνα, γιατί μερικά πράγματα πρέπει να ειπωθούν), χαμηλά, δήθεν αδιάφορα βλέμματα από μαλακιστήρια του όλου κόλπου που θεωρούν ότι τους χρωστάω ένα κωλογλύψιμο, χαμηλά βλέμματα και εκ μέρους μου απέναντι σε έναν άνθρωπο που ακόμη του χρωστάω μια συγγνώμη και κωλώνω να τον αντιμετωπίσω (βλέπε προηγούμενο κείμενο περί του Φεστιβάλ) και αγκαλιές. Συνοδευόμενες με αλκοόλ, χυδαία καλαμπούρια, σινεφιλικές κουβεντούλες, σπασμένα χαμόγελα.

Και, ενίοτε, πολύ αγάπη.


Βαγγέλη, Σάντρα, Τάκη, Αθηνά, Μαρία, Θοδωρή, Πάνο, σας ευχαριστώ.

Αχιλλέα, Ηλία, λυπάμαι που φεύγω Παρασκευή.

H ώρα πήγε εφτά. Τι κάνω ακόμα όρθιος;

Κυριακή 28 Νοεμβρίου 2010

Την επόμενη Δευτέρα έφυγα για Σαλονίκη.

Θεσμός: κάθε ομαδική ή ατομική ενέργεια ή κάθε σχέση ανάμεσα στα μέλη μιας κοινωνίας, που ύστερα από μακροχρόνια και ομοιόμορφη επανάληψη παίρνει μια τυπική μορφή συνήθειας (ο ορισμός από το ηλεκτρονικό λεξικό Τριανταφυλλίδη). Έχοντας κλείσει 51 χρόνια ζωής, το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης αποτελεί ακριβώς αυτό: ένα, ας πούμε, φιξαρισμένο ραντεβού κινηματογραφόφιλων που κατακλύζουν την πόλη, τις αίθουσες της και τα μπαράκια της Λεωφόρου Νίκης, κάθε χειμώνα. Έχει δεχτεί όμως άπειρες μεταλλάξεις για να φτάσει στη σημερινή του, επίσης προσφάτως διαμορφωμένη, κατάσταση: Ξεκίνησε ως αμιγώς ελληνικό, το 1960, με πνιγμένες στα φλας εμφανίσεις της Αλίκης Βουγιουκλάκη, για να μετατραπεί σε ένα βήμα του σινεμά του «δημιουργού» στα τέλη του 70 και το 1992 στην πιο πετυχημένη κίνηση ανανέωσης του, γίνεται Διεθνές από τον Μισέλ Δημόπουλο. Οι Έλληνες κινηματογραφιστές παραπονούνται. Θεωρούν πως η ελληνική ταινία θα παραγκωνιστεί. Το κοινό του Εξώστη Β’ όμως είχε δώσει την δική του απάντηση για το ελληνικό σινεμά της εποχής, λίγα χρόνια πριν, όταν, το 1988, τη βραδιά της απονομής, «κρέμασε» από το θεωρείο, μια σαβανομένη κούκλα φυσικού μεγέθους, το «πτώμα» δηλαδή, της εγχώριας κινηματογραφίας μας. Και επειδή αυτό το κοινό δεν είχε θέση σε ένα διεθνές Φεστιβάλ, ο δεύτερος εξώστης «έκλεισε». Πονάει κεφάλι, κόψει κεφάλι. Θεικό πάντως ήταν το δελτίο τύπου εκείνης της χρονιάς από το Φεστιβάλ: «σε γενικές γραμμές η τελετή της απονομής των βραβείων έγινε χωρίς επεισόδια, μ' εξαίρεση την ανάρτηση ενός πτώματος από το β' εξώστη, που συμβόλιζε τον αποθανόντα ελληνικό κινηματογράφο».

Το πρωτοεπισκέφτηκα ως 18χρονος φοιτητής της Σταυράκου, το 1995. Και εκείνη την περίοδο, πριν δηλαδή το internet γίνει ένας άμεσος δείκτης πληροφόρησης, ο «θεσμός» έτρεχε. Η πρώτη ταινία που βλέπω είναι ιαπωνική και λέγεται “Kids Return”, σκηνοθετημένη από έναν Τακέσι Κιτάνο, μακριά ακόμα από τη βράβευση των «Πυροτεχνημάτων». Βγαίνοντας έξω, βλέπω το Νάνι Μορέτι ενώ, επιστρέφοντας στις αίθουσες ανακαλύπτω τη φιλμογραφία του Κισλόφσκι, και σε άλλες αίθουσες, το ιρανικό σινεμά, τον Ατόμ Εγκογιάν και τον Πολ Όστερ. Γενναίες δώσεις πληροφοριών δηλαδή. Ενδιαμέσως, άκουγες (και, κυρίως, διάβαζες) πολλές γκρίνιες. Ανάμεσα τους, γκρίνιες και για την προκριματική επιτροπή, που «εκοψε» από το διαγωνιστικό τμήμα, ελληνικές ταινίες που άξιζαν καλύτερη τύχη. Ξεχωρίζω δυο τίτλους: Ο χαμένος θησαυρός του Χουρσίτ Πασά, του Σταύρου Τσιώλη, και Ράδιο-Μόσχα του Νίκου Τριανταφυλλίδη. Για να δω ποιός έχει δίκιο, πάω και τις βλέπω. Οι εφημερίδες έχουν δίκιο: Αδυνατώ να καταλάβω ποιά η ποιοτική τους διαφορά με τις καλύτερες του Διαγωνιστικού. Ανακαλύπτω ότι τη δεκαετία του 80 «κόπηκαν» από την ίδια επιτροπή ταινίες σαν αυτές του Στάυρου Τορνέ ή το μοναδικό Δέντρο Που Πληγώναμε του Δήμου Αβδελιώδη. Μάλιστα, σκέφτομαι. Δεν είναι όλα καλά εδώ τελικά.

Γιατί βλέπετε, όπως και σε κάθε ελληνικό κρατικό θεσμό, έτσι και στο Φεστιβάλ, άγνωσται αι βουλαι των συντεχνιών. Και πολλά τα παράλογα τους: γιατί, για παράδειγμα, οι υπέροχες αίθουσες του λιμανιού να μην λειτουργούν και όλο τον υπόλοιπο χρόνο, με τις εισπράξεις να πηγαίνουν είτε στο Φεστιβάλ, είτε στο Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου; Παρ’όλα αυτά, και πολλές φορές, σε πείσμα αυτών των συντεχνιών, κάποιες κινήσεις έλαμψαν με την διορατικότητα τους. Θυμάμαι για παράδειγμα, έναν αγχωμένο Αμερικανό κινηματογραφιστή να μου εκμυστηρεύεται την ανησυχία του για οικονομική του μοίρα επειδή, ο δυστυχής, είχε αναγκαστεί να υπερχρεώσει δεκάδες πιστωτικές κάρτες για να εξασφαλίσει το απαραίτητο budget. Βεβαίως, το «π» του Ντάρεν Αρονόφσκι έκανε το όνομα του αρκούντως ξακουστό στη συνέχεια – το γεγονός όμως παραμένει πως μας τον πρωτοσύστησε το Φεστιβάλ. Και αυτό απαιτεί γνώση κινηματογραφική, και όχι «διαδρομιακή».

Δυστυχώς, από την ουσία, έως το γκλάμουρ, η απόσταση είναι τόση δα. Το Φεστιβάλ ένιωσε την ανάγκη, άγνωστο γιατί, να γιγαντωθεί και να υψώσει, δήθεν απέναντι στα μεγάλα Ευρωπαϊκά Φεστιβάλ το, συγκριτικά, στραβοχυμένο ανάστημα του. Ξεχασμένες σταρ όπως η Φέι Ντάναγουέι (την οποία, σας το ορκίζομαι, είχα πετύχει λίγους μήνες πριν, στο Φεστιβάλ Βενετίας, στο μπαρ του ξενοδοχείου Excelsior, εντελώς τύφλα από το ουίσκι) παρελαύνουν σε πολυδιαφημισμένες προβολές που έχουν ελάχιστη σχέση με το οποιοδήποτε κινηματογραφικό παρόν και μέλλον. Η βλαχομπαρόκ επίγευση πικρή. Και ο φόβος μιας θεσμοθετημένης κοσμικής φούσκας, βάσιμος. Τελικά, αυτό θα αποφθεχθεί χάρη στις καλές επιλογές των παράλληλων τμημάτων. Θα έρθει και ο Φράνσις Φορντ Κόπολα και θα φτιαχτούμε στο masterclass.

Υπό νέα διεύθυνση τώρα, το Φεστιβάλ πρέπει να αποδείξει περί της ορθότητας της ύπαρξης του. Όπως, καλώς η κακώς, κάνει σχεδόν κάθε χρόνο. Και συνήθως, το καταφέρνει, στο φώτο φίνις.

Κάθε θεσμός επίσης, έχει και τα κλασσικά ραντεβού του. Κάποιοι Έλληνες σκηνοθέτες θα κάνουν, κάθε χρόνο, μια συνέντευξη τύπου όπου, όταν δε θα τσακώνονται μεταξύ τους, θα βρίζουν τους κριτικούς. Κάποιες προβολές δεν θα πραγματοποιηθούν. Αρκετοί θα παρουσιάσουν έντονο πρόβλημα στη κίνηση και στο περπάτημα τους: είναι αυτοί που το σώμα τους έχει γίνει ρετάλι από τα καθίσματα των δύο αιθουσών του Ολύμπιον – που αξίζουν τον τίτλο των πιο άβολων ανά των ευρωπαϊκών Φεστιβάλ. Δημοσιογράφοι και προσωπικό θα τσακωθούν – ιδίως οι φίλοι (χρωστάω εδώ και καιρό μια συγγνώμη σε κάποιον). Κάποιοι θα μείνουν έξω από τις αίθουσες, χάρη στο καταστροφικώς εφαρμοσμένο σύστημα των «μηδενικών εισιτηρίων». Και στο τέλος, αν έχεις τη γενναιότητα να παρακολουθήσεις την τελετή (π)λήξης, ο καταιγισμός κακογουστιάς, άστοχων καλαμπουριών, των λόγων και του πολιτικαντισμού ενδέχεται να σε στείλει για ύπνο από το πρώτο δεκάλεπτο (αν και τα καθίσματα θα σε επαναφέρουν γρήγορα στην τάξη). Να, ορίστε γιατί έπρεπε να εξαφανιστεί το κοινό του Β’ Εξώστη. Θα τους ξεφτίλιζε το παρεάκι από κει πάνω και θα γλυτώναμε κι εμείς. Όχι, εκεί, να υποφέρεις για το σινεμά σου, κύριε.

Το Φεστιβάλ, να πούμε την αλήθεια, είχε την ατυχία να θεωρηθεί, συνυπεύθυνο για τη μεγάλη βουτιά του ελληνικού κινηματογράφου εκεί στα μέσα της δεκαετίας του 80. Το είχε γράψει πολύ εύστοχα, ο Γιώργος Τζιώτζιος σε ένα παλιό του κείμενο: «Υπάρχουν Φεστιβάλ όπου οι ταινίες ξεκινούν την καριέρα τους, και άλλα που την... τελειώνουν». Και όπως εκείνες οι ταινίες, έτσι και το ίδιο, έμοιαζε άψυχο, γκρίζο και πεθαμένο. Αν μη τι άλλο, αυτό σήμερα δεν μοιάζει να ισχύει. Μπορεί ενίοτε να τρώει τα μούτρα του, να αλληθωρίζει ανάμεσα στην «ποιότητα» και την «αποδοχή», αλλά δεν ασθμαίνει ποτέ. Γι αυτό άλλωστε και, στη διάρκεια του, η Θεσσαλονίκη ποτέ δεν κοιμάται.

Γι αυτό και προετοιμάζομαι κι εγώ φέτος να το επισκεφτώ για λίγες μέρες. Όχι ως διαπιστευμένος δημοσιογράφος (δε με... θέλουν, βλέπετε) αλλά ως επισκέπτης. Αμφιβάλλει κανείς ότι θα περάσω καλά; Think again.

Αυτά, λέει, σας άρεσαν:

Ετικέτες