Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Childhood's end. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Childhood's end. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 5 Οκτωβρίου 2013

Magic Bus, adieu.


Το έχετε σίγουρα δει σε άπειρες ταινίες. Υπήρξε, με τον τρόπο του, σύμβολο μιας ολόκληρης εποχής. Σύμβολο όπως και το «κατσαριδάκι», της ίδιας φίρμας. Ποιο; Το βανάκι της Φοκσβάγκεν, περισσότερο γνωστό ως «VW campervan». Το οποίο κλείνει επίσης τον κύκλο του. Ένα εργοστάσιο υπήρχε που το κατασκεύαζε όλο κι όλο, κι αυτό στη Βραζιλία (χρησιμεύουν βλέπετε στο στρατό αλλά και στους… νεκροθάφτες). Η παραγωγή του όμως θα διακοπεί οριστικά στις 31 Δεκεμβρίου.

Στην Ευρώπη δεν το βρίσκουμε εδώ και χρόνια, καθώς δε πληροί τις προϋποθέσεις ασφαλείας της Ένωσης (ε, campervan και αερόσακοι δε πάνε μαζί). Στα 60s πάντως, ήταν απαραίτητο αξεσουάρ για μια ζωή πλήρως εναλλακτική (μετά το χρησιμοποίησαν εκτενώς και οι σέρφερς). Άλλωστε, με αυτό έσκαγαν μαζικά οι εκδρομείς στο Γούντστοκ. Ως εκ τούτου, πολλοί το ονόμαζαν «hippie van» ή ακόμα και «magic bus» - έτσι ονόμαζαν και το δικό τους οι The Who, στολισμένο και ζωγραφισμένο αναλόγως. Αν και κάθε βαν τότε είχε τη δική του προσωπικότητα, τη δική του ζωγραφιά – επιβαλλόταν να ζωγραφίσεις το βαν σου. Αφήστε δε που το συναντούσες και σε άπειρα εξώφυλλα δίσκων, από τους Beach Boys μέχρι και τον Μπομπ Ντίλαν.

Ως σύμβολο του χιπισμού λοιπόν, πρωταγωνιστούσε συχνά στο σινεμά της εποχής – πότε θετικά, και πότε σκωπτικά. Ο πολλά βαρύς – και διόλου… ανέμελός – Βρώμικος Χάρι ας πούμε, διαλύει με το αυτοκίνητο του ένα τέτοιο στο «Ένα μάγκνουμ 44 για τον Επιθεωρητή Κάλαχαν». Και με Campervan ταξιδεύουν στον τελευταίο, ως απεδείχθη, προορισμό τους οι πρωταγωνιστές του συγκλονιστικού «Σχιζοφρενή δολοφόνου με το πριόνι» το 1973, ταινία που ζωγράφισε με τα πιο σκοτεινά χρώματα το τέλος αυτής της αθώας εποχής, και την έλευση μιας σαρωτικά βίαιης άλλης.

Πρόσφατα το είδαμε, σχεδόν σε πρωταγωνιστικό ρόλο, στο «Little miss sunshine» του 2006, όπου μια οικογένεια - από τον παππού μέχρι την επτάχρονη εγγονή - κάνει ένα μεγάλο ταξίδι για να «προλάβει» διαγωνισμό καλλιστείων στον οποίο συμμετέχει η μικρή. Η οικογένεια προβληματική. Τα συνεχή μηχανικά προβλήματα του βαν δυσκολεύουν ακόμη περισσότερο το ταξίδι. Ο συμπλέκτης «κλατάρει» στις πρώτες ώρες του ταξιδιού, και η οικογένεια ανακαλύπτει πως πρέπει να σπρώχνει το βαν μέχρι αυτό να φτάσει τα 30 χιλιόμετρα την ώρα ούτως ώστε να τρέξει και να πηδήξει μέσα. Όταν μάλιστα η κόρνα μπλοκάρει και αρχίζει να χτυπά χωρίς σταματημό, επεμβαίνει η αστυνομία. Στο φιλμ πρωταγωνιστούσαν οι Στιβ Καρέλ, Γκρεγκ Κινίαρ και Άλαν Άρκιν – ο τελευταίος χρησιμοποιούσε ένα τέτοιο στο εξαίσιο θρίλερ του 1967 «Περίμενε μέχρι να νυχτώσει», όπου και τρομοκρατούσε την Όντρεϊ Χέμπουρν.

Φυσικά τη δεκαετία του 60 είχε την τιμητική του. Και όσο το σινεμά (παρέα με όλες τις υπόλοιπες τέχνες) νοσταλγεί εκείνη τη χρυσή δεκαετία, τόσο θα βλέπουμε ταινίες σαν το «Ροκ εν πλω» του 2009, με τους Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν και Έμα Τόμσον που αφηγείται την ιστορία ενός πειρατικού ραδιοφωνικού σταθμού – πειρατικού στη κυριολεξία, μιας και εξέπεμπε από ένα πλοίο αραγμένο στη μέση του ωκεανού. Κι όμως, στο κατάστρωμα υπήρχε χώρος για ένα campervan. Με τέτοιο επίσης ταξιδεύουν οι ήρωες του αριστουργηματικού – και πλημμυρισμένου από τη μουσική των Beatles – μιούζικαλ της Τζούλι Τέιμουρ «Across the universe».

Τελευταία, το «χαρήκαμε» στο «Επιχείρηση: Argo» - είναι το μέσο με το οποίο δραπετεύουν οι έξι υπάλληλοι της Αμερικανικής Πρεσβείας στη Τεχεράνη, προφασιζόμενοι πως γυρίζουν… ταινία. Αν ενδιαφέρεστε πάντως, η ταινία που οφείλετε να αναζητήσετε είναι το «The bus» του 2011, ένα ντοκιμαντέρ για τις ένδοξες μέρες του campervan αλλά και των ‘60s. Τότε που οι ανέμελοι εκδρομείς γύριζαν τον κόσμο με δαύτα, αφοσιωμένοι στην ιδέα της αδελφότητας αλλά και της ελευθερίας.

Στο μεταξύ, το VW campervan μας άφησε χρόνους.
Για την αδελφότητα και την ελευθερία, οι υποθέσεις εκκρεμούν.

Τρίτη 26 Ιουνίου 2012

Σκιές.


Λένε πως ο άνθρωπος δεν είναι τίποτ' άλλο από την ανάσα του και τη σκιά του που, σαν την ευτυχία, σε αποφεύγει όσο την πλησιάζεις. Οι επεκτάσεις των δυο διαπιστώσεων τείνουν προς το άπειρο. Και πάλι όμως, ελάχιστα λένε γι' αυτή τη γνήσια μυσταγωγία των σκιών, για το πάγωμα των αισθήσεων όταν, ως παιδί, διαπιστώνεις για πρώτη φορά πως η σκιά σου, με τον κατάλληλο φωτισμό, μπορεί να υψωθεί σε δυσθεώρητα ύψη και να καταπιεί ολάκερες εκτάσεις - κι ας μην έχεις ακόμη πιάσει σε μπόι το... ένα μέτρο. Αυτό το γαργάλημα στα σωθικά σου, συναίσθημα δημιουργίας πριν ακόμη αυτή φυτευθεί μέσα σου ως έννοια και αντίληψη. Αυτή η μαγική στιγμή.

Η πρώτη μου γνωριμία με το Θέατρο Σκιών έγινε, φυσικά, μέσω της τηλεόρασης. Λίγα καταλάβαινε βέβαια ένα παιδί από τα μαγικά κόλπα της σκιάς - αυτό που έβλεπα έμοιαζε περισσότερο με cartoon: όπως διασκέδαζες με τα κινούμενα σχέδια διασκέδαζες και με το θέατρο σκιών του Σπαθάρη. Το σοκ το έπαθα λίγο αργότερα, όταν δηλαδή ένα βράδυ με πήγαν σε ηλικία 5 ετών μέχρι τη Πλάκα, στο Φανάρι του Διογένη, στο θέατρο του Γιώργου Χαρίδημου. Μια μάντρα με μια σκηνή πανήψηλη, στις άκρες της οποίας δέσποζαν σκηνικά-κεντήματα μοναδικής ευαισθησίας, με παιδιά και ενήλικες που ξεκαρδιζόντουσαν εξίσου και κάτι φιγούρες με χαρακτηριστικά θλιμμένα και βυζαντινές αποχρώσεις. Άλλος κόσμος, και ένας μυστικισμός που, στο κεφάλι ενός παιδιού, έσκασε σαν ατομική βόμβα. Στο πλάι ήταν το "ταμείο" απ' όπου, την ώρα της παράστασης, μπορούσες να χαζέψεις, δειλά - δειλά και με προσοχή, τι συνέβαινε μέσα στη σκηνή. Πως δηλαδή αυτές οι φιγούρες, που ενίοτε έφταναν μέχρι και το ένα μέτρο, έπαιρναν ζωή (μέχρι ο Γιώργος να σε πάρει χαμπάρι και να σου μπήξει μια γερή φωνή, οπότε και επέστρεφες τρέχοντας στη θέση σου με επιπρόσθετη ταχυπαλμία). Αυτό ήταν, I was hooked.

Άρχισα αμέσως να σχεδιάζω φιγουρίνια στο σπίτι θέλοντας να επαναλάβω αυτό που έβλεπα κάθε βράδυ. Και όπου άκουγα για Θέατρο Σκιών, έτρεχα. Στο τέλος έγινα βοηθός του περιβόητου Βάγγου, που είχε ένα θεατράκι στη Πειραϊκή (στη συνέχεια μεταφέρθηκε στα Βοτσαλάκια του Παρασκευά) - όπου και έμεινα μέχρι τα 18. Μοναδικός μάστορας, με χάρισμα στη κωμωδία - ένα χιούμορ που σε σημεία θύμιζε τη ραφιναρισμένη ειρωνία ενός Βασίλη Λογοθετίδη (ο Καραγκιόζης του Βάγγου ήταν τα πάντα εκτός από χοντροκομμένος και λαϊκίστικος), αλλά πολύ πιο σβέλτο, τόσο μάλιστα που έμοιαζε να απευθύνεται κυρίως στους ενήλικες. Η στιγμή που θυμάμαι περισσότερο: το σκοτάδι στη σκηνή με το φως να έρχεται απ' εξω, κάθε βράδυ, λίγο πριν ανοίξουν οι προβολείς, η αγωνία της προετοιμασίας, το κουδούνι και τα χειροκροτήματα - όλα σε μια στιγμή. Στο ενδιάμεσο βέβαια ήρθε η ανακάλυψη του κινηματογράφου, η απόφαση μου να σπουδάσω σκηνοθεσία και φυσικά, τα ξενύχτια στις κινηματογραφικές λέσχες και τα μεταπτυχιακά στο εξωτερικό. Το θέατρο σκιών μπήκε στην άκρη. Μια βαλίτσα με πολλές φιγούρες δικές μου και λίγες κάποιων παλιών μαστόρων τακτοποιήθηκε όπως - όπως σε μια αποθήκη και αυτό ήταν.

Το μακρύ χέρι της Σταματίνας όμως έφτασε μέχρι εκεί, η βαλίτσα άνοιξε ξανά, και το (ούτε τρίχρονο τότε) παιδί άρχισε ενθουσιασμένο να παίζει με φιγούρες δυο και τρεις φορές ψηλότερες από την ίδια. Έπρεπε λοιπόν να φτιάξω μερικές στο μέγεθος της. Έτσι, μετά από 17 χρόνια, ξανάπιασα σκαρπέλα, κοπίδια, μελάνια, τα απαραίτητα κοινώς, και άρχισα να μαστορεύω ξανά (μονάχα για λίγες ώρες καθε εβδομάδα - αυτά έχει η ζωή του ενήλικα). Ο ενθουσιασμός της μικρης, μεγάλος - όταν ζωγραφίζω μπροστά της το γλεντάει στη κυριολεξία, αν και έχει μια - δυο καλές ατάκες για να με βάζει στη θέση μου ("ο μπαμπας είναι καλός ζωγράφος, αλλά εγώ είμαι καλλιτέχνης"). Ε, και κάποια στιγμή θέλησα να την παω να χαζέψει και αυτο το θέαμα "ζωντανά". Η πρώτη φορά ήταν εντελώς απογοητευτική (και μάλιστα σε "μαθητές" του Χαρίδημου - μου βγήκαν τα μάτια...). Σιγά - σιγά έβρισκες κάποιες καλές εξαιρέσεις. Αλλά...

Ας το παραδεχτούν οι φίλοι της τέχνης αυτής: μάλλον βρίσκεται σχεδόν υπο εξαφάνιση. Δεν εννοώ πως δεν παρουσιάζεται πια. Δυστυχώς, κάθε άλλο: Με εξαίρεση έναν - δυο μάστορες και ξανά έναν - δυο (άντε τρεις) νέους που μοιάζουν να έχουν γνήσιο ταλέντο, αυτό που επικρατεί σήμερα είναι ένας Καραγκιόζης κακότεχνος, από ατάλαντους παίχτες που αντιγράφουν σχέδια άλλων και μετά καμαρώνουν για φιγούρες - φρανκενστάιν, μιμούνται αχώνευτα το παίξιμο παιχτών που γνώρισαν στο ναδίρ τους, πουλάνε φτηνό λαϊκισμό με "εθνικό" έρεισμα (πόσο απαίδευτη ξεφτίλα να χρησιμοποιείς διχαστικά έναν τόσο ενωτικό ήρωα!), γεμίζουν τις παραστάσεις τους με αστεία που απευθύνονται αποκλειστικά σε λοβοτομημένα τρίχρονα, και βρίζουν με τα χειρότερα λόγια κάθε "συνάδελφο" τους μόλις ακούσουν πως "ενδιαφέρεσαι" για τις σκιές - συνήθως από άμυνα: πρόκειται για κομπλεξικούς ατάλαντους, αρκετά ικανούς για να συλλάβουν την ανεπάρκεια τους, αλλά όχι τόσο ώστε να έχουν το παραμικρό περιθώριο βελτίωσης. Ταυτόχρονα έχεις και τους συλλέκτες που, ψυχαναγκαστικά, γυρίζουν τη χώρα και "συλλέγουν" με κάθε ηθικό και ανήθικο (δεν φαντάζεστε) μέσο φιγούρες - διαμάντα τα οποία και κρατούν μακριά από τους λίγους, έστω, που αναζητούν τους χαμένους κρίκους της τελευταίας, γνήσιας έκφρασης που γέννησε αυτός ο τόπος. Κάποιοι εξ αυτών κάνουν κάτι ακόμα χειρότερο - παίζουν κιόλας! Και είναι γεγονός: η πλειοψηφία των ανθρώπων που παίζουν Καραγκιόζη σήμερα κάνουν ανεπανόρθωτη ζημιά στη τέχνη αυτή. "Τον αγαπάνε τον Καραγκιόζη και αν τους τον στερήσεις θα πεθάνουν, αλλά όπου παίζουν μας κάνουν κακό" μου λένε με πικρή συγκατάβαση. Κάνω μια μικρή αναζήτηση στο net και πέφτω πάνω σε σελίδες "παικτών" που πουλάνε στραβοχυμένες φιγούρες εναντί γερής αμοιβής, φρικωδώς σχεδιασμένες με μαρκαδόρους επί γυαλιστερού πλαστικού. Κλείνω τον υπολογιστή απογοητευμένος.

Κρίμα. Η μυσταγωγία - κάθε μορφής - παραμένει η μόνη μας ελπίδα.

Αυτά, λέει, σας άρεσαν:

Ετικέτες