Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Martin Scorsese. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Martin Scorsese. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 6 Ιανουαρίου 2019

Silence (2016)



Τριάντα χρόνια αναζητούσε χρηματοδότες για τη «Σιωπή» ο Μάρτιν Σκορσέζε, αλλά η εποχιακή συγκυρία της ολοκλήρωσης αυτού του «έργου ζωής» δεν είναι τυχαία: Ο Πάπας Φραγκίσκος, κατά κόσμον Χόρχε Μάριο Μπεργκόλιο, είναι ο πρώτος στην ιστορία της Καθολικής Εκκλησίας που προέρχεται από το τάγμα των Ιησουιτών. Στην Ελλάδα, οι πρώτοι εξ αυτών εμφανίστηκαν στα δυτικά καράβια που στάθμευαν στα νησιά μας από το 1560 (ως «πνευματικοί» των ναυτών») ενώ η πρώτη αποστολή έγινε το 1583, όταν οκτώ Ιησουίτες (πέντε Γάλλοι και τρεις Ιταλοί) εγκαταστάθηκαν στην Κωνσταντινούπολη: Ο θάνατος των τριών από πανούκλα διέκοψε το ιεραποστολικό έργο τους το 1586. Οι Ιησουίτες όμως προσπάθησαν να «κερδίσουν νέες ψυχές για το Θεό» σε όλα τα μέρη του κόσμου. Ένας εκ των συνιδρυτών του Τάγματος, ο Φραγκίσκος Ξαβιέ, ευγενής από τη Ναβάρρα, βρήκε ένα τέχνασμα για να προσηλυτίσει τους «άπιστους» Ιάπωνες: Χρησιμοποίησε τον όρο «Dainichi» (κενός Βούδας) για το χριστιανικό θεό, προκειμένου να προσαρμόσει την ιδέα τού στις τοπικές αντιλήψεις – και έτσι έγινε δεκτός από τους μοναχούς. Η στάση τους γρήγορα εξελίχθηκε σε εχθρική: ο Ξαβιέ άλλαξε αιφνιδιαστικά – και μάλλον αλαζονικά – τον όρο σε «Deusu» (εκ του λατινικού) Deus κι εκείνοι αντελήφθησαν αμέσως πως ο τελευταίος ευαγγελιζόταν μια θρησκεία αντίπαλη της δικής τους.

Στο φιλμ που μας απασχολεί, ο Πορτογάλος ιεραπόστολος Σεμπαστιάου Ροντρίγκες (Άντριου Γκάρφιλντ), φτάνει στην Ιαπωνία του 17ου αιώνα μαζί με τον ιεραπόστολο Γκάρπε (Άνταμ Ντράιβερ) για να εμψυχώσει τους καταπιεζόμενους «προσαρτημένους» Ιάπωνες, αλλά και να ανακαλύψει την αλήθεια που κρύβεται πίσω από την αποστασία του ιεραπόστολου Φερέιρα (Λίαμ Νίσον), ο οποίος φημολογείται πως πρόδωσε τη πίστη του. Και ο Ροντρίγκες όμως θα υποφέρει γι Αυτήν, αντιμέτωπος με τη σιωπή του Θεού – αν υποθέσουμε δηλαδή πως είναι «πανταχού παρών» όπως δείχνει να πιστεύει ο ίδιος ο Σκορσέζε που αφιερώνει την ταινία στους αγώνες του τάγματος. Δε θα έπρεπε να μας παραξενεύει αυτό το τελευταίο: Μεγαλωμένος στις κακόφημες ιταλο-αμερικανικές συνοικίες της Νέας Υόρκης (σε αυστηρά Ρωμαιοκαθολικό περιβάλλον) ο Σκορσέζε θήτευσε ως παπαδοπαίδι. Η δε φιλία του με έναν ιερέα που μοιραζόταν την αγάπη του για τον κινηματογράφο, αποδείχθηκε τόσο σημαντική που, ως έφηβος πλέον, αναζήτησε μια καριέρα στην ιεροσύνη. «Ίσως γύρευα μια απάντηση στο πώς κάποιος αγγίζει την ευτυχία» θα πει αργότερα - λόγια που θα μπορούσαν να εκφράσουν ολόκληρη την φιλμογραφία του. Δε θέλει πολλή σκέψη: Οι αντι-ήρωες του «Ταξιτζή», του «Οργισμένου Ειδώλου» αλλά και ο Μεσσίας του «Τελευταίου Πειρασμού» αναζητούν πεισματικά παρηγοριά σε μια κάποια ευτυχία, και ο Σκορσέζε, που αναζήτησε την Χριστιανική αγάπη μέσα από το σινεμά, την ανακάλυψε στην οδύνη, στον δρόμο για τον Γολγοθά. Δεν υπάρχει Σκορσεζικός ήρωας που να μην κουβαλά τον δικό του «σταυρό». Η «Σιωπή» αποτελεί το αποσταγμα αυτού του Σκορσεζικού προβληματισμού.

Δυστυχώς, η ταινία «θολώνει» τα νερά εκεί ακριβώς που η μυθοπλαστική διαδρομή μοιάζει να συστέλλεται. Επίσης, δεν διαθέτει έναν ισοβαρή πρωταγωνιστή. Κακά τα ψέματα, ο Άντριου Γκάρφιλντ είναι τουλάχιστον ανεπαρκής. Έχω την αίσθηση πως και ο ίδιος ο σκηνοθέτης το αντιλαμβάνεται. Γι αυτό και οι πολιτικές – δηλαδή οι αποικιοκρατικές – αιχμές των ιστορικών γεγονότων μπαίνουν σε δεύτερη μοίρα μπροστά στο υπαρξιστικό δράμα του μαρτυρικού ήρωα που όμως εκθέτει ακόμη περισσότερο τις αδυναμίες του φωτογενή σταρ, ειδικά σε σχέση με τους Ιάπωνες συναδέλφους του – όλοι τους εξαιρετικοί και, κυρίως, έχουν καταλάβει απόλυτα σε ποια ταινία παίζουν και τι ερωτήματα έχουν κλιθεί να απαντήσουν. Διόλου τυχαίο επίσης που οι μεγάλες στιγμές του φιλμ είναι εκείνες όπου κυριαρχεί στ’ αλήθεια η σιωπή, όπως συμβαίνει για παράδειγμα στις κορυφαίες του Καρλ Ντράγιερ, στοιχεία από το σινεμά του οποίου δανείζεται με ευλάβεια ο Σκορσέζε, μάλλον επειδή ο ίδιος θεωρεί πως πλέον καταπιάνεται με μια «πεθαμένη» τέχνη. Το δήλωσε άλλωστε στην πιο πρόσφατη συνέντευξη του: «Το σινεμά με το οποίο μεγάλωσα έχει πεθάνει. Δεν έχει πια τη σημασία που είχε στους νέους της δικής μου εποχής. Τα πρώτα γουέστερν, ο ”Λόρενς της Αραβίας”, το “2001”, αυτές οι πρωτόγνωρες εμπειρίες έχουν αντικατασταθεί από ταινίες που μοιάζουν με ατραξιόν σε λούνα-παρκ». Μόνο μέσα από αυτή τη ματιά η «Σιωπή» μοιάζει να βρίσκει τη θέση που της αρμόζει στο Σκορσεζικό σύμπαν: Μια λαβωμένη, αλλά ισχυρή ταινία για τους τελευταίους Πιστούς σε μια άγονη Γη («η Ιαπωνία είναι ένας βάλτος όπου τίποτα δε φυτρώνει», ακούμε στο φιλμ), από έναν εκ των τελευταίων Πιστών ενός σινεμά που κανείς δεν εκτιμά πια.

Κυριακή 24 Απριλίου 2016

Στην επιφάνεια του Ταξιτζή

«Όλα τα ζώα εμφανίζονται τη νύχτα: πόρνες, βρωμιάρες, καθάρματα, αδερφές, χασικλήδες, πρεζάκια, διεστραμμένοι… Κάποια στιγμή θα έρθει μια βροχή και θα ξεβρωμήσει τους δρόμους μας». Ένα μισανθρωπικό παραλήρημα ντύνει τις νυχτερινές εξορμήσεις του Ταξιτζή, δηλαδή του Τράβις Μπικλ, δηλαδή του Ρόμπερτ Ντε Νίρο, δηλαδή του Τράβις Μπικλ. Οι βρώμικες λεπτομέρειες των διαδρομών του περιγράφονται, για εμάς, στο soundtrack σε voice – over από τον ίδιο, μέχρι που πέφτει πάνω σε ανήλικη πόρνη (μια εξίσου ανήλικη τότε Τζόντι Φόστερ): η μικρή θα γίνει το βασικό αντικείμενο των φαντασιώσεων του ενώ παράλληλα, θα βάλει μπρος το σχέδιο για τη δολοφονία ενός αμερικανού υποψηφίου γερουσιαστή. 

Ο Μπικλ (βετεράνος του Βιετνάμ) δεν είναι μια ηρωϊκή φιγούρα. Ξεκάθαρα αυτιστικός, αδυνατεί να συνυπάρξει και να κουβεντιάσει με τον οποιοδήποτε. Ακόμα και τα voice over του κομπιάζουν, οι φράσεις μπερδεύονται η μία μέσα στην άλλη δημιουργώντας ένα ηχητικό κολάζ που μοιάζει με σχιζοειδής ανταπόκριση από το μέτωπο. Η δε σχέση του με τις γυναίκες, ανύπαρκτη. Γοητεύει, σχεδόν κατά λάθος, την Σίμπιλ Σέπερντ και στο πρώτο τους ραντεβού την πάει σε… τσοντάδικο, επειδή η γυναίκα, γι αυτόν, έχει συγκεκριμένη χρηστική αξία.  Ναι, είναι «μόνος» όπως οι περισσότεροι από εμάς. Άλλο όμως η μοναξιά, άλλο η μοναχικότητα. Τη μοναξιά την απεύχεσαι, τη μοναχικότητα την επιλέγεις. Κι όταν κάθε προσπάθεια κοινωνικοποίησης πέσει στο κενό, τότε θα επιλέξεις τη μοναχικότητα, ούτως ώστε να χαϊδέψεις το Υπερεγώ και τις παραισθήσεις του.

Γυρισμένος το 1976, ο Ταξιτζής τσίμπησε έναν Φοίνικα στις Κάννες κι έβαλε στο κινηματογραφικό χάρτη τον Σκορσέζε. Στην Ελλάδα όμως οι κριτικοί είχαν πολλές διαφορές να λύσουν. Η μεγαλύτερη εξ αυτών: αποθεώνει ο «Ταξιτζής» τη βία του (αντι)ήρωα του; Ο Βασίλης Ραφαηλίδης έγραφε τότε πως για να εξετάσει κάποιος το αν είναι φασίστας τότε θα πρέπει να δει τον «Ταξιτζή» και να ελέγξει τις αντιδράσεις του.  Και το ζήτημα εδώ είναι πως ο Σκορσέζε γνωρίζει πολύ καλά με τι χαρακτήρα έχει να κάνει. Όχι τόσο επειδή τον εμπνεύστηκε (το κομμάτι αυτό ανήκει στον Πολ Σρέντερ που υπέγραψε το σενάριο), όσο επειδή και ο ίδιος τον συναισθάνθηκε. Μόνο όμως ένας γνήσιος και απεγνωσμένος Καθολικός σαν τον Σκορσέζε θα μπορούσε να έρθει σε επαφή με αυτό το σκοτάδι. Γι αυτό και η κάμερα απομακρύνεται απ’ αυτόν σ’ εκείνη τη συγκλονιστική σεκάνς του τηλεφώνου – από οίκτο.


Το υπόλοιπο φιλμ όμως είναι  δοσμένο υποκειμενικά, έτσι που, στο τέλος, εκθέτει (με ομολογουμένως εμπνευσμένη σαφήνεια), το χειρότερο πρόσωπο του Δυτικού ανθρώπου που υποκύπτει στη καταστροφική του μανία επιζητώντας κοινωνική επιβράβευση – μη ξεχνάτε πως πίσω απ’ όλο αυτό υπάρχει ένα ανθρωπιστικό έρεισμα (ωωω τη καημένη την ανήλικη πουτάνα). Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, ο Μπικλ, που μετά το μακελειό του φινάλε δείχνει να την έχει κερδίσει, παραμένει μια βόμβα έτοιμη να εκραγεί, με μοναδικό προορισμό το σκοτάδι από το οποίο προήλθε, συμπαρασύροντας ίσως μαζί του και όλους εμάς, τους μέτοικους αυτής της κολασμένης Γης που πρέπει να οδηγηθεί στο αίμα, για να ξαναγεννηθεί. Ιδανικό Happy End για τον Σκορσέζε του Ταξιτζή που, συντονισμένος απόλυτα με την υπαρξιστική απόγνωση του Σρέντερ θα συνεργαστεί ξανά με τον σεναριογράφο στο «Οργισμένο Είδωλο», τον «Τελευταίο Πειρασμό» και τα «Σταυροδρόμια της Ψυχής», τις πιο οριακά απελπισμένες του δουλειές. 

Δευτέρα 21 Οκτωβρίου 2013

George Harrison: Living in the Material World (2011) ( * * * )


Στο The Bellboy σε σκηνοθεσία Τζέρι Λιούις, ο ήρωας του φιλμ, που ενσαρκώνει βεβαίως ο ίδιος ο σκηνοθέτης, μένει βουβός μέχρι τέλους - μόνο στο φινάλε εκτοξεύει μια ατάκα. Και όταν τον ρωτούν, "εσύ γιατί δε μίλησες ποτέ;" εκείνος απαντά: "μα, κανείς δε με ρώτησε".

O George Harrison έγραψε μερικά από τα καλύτερα τραγούδια των Beatles, συνέθεσε μερικά αριστουργηματικά solo album, χρηματοδότησε την παραγωγή μερικών από τις καλύτερες ταινίες της δεκαετίας του 80 (The Long Good Friday, Mona Lisa, Witnail and I - για να μην αναφέρουμε το 'Ενας προφήτης μα τι προφήτης' των Monty Python) και έστησε άλλο ένα συγκρότημα, τους Travelling Wilburys μέλη των οποίων υπήρξαν οι Roy Orbisson, Bob Dylan, Jeff Beck και Tom Petty. Όχι άσχημα, non?

Ο George Harrison επίσης, είχε λένε τη φήμη του αινιγματικού beatle. Bollocks. Καμία συνέντευξη του Harrison δεν ήταν διφορούμενη, καμία δήλωση του δεν στερείτο αιχμής. Ήθελες να μάθεις γι αυτόν; Όλα υπήρχαν στις δηλώσεις του και, φυσικά, στα τραγούδια του. Από την εσωτερικότητα του ("The inner light", "Within you, without you"), τον οπτιμισμό του ("Here comes the sun") μέχρι και τον απολύτως ανθρώπινο - όσο και ανεξέλεγκτο - θυμό του ("Piggies") για τον οποίο όμως δεν μαθαίνουμε σχεδόν τίποτα σε αυτό το ντοκιμαντέρ - βλέπετε, η χήρα του Harrison είναι και η παραγωγός αυτού εδώ του φιλμ που υπογράφει ο Μάρτιν Σκορσέζε. Το υπογράφει όμως περισσότερο ως... τροχονόμος παρά ως σκηνοθέτης.

Μια σειρά στοιχείων, φωτογραφιών, στιγμιοτύπων και ανεκδότων παρελαύνουν μπροστά στα μάτια μας, με "δωράκι" το απαραίτητο τραγουδάκι, έτσι για να θυμόμαστε πόσο σπουδαίος συνθέτης υπήρξε αυτός ο "σιωπηλός" Beatle. Και ναι, τον όρο 'σιωπηλός' τον χρησιμοποιώ ξανά ειρωνικά. Η ταινία ευτυχώς και δεν έχει κανένα πρόβλημα να θίξει την περιθωριοποίηση του ίδιου του Harrison από τους John και Paul, αν και τα highlight της υπόθεσης παραμένουν οι εμφανίσεις των Ringo Starr και Eric Clapton (και για τη γνωστή ιστορία ανταλλαγής συζύγων μπορούσαμε να μάθουμε ένα - δυο πράγματα παραπάνω). Η ουσία πάντως είναι πως το εν λόγω φιλμ αφορά περισσότερο τους μουσικόφιλους παρά τους κινηματογραφόφιλους. Αλλά και τώρα που το γράφω αυτό, κοντοστέκομαι.

Γιατί τι σόι κινηματογραφόφιλος είναι αυτός που δεν αγαπά τη μουσική; Και τι σόι μουσικόφιλος είναι αυτός που δεν ενδιαφέρεται για τους Beatles;

(Η απάντηση "Γ.Τ.Π." ισχύει και στα δύο παραπάνω ερωτήματα).

Αυτά, λέει, σας άρεσαν:

Ετικέτες