Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Nothing more than that. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Nothing more than that. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 24 Δεκεμβρίου 2013

Επειδή είχα λίγο χρόνο παραπάνω.


Δε ξέρω για σενα, αλλά εμένα όλες αυτές «οι γιορτές», από τότε δηλαδή που έπαψα να απολαμβάνω το 15νθήμερο των διακοπών που προσφερόταν την εποχή που δεν ήξερα ακριβώς τι να κάνω με το πουλί μου, μοιάζουν με αναγκαίο κακό.

Έχεις λίγα παραπάνω χρήματα να ξοδέψεις επειδή πρέπει να κινηθεί η αγορά, λίγη παραπάνω όρεξη επειδή υπάρχουν τα οικογενειακά «τραπέζια» κι εσύ ούτως ή άλλως (πρέπει να) μαστουρώνεις με τη μάσα, λίγο παραπάνω χρόνο για να ζήσεις το παιδί σου ή το παιδί μέσα σου - λες και δε θα έπρεπε να είναι έτσι εξ αρχής.

Οι γιορτές βοηθούν, με τον τρόπο τους, τη διασκεδαστική διαφυγή από τις μάχες που οφείλουμε να δώσουμε, τους ανθρώπους που φοβούμαστε να αντιμετωπίσουμε. Το πρόβλημα δεν είναι πως δεν το ξέρουμε. Αλλά που επιλέγουμε να το αγνοούμε επιδεικτικά (γιατί πρέπει να το κράξουμε και να φύγει ο νταλκάς), ενώ την ίδια στιγμή επωφελούμαστε απ’ αυτό (για να μη πηδήσουμε από το παράθυρο). Ακίνδυνοι υποκριτές είτε από τη μία, είτε από την άλλη. Δε ξέρω ποιός το έστησε όλο αυτό το κόλπο, αλλά το κανε καλά.

Αλλά, hey, αν σκέφτεσαι διαφορετικά από εμένα και διαφωνείς με τις μαλακίες που γράφω, more power to you. Και χρόνια σου πολλά.


Παρασκευή 3 Αυγούστου 2012

Αυτοάνοσο.


Ο φυσιολογικός ρόλος του ανοσοποιητικού συστήματος είναι να προστατεύει τον οργανισμό. Όταν όμως κάποιος πάσχει από ένα αυτοάνοσο νόσημα, το ανοσοποιητικό του σύστημα λανθασμένα επιτίθεται εναντίον του ίδιου του σώματός του, στοχεύοντας τα κύτταρα, τους ιστούς και τα όργανά του. Έτσι λένε οι επιστήμονες. Εγώ το φαντάζομαι σαν μια καλά σφιγμένη χύτρα ξεχασμένη σε κάποιο διαμέρισμα για μέρες, μήνες, χρόνια, με το μάτι αναμμένο.

Στο μάτι με βρήκε εμένα, by the way. Ιριδοκυκλίτιδα το λένε και έχει παράξενο effect: βλέπεις εντελώς θολά, και μάλιστα με ένα σκούρο συνεφφάκι στο κέντρο. Ευτυχώς χτύπησε μονάχα το αριστερό η όλη ιστορία, αλλά "αυτοάνοσο"; Φτάσαμε λοιπόν και σ' αυτό το στάδιο. Το στάδιο όπου όλα αυτά που καταπιέζουμε ζητούν τη πληρωμή τους. "Κάτι κάνεις λάθος" μου είπε φιλικά ο γιατρός μου. Χρόνια τώρα.

Παρασκευή 15 Ιουνίου 2012

Ένα ταξίδι στο Λονδίνο.



Ταξίδι για λόγους επαγγελματικούς (μια σειρά συνεντεύξεων με διάφορους για ένα μιούζικαλ που βγαίνει στις αίθουσες μέσα στο μήνα). Τέτοια ταξίδια φάνταζαν κουραστικά πριν κάνα δυο χρόνια. Τώρα λες «ναι» δίχως πολύ σκέψη. Τέσσερις μέρες μακριά από την επιθετικότητα. Τα λεφτά στη τσέπη ελάχιστα – με τη μετατροπή τους σε λίρες Αγγλίας λιγοστεύουν κιόλας. Αδιάφορο. Κατεβαίνω στη Λέστερ, με τα μπαγκάζια, και κάθομαι για καφέ. Άνθρωποι όλων των φυλών πηγαινοέρχονται, μερικοί εξ αυτών χέρι – χέρι, άλλοι βιαστικοί, άλλοι αδιάφοροι. Όλος ο σνομπισμός μου για τη Γηραιά Αλβιόνα έχει πάει περίπατο – είναι επειδή σκέφτομαι που ζω εγώ. Ακόμη και το κρύο απολαμβάνω – τη βροχή, λιγότερο.

Η Ελλάδα δείχνει εξαφανισμένη από τις εφημερίδες και τα δελτία ειδήσεων: πρώτες θέσεις έχουν η Ισπανία και το Euro. Πετυχαίνω όμως την Ελλάδα σε μια διαφήμιση στο τρένο. Βγάζω μια βιαστική φωτογραφία.


Πετυχαίνω και σένα, φίλη μου. Καμιά σχέση με το πώς σε θυμόμουν στην Ελλάδα, ένα χρόνο πίσω: όχι μόνο έχεις γίνει στυλάκι, αλλά δείχνεις να βρίσκεις και τις ισορροπίες σου. Μου λες για τη καινούργια σου δουλειά και για το νέο σου έρωτα, έναν «ασχημούλη αυτιστικό» και χαίρομαι – έστω κι αν, την επόμενη μέρα ο έρωτας σου έχει «περάσει». Βγαίνουμε το βράδυ και χαζολογούμε στο Prince Charles βλέποντας το αυθεντικό True Grit με τον Τζον Γουέιν. «Πόσο Θεός είναι» λες. Διάολε, έχεις δίκιο – το πιστεύεις πως δεν το χα σκεφτεί ποτέ;

Συναντώ και τον Αλέξανδρο, metal brotha από την Ελλάδα που ζει χρόνια στο Collindale και ανησυχεί για τη χώρα και για τη μητέρα του. Ακούμε μουσικές και χαζολογούμε μέχρι το ξημέρωμα. Είναι να παίξουμε σε ένα ενδιαφέρον project αλλά μια ξαφνική επιπλοκή στην υγεία μου τείνει να ακυρώσει τις επερχόμενες ηχογραφήσεις μας. Το βάζουμε στην άκρη, και πιάνουμε κουβέντα για τα τελευταία άλμπουμ των The One και των Liturgy. Ο υπολογιστής μένει ανοιχτός: έχω να γράψω τόνους κειμένων για την εφημερίδα.

Κλεφτές ματιές στο φατσαμπούκι. Τσακωμοί με φίλους, block-αρίσματα των φιλοναζιστών (που βρέθηκαν τόσοι πολλοί;), μάταιες λογομαχίες, λυπηρές ειδήσεις και τρομακτικές φάτσες, φάτσες βουλευτών, ψηφοφόρων, συμπολιτών μου. Σκέφτομαι το ταξίδι της επιστροφής και η καρδιά μου σφίγγεται. Στο τηλέφωνο η μπέμπα μου ζητάει κάθε μέρα ένα δώρο. Το λαχταράει τόσο πολύ που δε θέλω να την απογοητεύσω, μα το budget είναι μικρό. Αποφασίζω να μην πάρω τίποτα – και να της αγοράσω κάτι… εγχώριο την επομένη της αφίξεως μου. «Που είναι το δώρο μου;» «Θα έρθει αύριο, μόνο του». «Γιατί;». «Γιατί όπως πήγαμε ν’ανεβούμε στο αεροπλάνο, γύρισε και μου είπε πως δεν είχε προλάβει να χαιρετίσει τους φίλους του». Με κοιτάζει προσεκτικά. «Αλήθεια;». Τι να κάνω; «Αλήθεια!» της λέω. Η απόφαση  μου πυροδοτεί σύγκρουση στο σπίτι: «Ας της έπαιρνες μια σοκολάτα, να μάθει να μη περιμένει πολλά». 

Ξαφνικά έχω επιστρέψει στην Ελλάδα. 

Τρίτη 15 Νοεμβρίου 2011

Giorgio Gaber - La strada


Tον ανακάλυψα μόλις πριν μισή ώρα.
Να ναι καλά τα παιδιά που σκάρωσαν τη μετάφραση.

Ο δρόμος είναι η μόνη σωτηρία.

Τρίτη 1 Νοεμβρίου 2011

Ατύχημα.

«Είσαι ξύπνιος, Ντέιβιντ;» τον ρώτησε.

«Έτσι νομίζω».

«Μη σηκωθείς», είπε εκείνη. Σ’ ευχαριστώ που κοιμάσαι εδώ».

«Συνήθως έτσι κάνω».

«Δεν είσαι υποχρεωμένος».

«Είμαι».

«Χαίρομαι που το έκανες. Καληνύχτα».

«Καληνύχτα».

«Δε θα με καληνυχτίσεις μ’ ένα φιλι;»

«Φυσικά», είπε εκείνος.

Τη φίλησε και ήταν η Κάθριν, η ίδια όπως ήταν πριν, όταν φάνηκε πως επέστρεφε για λίγο σ’ εκείνον.

«Συγγνώμη που τα έκανα πάλι τόσο χάλια».

«Ας μη μιλάμε γι’ αυτά».

«Με μισείς;»

«Όχι».

«Μπορούμε να ξαναρχίσουμε, όπως το είχα σχεδιάσει στην αρχή;»

«Δεν το νομίζω».

«Γιατί ήρθες εδώ;»

«Γιατί εδώ ανήκω».

«Δεν υπάρχει άλλος λόγος;»

«Σκέφτηκα πως ίσως ένιωθες μοναξιά».

«Ένιωθα».

«Όλοι νιώθουν μοναξιά», είπε ο Ντέιβιντ.

«Είναι τρομερό να ξαπλώνεις με κάποιον στο κρεβάτι και να νιώθεις μοναξιά».

«Δεν υπάρχει κάποια λύση», είπε ο Ντέιβιντ. «Όλα τα σχέδια σου και τα τεχνάσματα σου είναι ανώφελα».

«Δεν τους έδωσα ευκαιρίες».

«Όλα ήταν τρελά, έτσι κι αλλιώς. Έχω βαρεθεί τα τρελά πράγματα. Δεν είσαι η μόνη που έχεις καταρρεύσει».

«Το ξέρω. Δεν μπορούμε, όμως, να ξαναδοκιμάσουμε μόνο μια φορά κι εγώ να είμαι καλή στ’ αλήθεια; Ήμουν σχεδόν».

«Τα σιχάθηκα όλα αυτά, δαίμονα. Τα σιχάθηκα ως το μεδούλι».

«Δεν προσπαθείς, έτσι, για μία ακόμα φορά, και για τις δυο, για κεινη και για μένα;»

«Δεν πρόκειται να πετύχει και σιχάθηκα πια».

«Εκείνη είπε πως περάσατε υπέροχα και πως ήσασταν πραγματικά κεφάτοι και καλοδιάθετοι. Δεν το δοκιμάζεις μια φορά και για τους δυό μας; Το θέλω πάρα πολύ».

«Τα θέλεις όλα πάρα πολύ και μόλις τα αποκτήσεις τελειώνουν όλα και μετά δε δίνεις δεκάρα».

«Ήμουν απλώς υπερβολικά αισιόδοξη αυτή τη φορά, κι έπειτα γίνομαι ανυπόφορη. Σε παρακαλώ, μπορούμε να ξαναδοκιμάσουμε;»

«Πάμε για ύπνο, δαίμονα, κι ας μη μιλάμε άλλο γι αυτό».

«Φίλα με πάλι, σε παρακαλώ», είπε η Κάθριν. «Θα πάω για ύπνο, γιατί ξέρω πως θες να το κάνεις. Πάντα κάνεις όλα όσα θέλω εγώ, γιατί στ’ αλήθεια θέλεις κι εσύ να τα κάνεις».

«Εσύ θες μονάχα ό,τι είναι για σένα, δαίμονα».

«Δεν είναι αλήθεια αυτό, Ντέιβιντ. Τέλος πάντων, εγώ είμαι εσύ κι αυτή. Γι’ αυτό τα έκανα όλα. Εγώ είμαι όλοι. Το ξέρεις αυτό, δεν το ξέρεις;»

«Κοιμήσου, δαίμονα».

«Θα κοιμηθώ. Σε παρακαλώ όμως, πρώτα φίλησε με ξανά για να μην είμαστε μονάχοι, ε;»

(Απόσπασμα από τον "Κήπο της Εδέμ" του Έρνεστ Χέμινγουέι.
Έπεσε όπως έψαχνα κάποια ράφια - δεν θυμάμαι τώρα για τι - και άνοιξε στη σελίδα 257).

Τρίτη 27 Σεπτεμβρίου 2011

Γλυκιά ζωή;


Υπάρχει μια συγκλονιστική σκηνή στην ταινία ‘Συνέντευξη’ που ο Φεντερίκο Φελίνι γύρισε το 1987 ανατρέχοντας στο κινηματογραφικό του παρελθόν. Εκεί, μετά από μια βόλτα στα γραφικά σοκάκια της Ρώμης, ο σκηνοθέτης παρέα με το συνεργείο του και τον Μαρτσέλο Μαστρογιάνι αποφασίσουν να επισκεφτούν την Ανίτα Έκμπεργκ. Την βρίσκουν στο σαλόνι της, ντυμένη πρόχειρα με μια πετσέτα, λες και έχει μόλις βγει από το μπάνιο της (αλλά με περιποιημένα, ολόστεγνα μαλλιά) και εκεί υψώνουν ένα σεντόνι που πάνω του προβάλλεται η Ντόλτσε Βίτα. Η Έκμπεργκ, επιβαρυμένη με κάποια κιλάκια, αλλά σταθερά γοητευτική, δακρύζει βλέποντας τον εαυτό της να τσαλαβουτάει στη Fontana di Trevi. Το ίδιο και ο Μαστρογιάνι, το ίδιο κι εμείς.

Εικοσιτέσσερα χρόνια μετά τη ‘ Συνέντευξη’ (και ακριβώς 50 μετά τη ‘Ντόλτσε Βίτα’), η Έκμπεργκ γιορτάζει σήμερα τα ογδοηκοστά της γενέθλια. Όχι στο σαλόνι της, αλλά σε νοσοκομείο της Ρώμης όπου υποβάλλεται σε φυσιοθεραπεία μετά από επέμβαση στο μηρό. «Πριν ένα χρόνο έσπασα τον αριστερό, μετά, τον Αύγουστο έσπασα το δεξί. Τουλάχιστον η εγχείρηση πήγε καλά, και τώρα προσπαθώ να ξανασταθώ στα πόδια μου. Και να σκεφτείς πως στον Φελίνι άρεσε πολύ ο τρόπος που βάδιζα. Μέσα στη Φοντάνα Ντι Τρέβι , στη διάρκεια των γυρισμάτων , πήγαινα όλη νύχτα πάνω- κάτω χωρίς ποτέ να γλιστρήσω. Ο Μαρτσέλο αντίθετα κρύωνε και έτσι άδειασε ένα μπουκάλι ουίσκι. Έπεσε τρεις φορές. Και τρεις φορές έπρεπε να περιμένουμε να στεγνώσει. Στο τέλος του έδωσαν να φορέσει γαλότσες ψαρά κάτω από το παντελόνι του».

Γεννημένη το 1931, η Έκπμεργκ στέφτηκε μις Σουηδία το 1950 και, μετά από προτροπή της μητέρας της, διαγωνίστηκε και για τον τίτλο της Μις Κόσμος ταξιδεύοντας για τις Ηνωμένες Πολιτείες δίχως να γνωρίζει μια λέξη στα αγγλικά. Δεν κέρδισε τον τίτλο, κέρδισε όμως ένα συμβόλαιο στο πανίσχυρο στούντιο της Universal. Ο Χάουαρντ Χιουζ τη συμβουλεύει να αλλάξει το όνομα της - «το ‘Έκμπεργκ’ προφέρεται δύσκολα», της λέει. «Θα μάθουν να το προφέρουν όταν γίνω διάσημη» του απαντά.

Οι πρώτοι σημαντικοί ρόλοι της ήταν πλάι στους Τζέρι Λιούις και Ντιν Μάρτιν, την εποχή που οι ταινίες τους θέριζαν στα ταμεία. Το πρώτο της βραβείο όμως θα το πάρει για έναν μικρό ρόλο στη περιπέτεια Blood Alley , παραγωγής Τζον Γουέιν, με πρωταγωνιστή τον ίδιο – εκεί θα κερδίσει τη Χρυσή Σφαίρα Β’ Γυναικείου Ρόλου για την ερμηνεία της στο ρόλο μιας… ασιάτισσας. Με τη Ντόλτσε Βίτα όμως είναι που θα αγγίξει τη δόξα. «Ωστόσο δεν ήταν κανένα σπουδαίο φιλμ. Αυτή η ταινία υπάρχει γι αυτή την τρελή σκηνή. Και σε αυτή τη σκηνή ήμασταν εγω και ο Μαρτσέλο. Περισσότερο εγώ, στ΄ αλήθεια, παρά εκείνος. Ήμουν πολύ όμορφη. Το ξέρω. Ο Φελίνι όμως ήταν μια απόλυτη μεγαλοφυϊα. Ποτέ δεν κατάλαβα ποιος ήταν ο πραγματικός λόγος που τον οδήγησε να με διαλέξει για πρωταγωνίστρια στο Ντόλτσε Βίτα. Εντάξει, είχα βγει Μις Σουηδία και αυτό ίσως θα μπορούσε να είναι λόγος για πολλούς σκηνοθέτες, αλλά όχι για εκείνον. Εκείνος διάβαζε στην καρδιά των ηθοποιών και τους καθοδηγούσε σα να ήταν πεταλούδες».

Με την πρώτη της εμφάνιση στο φιλμ, η εικόνα της Έκμπεργκ «σφηνώθηκε» στη συνείδηση των απανταχού κινηματογραφόφιλων, όπως ακριβώς συνέβη ένα χρόνο μετά με την πρώτη σκηνή της Ούρσουλα Άντρες στο «Επιχείρηση Δρ. Νο». Γοητευμένος από τη μορφή της μάλιστα, ο Μπομπ Ντίλαν θα συμπεριλάβει το όνομα της στους στίχους του "I Shall Be Free" που τραγούδησε στο άλμπουμ «The Freewheelin' Bob Dylan» του 1963. Από κει και πέρα, βασισμένη σε αυτή την επιτυχία, πρωταγωνίστησε σε μια μεγάλη γκάμα ταινιών που ξεκινούσαν από τα πανάκριβα ιστορικά έπη όπως το ‘The Mongols’, και… τελείωναν σε φτηνά θριλεράκια σαν το Fangs of the Living Dead’ του 1969 όπου η Έκμπεργκ διέπρεπε σε ρόλο… παρθένας, παγιδευμένης σ’ ένα κάστρο γεμάτο βρικόλακες.

Ο Φελίνι πάντως δεν την ξέχασε, και της χάρισε άλλους δυο ρόλους, στους Κλόουν του 1971 και στη Συνέντευξη του 1987. Και στις δυο ταινίες, η Έκμπεργκ έπαιζε… τον εαυτό της, απόδειξη της λατρείας που έτρεφε ο ιταλός κινηματογραφιστής για την πληθωρική σουηδέζα που ο ίδιος μετέτρεψε σε μύθο και που σήμερα, μετράει τις μέρες περιμένοντας την επιστροφή της στο σπίτι: «Τη νύχτα με παίρνει ο ύπνος καθώς σκέπτομαι το σπίτι μου, τα σκυλιά μου, τα πιο όμορφα στον κόσμο…. Οι μέρες μοιάζουν ατελείωτες. Η τηλεόραση δεν μου αρέσει, βαρέθηκα να ακούω για τις βρωμιές του πρωθυπουργού. Μα, γιατί τον ψηφίζετε όλα αυτά τα χρόνια; Δε λέω, ακόμη και στην εποχή μου υπήρχαν οι συστάσεις, αλλά δεν ήσουν υποχρεωμένος να περάσεις από το κρεβάτι κάποιου για να μπορείς να δουλέψεις».

Παρ'όλα αυτά, η ερωτική της ζωή απασχόλησε συχνά τον Τύπο - λογικό όταν η στρατιά των πρώην συντρόφων σου περιλαμβάνει τους Γκάρι Κούπερ, Γιούλ Μπρίνερ, Φρανκ Σινάτρα και Έρολ Φλιν. «Δεν μου άρεσε να διαλέξω από λίστα με προτάσεις. Πάντα θεωρούσα τον γάμο σαν πολύ ιδιωτική υπόθεση. Με τον Τζιάνι Ανιέλι (σ.σ. ιδιοκτήτη της αυτοκινητοβιομηχανίας Φίατ) κρατούσαμε ένα υπέροχο μυστικό για χρόνια, μέχρι που ένας αγενής δημοσιογράφος τα έγραψε στην εφημερίδα. Με τον σκηνοθέτη Ντίνο Ρίζι ήταν διαφορετικά: ήταν εκείνος που ήθελε μια ιστορία μαζί μου, αλλά ποτέ δεν υπήρξε τίποτε. Εκείνος επέμενε. Έτσι έστειλα ένα φαξ στο σπίτι του. Εγραψα: "Μικρός άνθρωπος, μεγάλος μαλάκας"».

Σήμερα διαβάζω πως νιώθει μοναξιά. «Αλλά δεν παραπονιέμαι. Αγάπησα, φώναξα, τρελάθηκα από ευτυχία. Νίκησα και έχασα. Σήμερα δεν έχω σύζυγο, δεν έχω παιδιά. Εκείνη η καλόγρια (νοσοκόμα) που ήταν πριν εδώ έχει γίνει η καλή μου φίλη». Προς το τέλος της συνέντευξης της, η Ανίτα Έκμπεργκ εκφράζει την επιθυμία για ένα ζεστό καπουτσίνο. «Το μπαρ είναι κάτω στην πλατεία, αλλά δεν υπάρχει κανείς να μου σπρώξει την καρέκλα» λέει. Λείπει και ο Μαρτσέλο να κάνει τη Ρώμη άνω - κάτω.

Μακάρι να ήμουν εκεί Ανίτα.


'

Τετάρτη 7 Σεπτεμβρίου 2011

Melancholia (2011) ( * * * * )


Μελαγχολία. Ελληνικότατη λέξη. Πρωτοακούστηκε τον 5ο αιώνα από τον Ιπποκράτη για τη «μέλαινα» (δηλαδή «κατάμαυρη») «χολή» που εκλύει το συκώτι – θα έπρεπε όμως να περάσουν άλλοι εννέα αιώνες μέχρι οι επιστήμονες να αναφερθούν σ’ αυτήν ως ψυχική ασθένεια λες και η εξέλιξη μας σαν "είδος" ήταν τέτοια... που η χολή κατέληξε να στάζει στη ψυχή μας. Ο Ρόμπερτ Μπάρτον ήταν αυτός που, με την «Ανατομία της Μελαγχολίας» (που εξέδωσε το 1621) μίλησε καθαρά για το δυϊσμό της: από τη μια, έγραψε, μιλάμε για την επιτομή της παράνοιας, από την άλλη όμως και για διανοητική υπεροχή, για μια σπάνια καλλιτεχνική ευαισθησία.

Σαν να μιλούσε για… τον ίδιο το Τρίερ. Τόσες και τόσες εξίσου «κατάμαυρες» ταινίες έχει σκαρώσει ο τρομερός αυτός Δανός, που καιρός ήταν να βαφτίσει μία εξ αυτών «Melancholia». Γιατί, προφανώς, ο τίτλος της υπέροχης νέας δουλειάς του δεν αφορά μονάχα τη μελαγχολία των ηρωίδων αλλά και τη δική του. Από την πρώτη ονειρική σεκάνς μέχρι την τελευταία, η οθόνη πλημμυρίζει με εικόνες μοναδικής εικαστικής ομορφιάς: κάδρα ρομαντικά, εξπρεσιονιστικά, συνοδευόμενα από το μουσικό θέμα που ο Βάγκνερ έγραψε για το «Τριστάνος και Ιζόλδη», κάδρα που απεικονίζουν, μεταξύ άλλων, και το τέλος του κόσμου. Γιατί περί αυτού πρόκειται. Του Τέλους μέσα από τα μάτια δυο γυναικών – δηλαδή μίας. Οκ, σας μπέρδεψα. Το πιάνω απλά και από την αρχή.

Η ταινία χωρίζεται σε δυο μέρη, δυο κεφάλαια που το καθένα φέρει ως τίτλο το όνομα των ηρωίδων. Στο πρώτο έχουμε τον χλιδάτο γάμο της Ζιστίν. Καλεσμένοι, λούσα, συγγενείς, αφεντικά, πρόσωπα χαμογελαστά. Κι εκείνη παίζει το ρόλο όσο πιο καλά μπορεί. Και μπορεί να τον παίξει – όχι όμως και να τον αντέξει. Το ποιος της τον επέβαλε δεν τίθεται καν ως ερώτημα μιας και η επιβολή είναι τόσο ξεκάθαρη: όλοι είναι ένοχοι. Οι ρωγμές στο ερμηνευτικό της σύστημα αρχίσουν να φαίνονται. Ο γάμος πάει στα κομμάτια. Και όλοι πληρώνουν την αδιαφορία τους απέναντι στα δικά της θέλω, πληρώνουν το ερέθισμα των ενοχών της, το ύψωμα των αδιεξόδων της. Ακριβά, ναι, αλλά αυτή είναι η ζωή (αυτή είναι η ζωή;).

Στο δεύτερο, η Ζιστίν, σε βαριά κατάθλιψη πλέον, μένει μαζί με την αδελφή της, την Κλαιρ, και τον κυνικό της σύζυγο. Όλοι μαζί, περιμένουν τη διέλευση του πλανήτη Μελαγχολία δίπλα από τη Γη. Η Ζιστίν ψύχραιμή και προετοιμασμένη. Η Κλαιρ εντελώς φρικαρισμένη. Ο πλανήτης Μελαγχολία ενδέχεται και να συνθλίψει τον κόσμο. Δυο γυναίκες, δηλαδή οι δυο όψεις της γυναικείας φύσης (που όμως πλέον, απ’ όπου κι αν την «πιάσεις» είναι το ίδιο λαβωμένη) περιμένουν το τέλος. Παραδομένες. Και σταθερά καταδικασμένες.

Το Τέλος μοιάζει αναπόφευκτο. Το μαρτυρούν όχι μόνο τα αστέρια, αλλά και τα ρημαγμένα γυναικεία κορμιά που κείτονται στη Γη (πόσο αφελείς μοιάζουν πλέον οι κατηγορίες για «μισογυνισμό» που έχει δεχτεί ο Τρίερ κατά καιρούς…). Αποκαθηλώνοντας τη ζωή (δηλαδή τη Γυναίκα) οδηγηθήκαμε στην ανυπαρξία. Βλέπετε, δεν είναι «ρέκβιεμ» η ταινία του Τρίερ, αλλά μοιρολόι παραδομένο στο καθαρό συναίσθημα. Μην έχετε ψευδαισθήσεις, το “Melancholia” δεν φλυαρεί, δεν παραπαίει ανάμεσα στα σύμβολα του, δεν «διδάσκει» και δεν φιλοσοφεί. Αντιθέτως, χτυπάει κατευθείαν στη ψυχή. Και ενώ αυτή ραγίζει μπροστά σε με μια τελευταία, κυριολεκτικά, εικόνα που κανείς, κανείς στην αίθουσα δεν πρόκειται να ξεχάσει, ο ελεήμων άθεος Τρίερ της χαρίζει την ανυπαρξία μ’ ένα τελευταίο χτύπημα.

Παρασκευή 19 Αυγούστου 2011

Οι Παρασκευές στο γραφείο είναι λίγο παράξενες.


Προσπαθώ να φέρω στο νου μου τις Παρασκευές στο σχολείο. Επιτέλους, δυο νύχτες "ελεύθερες" - χτυπούσε το τελευταίο κουδούνι κι εγώ ξαλάφρωνα, έστω και για λίγο.
Και σήμερα στο γραφείο... δεν είναι ακριβώς έτσι. Γιατί, πολύ απλά, μετά από κάποια χρόνια, ο χώρος εργασίας σου προσφέρει και μια μικρή ψευδαίσθηση "ασφάλειας". Τριγύρω μου, "πιάνω" κάποια βλέμματα ελαφράς μελαγχολίας. Του τύπου, "θα προτιμούσα να ήμουν εδώ και αύριο". Δεν είναι όλοι έτσι βέβαια! Και κάποιοι την κάνουν για τις διακοπές τους με περισσή χαρά.
Απλώς, μερικές φορές σκέφτομαι πόσο έχω αλλάξει.

On a side note, το έριξα στη Herencia χθες. Κίτρινη. Στη κατάψυξη από το προηγούμενο πρωί. Έκοψα και πορτοκαλάκι, έβαλα και ένα πιατάκι με μαύρη ζάχαρη στην άκρη και άραξα στο μπαλκόνι. Όλα τελετουργικά κι ωραία. Το μόνο που έλειπε ήταν η μουσική. Η διάθεση να μιλήσεις, γυμνός και άφοβος, για τα πάντα. Και όποια γαλήνη απορρέει απ'αυτήν.

Y.Γ.: Δημήτρη, αν το διαβάζεις αυτό, περαστικά και καλή δύναμη.

Τετάρτη 17 Αυγούστου 2011

David Lynch - Dark Night Of The Soul

Ναι ναι ξέρω,τι έγινε ρε φίλε, σε μπουντρούμι σε είχαν;

Είχα πάρει μυρωδιά τις τραγουδιστικές απόπειρες του Ντέιβιντ Λιντς, και κάποιες τις είχα ψιλο-ακούσει κιόλας. Αλλά αυτό εδώ με πέταξε στα βράχια που λένε. Περιμένω τον επικείμενο δίσκο πως και πως. Αν βγει μάλιστα σε βινύλιο... και κυκλοφορήσει σε μια λογική τιμή,
τον έχω λιώσει.

Aκούστε τούτο εδώ.



Λες και βούτηξες το mp3 playerτης γυναίκας πίσω από το καλοριφέρ.

Δευτέρα 15 Αυγούστου 2011

Δεν ωφελεί να τρέχει κανείς, απλώς ν' αναχωρεί εγκαίρως.


Σκαλίζω αυτές τις μέρες ένα βιβλίο για την Ιταλική Κωμωδία. Έχω άπειρα - είναι το αγαπημένο μου φιλμικό ιδίωμα βλέπετε - αλλά αυτές τις μέρες ξανάπιασα αυτό. Γενικώς, όταν δεν είσαι και πολύ στις καλές σου, βοηθά να επιστρέφεις σε κάτι που αγαπάς, σε κάτι γνώριμο. Σκάλωσα με μια ανάλυση για το "Η κυρία και ο ναύτης" της Λίνα Βερτμίλερ που επιβεβαίωσε τη γνώμη μου για το φιλμ. Έλεγε πως η "κυρία" είναι η μόνη που γνωρίζει καλά πως ο έρωτας της για το ναύτη θα μπορούσε να ανθήσει μόνο σε έναν τόπο μακριά από κάθε κοινωνική σύμβαση - γιατί η ίδια η κοινωνία θα έπρεπε να καταστρέψει μια τέτοια σχέση για να διατηρήσει τη συνοχή της. Και πως η ηρωίδα κατανοούσε πλήρως την παντοδυναμία αυτής της αναγκαιότητας - ως εκ τούτου, ο ναύτης είναι εντελώς ηλίθιος όταν αποφασίζει (παρά τις έντονες αντιρρήσεις της) να φωνάξει για "βοήθεια" στο περαστικό πλοίο ούτως ώστε να αφήσουν "επιτέλους" το ερημονήσι τους και να "δοκιμάσουν" τα όρια της σχέσης τους στο 'εδώ και τώρα'. Φυσικά, κάνει το λάθος της ζωής του. Είδατε; Φεμινιστικό, τελικά, το φιλμ.


Η comedia all'italiana έχει ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό: οι ήρωες τις σου επιτρέπουν να τους αγαπήσεις γι αυτό που είναι. Και η ίδια, είναι σκληρή με τους ήρωες της γιατί δεν φοβάται να τους κοιτάξει στα μάτια και να σπάσει πλάκα μαζί τους, πολλές φορές ερήμην τους. "Οποιαδήποτε απουσία συναισθήματος υποδηλώνει ευφυΐα" έλεγε ο Μονιτσέλι (που έφυγε έτσι), "και γι αυτό, ανάμεσα στο γέλιο και στη τραγωδία, πάντα θα προτιμώ το πρώτο". Υπάρχει μια γενναιότητα εδώ στην οποία, Διάολε, στέκεσαι Προσοχή.


Γράφω αυτές τις γραμμές ακούγοντας (μαντέψτε) Johnny Hallyday.
Εκείνο το τραγούδι που λέγεται "L'envie" - σε εκτέλεση τωρινή. Έχει αυτό το ρεφρέν:

On m'a trop donné bien avant l'envie
J'ai oublié les rêves et les merci
Toutes ces choses qui avaient un prix
Qui font l'envie de vivre et le désir
et le plaisir aussi...
Qu'on me donne l'envie?
L'envie d'avoir envie?
Qu'on rallume ma vie?

Το τραγουδάει ακόμη και το εννοεί, στα 68. Φορτωμένος με καταχρήσεις παντός είδους, απόπειρες αυτοκτονίας, χωρισμούς και παρ' ολίγο θανάτους, συμμετέχει σε κάθε τι που έχει ορίσει η "δημοσιότητα" του, αλλά "είναι" ακόμα εκεί. Κάθε φορά που το λέει στη σκηνή, υποκλίνεται σε κάτι που τον ξεπερνά. Κι εδώ αναγνωρίζω την ίδια γενναιότητα.

Γιατί σε κάθε τι που αγαπήσαμε
υπάρχει ένας συνδετικός κρίκος
- με κάποιο τρόπο όλα ενώνονται.

Μερικές φορές τον αγνοούμε. Άλλες φορές μας αποκαλύπτεται και μένουμε κάγκελο.
Όπου σκάμε ένα χαμόγελο και προχωρούμε - άλλες φορές εξαφανιζόμαστε κιόλας. Στις δε καλές μας, σκεφτόμαστε πως αυτά τα ίχνη ξέμειναν στο χιόνι από την εκδοχή ενός Εαυτού που ξέρει.

Κι έτσι τα ακολουθούμε.




Πολύς κόπος...


Αυτά, λέει, σας άρεσαν:

Ετικέτες