Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κουλούρα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κουλούρα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 2 Οκτωβρίου 2013

Iron lady (2011) ( 0 )


Οι Σοβιετικοί υπήρξαν μετρημένοι στα λόγια τους - γενικώς δεν μιλάμε για έναν από τους πλέον "ομιλητικούς" λαούς. Ως εκ τούτου, κάθε τους λέξη είχε τη δική της βαρύτητα. Όταν λοιπόν έβγαζαν το παρατσούκλι "Σιδηρά Κυρία" για την Μάργκαρετ Θάτσερ ήξεραν καλά τι εννοούσαν: Στα χρόνια που βάστηξε η πρωθυπουργία της (από το 1979 μέχρι το 1990!), η χώρα άλλαξε πρόσωπο: Στα μάτια των οπαδών της, είναι η ηρωϊδα των Φόλκλαντς, η γυναίκα που κατατρόπωσε τον παγκόσμιο κομμουνισμό, η υπέρμαχος της ελεύθερης αγοράς, η πολιτικός που συνέτριψε τα πανίσχυρα συνδικάτα. Υπήρχε όμως και ένα πλήθος Βρετανών που είδε τις ζωές του να καταστρέφονται. Γι αυτούς, η Θάτσερ θα είναι, δικαίως, η αιώνια "σκύλα" που διέλυσε το κοινωνικό κράτος, βύθισε χιλιάδες Βρετανούς στην απόλυτη φτώχεια και ανεργία, και… ενέπνευσε άπειρους καλλιτέχνες: Από τους punks “Exploited” που την απεικόνισαν αγκαλιά με το… Χάρο, στο δίσκο τους “Death before dishonor”, τον Morrisey που την ίδια χρονιά έγραψε το "Margaret on the Guillotine" μέχρι το θεατρικό μιούζικαλ "Billy Elliot", όπου οι πρωταγωνιστές τραγουδούν: "Καλά Χριστούγεννα, Μάγκι Θάτσερ, σήμερα γιορτάζουμε γιατί είναι μια μέρα πιο κοντά στο θάνατό σου".

Η Φιλίντα Λόιντ λοιπόν, αποφάσισε να γυρίσει μια ταινία γι αυτήν. «Εξαρχής για μένα η ταινία αυτή δεν ήταν πολιτική» δηλώνει η ίδια, «αλλά σχεδόν σεξπηρική, με την έννοια του μεγάλου ηγέτη που είναι ταυτόχρονα γεμάτος με τόσα ελαττώματα, μια ιστορία για το τί συμβαίνει σ’ έναν άνθρωπο που σφύζει κι ολοκληρώνεται μέσω της δουλειάς του, όταν αυτή φτάνει ξαφνικά σ' ένα τέλος ταυτόχρονα όμως καθρεφτίζει τις ζωές μας - ακόμη κι αν δεν έχουμε ζήσει μια ζωή σαν της ηρωίδας - γιατί μιλάει για το τί θα μας συμβεί όταν βρεθούμε ξαφνικά γερασμένοι και ανήμποροι».Τρίχες κατσαρές. Πρώτον γιατί, ό,τι και να κάνεις ρε Φιλίντα, όλες οι ταινίες είναι πολιτικές, είτε το θέλουν, είτε όχι. Τι να κάνουμε, δεν κουνιέται αυτό! Κάθε ταινία έχει το δικό της πολιτικό αποτύπωμα, και το να δηλώνει κάποιος πως το "αγνοεί", κάνοντας σινεμά, είναι σαν να καταπιάνεται με τη Φυσική και να αγνοεί τη βαρύτητα. Εσύ όμως Φιλίντα τυγχάνει να είσαι επίτιμη διδακτόρισσα του Σύγχρονου Θεάτρου στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης. Οπότε μας δουλεύεις κανονικά - ξέρεις πολύ καλά και τη σημασία του δράματος και τις αναπόφευκτες πολιτικές του προεκτάσεις. Είσαι δηλαδή ψεύτρα.

Τι λέει λοιπόν η Σιδηρά Κυρία; Για την ακρίβεια, τι κατορθώνει να πει. Μόνο ένα πράγμα: ότι ο κόσμος είναι αχάριστος. Κοιτάχτε καλέ πως παράτησαν μόνη της την καημένη τη γυναικούλα που παλεύει με το αλσχάιμερ. Κοιτάχτε πως παλεύει με τις αναμνήσεις τις, χαζεύοντας βιντεάκια των αχάριστων παιδιών της. Κοιτάχτε πως προσπαθεί να ξεφύγει απο την τρέλα, αυτή η γυναίκα που κάποτε ήταν ο φόβος και ο τρόμος του Βρετανικού Κοινοβουλίου. Και - το σημαντικότερο - κοιτάχτε πως είναι να δίνεις αγώνα για τα Πιστεύω σου!

Δηλαδή, η Θάτσερ ήταν ιδεολόγος.

Ε, όπως παρουσιάζεται εδώ, ναι, ιδεολόγος δείχνει η γυναίκα. Έλα όμως που για να το δείξεις αυτό, πρέπει να αποκρύψεις από τους θεατές το ότι η οικογένεια της "τσέπωσε" 20 εκατομμύρια λίρες από τις εμφύλιες διαμάχες της Σαουδικής Αραβίας - ο γιος της βλέπετε διατηρούσε εργοστάσιο όπλων στη Νότιο Αφρική. Για παρόμοιους λόγους δεν σήκωσε το δαχτυλάκι της όταν ένας βρετανός δημοσιογράφος της Observer εκτελέστηκε από τον Σαντάμ Χουσείν το 1989 - ενώ την άκουσαν μέχρι το Κρεμλίνο όταν τα'χωνε στους Σοβιετικούς που τόλμησαν να την πέσουν στο Αφγανιστάν. Και, την ίδια στιγμή, παρουσιαζόταν στον Τύπο ως άμεμπτη, ακέραιη και καλή νοικοκυρά (έκανε μόνη της τις δουλειές του σπιτιού πλην ελαχίστων εξαιρέσεων). Και φυσικά για να διατηρείς τη θέση σου σε ένα κόλπο, πρέπει ενίοτε να κάνεις τα στραβά μάτια απέναντι σε δικτάτορες κολλητούς, στις τράπεζες που κερδίζουν απ'αυτούς και στους βιομήχανους από τους οποίους ζουν. Αυτό βρε Φιλίντα δεν είναι ιδεολογία, απάτη είναι.

Μήπως μαθαίνουμε, τουλάχιστον, κάτι για τη Θάτσερ ως άνθρωπο; Σας το ορκίζομαι, τιποτα απολύτως. Δεν έχουμε καμία ιδέα περί του τι μητέρα ή σύζυγος υπήρξε η Θάτσερ, τίποτα απ'όλα αυτά δεν απασχολεί την Λόιντ. Σου λέει, ήταν ένα πλάσμα αντιθέσεων. Ε, παρ'το και βγάλε νόημα. Την βλέπεις να μειώνει τον Υπουργό Οικονομικών της, από το πουθενά (δεν έχει προηγηθεί καμία σκηνή που να εκθέτει την εριστική συμπεριφορά της) και σου λέει, ήταν και αυτό. Οπότε τι απομένει; Η μελοδραματική κλάψα. Η Θάτσερ και το φάντασμα του νεκρού της, πολυαγαπημένου άντρα. "Μη φύγεις" του λέει, καθώς η παραίσθηση χάνεται στο φως. Λίγο μετά σκέφτεσαι πως, μερικές φορές, όντως το δάκρυ σου στην αίθουσα πουλιέται πολύ φτηνά. Και στο τέλος, σου "σκάει" και η κοινωνική συγκυρία: σε μια περίοδο οικονομικής κρίσης όπου τα εργασιακά δικαιώματα καταργούνται το ένα μετά το άλλο, οι φόροι ανεβαίνουν σε δυσθεώρητα - σε σχέση με τους μισθούς μας - ύψη, και οι μεγαλοχρηματιστές τσεπώνουν δισεκατομμύρια εις βάρος μας, να σου και ένα φιλμ που σου λέει "μην αντιδράς ρε, είναι καλό να σε πηδάνε και να σε εκμηδενίζουν κοινωνικά, γιατί έτσι δυναμώνουν οι εθνικές οικονομίες - δες τι κατάφερε η Θάτσερ!". Και βγαίνεις από την αίθουσα βρίζοντας.

Τι είπατε; Ναι, η ερμηνεία της Μέριλ Στριπ είναι πολύ καλή. 

Ε, στ'αρχίδια μου.

Πέμπτη 15 Δεκεμβρίου 2011

Michael (2011) ( 0 )



Ο σκηνοθέτης Μάρκους Σλάιζνερ είναι, λέει, βοηθός του Χάνεκε. Και το Michael, η πρώτη του ταινία που βρέθηκε κατευθείαν στο Διαγωνιστικό του Φεστιβάλ των Καννών, είναι αυτό ακριβώς: η ταινία του βοηθού του Χάνεκε. Έχει όλα τα αισθητικά γνωρίσματα που κουβαλά το σινεμά του μεγάλου Αυστριακού, και επικαλείται το ίδιο έρεισμα, ξεκινώντας από ένα δύσκολο θέμα: την παιδεραστία.

Ούτε ο πρώτος είναι βέβαια, ούτε ο τελευταίος που καταπιάνεται με δαύτη. Yπάρχει το Happiness του Τοντ Σόλονζ, το Mysterious Skin του Γκρεγκ Αράκι, το War Zone του Τιμ Ροθ - ακόμα και το Σκοτεινό Ποτάμι του Κλιντ Ίστγουντ ξεκινάει απ' αυτή. Συμπτωματικά, όλες οι ταινίες που προανέφερα είναι αριστουργήματα. Κάτι που δε συμβαίνει με το Michael. Όχι επειδή το ταλέντο του Σλάιζνερ δεν είναι ανάλογο του αφεντικού του (συγγνώμη, αλλά αν κάνεις καριέρα ως "βοηθός" κάποιου, τότε αυτός ο "κάποιος" τι σου είναι;) αλλά επειδή το Michael είναι μια εντυπωσιακά κούφια ταινία. Άδεια αλλά και κατ'επίφαση σημαίνουσα, αυτό το είδος των ταινιών που θεωρούν ότι όσο πιο πολύ "και καλά" ουδέτερες παραμένουν απέναντι σε οτιδήποτε πιο φρικτό φιλμογραφούν, αυτομάτως οι προθέσεις τους είναι "έντιμες" και "σοβαρές". Η οικονομική κρίση βλέπετε, επηρεάζει τους πάντες και τα πάντα: ακόμη και το αντίτιμο των Φεστιβαλικών ευσήμων έχει ακριβύνει επικίνδυνα.

Όταν όμως το κεντρικό πρόσωπο της ιστορίας σου είναι ένας τύπος που φυλακίζει και γαμάει παιδιά, απαιτώ από εσένα να έχεις και κάτι να πεις. Κάτι. Οτιδήποτε. Κι αν δεν έχεις και κάτι ουσιαστικό να πεις, έστω στήσε ένα κάποιο δράμα. Το Michael είναι ολοκληρωτικά κενό οποιασδήποτε σημειολογικής παράθεσης, και επειδή παριστάνει το αντίθετο είναι φιλμαρισμένο αποστασιοποιημένα και παγερά - έτσι που να καταργεί το όποιο suspense. Μια τρύπα στο νερό δηλαδή. Και όλα τα άλλα περί "γενναιότητας" και άλλες τέτοιες μαλακίες που διαβάζω, είναι για γέλια: σιγά τη γενναιότητα που απαιτείται για να κάνει το Φεστιβαλικό κομμάτι του ένας εστέτ απατεώνας που φιλμάροντας έναν τύπο να αμολάει την πούτσα του απέναντι σ'ένα 10χρονο εξαργυρώνει τον εξίσου ενοχλητικό εστετισμό των άλλων.

Πέμπτη 5 Μαΐου 2011

Pieds nus sur les limaces / Lily sometimes (2010) ( 0 )


Υπάρχει μια πολύ ασαφής και θολή άποψη περί του τι είναι αποδεκτό και τι όχι. Ο γνώμονας βλέπετε, δεν είναι ποτέ σταθερός. Για μερικούς, μόνο αποδεκτό κριτήριο είναι αυτό που επιτάσσει η κοινωνία. Για κάποιους άλλους, τα πάντα είναι υποκειμενικά και συζητήσιμα, ειδικά σε ότι αφορά ζητήματα διαταραγμένων ψυχών.

Αυτό που δε σηκώνει κουβέντα πάντως είναι η ψυχική διαταραχή της ηρωίδας του φιλμ που σκάρωσε η Φαμπιέν Μπερτό, της Λίλι, μιας γυναίκας που συμπεριφέρεται με την ανευθυνότητα ενός 5χρονου αλλά γνωρίζει πολύ καλά τις συμβάσεις της ενήλικης ζωής τις οποίες και βάζει στην άκρη. Το δελτίο τύπου της ταινίας το βλέπει διαφορετικά. Είναι, μας λέει, «ελεύθερη, χωρίς συμβιβασμούς και αναστολές, ζει μόνο για τη στιγμή, σε αρμονία με τη φύση και δε δέχεται υποδείξεις από κανένα». Οι μέθοδοι που χρησιμοποιεί για να βροντοφωνάξει την ανεξαρτησία της; Να σας πω, μεταξύ άλλων, κάνει ελεύθερο έρωτα με όποιον προσφέρεται και δολοφονεί τα κατοικίδια αυτών που απεχθάνεται. Αλήθεια, δεν το βγάζω από το κεφάλι μου.

Το χαριτωμένο της υπόθεσης είναι ότι η σκηνοθέτιδα βλέπει στο πρόσωπο της δυστυχισμένης αυτής κοπέλας μια επαναστάτρια που τολμά να υψώσει το κεφάλι σε έναν σκληρό και άδικο κόσμο που, συνήθως, διοικείται από φρικτά καταπιεστικά αρσενικά. Πίσω από την φροντισμένη αισθητική, την μετρημένη – σε ότι αφορά τις αφηγηματικές τεχνικές της – σκηνοθεσία και τις συντονισμένες ερμηνείες, κρύβεται, όχι και τόσο προσεκτικά, μια δύσοσμη μισανδρία που αγκαλιάζει τις αφελείς απόψεις της Φαμπιέν περί «διαφορετικότητας». Το ζήτημα της αποδοχής όμως έχει δυο όψεις: όταν μου προβάλεις έντονα την «ιδιαιτερότητα» σου και εγώ την αποδέχομαι, σιωπηλά συμφωνείς να πράξεις το ίδιο. Στην αντίθετη περίπτωση, το ζήτημα δεν είναι η διαφορετικότητα, αλλά η επιβολή.

Έτσι, η Λίλι επιβάλλεται στη Κλάρα, τη μεγάλη αδελφή της που, μετά το θάνατο της μητέρας τους, προσπαθεί να φέρει βόλτα γάμο και δουλειά, παράλληλα με τις παραξενιές της αδελφής της, την οποία και αρνείται να κλείσει σε ψυχιατρικό ίδρυμα. Και, ως αποτέλεσμα αυτής της επιβολής, η Κλάρα θα πετάξει στο καλάθι των αχρήστων όλες τις συμβάσεις της καταπιεστικής δυτικής ζωής, όπως οι άνδρες της την επέβαλαν, και θα φύγει στο άγνωστο με τη Λίλι, πουλώντας χειροποίητες μαρμελάδες και παντόφλες. Αν αυτά σας φαίνονται σοβαρά, σηκώνω τα χέρια ψηλά.

Τετάρτη 9 Μαρτίου 2011

Just go with it (2011) ( 0 )



Αν δεν διάβαζα κάπου πως το Just Go With It βασίζεται στο «Λουλούδι του κάκτου» δεν θα το έπαιρνα πρέφα με τη καμία. Λογικό – προσέξτε διαδρομή: οι Πιέρ Μπαριγιέ και Ζαν-Πιέρ Γκρεντί έγραψαν το πρωτότυπο θεατρικό έργο. Το οποίο διασκεύασε ο Έιμπ Μπάροους για τα αμερικάνικα σανίδια. Στη συνέχεια, ο σεναριογράφος Ι.Α.Λ. Ντάιμοντ σκάρωσε ένα σενάριο για τη μεγάλη οθόνη (σε μια ταινία όπου πρωταγωνιστούσαν οι Γουόλτερ Ματάου, Γκόλντι Χον και Ίνγκριντ Μπέγκμαν). Και τώρα, οι βασικοί συνεργάτες του Σάντλερ υπογράφουν μια νέα εκδοχή του. Περίπου σαν τα 5ης και 6ης γενιάς VHS αντίγραφα σπάνιων ταινιών τρόμου που χαζεύαμε στην εφηβεία μας , τρίβοντας τα μάτια μας από τον πόνο, χρόνια πριν την έλευση του dvd.

Έτσι, όποια φρεσκάδα είχε απομείνει στο έργο, εδώ έχει πάει περίπατο. Το σκηνικό της Χαβάης, ξένοιαστο και χαλαρό, είναι ο πλέον ακατάλληλος καμβάς για μια κωμωδία τέτοιου τύπου, όπου τα πάντα πρέπει να είναι ελεγχόμενα. Τα καλαμπούρια, χοντροκομμένα και αφελή και η Νικόλ Κίντμαν αξιολύπητη στην κυριολεξία, έτσι όπως παριστάνει το σπαστικό καρτούν, προσπαθώντας η καημένη να συντονιστεί με τις απαιτήσεις του παραγωγού Άνταμ Σάντλερ, που όμως ξέρει πολύ καλά που απευθύνεται: η ταινία σημείωσε περίπου 90 εκατομμύρια δολάρια σε εισπράξεις στις ΗΠΑ και αναμένεται να τα πάει εξίσου καλά και στον υπόλοιπο κόσμο.

Ο Σάντλερ είναι περίπου σαν το μπέιζμπολ – ένα καθαρά αμερικάνικο φαινόμενο (αν δεν υπήρχαν τα multiplex, οι ταινίες του δεν θα έκαναν εισιτήρια στην Ευρώπη – ένας λόγος παραπάνω για να σταθείτε σκεπτικοί απέναντι στη φύση της αναγκαιότητας τους). Διαθέτει την κοψιά και το ύφος του καπάτσου guy-next-door, του λαϊκού Αμερικάνου που χλευάζει οτιδήποτε «κουλτουριάρικο», ακριβώς επειδή έχει «πιάσει το νόημα της ζωής». Όταν λοιπόν, στη σκηνή του δείπνου, χτυπά το κινητό του Ντέιβ Μάθιους με ring-tone το… Κάρμινα Μπουράνα και ο Σάντλερ του λέει για πλάκα «σε ψάχνει ο τύπος από την “Προφητεία”», το αστείο λειτουργεί ακριβώς επειδή ο χαρακτήρας του αγνοεί τον Καρλ Ορφ και πιάνεται από μια αναφορά στην Αμερικάνικη κουλτούρα. Ο Σάντλερ ξέρει ότι το κοινό του θα προτιμούσε να μην μάθει ποτέ ποιος είναι ο Καρλ Ορφ – και δεν έχει καμία διάθεση να το διδάξει. Σε κάθε του κωμωδία επιθυμεί να αναδείξει την καλοσύνη και την σοφία του whiter-than-white-male-American που θριαμβεύει σε πείσμα των κομπλεξικών, ξιπασμένων, καλοντυμένων, καλλιεργημένων, Ευρωπαίων, μουσουλμάνων (θυμηθείτε το Dont Mess With The Zohan), και γενικώς όλων των υπολοίπων, σε παγκόσμια κλίμακα.

Και αυτό είναι που έρχεται να ισοπεδώσει, σαν οδοστρωτήρας, ότι όμορφο θα μπορούσε να μείνει από τις στιγμές του με την Τζένιφερ Άνιστον, η οποία μόλις και μετά βίας σώζεται από αυτήν εδώ τη νερόβραστη σαχλαμάρα.

Πέμπτη 24 Φεβρουαρίου 2011

No Strings Attached (2011) (0)


Fuck buddy.
Άλλος ένας ορισμός που επέκτεινε το υπερατλαντικό μας λεξιλόγιο.

Φίλος δηλαδή με τον οποίο πηδιέμαι κιόλας, χωρίς καμία δέσμευση, άρα και χωρίς πόνο. Δεν είναι βέβαια απαραίτητα φυγόπονο το ζήτημα: μπορεί και να θες να πηδήξεις μια φίλη σου επειδή τη βρίσκεις ωραία, όχι επειδή τη βρίσκεις ενδιαφέρουσα. Εδώ όμως υπάρχει μια αντίφαση: γιατί να διατηρείς φιλικές σχέσεις με μια κοπέλα που δε βρίσκεις ενδιαφέρουσα; Μόνο και μόνο επειδή έχει ωραία βυζιά; Ερώτημα το οποίο, στη θηλυκή εκδοχή του, αποκρίνεται και στις γυναίκες αναγνώστριες αυτού του κειμένου. Γιατί αν είναι έτσι, εμπρός, ας γλυτώσουμε χρόνο, ας ξεφορτωθούμε την υποκρισία κι ας αρχίσουμε να πηδιόμαστε αδιακρίτως. Αρκεί να είμαστε έτοιμοι να φάμε και τη χυλόπιτα – υπάρχει πάντα κάποιος ομορφότερος. Κι επειδή υπάρχει πάντα κάποιος ομορφότερος, για να γλυτώσεις την παράνοια το δέχεσαι. Και ελπίζεις στην τωρινή ή την επόμενη σχέση να κριθείς γι αυτό που είσαι, όχι συγκριτικά με κάποιον άλλο. Ε και με τους φίλους αυτό γίνεται πιο εύκολα, καταλάβατε;

Αυτά αφήνοντας εντελώς απ'έξω το ζήτημα του έρωτα που όλα τα μπερδεύει και κάποιους μας τρομοκρατεί. Γιατί ο έρωτας προϋποθέτει εμπιστοσύνη που ο χρόνος και η ζωή λαβώνουν. Για τους ίδιους λόγους τρομοκρατεί και τους Νάταλι Πόρτμαν και Άστον Κάτσερ στην ολοκληρωτικά αδιάφορη  κωμωδιούλα αυτή που σκηνοθέτησε ο κάποτε δαιμόνιος και τώρα ασθμαίνων δημιουργικά Ιβάν Ρέιτμαν. Που κάνει μια προσπάθεια να ερμηνεύσει αυτό το φόβο, με απλοϊκές φροϋδικές αναφορές, από αυτές που συνηθίζονται στα φιλμ του είδους (του τύπου, «επειδή ο μπαμπάς δεν στέριωσε με καμία, ας μη στεριώσω κι εγώ», καταλαβαίνετε).

Φυσικά δεν πας να δεις μια ρομαντική κομεντί για να την πάρεις τόσο στα σοβαρά!

Πας και για να διασκεδάσεις, να σαγηνευτείς και να ελαφρύνεις. Και σε κάθε καλή rom-com αναζητάς το καλό πρωταγωνιστικό ζευγάρι που θα σε ξεμυαλίσει. Κρίμα που η ταινία δεν το διαθέτει: τα φιλιά των Άστον Κάτσερ και Νάταλι Πόρτμαν δείχνουν πιο πέτσινα και από γκολ του Ολυμπιακού. Όταν λοιπόν δεν υπάρχει χημεία, ε, να τα χέσεις τα υπόλοιπα. Α, και μια τελευταία παρατήρηση: Η Νάταλι Πόρτμαν είναι και γαμώ τις ηθοποιούς, αλλά τη χαριτωμένη δεν μπορεί να την παίξει. Κρίμα όμως που και η ταινία δεν απαιτεί κάτι περισσότερο απ’ αυτήν.

Πέμπτη 20 Ιανουαρίου 2011

Το Πέταγμα Του Κύκνου (2011) ( 0 )


Το ερώτημα εδώ και καιρό παραμένει: βλέπουν σινεμά οι Έλληνες σκηνοθέτες; Παρακολουθώντας το Πέταγμα Του Κύκνου στα Village, μια επίπονη και πολύ στενάχωρη εμπειρία, πιστέψτε με, έχεις την αίσθηση πως ο Νίκος Τζίμας όχι μόνο δεν έχει δει σινεμά τα τελευταία 30 χρόνια, αλλά έχει ξεχάσει και αυτό που ήξερε. Η ταινία του ουρλιάζει το αντικαπιταλιστικό της μήνυμα με την ένταση ενός Αμερικανού τηλεοπτικού ιεροκήρυκα, και διαθέτει εξίσου χαμηλή αισθητική: ντουμπλάζ εξουθενωτικό, εξίσου κακότεχνο με τα ψηφιακά εφέ "καταστροφής" και τα περκουκίνια των ηθοποιών, μια επιμονή στην Αγγλική γλώσσα που δικαιολογείται μόνο αν την “μεταφράσεις” με την λογική των (φτηνιάρικων) διεθνών συμπαραγωγών των 70s – τότε δηλαδή που ο Λάρι Χάγκμαν του “Ντάλας” ήταν πασίγνωστος.

Ο σκηνοθέτης, στο “σημείωμα” του, δηλώνει πως βάσισε την ταινία του στην Αριστοτελική αρχή της τραγωδίας. Το πνεύμα που υπάρχει "από κάτω" (ότι δηλαδή, αυτοί που θάβουν την ταινία μου δεν ξέρουν από Αρχαία Τραγωδία - άρα την θάβουν από αγραμματοσύνη) ας το ξεχάσουμε. Να πούμε όμως ότι για να επιτευχθεί κάτι τέτοιο, πρέπει ο θεατής να μπορεί να ταυτιστεί ή έστω να “νιώσει” κάτι από το δράμα του ήρωα του – καθώς αυτός οδεύει στον θάνατο ή στη λύτρωση (ή και στα δυο). Εδώ όμως δεν υπάρχει ήρωας, όπως δεν υπάρχουν χαρακτήρες: είναι όλοι τους, κακέκτυπα και κακογραμμένες καρικατούρες, απλουστευμένες και ανύπαρκτες – με κορυφαίο παράδειγμα αυτόν: Έναν αγωνιστή του polytechnio (να με συμπαθάτε, αλλά έτσι ακούγεται στο φιλμ) που ξεπούλησε τα υψηλά ιδανικά του στο όνομα του χρήματος και των πολυεθνικών και τώρα βασανίζεται από τις Ερινύες που έρχονται να ζητήσουν πληρωμή. Και γι αυτή τη Φωσκολική μίμηση πράξεως σπουδαίας και τελείας, χρειάστηκαν έξι σεναριακοί σύμβουλοι.

Σκεφτείτε πως ούτε στον Ριζοσπάστη καταδέχτηκαν να γράψουν κριτική.

Τετάρτη 12 Ιανουαρίου 2011

The Tourist (2010) ( 0 )


Συνήθως ο τίτλος μιας ταινίας είναι αρκετός για να σου πει τα πάντα γι αυτήν – με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Στον Τουρίστα, οι Αντζελίνα Τζολί και Τζόνι Ντεπ – ο πιο “άσχημος” Ντεπ που είδατε ποτέ – μπλέκονται σε μια αέναη καταδίωξη που παραπέμπει στο Charade του Στάνλεϊ Ντόνεν, όπως έχουν γράψει – ορθώς – πολλοί. Σ' εκείνη την ταινία, η Όντρεϊ Χέπμπορν καταδιώκεται από ένα πλήθος ανδρών που αναζητούν τα χρήματα που είχε καταχραστεί ο δολοφονηθέντας σύζυγος της. Εδώ, είναι ο Τζόνι Ντεπ αυτός που τον παίρνουν στο κυνήγι, ξανά για χρήματα (πολλά εκατομμύρια, μαθαίνουμε), ενώ το background αλλάζει από Παριζιάνικο σε Βενετσιάνικο. Τα απαραίτητα συστατικά για μια ξέφρενη και ανάλαφρη περιπέτεια είναι εδώ. Τι έχει πάει στραβά;

Υπεύθυνος λοιπόν για τον εκτροχιασμό του φιλμ είναι ο πραγματικός Τουρίστας της υπόθεσης, ο Φλόριαν Χένκελ Βον Ντόνερσμακ που, αφού “έγιανε” τα ταλαιπωρημένα από την ενοχή δυτικά στομαχάκια με τις Ζωές Των Άλλων, πατώντας σε συνταγές ξεκάθαρα Χολιγουντιανές και σε μια σεναριακή ιδέα εξίσου εξωφρενική (ένας πράκτορας της Στάζι αλλάζει συνείδηση επειδή βλέπει ένα ζευγάρι διανοούμενων να πηδιέται καλά), φτάνει τώρα στη “Μέκκα” του σινεμά για να εξαργυρώσει αυτές ακριβώς τις επιταγές. Έλα όμως που, μην μπορώντας να αποβάλλει την σοβαροφανή του επίφαση, σκηνοθετεί τα τεκταινόμενα με μια άκαμπτη αυστηρότητα που ισοπεδώνει το φιλμ από την αρχή μέχρι το τέλος. There's no fun in this movie. Ο Τουρίστας θα έπρεπε να έχει, τουλάχιστον, πλάκα. Τίποτα όμως εδώ δεν είναι διασκεδαστικό, και όταν το μεγάλο twist στο φινάλε αρχίζει να γίνεται έκδηλο και προφανές, τότε απλώς περιμένεις τους τίτλους τέλους για να αφήσεις – επιτέλους – την αίθουσα.

Μόνη αχτίδα φωτός εδώ, ο... Τίμοθι Ντάλτον. Εμφανίζεται πέντε λεπτά όλα κι όλα, στην αρχή και στο τέλος, είναι όμως υπέροχος – μόνη απόλαυση μιας εύθυμης περιπέτειας που κοντοστέκεται ανάμεσα στα δύο, και ψυχορραγεί χωρίς ταυτότητα.

Αυτά, λέει, σας άρεσαν:

Ετικέτες