Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Memory Lane. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Memory Lane. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 3 Ιουνίου 2013

Γεννημένος στον Πειραιά.


             Ο Πειραιάς σήμερα διαθέτει μονάχα έναν κινηματογράφο, το Δημοτικό Σινεάκ, που παίζει, λίγο - πολύ, mainstream υλικό με κάποια παράξενη "έμπνευση" εδώ κι εκεί (φέτος για παράδειγμα έπαιξε το "Amour" - αν και δε ξέρω πόσα μπιλιέτα έκοψε). Το οποίο Σινεάκ όμως, όταν το πρωτογνώρισα, ήταν αποκλειστικά "παιδικός" κινηματογράφος. Δηλαδή, προγραμμάτιζε μονάχα παιδικές ταινίες, με μία προβολή στις 14.00 κι άλλη μιά στις 17.00 το απόγευμα. Το αντίτιμο ήταν συμβολικό - ένα εικοσάδραχμο - και η ανταπόκριση μεγάλη: δε θυμάμαι να το είδα ποτέ άδειο. Και έχω λόγους να θυμάμαι καλά τις συνθήκες στο Σινεάκ: ήμουν κάθε εβδομάδα εκεί, πολλές φορές και δυο και τρεις φορές, βλέποντας την ίδια ταινία, αν είχα εντυπωσιαστεί.

             Μερικές φορές με πιάνει μια επιθυμία να πάρω σβάρνα τις εδώ αποθήκες και να αναζητήσω όλες αυτές τις κόπιες. Ήταν απίστευτο το τι έφτανε τότε στις ελληνικές οθόνες: πανσπάνια καρτούν από την Ιαπωνία, τη Σοβιετική Ένωση, από τη Γερμανία (όποιος διαβάζει τούτο δω να ξέρει πως αναζητώ μετά μανίας τον τίτλο ενός γερμανικού γουέστερν σε κινούμενα σχέδια) - συν τα κλασσικά Αστερίξ και Λούκι Λουκ. Φυσικά δεν απουσίαζε ούτε ο Τσάρλι Τσάπλιν, ούτε ο Τζέρι Λιούις (το "The family jewels" ήταν γκραν σουξέ). Και κάποιες Κυριακές ερχόταν και ο σπουδαίος Γιώργος Χαρίδημος με τον νεορεαλιστικό του Καραγκιόζη που έκανε τις αντίστοιχες εκπομπές του Σπαθάρη να μοιάζουν με καρτούν.

             Εκτός όμως από το Σινεάκ υπήρχαν και οι υπόλοιπες αίθουσες. Απέναντι του, ήταν το "Χάι Λάιφ" (απίστευτη ανάμνηση από το κατάμαυρο "Buddy-Buddy" του Μπίλι Γουάιλντερ) και το "Αττικόν" (τουλάχιστον δεκα επισκέψεις για τον "Δράκουλα" του Κόππολα). Με μια βόλτα στη Γρηγορίου Λαμπράκη έπεφτες πάνω στο Σπλέντιτ (όπου με θυμάμαι να βλέπω το "Χαμός στη Τσάϊνα Τάουν"), το Κάπιτολ (εκεί είδα "Γουίλοου" και "Ράμπο ΙΙ"), Παλλάς (οι πρώτες μου προβολές του "Πλατούν" και του "Εφιάλτη στο δρόμο με τις λεύκες νο.4"), και λίγο πιο πέρα συναντούσες τον "Απόλλωνα" (όπου ο πατέρας μου με πήγε να δούμε το "Ο χωροφύλακας και οι χωροφυλακινες", λυπημένος θυμάμαι από τον πρόσφατο θάνατο του Λουί Ντε Φινες) και το Ολύμπιον (αίθουσα που "έλιωσα" τον δεύτερο "Κόναν", το "Κάλιντορ ο μονομάχος" αλλά και τον "Τελευταίο Αυτοκράτορα"). Σημειώστε πως σε όλα αυτα έπαιζε και θερινή αίθουσα στη ταράτσα! Ενώ σε κάτι στενά παραπέρα υπήρχε η "Τερψιθέα" (ατέλειωτο γέλιο με το "Αλαλούμ" του Χάρι Κλυνν) και η "Ζέα" ("Blues Brothers", όλα τα "Ιντιάνα Τζόουνς" αλλά και "Ολέθρια Σχέση" - τολμηρή επιλογή για δεκατριών ετών), στα διαλείμματα της οποίας έσκαγε ένα ψυχεδελικό καλειδοσκόπιο που κρατούσε στα καθίσματα και τους πιο σκαλωμένους. Άλλωστε δεν υπήρχε και λόγος να σηκωθείς - ένα μικρό καροτσάκι με αναψυκτικά και διάφορα φαγώσιμα έκανε τη γύρα του διαδρόμου με το που άνοιγαν τα φώτα.

             Και πάλι όμως, αν είχες σινεφιλικές ανησυχίες, ο Πειραιάς δεν έφτανε. Γιατί πολλές ταινίες "έμεναν" στην Αθήνα, οπότε και πάλι έπρεπε να κάνεις τον κόπο να πεταχτείς μέχρι το κέντρο. Αυτό όμως σε μετέτρεπε λίγο και σε κυνηγό. Αν ήθελες οπωσδήποτε να δεις το, ας πούμε, "The doom generation", ήξερες πως δεν έπρεπε καν να το αναζητήσεις σε Πειραιώτικο πανί. Και, ξέρετε, ούτε που μπορώ να φανταστώ πόσες ταινίες θα είχα δει τότε αν έβρισκα αυτή τη διαδικτυακή άνεση στην εφηβεία μου.

             Χαίρομαι όμως που μου έμεινε η γεύση του κυνηγιού.

             Τη δε νοσταλγία για το καροτσάκι την καταχωρώ στις παραξενιές μου.

(η φωτο από την "Αλίκη στο ναυτικό" -
τη βρήκα στο http://cineanamnisi.blogspot.gr)

Πέμπτη 5 Ιουλίου 2012

Μεγαλώνοντας στο Άλφαβιλ


Στο Άλφαβιλ πρωτομπήκα σε ηλικία 15 ετών για να παρακολουθήσω μια μεταμεσονύχτια προβολή του Profondo Rosso του Ντάριο Αρτζέντο. Ο ελληνικός τίτλος ήταν «Σχιζοφρένεια», θυμάμαι, και η κόπια ρετάλι. Δεν με ένοιαζε βέβαια – είχα μάθει απέξω την ταινία στην πετσοκομμένη VHS εκδοχή της – και όταν το σινεμασκόπ κάδρο της ξεδιπλώθηκε μπροστά στα μάτια μου, κόντεψα να πάθω έμφραγμα. Τότε δεν ήξερα πως το «Άλφαβιλ» παρέπεμπε στην ομώνυμη ταινία του Γκοντάρ. Δεν ήξερα και πολλά από κινηματογράφο. Tίποτα δεν ήξερα. Μόνο τον Αρτζέντο ήξερα και όλη την «παλιοσειρά». Τον Μπάβα, το Φούλτσι, ξέρετε… Κι όμως, παρά τις λιγοστές μου γνώσεις, το Άλφαβιλ έμοιαζε στα μάτια μου με πραγματικό ναό του σινεμά.

Κατ’ αρχάς, με το που έμπαινες ένιωθες μέλος μιας ιδιαίτερης κοινότητας, μιας ομάδας με κοινές ανησυχίες, κοινές αγάπες. Μόνο εκεί μπορούσαμε να δούμε τις ταινίες που θέλαμε, καθώς σε όλες τις άλλες αίθουσες πρωταγωνιστούσαν διαρκώς τα ίδια και τα ίδια, οι νέες κυκλοφορίες που δεν μας αφορούσαν και πολύ. Ήταν σαν να μπεκρουλιάζεις την εποχή της ποτοαπαγόρευσης. Μετά από τρεις-τέσσερις βραδιές εκεί, ήξερες τις φάτσες που θα συναντούσες. Και ήταν όμορφα. Τελικά, ανακάλυψα και τον Γκοντάρ. Και τον Ουέλς. Και τον Παζολίνι, το Φελίνι, τον Μπέργκμαν, τον Πολ Μορισέι, τον Ουμπέρτο Λένζι, το Λουκίνο Βισκόντι...

Ε, κάποια στιγμή, ακόμη κι αυτές οι γνωστές φάτσες που προανέφερα, εξαφανίσθηκαν. Πάει λίγος καιρός που το Άλφαβιλ δεν είναι πια μαζί μας. Και, ξέρετε, θα προτιμούσα να έχω το Άλφαβιλ παρά τον υπόλοιπο πλανήτη. Γεννήθηκα και μεγάλωσα στον Πειραιά, όπου πέντε-έξι αίθουσες έπαιζαν όλες κι όλες. Το Παλάς, το Σπλέντιτ, το Κάπιτολ, το Ολύμπιον, η Τερψιθέα, ο Απόλλωνας και η Ζέα. (Τώρα δεν υπάρχει καμιά από αυτές, αλλά αυτό είναι από άλλο ανέκδοτο). Όλες ακολουθούσαν τη «γραμμή» ενός γραφείου διανομής και, φυσικά, δεν υπήρχε χώρος για κάτι πιο «δύσκολο», πιο ιδιαίτερο. Αν ήσουν κινηματογραφόφιλος λοιπόν, έπρεπε να τραβηχτείς στην Αθήνα για να δεις κάτι πέρα από το μέσο όρο. Ξεκινώντας από εκεί, με συναγωνιστές μου, μια ομάδα συμμαθητών από το φροντιστήριο αγγλικών που ήταν αρκετά μεγαλύτεροι μου, είδα στο πανί του Άλφαβιλ εικόνες ασύλληπτες για την εφηβική μου φαντασία. Και αισθανόμουν τεράστια ευγνωμοσύνη για τους Στεργιάκηδες, την οικογένεια που λειτουργούσε τον κινηματογράφο! Ίσως γι’ αυτό να πικράθηκα τόσο όταν, είκοσι περίπου χρόνια μετά, με ενημέρωσαν πως είχε έρθει πια η ώρα του –λες και μου το χρωστούσαν, λες και έπρεπε να το κρατήσουν πάση θυσία ανοικτό για να μην έχω κι άλλα μνημεία αναμνήσεων να θρηνώ. Ή, ακόμη χειρότερα, για να μη νιώθω υπεύθυνος για το χαμό του. Και αν αυτό μοιάζει «ρετρό νοσταλγία» σε κάποιους κυνικούς μπάσταρδους, εκεί έξω, σας έχω χεσμένους από πάνω μέχρι κάτω.

Η αλήθεια όμως είναι ότι το Άλφαβιλ έκλεισε γιατί ο κόσμος έπαψε να το επισκέφτεται. Σπανίως το έβλεπα μισογεμάτο τα τελευταία χρόνια της λειτουργίας του. Οι εποχές που μια ταινία μπορούσε να κάνει εισιτήρια εκεί και μόνον εκεί (το παράδειγμα του Ηνίοχου του Δαμιανού, από τα πιο φημισμένα) είχαν περάσει για τα καλά. Γιατί; Δεν έχω ιδέα. Ίσως επειδή αυτές οι σπάνιες και δυσεύρετες ταινίες κυκλοφορούν σε dvd και δεν χρειάζεται πλέον να τραβιέσαι. Ίσως επειδή, όσο περνά ο χρόνος, οι πισινοί φαρδαίνουν, ίσως επειδή η συλλογικότητα, σε αυτή τη χώρα τουλάχιστον, ψυχορραγεί και σπαρταράει στον τάφο, σαν την Κατριόνα Μακ Κολ στο φέρετρο του «Τα Ζόμπι Ξανάρχονται» του Φούλτσι (σε διανομή του Ζήνου Παναγιωτίδη). Η αλήθεια είναι πως νιώθω στεναχωρημένος και εντελώς ανίκανος.

Τέλος πάντων, υπάρχει μια ατάκα στο ομώνυμο φιλμ του Γκοντάρ. Τη λέει ο καθηγητής Φον Μπράουν στο Λέμι Κόσιον: «δεν υπάρχουν άντρες σαν κι εσένα πια. Σύντομα θα χαθείς κι εσύ. Θα καταντήσεις χειρότερος από νεκρός. Θα καταντήσεις θρύλος».

Δημοσιεύτηκε ένα μήνα μετά το κλείσιμο του κινηματογράφου στο περιοδικό Velvet.
Αφιερωμένο εξαιρετικά στους φίλους εκείνης της εποχής, και στη μνήμη του Βαγγέλη Κοτρώνη.

Τρίτη 26 Ιουνίου 2012

Σκιές.


Λένε πως ο άνθρωπος δεν είναι τίποτ' άλλο από την ανάσα του και τη σκιά του που, σαν την ευτυχία, σε αποφεύγει όσο την πλησιάζεις. Οι επεκτάσεις των δυο διαπιστώσεων τείνουν προς το άπειρο. Και πάλι όμως, ελάχιστα λένε γι' αυτή τη γνήσια μυσταγωγία των σκιών, για το πάγωμα των αισθήσεων όταν, ως παιδί, διαπιστώνεις για πρώτη φορά πως η σκιά σου, με τον κατάλληλο φωτισμό, μπορεί να υψωθεί σε δυσθεώρητα ύψη και να καταπιεί ολάκερες εκτάσεις - κι ας μην έχεις ακόμη πιάσει σε μπόι το... ένα μέτρο. Αυτό το γαργάλημα στα σωθικά σου, συναίσθημα δημιουργίας πριν ακόμη αυτή φυτευθεί μέσα σου ως έννοια και αντίληψη. Αυτή η μαγική στιγμή.

Η πρώτη μου γνωριμία με το Θέατρο Σκιών έγινε, φυσικά, μέσω της τηλεόρασης. Λίγα καταλάβαινε βέβαια ένα παιδί από τα μαγικά κόλπα της σκιάς - αυτό που έβλεπα έμοιαζε περισσότερο με cartoon: όπως διασκέδαζες με τα κινούμενα σχέδια διασκέδαζες και με το θέατρο σκιών του Σπαθάρη. Το σοκ το έπαθα λίγο αργότερα, όταν δηλαδή ένα βράδυ με πήγαν σε ηλικία 5 ετών μέχρι τη Πλάκα, στο Φανάρι του Διογένη, στο θέατρο του Γιώργου Χαρίδημου. Μια μάντρα με μια σκηνή πανήψηλη, στις άκρες της οποίας δέσποζαν σκηνικά-κεντήματα μοναδικής ευαισθησίας, με παιδιά και ενήλικες που ξεκαρδιζόντουσαν εξίσου και κάτι φιγούρες με χαρακτηριστικά θλιμμένα και βυζαντινές αποχρώσεις. Άλλος κόσμος, και ένας μυστικισμός που, στο κεφάλι ενός παιδιού, έσκασε σαν ατομική βόμβα. Στο πλάι ήταν το "ταμείο" απ' όπου, την ώρα της παράστασης, μπορούσες να χαζέψεις, δειλά - δειλά και με προσοχή, τι συνέβαινε μέσα στη σκηνή. Πως δηλαδή αυτές οι φιγούρες, που ενίοτε έφταναν μέχρι και το ένα μέτρο, έπαιρναν ζωή (μέχρι ο Γιώργος να σε πάρει χαμπάρι και να σου μπήξει μια γερή φωνή, οπότε και επέστρεφες τρέχοντας στη θέση σου με επιπρόσθετη ταχυπαλμία). Αυτό ήταν, I was hooked.

Άρχισα αμέσως να σχεδιάζω φιγουρίνια στο σπίτι θέλοντας να επαναλάβω αυτό που έβλεπα κάθε βράδυ. Και όπου άκουγα για Θέατρο Σκιών, έτρεχα. Στο τέλος έγινα βοηθός του περιβόητου Βάγγου, που είχε ένα θεατράκι στη Πειραϊκή (στη συνέχεια μεταφέρθηκε στα Βοτσαλάκια του Παρασκευά) - όπου και έμεινα μέχρι τα 18. Μοναδικός μάστορας, με χάρισμα στη κωμωδία - ένα χιούμορ που σε σημεία θύμιζε τη ραφιναρισμένη ειρωνία ενός Βασίλη Λογοθετίδη (ο Καραγκιόζης του Βάγγου ήταν τα πάντα εκτός από χοντροκομμένος και λαϊκίστικος), αλλά πολύ πιο σβέλτο, τόσο μάλιστα που έμοιαζε να απευθύνεται κυρίως στους ενήλικες. Η στιγμή που θυμάμαι περισσότερο: το σκοτάδι στη σκηνή με το φως να έρχεται απ' εξω, κάθε βράδυ, λίγο πριν ανοίξουν οι προβολείς, η αγωνία της προετοιμασίας, το κουδούνι και τα χειροκροτήματα - όλα σε μια στιγμή. Στο ενδιάμεσο βέβαια ήρθε η ανακάλυψη του κινηματογράφου, η απόφαση μου να σπουδάσω σκηνοθεσία και φυσικά, τα ξενύχτια στις κινηματογραφικές λέσχες και τα μεταπτυχιακά στο εξωτερικό. Το θέατρο σκιών μπήκε στην άκρη. Μια βαλίτσα με πολλές φιγούρες δικές μου και λίγες κάποιων παλιών μαστόρων τακτοποιήθηκε όπως - όπως σε μια αποθήκη και αυτό ήταν.

Το μακρύ χέρι της Σταματίνας όμως έφτασε μέχρι εκεί, η βαλίτσα άνοιξε ξανά, και το (ούτε τρίχρονο τότε) παιδί άρχισε ενθουσιασμένο να παίζει με φιγούρες δυο και τρεις φορές ψηλότερες από την ίδια. Έπρεπε λοιπόν να φτιάξω μερικές στο μέγεθος της. Έτσι, μετά από 17 χρόνια, ξανάπιασα σκαρπέλα, κοπίδια, μελάνια, τα απαραίτητα κοινώς, και άρχισα να μαστορεύω ξανά (μονάχα για λίγες ώρες καθε εβδομάδα - αυτά έχει η ζωή του ενήλικα). Ο ενθουσιασμός της μικρης, μεγάλος - όταν ζωγραφίζω μπροστά της το γλεντάει στη κυριολεξία, αν και έχει μια - δυο καλές ατάκες για να με βάζει στη θέση μου ("ο μπαμπας είναι καλός ζωγράφος, αλλά εγώ είμαι καλλιτέχνης"). Ε, και κάποια στιγμή θέλησα να την παω να χαζέψει και αυτο το θέαμα "ζωντανά". Η πρώτη φορά ήταν εντελώς απογοητευτική (και μάλιστα σε "μαθητές" του Χαρίδημου - μου βγήκαν τα μάτια...). Σιγά - σιγά έβρισκες κάποιες καλές εξαιρέσεις. Αλλά...

Ας το παραδεχτούν οι φίλοι της τέχνης αυτής: μάλλον βρίσκεται σχεδόν υπο εξαφάνιση. Δεν εννοώ πως δεν παρουσιάζεται πια. Δυστυχώς, κάθε άλλο: Με εξαίρεση έναν - δυο μάστορες και ξανά έναν - δυο (άντε τρεις) νέους που μοιάζουν να έχουν γνήσιο ταλέντο, αυτό που επικρατεί σήμερα είναι ένας Καραγκιόζης κακότεχνος, από ατάλαντους παίχτες που αντιγράφουν σχέδια άλλων και μετά καμαρώνουν για φιγούρες - φρανκενστάιν, μιμούνται αχώνευτα το παίξιμο παιχτών που γνώρισαν στο ναδίρ τους, πουλάνε φτηνό λαϊκισμό με "εθνικό" έρεισμα (πόσο απαίδευτη ξεφτίλα να χρησιμοποιείς διχαστικά έναν τόσο ενωτικό ήρωα!), γεμίζουν τις παραστάσεις τους με αστεία που απευθύνονται αποκλειστικά σε λοβοτομημένα τρίχρονα, και βρίζουν με τα χειρότερα λόγια κάθε "συνάδελφο" τους μόλις ακούσουν πως "ενδιαφέρεσαι" για τις σκιές - συνήθως από άμυνα: πρόκειται για κομπλεξικούς ατάλαντους, αρκετά ικανούς για να συλλάβουν την ανεπάρκεια τους, αλλά όχι τόσο ώστε να έχουν το παραμικρό περιθώριο βελτίωσης. Ταυτόχρονα έχεις και τους συλλέκτες που, ψυχαναγκαστικά, γυρίζουν τη χώρα και "συλλέγουν" με κάθε ηθικό και ανήθικο (δεν φαντάζεστε) μέσο φιγούρες - διαμάντα τα οποία και κρατούν μακριά από τους λίγους, έστω, που αναζητούν τους χαμένους κρίκους της τελευταίας, γνήσιας έκφρασης που γέννησε αυτός ο τόπος. Κάποιοι εξ αυτών κάνουν κάτι ακόμα χειρότερο - παίζουν κιόλας! Και είναι γεγονός: η πλειοψηφία των ανθρώπων που παίζουν Καραγκιόζη σήμερα κάνουν ανεπανόρθωτη ζημιά στη τέχνη αυτή. "Τον αγαπάνε τον Καραγκιόζη και αν τους τον στερήσεις θα πεθάνουν, αλλά όπου παίζουν μας κάνουν κακό" μου λένε με πικρή συγκατάβαση. Κάνω μια μικρή αναζήτηση στο net και πέφτω πάνω σε σελίδες "παικτών" που πουλάνε στραβοχυμένες φιγούρες εναντί γερής αμοιβής, φρικωδώς σχεδιασμένες με μαρκαδόρους επί γυαλιστερού πλαστικού. Κλείνω τον υπολογιστή απογοητευμένος.

Κρίμα. Η μυσταγωγία - κάθε μορφής - παραμένει η μόνη μας ελπίδα.

Παρασκευή 12 Αυγούστου 2011

Παλιές ιστορίες

Κάποιος ανέβασε αυτά στο γιουτούμπι



Είναι μια παλιά συναυλία
από τα χρόνια που έπαιζα στους Septic Flesh
που είχαμε δώσει στη Τσεχία.



Πάντα κοιτάζω με νοσταλγία εκείνη την εποχή. Θες επειδή ήταν πιο τρελή και ανέμελη, θες επειδή ήμασταν πιτσιρίκια και όταν μας έφτυναν εμείς λέγαμε "βρέχει", θες επειδή νιώθαμε ικανοί για τα πάντα, θες επειδή οι Septic ήταν μια μπάντα που θαύμαζα απεριόριστα πολύ πριν γίνω μέλος, τέλος πάντων, για άπειρους λόγους. Περιοδείες στας Ευρώπας, ύπνος στο πούλμαν, ξεκαρδιστικά σκηνικά, ανέκδοτα για μια ζωή.



(Με το Heaven Below δακρύζω ακόμα - το χτύπημα μου στο φινάλε μόνο πόζα δεν είναι)

Κάνουμε όλοι καραγκιοζιλίκια, αλλά μερικές φορές εγώ είμαι για μεγάλη γιούχα. Με βλέπω να σηκώνομαι όρθιος με την παραμικρή ευκαιρία (τα χειρότερα τα κάνω στο Shamanic Rites) - επίσης φοράω μαύρα γυαλιά και μαύρα γάντια. Πιο ψωνάρα δε γίνεται. Τα απαιτεί το κοινό του είδους θα μου πείτε. Υπάρχει όμως και ένα κάποιο όριο, Διάολε. Παρ' όλα αυτά, παίζουμε καλά. Αρχίδια λεφτά είχαμε πάρει, θυμάμαι. Νομίζω πως είχα θυμώσει κιόλας με αυτό: στο τέλος της συναυλίας μας έδωσαν πολύ λιγότερα χρήματα από το ποσό που είχε συμφωνηθεί. Μαθαίνω ότι δεν παίζουν πια κομμάτια από εκείνη την εποχή στα live τους. Είναι κρίμα. Άκουγα πάλι, προσεκτικά, το ΕΣΟΠΤΡΟΝ σήμερα. Παραμένει ότι πιο ουσιαστικό έχουν κάνει.



Με τον ένα κιθαρίστα, το Βασίλη που παίζαμε μαζί και στους Depression, αυτόν στα δεξιά με τη μαλλούρα, δε μιλάμε πια. Δεν νομίζω να με κατάλαβε επί τούτου ποτέ, και μάλλον θα έχει κι αυτός τα δίκια του. Όχι πως έχει καμία σημασία. Δεν χάνονται, άλλωστε, για σοβαρούς λόγους οι άνθρωποι. Μόνο για επιχρυσωμένες ανοησίες που ξεφλουδίζουν με το χρόνο, και αφήνουν ολόγυμνη την οικουμενική βλακεία της στιγμής.



Κάθομαι και χαζεύω τον εαυτό μου, το έτος 1999.

Ανίδεος και άφοβος.

Ορίστε οι ανθυγιεινές επιπτώσεις των αναμνήσεων.
Και τι να κάνω τώρα, που θέλω πίσω αυτά τα χρόνια;
Αιωρούμενος και εξόχως μόνος, επιστρέφω στο παρόν.

Αυτά, λέει, σας άρεσαν:

Ετικέτες