Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γιώργος Τζιώτζιος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γιώργος Τζιώτζιος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 21 Σεπτεμβρίου 2011

Freedonia, ένα χρόνο μετά.


Ήμουν στο “να πάω ή να μην πάω”.

Είχα και δουλειά στην εφημερίδα, περνούσαν οι ώρες και δεν με έβλεπα να σηκώνομαι από την καρέκλα. Κάποια στιγμή τελείωσε η δουλειά και... δεν έφευγα. Έκατσα εκεί κάνοντας ότι πιο άσκοπο μέχρι που πήγε οκτώ παρά τέταρτο. Την ώρα δηλαδή που σηκώθηκα και με ένα ταξάκι βρέθηκα στο Δαναό όπου θα προβαλλόταν το “See you in Freedonia”, η ταινία δηλαδή για το Γιώργο Τζιώτζιο που γύρισε και επιμελήθηκε ο επιστήθιος του φίλος Αντώνης Κιούκας.

Κάτσαμε στη δεξιά σειρά, κοντά στην οθόνη φυσικά, με τον Ηλία (που όταν με είδε μου είπε “ήξερα ότι θα έρθεις” - ήξερε δηλαδή κάτι περισσότερο από εμένα) και τον Γιάννη. Ο ένας φίλος, στα αριστερά, εμφανέστατα συγκινημένος. Ο άλλος, στα δεξιά, συμπλήρωνε τα λεγόμενα των φίλων του Γιώργου στη μεγάλη οθόνη. Κι εγώ στη μέση. Έχει περάσει ένας χρόνος από τότε που τον χάσαμε, κι όμως η λέξη “αντίο” δεν έχει κουραστεί. Είναι δύσκολο να συμπεριλάβεις μέσα σε ένα κείμενο τη σημασία που είχε το έργο του σε όλους εμάς (ακόμη και σ' αυτούς που δεν τον έζησαν και τόσο από κοντά, σαν κι εμένα), και οι λέξεις που είχα κολλήσει μεταξύ τους τότε, φαντάζουν σήμερα που τις ξανακοιτάζω ακόμη λιγότερες, ακόμη πιο ατυχώς επιλεγμένες.

Διαβάστηκε ένα υπέροχο κείμενο του πριν τη προβολή από τη Γιώτα Φέστα και το Ρένο Χαραλαμπίδη, φίλοι και αυτοί του Γιώργου, και τώρα που γράφω αυτές τις γραμμές σκέφτομαι πως θα έπρεπε να το ηχογραφήσω στο κινητό μου, να το μεταγράψω και να το ανεβάσω στο blog. Αναρωτιέμαι μερικές φορές αν όλοι όσοι που τον γνώρισαν ή αγάπησαν το σινεμά μέσα από τα κείμενα του – και γράφουν σήμερα για το σινεμά – αντιλαμβάνονται πόσο μεγάλο είναι το μερίδιο της ευθύνης που μας αντιστοιχεί. Γιατί αυτό το κείμενο θα μπορούσε να περιγράψει από μόνο του όλα αυτά που αδυνατώ να σας μεταφέρω τώρα. Όλη αυτή την αγάπη για το σινεμά δηλαδή αλλά και αυτή την υπέροχη μικρότητα που νιώθουμε απέναντι του. Την καθαρότητα που εξέπεμπε η γραφή αλλά και η μορφή αυτού του ανθρώπου, έτσι όπως την έβλεπα ξανά στο πανί, πάντα με το ίδιο χαμόγελο.

Η ταινία η ίδια είχε τα προβληματάκια της, σε τεχνικό επίπεδο αν θέλετε, αλλά δεν είχε και τόση σημασία. Μερικές φορές βλέπετε, οι αίθουσες έχουν άλλες λειτουργίες: Οι θεατές τους δεν είναι ακριβώς θεατές αλλά ασθενείς που χρήζουν άμεσης μεταγγίσεως κινηματογραφικού φωτός. Το οποίο αφού το δεχτούν, το εκτοξεύουν πίσω στην οθόνη, προβάλλοντας πια εκεί κάτι από τη δική τους φωνή. Τη δική τους θλίψη απέναντι στην απώλεια ενός ανθρώπου που είχε βαλθεί να... κάνει όλα τα όνειρα του πραγματικότητα. Και θα έκανε ακόμα περισσότερα αν ο θάνατος δεν τον έπαιρνε τόσο νωρίς. Έφυγα από την αίθουσα με αυτή τη θλίψη που έκανε τα πόδια μου να τρέμουν. Και η λέξη “αντίο” δεν είχε κουραστεί.





Μετά την προβολή κλείσαμε τη βραδιά με ένα ποτό σε ένα μπαρ στη Πανόρμου που είχε και αυτό τη δική του, πιο προσωπική ιστορία αποχαιρετισμού. Φυσικά δεν είπα τίποτα. Όλα τα "αντίο'' άλλωστε, κάποια στιγμή διασταυρώνονται. Ιδίως αυτά που δεν προλάβαμε να πούμε. Λέω να δω μια ταινία που νομίζω πως θα άρεσε πολύ στο Γιώργο, το The Guard.
Έτσι, για την αντάμωση.



Σάββατο 2 Οκτωβρίου 2010

Για τον Γιώργο Τζιώτζιο.

«Δες τι σου βρήκα!». Είναι η φωνή του πατέρα μου στο φουαγιέ της αίθουσας, κρατώντας στα χέρια του το τεύχος «0» του περιοδικού ΣΙΝΕΜΑ, με τον Ιντιάνα Τζόουνς στο εξώφυλλο. Εχω προλάβει μόλις να καταβροχθίσω τις πρώτες σελίδες όταν αρχίζουν να σβήνουν τα φώτα. Προσπαθώ να θυμηθώ την ταινία αλλά αδυνατώ. Μόνο το ΣΙΝΕΜΑ θυμάμαι. Στη συνέχεια ξεκίνησε η μελέτη. Και αυτό που πάντα ξεχώριζε, πριν ακόμη ξεφυλλίσεις κάθε τεύχος, ήταν το editorial του Γιώργου Τζιώτζιου. Που έσταζε αγάπη για τον κινηματογράφο. Γιατί, βλέπετε, μετά από μια ολόκληρη σχολή (και γενιά) κριτικών που ανέδειξαν το πόσο σημαντικό είναι να «διαβάζεις» τις ταινίες και να τις ανατομείς, ο Γιώργος ήρθε να μας (τους) πει πως, ξέρετε, είναι καλό και να τις αγαπάς. Του οποίου τη σημαντικότητα δεν μπορούσα να αντιληφθώ τότε. Το καταλαβαίνω όμως τώρα.

Και φυσικά αυτό που έκανε ο Γιώργος δεν έκατσε άνετα με πολλούς, αλλά αυτό ήταν όμως που έκανε τόσο αγαπητό το περιοδικό μονομιάς. Γιατί το editorial είναι το πρώτο πράγμα που βλέπεις όταν ξεφυλλίζεις ένα έντυπο. Είναι ο καθρέπτης του. Και εδώ, κάθε μήνα είχες να κάνεις με κάποιον που μοιραζόταν την αγάπη του με σένα. Όχι πως έλειπε το βάθος σκέψης απ’αυτά τα κείμενα. Κάθε άλλο. Όλα όμως ξεκινούσαν από την αγάπη.

Τον συνάντησα πρώτη φορά στην πρεμιέρα του Παρακαλώ Γυναίκες Μην Κλαίτε στο πειραιώτικο Αττικόν, το 1992, σε ηλικία 16 ετών. Στην οθόνη του Seven-X δεν φαινόταν πόσο ψηλός ήταν. Μιλήσαμε για το Ακρωτήρι Του Φόβου και για τις Γυναίκες, φυσικά. Άρχισε να μου διηγείται όλη την ιστορία του Τσιώλη. Ποιος ήταν, τι ταινίες έκανε στον Φίνο, πως εξαφανίστηκε, πώς επέστρεψε. Χάζευα. Εκείνα τα χρόνια οι μεγάλες μου κινηματογραφικές ανακαλύψεις έφταναν μέχρι τον Ζαν Ρολέν, τι κουβέντα να ανοίξεις! Επίσης, μαζί του έκανα την πρώτη μου συνέντευξη σ’αυτή τη δουλειά. 18 ετών, για το ραδιόφωνο του Πειραιά, μία ώρα στον αέρα. Καταστροφή. Όταν δεν μπέρδευα τα λόγια μου, έκανα τις πιο ανόητες ερωτήσεις που μπορείτε να φανταστείτε. Μόνο η ευγένεια αυτού του ανθρώπου θα μπορούσε να εξηγήσει το γιατί δεν έφυγε από το στούντιο στο πρώτο δεκάλεπτο.

Και βέβαια δεν χρειάζεται να πω πως οι σινεφίλ της δικής μου γενιάς (που τώρα πια έχει ξεπεράσει για τα καλά τα 30) έμαθαν σινεμά μέσα από τα κείμενα του και μέσα από... το Φεστιβάλ του. Αφιέρωμα Τζον Γου, το 1995. Οι άλλοι έβλεπαν το Hard Targer και εμείς το The Killer και το Hard Boiled! Πρεμιέρα του Kids – βγαίνω από το σινεμά νιώθοντας ότι έχω καταπιεί οβίδα. Και στο φουαγιέ, θα συναντούσες τον Γιώργο ή τον Χρήστο. Με όρεξη να κουβεντιάσουν μαζί σου, ακόμη και να συμφωνήσουν στο ότι, ναι, μάπα το Nadja του Αλμερέιντα, αλλά είχε θέση στο Φεστιβάλ. Εκεί άρχισαν οι πραγματικές σινεφιλικές ζυμώσεις για εμάς, εκεί οι πρώτες διαφωνίες και οι πρώτες ανακαλύψεις, όλα εκεί. Ήταν με λίγα λόγια, πολλά περισσότερα ο Γιώργος Τζιώτζιος για εμάς, από ένας καλός επαγγελματίας Ή ένας εξυπνάκιας με φιγουρατζίδικη υπογραφή. Και 'μεις, που δίχως να το έχουμε καταλάβει, είμασταν παιδιά δικά του, με τέτοια θέρμη τον προσεγγίζαμε

Αυτή η θέρμη, που συνοδευόταν πάντα από το ζεστό χαμόγελο του, δεν χάθηκε ποτέ. Ούτε από τις αναμνήσεις μου, ούτε και στις μετέπειτα, ολοένα και πιο σπάνιες συναντήσεις μας. Μέχρι χθες δηλαδή, έτσι ξαφνικά που έφυγε ξημερώματα Σαββάτου. Είναι πολύ λίγο αυτό το κείμενο, το ξέρω. Ίσως αυτό το κομμάτι τα πει καλύτερα.

Αντίο Γιώργο.

Αυτά, λέει, σας άρεσαν:

Ετικέτες