Τετάρτη 6 Σεπτεμβρίου 2017
Τετάρτη 30 Οκτωβρίου 2013
Κι αν ζούσε ο Pasolini;
Στα μόλις 53 χρόνια της ζωής του ο Pasolini πέρασε με τη δύναμη ενός κομήτη από την ευρωπαϊκή σύγχρονη τέχνη, επηρεάζοντάς την όσο ελάχιστοι. Ποιητής, ζωγράφος, κινηματογραφιστής, συγγραφέας, γλωσσολόγος, φιλόσοφος και ρεπόρτερ, ακολουθούσε μονάχα το ένστικτό του καθώς έπεφτε με μανία από τη μια ενασχόληση στην άλλη και τίποτα δεν μπορούσε να του λυγίσει τη θέληση - τίποτα, εκτός από τον θάνατο που ήρθε απότομα με την - επισήμως, ανεξιχνίαστη ακόμη - δολοφονία του.
Δώδεκα ταινίες, γυρισμένες από το 1961 έως το 1975, καταγράφουν την κοινωνική ανέλιξη του ιταλικού κράτους αλλά και την απεγνωσμένη ανάγκη του δημιουργού τους για ελευθερία. Ελευθερία πνευματική, ψυχική, ερωτική. Και όμως αυτές οι εκκλήσεις για ελευθερία προκάλεσαν το μένος του κρατικού μηχανισμού που τον έσυρε δεκάδες φορές στα δικαστήρια για προσβολή της δημοσίας αιδούς ή και βλασφημία. Το 1962 ομάδα φασιστών τού επιτίθεται μετά την πρεμιέρα του «Μάμα Ρόμα» με πρωταγωνίστρια την Anna Magniani.
Ωστόσο ο Pasolini θα τα έβαζε στη συνέχεια και με το Ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα, όταν κατά την περίοδο των φοιτητικών εξεγέρσεων του 1969 θα δηλώσει ευθαρσώς τη συμπαράστασή του στο... αστυνομικό σώμα: «Οι αστυνομικοί είναι οι πραγματικοί προλετάριοι. Πολεμούν κάτι που δεν κατανοούν, για έναν ασήμαντο μισθό, ενώ την ίδια ώρα οι κακομαθημένοι συνομήλικοί τους οπλίζονται για να εκφράσουν τη μικροαστική αλαζονεία των γονιών τους». Αντιδράσεις θα ξεσηκώσει και με τη «Μήδειά» του την ίδια χρονιά, με πρωταγωνίστρια τη Μαρία Κάλλας, επιστήθια φίλη του, προσφάτως - τότε - χωρισμένη από τον Ωνάση, και γνήσια τραγική ηρωίδα. Οι κριτικοί ενοχλούνται από την κάπως «ελεύθερη» μεταφορά του πρωτοτύπου, το κοινό έρχεται αντιμέτωπο με ένα θέαμα γήινο και ακατέργαστο.
Η ζωή του Pasolini, ταινία από μόνη της. Διάβασε Ρεμπό πρώτη φορά στα επτά του χρόνια, και ξεκίνησε να γράφει ποίηση από την ίδια ηλικία. Ενήλικος πια, προσπαθεί ασταμάτητα να εκδώσει ποίησή του, κάτι πρακτικά αδύνατον, μια και το φασιστικό καθεστώς της εποχής έλεγχε τα πάντα. Στο τέλος θα κυκλοφορήσει ένα αυτοχρηματοδοτούμενο ανθολόγιο ποιημάτων - στο μεταξύ, η σκληρή πραγματικότητα του πολέμου θα συνταράξει τη ζωή του ευαίσθητου Παζολίνι που σιγά σιγά αρχίζει να ανακαλύπτει τον μαρξισμό. Το 1943, μάλιστα, θα συλληφθεί από τους Γερμανούς και θα καταστρώσει ο ίδιος την απόδρασή του, επιστρέφοντας στο χωριό του, την Κασάρσα ντέλα Ντελίτσια, το οποίο θα βρει κατεστραμμένο από τα φίλια πυρά των Συμμάχων. Λίγο πιο κάτω, το πτώμα του δολοφονημένου αδελφού του.
Θα γυρίσει την πιο πικρή, πιο θυμωμένη ταινία του το 1975. Υπήρξε μια περίοδος που την έβλεπα κάθε μέρα, νομίζω κράτησε περίπου δύο μήνες. Δεν μπορούσα να συλλάβω πόσο απογοητευμένος από την ανθρωπότητα μπορούσε να είναι κάποιος, την οργή και πίκρα που έσταζαν από κάθε κάδρο, κάθε λέξη αυτού του κατάμαυρου φιλμ - φαινόμενο. Ο Pasolini δεν θα προλάβει να ζήσει το χαμό που προκάλεσε παγκοσμίως το Salo. Στις 2 Νοεμβρίου της ίδιας χρονιάς θα βρεθεί δολοφονημένος, «επισήμως» από τον 17χρονο Pelosi. Θα περάσουν τριάντα χρόνια για να αλλάξει αυτή η ομολογία. Σήμερα ο Pelosi υποστηρίζει ότι ο Pasolini δολοφονήθηκε από τρεις φασίστες «με νότια προφορά». Νέα στοιχεία υπάρχουν, αλλά οι Αρχές κρίνουν πως δεν είναι αρκετά για να ανοίξει ξανά η υπόθεση.
"Εμείς που γεννηθήκαμε φτωχοί / έχουμε λίγο χρόνο για νιότη και για ομορφιά / δε μας χρειάζεστε" έγραφε σ' ένα ποίημα του. Έκανε λάθος.
![]() |
| O Pasolini σε φτωχογειτονιά της Ρώμης, περικυκλωμένος από παιδιά. Μια σπάνια φωτογραφία, τραβηγμένη το 1965, όταν δηλαδή ο Pasolini ήταν ήδη αναγνωρίσιμος. |
Κυριακή 27 Οκτωβρίου 2013
Σκαστές βολτίτσες εν ώρα εργασίας.
Είναι όμορφες οι μεγάλες πόλεις όταν αδειάζουν. Πηγαινοέρχομαι σε δουλειές στο κέντρο από το πρωι (ναι, κάποιοι εξ ημων έχουν δουλειές και Κυριακη πρωί με αργία να έπεται), και σταματώ που και που για να παρατηρήσω πόσο γλυκαίνει ακόμη κι αυτός ο Πειραιάς όταν τον χτυπά ο ήλιος και οι λιγοστοί που περιδιαβαίνουν τα στενά του σταματούν για να τον χαζέψουν.
Θα μου πείτε, άσχημη πόλη είναι ο Πειραιάς που έπρεπε να χρησιμοποιήσεις αυτό το "ακόμη"; Άσχημη δεν είναι. Αλλά κουβαλά την ασχήμια αυτών που τον αφέντεψαν, και αυτών που τον κατοικούν. Σκληρό; Ελάτε φέτος τον Μάιο μια βόλτα στις Κάννες για το Φεστιβάλ και πείτε μου πόσο διαφέρει η μία πόλη από την άλλη, και σε τι. Στο πρώτο δε θα βρείτε απάντηση. Στο δεύτερο, εύκολα: είναι μια πόλη που αξιοποιήθηκε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Σας το λέω ειλικρινά, σε καμία πόλη της Ευρώπης δε με πιάνει νοσταλγία για τον Πειραιά απ' ότι στις Κάννες.
Σταματώ για να πιω τον καφέ που κρατώ στο χέρι, στο συντριβάνι του Πασαλιμανιού. Στο μπροστινό μου παγκάκι κάθονται δυο μεσήλικες κυρίες, παρέα με μια γιαγιάκα σε αναπηρική καρέκλα. "Ζωηρή είσαι σήμερα, μαμά" λέει η μία. Μετά από λίγο περνά κι άλλη, τσουλώντας έναν παππού. Ο παππούς χαιρετά με ένα ασθενικό νεύμα τη γιαγιά, η γιαγιά αφήνει να φανεί κάτι που θυμίζει χαμόγελο. Σκέφτομαι "αν το πάρεις αυτό και το βάλεις σε μια ταινία, όλο και κάποιος μαλάκας κριτικός θα βρεθεί να γράψει 'πόσο κραυγαλέα και αναληθοφανής είναι η σκηνή". Στο μεταξύ, έχω βαρεθεί να συγκινούμαι με το παραμικρό.
Η ώρα κοντεύει τέσσερις, σχολάω.
Πέμπτη 17 Οκτωβρίου 2013
London Calling Us
Δέκα και πλέον μέρες εδώ, ταραχώδεις, αν και μακριά, υποτίθεται, από προβληματισμούς (αυτό που είναι να σε βρει, θα σε βρει όπου και να σαι), πέρασα μάλλον αρκετά, ευχάριστα και μη. Είδα τις νέες ταινίες των Πολ Γκρινγκρας, Τζόελ & Ήθαν Κόεν, Πάολο Σορεντίνο (λατρεία), Πάβελ Παβλικόφσκι, Στιβ Μακ Κούιν, κάποιων άλλων που δε μπορώ να θυμηθώ το όνομα αυτή τη στιγμή, έμαθα για τη στενάχωρη απώλεια ενός καλού φίλου, γνώρισα από κοντά τη Τζούντι Ντεντς, σχεδιάζω να γνωρίσω τον Πολ Μακ Κάρντεϊ που θα υπογράφει δίσκους αύριο στο HMV, ψώνισα και δυο - τρία πραγματάκια, τσίμπησα έναν πυρετό και ένα κρύωμα που δε λέει να φύγει.
Υπολογιστή μαζί μου δε κουβάλησα, υπάρχει ένα ίντερνετ καφέ στη Leicester Square που χρεώνει μια λίρα την ώρα και σου αφήνει και τη δυνατότητα να σκαλίσεις αρκετά το μασίνι ώστε να του προσθέσεις μια επιπλέον γλώσσα και να γράψεις σαν άνθρωπος, καλή ώρα. Έχω δεκαπέντε λεπτά χρόνο ακόμα. Μπαίνω σε mode αυτόματης γραφής. Ένας άστεγος Ινδός έρχεται που και που, δίνει μια - δυο λίρες, κάθεται σε μια γωνιά με ακουστικά στ' αυτιά (απ' ότι έχω προσέξει συνήθως ακούει Pink, αλήθεια σου λέω) και ξεραίνεται στον ύπνο στο πρώτο δεκάλεπτο. Οι ήχοι που βγαίνουν απο το λαρύγγι του σκεπάζουν κάθε άλλη δραστηριότητα έδω μέσα. Όχι πως συμβαίνουν και πολλά.
Να, χθες, εδώ παραδίπλα, ένας Ιταλός προσπαθούσε μέσω Skype να "γλυκάνει" το κορίτσι του που μάλλον ήθελε να τον σχολάσει. Ένας άλλος προσπαθούσε να δει ποδόσφαιρο και κοπάναγε το πληκτρολόγιο κάθε δέκα λεπτά - πότε "τον έπινε" η σύνδεση, πότε η ομάδα του. Από πιοτό μιας και το ανέφερα, λίγα τα πράγματα για μένα. Το ξενοδοχείο μου είναι αρκετά μακριά, και το να χάνω το τελευταίο τρένο των 23.30 δεν είναι οικονομικά εφικτό. Για τους ίδιους λόγους, τσακίζω κάτι φαγάδικα όπου με 8 λίρες, ας πούμε, μπορείς να φας όσο θες. Αναρωτιέμαι τι σκέφτονται οι ιδιοκτήτες τους όταν, μετά το πέρας κάθε σεζον, παρακολουθούν τις πωλήσεις του Οκτωβρίου (είναι η έβδομη φορά που ταξιδεύω εδώ για το Φεστιβάλ του BFI).
Στο τηλέφωνο η Σταματίνα:
- Μπαμπά, φτιάχνω ένα κολάδ με καρδούλεθ για θένα. Πότε θα'ρθειθ;(Ελπίζω τουλάχιστον να της αρέσει το φόρεμα)
- Την άλλη βδομάδα κορίτσι μου.
- Είναι πολύ αυτό;
- Όχι, όχι, τη Δευτέρα
- Θα πάω θχολείο τη Δευτέρα;
- Υποθέτω πως θα πας, καρδούλα μου.
- ...
Πρώτη φορά, μου έλειψε ο ήλιος.
Τετάρτη 7 Σεπτεμβρίου 2011
Melancholia (2011) ( * * * * )

Μελαγχολία. Ελληνικότατη λέξη. Πρωτοακούστηκε τον 5ο αιώνα από τον Ιπποκράτη για τη «μέλαινα» (δηλαδή «κατάμαυρη») «χολή» που εκλύει το συκώτι – θα έπρεπε όμως να περάσουν άλλοι εννέα αιώνες μέχρι οι επιστήμονες να αναφερθούν σ’ αυτήν ως ψυχική ασθένεια λες και η εξέλιξη μας σαν "είδος" ήταν τέτοια... που η χολή κατέληξε να στάζει στη ψυχή μας. Ο Ρόμπερτ Μπάρτον ήταν αυτός που, με την «Ανατομία της Μελαγχολίας» (που εξέδωσε το 1621) μίλησε καθαρά για το δυϊσμό της: από τη μια, έγραψε, μιλάμε για την επιτομή της παράνοιας, από την άλλη όμως και για διανοητική υπεροχή, για μια σπάνια καλλιτεχνική ευαισθησία.
Σαν να μιλούσε για… τον ίδιο το Τρίερ. Τόσες και τόσες εξίσου «κατάμαυρες» ταινίες έχει σκαρώσει ο τρομερός αυτός Δανός, που καιρός ήταν να βαφτίσει μία εξ αυτών «Melancholia». Γιατί, προφανώς, ο τίτλος της υπέροχης νέας δουλειάς του δεν αφορά μονάχα τη μελαγχολία των ηρωίδων αλλά και τη δική του. Από την πρώτη ονειρική σεκάνς μέχρι την τελευταία, η οθόνη πλημμυρίζει με εικόνες μοναδικής εικαστικής ομορφιάς: κάδρα ρομαντικά, εξπρεσιονιστικά, συνοδευόμενα από το μουσικό θέμα που ο Βάγκνερ έγραψε για το «Τριστάνος και Ιζόλδη», κάδρα που απεικονίζουν, μεταξύ άλλων, και το τέλος του κόσμου. Γιατί περί αυτού πρόκειται. Του Τέλους μέσα από τα μάτια δυο γυναικών – δηλαδή μίας. Οκ, σας μπέρδεψα. Το πιάνω απλά και από την αρχή.
Η ταινία χωρίζεται σε δυο μέρη, δυο κεφάλαια που το καθένα φέρει ως τίτλο το όνομα των ηρωίδων. Στο πρώτο έχουμε τον χλιδάτο γάμο της Ζιστίν. Καλεσμένοι, λούσα, συγγενείς, αφεντικά, πρόσωπα χαμογελαστά. Κι εκείνη παίζει το ρόλο όσο πιο καλά μπορεί. Και μπορεί να τον παίξει – όχι όμως και να τον αντέξει. Το ποιος της τον επέβαλε δεν τίθεται καν ως ερώτημα μιας και η επιβολή είναι τόσο ξεκάθαρη: όλοι είναι ένοχοι. Οι ρωγμές στο ερμηνευτικό της σύστημα αρχίσουν να φαίνονται. Ο γάμος πάει στα κομμάτια. Και όλοι πληρώνουν την αδιαφορία τους απέναντι στα δικά της θέλω, πληρώνουν το ερέθισμα των ενοχών της, το ύψωμα των αδιεξόδων της. Ακριβά, ναι, αλλά αυτή είναι η ζωή (αυτή είναι η ζωή;).
Δευτέρα 15 Αυγούστου 2011
Πειθαρχία, μητέρα της Ευτυχίας.
Πρώτον: Το σάκε μπορεί να σε μεθύσει και σε χλιαρή μορφή.
Δεύτερον: Τα προβλήματα σου δεν αφορούν όλο τον κόσμο.
Τρίτον: το Lift your skinny fists like antennas to Heaven των Godspeed You Black Emperor
είναι εντελώς άλλο πράγμα όταν το ακούς από βινύλιο.
Τέταρτον: Αν πέσεις με κωλοδιάθεση, ξυπνάς με κωλοδιάθεση.
Λέω να τσεκάρω πρωτοσέλιδα εφημερίδων.
Ντάξει, καραcult αυτό της Ελεύθερης Ώρας:

Ναι ξέρω, μουτζαχεντίν και τα ρέστα,
αλλά όταν κάτι ξεπερνάει τα όρια, έχει μόνο πλάκα.
Πέραν της πλάκας όμως,
παρατηρώ πως η διάθεση δεν άλλαξε.
Je suis excessivement déçu.
Δεν οδηγούν όλα σε αδιέξοδο όμως.
Ανακάλυψα αυτό το Blog.
Τρίτη 5 Απριλίου 2011
Δευτέρα 4 Απριλίου 2011
Όταν τσακώνεσαι με τους δικούς σου.

Τα τελευταία τέσσερα χρόνια χάνω και ξαναβρίσκω τον εαυτό μου, χωρίς όμως να ξέρω σε ποια από τις δυο περιπτώσεις νοιώθω καλύτερα, ίσως τρομάζοντας και κάποιους φίλους, τουλάχιστον αυτούς που παρέμειναν φίλοι μου αυτή τη ζόρικη περίοδο και δεν έφυγαν, ή δεν τους έδιωξα. Και επίσης, αγνοώ πότε αυτό που ονομάζω "καλύτερα" είναι αληθινό και όχι κάτι το πλασματικό, μια ονειροφαντασία που προβάλω πάνω στην πραγματικότητα της ζωής μου - και του εαυτού μου - για να την κρύψω κάτω από το χαλάκι, σαν τα σκουπίδια στο παιδικό μου δωμάτιο.
Είναι και οι σχέσεις με αυτούς που αγαπάς και που, θες δε θες, πάντα θα αγαπάς, έτσι όπως δυναμιτίζονται και σκάνε στα μούτρα μας, μαζί με τα απωθημένα και τα μυστικά μας.
Σε ένα επεισόδιο του Frasier, η οικιακή βοηθός του ήρωα τον ρωτά το εξής που είναι καλύτερο αμετάφραστο: "Why is it so easy to love your family and so difficult to like them?". Ακόμη κι αυτός, υποτίθεται φτασμένος ψυχίατρος, δεν ξέρει τι να της απαντήσει. Ο θυμός φαντάζομαι προέρχεται από μια όχι και τόσο υγιής μορφήs τεμπελιά: είναι πιο εύκολο να κατηγορείς τους γονείς σου για τα κουσούρια σου, παρά εσένα τον ίδιο. Και η αλήθεια είναι αυτή. Πως δηλαδή, από τη στιγμή που περνάς κάποια ηλικία, τα κλειδιά είναι στα χέρια σου και, επί της ουσίας, εσύ κάνεις κουμάντο. Από την άλλη, ο θυμός πηγάζει και από την αδυναμία σου να τους δώσεις να καταλάβουν αυτό που αισθάνεσαι - ή την άρνηση τους να το δεχτούν. Άρνηση - υπάρχει πιο τρομακτική λέξη;
Και φυσικά δυο πράγματα μπορούν να σε κάνουν που και που Τούρκο με τους δικούς σου. Η απουσία αγάπης, στην παιδική σου ηλικία, ή η υπερπροσφορά της. Και τα δυο αφήνουν παράξενα χνάρια. Εγώ πάντως, σίγουρα ανήκω στη δεύτερη κατηγορία, παρά τα τραβήγματα, τους χωρισμούς και τις επανενώσεις.
Μερικές φορές δεν ξέρεις ποια θα είναι η αφορμή που θα οδηγήσει την κατάσταση στη σύγκρουση. Τις περισσότερες φορές είναι ανόητη. Και, as you can't teach an old dog new tricks, όταν προσπαθείς να εξηγήσεις τον εαυτό σου με έννοιες και φράσεις πολύ πολύ λογικές, σχεδόν ψυχρές μέσα στη λογική τους (απόρροια της ψυχανάλυσης αυτό το τελευταίο) τότε είναι που μπορείς να οδηγήσεις τον άλλο στη κόκκινη περιοχή. Μιλάμε δηλαδή για ένα ολοκληρωτικό αδιέξοδο. Γιατί για τέτοιο πρόκειται όταν με τα νεύρα και τις φωνές κατορθώνεις εντέλει να "περάσεις" πιο άμεσα αυτό που θες να πεις - και μετά φυσικά αισθάνεσαι σαν το χειρότερο τέκνο του ηλιακού συστήματος.
Αλλά σε μια άσχετη φάση, θα έρθει ένα χέρι να σου χαϊδέψει τα μαλλιά. Και όλα μηδενίζονται. Και όλα είναι στη θέση τους. Όλα είναι ασφαλή. Γιατί είσαι το παιδί τους. Και θα είσαι παιδί γι αυτούς, μέχρι να τους χάσεις.
Οι δικοί μου δεν διαβάζουν το blog, γενικώς με το internet και τις νέες - γι αυτούς - τεχνολογίες δεν τα πάνε καλά, (με εξαίρεση την εκάστοτε καφετιέρα). Οπότε, τέλος πάντων, είναι πιο εύκολο να το γράψω εδώ, όπως θα το γράψω.
I love you, mom & dad.
Τρίτη 29 Μαρτίου 2011
Queen Kelly (1929): Η λυπητερή ιστορία μιας ορφανής ταινίας.

Ίσως το ταίριασμα της με τον σκηνοθέτη Έρικ Φον Στρόχαϊμ να μην ήταν και το πλέον ιδανικό. Ο αυστριακός δημιουργός (ο πρώτος, ίσως, αληθινός auteur), ήταν γνωστός για την εμμονή του στην λεπτομέρεια, καθώς και για τις ιδιαίτερα τολμηρές του ιδέες, συνδιασμός που προκαλούσε απανωτά εγκεφαλικά τους τότε στουντιάρχες. Είχε προηγηθεί άλλωστε η απόλυση του από τα πλατώ του Merry-Go-Round και το βατερλώ της Απληστίας, του αριστουργήματος του που όμως κατακρεουργήθηκε από την παραγωγό MGM. Η οποία μάλιστα προχώρησε και στην καταστροφή του υλικού διάρκειας έξι (!) ωρών που άφησε «απ’έξω», κίνηση ταπεινωτική για τον σκηνοθέτη που τόλμησε να «σηκώσει κεφάλι» αλλά και ένα από τα μεγαλύτερα εγκλήματα στην ιστορία της έβδομης τέχνης. Για να επιστρέψουμε στο θέμα μας, κοινώς τον είχαν στη μπούκα.
Στα πλατώ του Queen Kelly λοιπόν, εν έτη 1929, η Γκλόρια Σουάνσον ανακαλύπτει πως ο χώρος που, στο σενάριο, περιγραφόταν ως αίθουσα χορού, ήταν στην πραγματικότητα ένα μπορντέλο, κάπου στην Ανατολική Αφρική. Εκεί κατέληγε η ηρωίδα της ταινίας, μια αθώα κοπέλα που ξελογιάζεται υποτίθεται από τον πρίγκηπα Γουόλφραμ. Ε, αυτό μια Σουάνσον δεν μπορούσε να το ανεχτεί. Σύντομα τα κακά μαντάτα έφτασαν στον σκηνοθέτη. Η σταρ του, όχι μόνο δεν θα ολοκλήρωνε το φιλμ, αλλά θα είχε και τον τελικό λόγο στη διαμόρφωση του σεναρίου. Ή έτσι νόμιζε. Γιατί μια ρήτρα στο συμβόλαιο του Στρόχαϊμ (του οποίου η καριέρα είχε πλέον καταστραφεί) της έδεσε τα χέρια. Έτσι, η κουτσουρεμένη εκδοχή του φιλμ, με ένα φινάλε εμπνεύσεως Σουάνσον, προβλήθηκε μόνο στην Ευρώπη και την Νότια Αμερική, λίγα χρόνια μετά. Το 1985, μια σχετικώς αποκατεστημένη κόπια, προσπάθησε (με την βοήθεια φωτογραφιών από τα γυρίσματα, και επεξηγηματικών μεσότιτλων), να προσεγγίσει την εκδοχή του Στρόχαϊμ. Το αποτέλεσμα είναι ένα θλιβερό αξιοπερίεργο, τα απομεινάρια ενός λειψού αριστουργήματος.
Το Queen Kelly είναι η ταινία που παρακολουθούν μαγεμένοι οι Στρόχαιμ και Σουάνσον στο Sunset Boulevard.
Tο πιο σκληρό in-joke που φιλμογραφήθηκε ποτέ.
Κυριακή 5 Δεκεμβρίου 2010
Δευτέρα 22 Νοεμβρίου 2010
"I Knew It Was You - Rediscovering John Cazale"
Οι ηθοποιοί γουστάρουν να παίζουν τους νικητές. Τους ήρωες – αλλά και τους αντι-ήρωες, βεβαίως. Και τον Μπάτμαν, και τον Τζόκερ. Επίσης, τους αρέσουν και οι δεύτεροι, ζουμεροί ρόλοι. Αυτοί που απαιτούν στόφα σπουδαίου ηθοποιού. Κανείς δε γουστάρει να παίζει τον loser. Τον αδύναμο. Και όταν το κάνουν, συνήθως το διαμορφώνουν στα μεγέθη της δικής τους ματαιοδοξίας: «δεν είμαι πραγματικά αδύναμος, απλά το παίζω». Ή, «είμαι αδύναμος, αλλά μέσα μου ένα ηφαίστειο είναι έτοιμο να εκραγεί», τέλος πάντων, καταλαβαίνετε τι θέλω να πω.
Προχθές τράβηξα μια παράξενη νύχτα. Άφησα τις ώρες να περνούν στο γραφείο μου, ταλαιπωρώντας ένα μπουκάλι τζιν. Πολύ τσιγάρο επίσης. Και σκηνές από ταινίες, προορισμένες να με κάνουν θρύψαλα. Ανάμεσα τους, κι αυτή.
Τζον Καζάλ. Τι μορφή! Τι τύπος! Πέντε ταινίες, όλη η φιλμογραφία του. Οι δυό Νονοί, Σκυλίσια Μέρα, Η Συνομιλία, ο Ελαφοκυνηγός - η τελευταία του εμφάνιση πριν σβήσει από την κωλοασθένεια. Δίπλα σε Πατσίνο, Ντε Νίρο, Τζιν Χάκμαν. Τους έπαιζε όλους στα ίσα. Και αυτοί, γινόντουσαν ακόμα καλύτεροι, επειδή έπαιζαν δίπλα του. Στις ερμηνείες του όμως δεν έβλεπες ποτέ όλα αυτά που περιέγραφα στην παραπάνω παράγραφο. Ο Καζάλ ήταν μεγάλος ηθοποιός γι αυτόν ακριβώς το λόγο. Δεχόταν την ταπεινότητα των χαρακτήρων που ενσάρκωνε και υποτασσόταν σ'αυτήν. Ανυποχώρητα. Απ'όσους ηθοποιούς έχω παρακολουθήσει στη μεγάλη οθόνη, ο μόνος που στάθηκε ικανός να αγγίξει ένα πόντο από αυτό το μεγαλείο ήταν ο Έντουαρντ Νόρτον στο Rounders. Και πάλι όμως, ήταν ο Έντουαρντ Νόρτον. Ο Τζον Καζάλ έβαζε στην άκρη τον Τζον Καζάλ. Όπως κανένας ηθοποιός της γενιάς του.
Δευτέρα 15 Νοεμβρίου 2010
"Between Bears" - A short film by Eran Hilleli
Σημείωμα σκηνοθέτη:
"Μy graduation film at bezalel academy of art and design.
Α debt to my childhood and other lives i hope i lived.
Ιnspired by words of songs that i admire."
Παρασκευή 12 Νοεμβρίου 2010
Nick Drake "Parasite" - (album: "Pink Moon" - Simply Music UK, 1973)
Τρίτη 9 Νοεμβρίου 2010
Hell is a place without love.
Στο σαλόνι του σπιτιού που μεγάλωσα, στη Χατζηκυριακού, είχαμε ένα μεγάλο καθρέφτη. Ελλειπτικός σε σχήμα, θύμιζε κάδρο παραδοσιακού πορτραίτου. Όπου, βεβαίως, αν είσαι πιτσιρικάς, «τοποθετείς» τον εαυτό σου. Άπειρες φορές στήθηκα μπροστά του, προσπαθώντας να αναπαράγω τον τρόπο που ο Κλιντ Ίστγουντ άναβε το τσιγάρο. Ή το βέβαιο για την γοητεία του – αλλά και τόσο ευαίσθητο συνάμα - βλέμμα, του Κάρι Γκραντ. Μια σεκάνς στο repeat, τώρα που χάριν αυτού του κειμένου προσπαθώ να αποσαφηνίσω αναμνήσεις θολές. Αρρώστια παιδική και πάρα πολύ σοβαρή αν δεν την προλάβεις νωρίς.Γιατί, βλέπεις, δυο είναι τα ενδεχόμενα. Το ένα, να τρως συνεχώς τα μούτρα σου προσπαθώντας αποτυχημένα να μιμηθείς αυτή την κίνηση, το άναμμα του τσιγάρου, το βλέμμα. Το άλλο, είναι να τα πετύχεις. Και να τ' αφήσεις να σου κάνουν την ίδια ζημιά. Μπορείς βέβαια να κάνεις και το τρίτο: να χοροπηδάς από την σινελατρεία στην απαξίωση της, αναλόγως με τα χαρτιά που η ζωή σου μοιράζει, δήθεν για να επιβιώσεις. Έλα όμως που εκεί το βάσανο είναι αβάσταχτο: τουλάχιστον ο «καθαρός» κινηματογραφόφιλος μπορεί να ζει διαρκώς ευτυχισμένος στην σινεφιλικώς πλασμένη πραγματικότητα του, αρκεί να το αποφασίσει. Ο ταλαίπωρος άλλος, βιώνει κάθε καταπιεσμένο συναίσθημα με στόμφο κινηματογραφικό, αλλά δεν αντιδρά διόλου όταν η πραγματικότητα του τσακίζει το σινεμασκόπ κάδρο. Μόνο περιμένει στωικά την επόμενη, μαρτυρικά προσωρινή χαρά. Εκτός, κι αν το φιλμικό του πρότυπο είναι αυτό του εξ’ορισμού μοναχικού ήρωα, οπότε και εκπίπτει στη δεύτερη παραπάνω κατηγορία, μιας και η ταύτιση είναι πλήρης.
Και οι τρεις τους πάντως συναντιούνται σε μια σκοτεινή αίθουσα. Ιδίως σε αυτές των θερινών αιθουσών που προβάλλουν μια ταινία κλασσική, σαν, ας πούμε, την Καζαμπλάνκα, που έσκισε πέρσι. Να θαυμάσουν τον Μπόγκαρτ όταν αποχαιρετά την Ίνγκριντ. Και το φοβερό είναι ότι ενώ σε εικόνες σαν κι αυτές, το βλέμμα σου (άρα και οι πόνοι και οι επιθυμίες σου) μπορεί και αντανακλάται τέλεια, ταυτόχρονα υπάρχει και ο θαυμασμός ενός ειδώλου που σε ξεπερνά.
Τα χρόνια βέβαια πέρασαν και στα 90s, αυτό το πρότυπο ήρωα ξέφτισε. Δεν «περνούσε» πια, δεν έπειθε. Και σιωπηλά, όπως του αρμόζει, αυτοεξορίστηκε σ'έναν τόπο δίχως αγάπη. Και οι ήρωες έπαψαν να τσαλακώνονται. Και έπαψαν να έχουν ταυτότητα: Οι ίδιες πόζες, οι ίδιες «χορογραφίες», τα ίδια χουφτώματα, τα ίδια δήθεν αυτοειρωνικά καλαμπούρια. Αλλιώς κρατούσε το τσιγάρο ο Κόχραν, αλλιώς ο Λάνκαστερ, αλλιώς ο Νίκολσον. Τώρα, και με το τσιγάρο εξαφανισμένο από τις οθόνες χάριν πολιτικής ορθότητας, σημασία δεν έχει πια η ματιά του ήρωα πάνω στη πλοκή – δηλαδή στη ζωή την ίδια. Καμία απολύτως.
Μιλάω γι αυτή τη φθίνουσα λάμψη λοιπόν, που συνήθιζε να πυροδοτεί τις προβολές μου πάνω στην πραγματικότητα. Κάτω από την οποία, κρυβόταν όλη αυτή η μοναξιά που το ευρωπαϊκό σινεμά είδε και ανέλκυσε. Ο Κόχραν στην Κραυγή. Ο Λάνκαστερ στον Γατόπαρδο. Ο Νίκολσον στο Επάγγελμα Ρεπόρτερ. Ο Κλούνεϊ στον Αμερικάνο, την ταινία για την οποία προσπαθώ τόση ώρα να σου μιλήσω. Που στο βλέμμα του «δουλεύει» κάθε δευτερόλεπτο μιας πικρής ζωής. Γιατί, ο Αμερικάνος, πρώτα απ’όλα, δε μιλάει πολύ. Μέσα του ξετυλίγεται το βαρύ του ημερολόγιο, σελίδα-σελίδα. Γιατί, σε μια άλλη ταινία, από αυτές τις «ηρωικές» που επικρατούν τελευταία, ένα flashback θα είχε κριθεί απαραίτητο. Όχι εδώ.
Ο Αμερικάνος επίσης δεν χαμογελά ποτέ. Δεν είναι από αυτούς που τη βρίσκουν με τη δουλειά τους, παρόλο που στο σινεμά αφθονούν οι χαμογελαστοί μισθωμένοι φονιάδες. Τα βλέφαρα του, πάντοτε βαριά. Από το βάρος αυτών που οικειοθελώς στερήθηκε. Κλεισμένος στον εαυτό του. Όπου και είναι ασφαλής. Ή θα μπορούσε να ήταν. Αν δεν ήταν Αμερικάνος, αλλά Σαμουράι. Δυστυχώς, ατύχησε. Το μόνο που μπορεί να τον περιμένει είναι ο έρωτας. Και ό,τι άλλο τον ακολουθεί. Βέβαια μπορεί να μην είναι Σαμουράι, αλλά η μοναξιά που τον περικυκλώνει είναι αρκούντως Μελβιλ-ική. Τουτέστιν Ευρωπαϊκή. Στην τηλεόραση ενός μπαρ, στέκεται να χαζέψει ένα γουέστερν. Η οθόνη προβάλλει το «Κάποτε στη Δύση». «Sergio Leone, italiano», του ψιθυρίζει δεικτικά ο μαγαζάτορας. Κι από την Άγρια Δύση ακόμη, εξόριστος ο Αμερικάνος.
Κυριακή 7 Νοεμβρίου 2010
Johnny Hallyday - "L'envie" (live) (album: "Tour 66, Stade De France, 2009" - Warner, 2010)
Αυτά, λέει, σας άρεσαν:
-
Νόστο έλεγαν οι αρχαίοι Έλληνες τον πόθο της επιστροφής στην πατρίδα. Η νοσταλγία συνεπώς είναι η ψυχολογική κατάσταση που δημιουργεί ο πόθ...
-
Απέτυχε εμπορικά στην εποχή του. Οι δε κριτικοί (στην Αμερική τουλάχιστον) δεν κατάλαβαν ποτέ περί τίνος πρόκειται. Κι όμως, σήμερα μι...
-
Ο Τέρι Χόκινς έχει μόλις αποφυλακιστεί. Αποφασίζει να παραδώσει το αριστούργημά του. Βαρέθηκε όλη του τη ζωή κατά παραγγελία – «κάνε ...
-
Τα παλιά παραμύθια διασώθηκαν όπως περίπου και τα δημοτικά τραγούδια. Από στόμα σε στόμα αρχικά, μέχρι που κάποιος αποφάσιζε να τα καταγ...
-
Τριάντα χρόνια αναζητούσε χρηματοδότες για τη «Σιωπή» ο Μάρτιν Σκορσέζε, αλλά η εποχιακή συγκυρία της ολοκλήρωσης αυτού του «έργου ζ...
-
Τα ονόματα που μεσουρανούσαν στις κινηματογραφικές οθόνες της δεκαετίας του ’80 ήταν πολύ συγκεκριμένα. Ανάμεσα τους, ο Τσακ Νόρις, ο ...
Ετικέτες
- 1975
- 1987
- 1991
- 2000
- 2005
- 2007
- 2008
- 2009
- 2010
- 2011
- 2012
- 2013
- 2014
- 2015
- 2016
- 2017
- Αθάνατη Ελληνική Δημοσιογραφία
- Αναδρομές
- Αντίο
- Αντίο. Peter O' Toole
- Απόψεις
- Βασίλης Ραφαηλίδης
- Βυζιά
- Γιάννης Οικονομίδης
- Γιώργος Τζιώτζιος
- Γραμματικός
- Δεν τον γουστάρω τον Οζόν
- Δεν Υπάρχει Ελπίς Στην Ελλάδα Ζεις
- Δουλειά δεν είχε ο Διάολος
- Δυάρι
- Δυόμιση
- Είδα μια ταινία
- Εισαγωγή
- Ελληνική διανόηση
- Ελληνικό Σινεμά
- Ένα
- Ένα και μισό
- Ένα ποίημα καληνύχτα
- ΕΡΤ
- Ευχαριστίες
- Ζακ Ντεμί
- Ζουλάφσκι
- Θέατρο Σκιών
- Θεσσαλονίκη
- Ισπανικό σινεμά
- Ιταλικό Σινεμά
- Κανένα tag δεν χωράει τον Τσακ Νόρις
- Κουλούρα
- κριτική
- Λάνθιμος
- Λαρς Φον Τρίερ
- Λότε Ρέϊνιγκερ.
- Μάριο Μονιτσέλι
- Μια ευχή
- Μικρά διαλεκτικά άλματα
- Μικρομηκάδικο
- Μίνως Αργυράκης
- Μοναξιές
- Μουσική
- Μπουκόφσκι
- Ντάριο Αρτζέντο
- Ντοκιμαντέρ
- Ξύπνησα στραβά
- Όσκαρ Όσκαρ
- Παναγιωτόπουλος Νίκος
- Παρα τρίχα αριστούργημα
- Πεντάρι
- Προβλήματα
- Ρομάν Πολάνσκι
- Ρωσία
- Ρώσοι
- Σκατίλα
- Σπίλμπεργκ
- Σταύρος Τορνές
- Τα'χω πάρει τώρα
- Τεσσάρι
- Τζον Κασσαβέτης
- Τιμ Μπάρτον
- Τομ Γουέιτς
- Τρία και μισό
- Τριάρι
- Φανταστικό
- Φίλιπ Ρίντλεϊ
- Φλυαρία
- Χρήστος Βακαλόπουλος
- Χρυσός Φοίνικας
- Amici Miei
- Animation
- Anton Corbijn
- Atom Egoyan
- Batman
- Béla Tarr
- Bellucci
- birthday man
- Bruce
- Cannon
- Celluloid Tales
- Childhood's end
- Chris Sarandon
- City Lights
- Classic is attitude
- Conversations with remarkable people
- David Lynch
- Demis Roussos
- Documentaries
- Dudley Moore
- E-Street Band
- Fincher
- George Clooney
- George Harrison
- George Miller
- Gin
- Godard
- Happy New Υear
- History Lessons
- Huston
- Ian Curtis
- images
- InstaNEA
- It's only a game
- It's you
- Jarmusch
- Jeff Nichols
- Jerry
- Johnny Hallyday
- Jonathan Glazer
- Joy Division
- Judi Dench
- Kane
- Ken Loach
- Kim Ki Duk
- Kinski
- Krzysztof Kieslowski
- Lang
- Lars Von Trier
- Leos Carax
- List
- love stories
- Marlon Brando
- Martin Scorsese
- Memory Lane
- Metal
- Michael Cimino
- Michael Haneke
- Monty Python
- Movida
- Movieworld
- Music
- Nagisa Oshima
- Nolan
- Nothing more than that
- Nuri Bilge Ceylan
- Parenthood
- Pasolini
- Payne
- Philip Seymour Hoffman
- Politics
- quotes
- Riz Ortolani
- Roger Ebert
- Russel Brand
- Scene of the crime
- Semih Kaplanoglu
- Sequels
- Servillo
- Shameless plug
- Sidney Lumet
- Snapshots
- Sofia Coppola
- Sokurov
- Sorrentino
- Spielberg
- Stephen Frears
- Steve Coogan
- Steven Soderbergh
- Stroheim
- Sunset Boulevard
- Tarantino
- Terrence Malick
- The Blues
- The Boy
- The only face
- Think big
- time
- Tony Curtis
- TV Hell
- Vincent Gallo
- Western
- With a little help
- Wonderings




