Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα It's you. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα It's you. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 6 Σεπτεμβρίου 2017

"Αναπόληση"


Θα καταργήσω τον ουρανό, θα καταργήσω τη γη 
και θ’ αφήσω μόνο ένα ουζερί 
για ένα πιοτό για ένα τραγούδι για ένα χορό 
κι εσύ να περνάς απ’ έξω. 

Θωμάς Γκόρπας

Τετάρτη 30 Οκτωβρίου 2013

Κι αν ζούσε ο Pasolini;


Το Σάββατο, 2 Νοεμβρίου, θα "κλείσουμε" 38 χρόνια από την αιματηρή δολοφονία του Pier Paolo Pasolini. Είναι στιγμές που σκέφτεσαι όλες εκείνες τις φωνές που έχουν χαθεί από χέρι ανθρώπινο. Τι ταινίες θα γύριζε σήμερα ο Pasolini; Τι τραγούδια θα έγραφε σήμερα ο John Lennon; Τι έχουν οι θυμωμένες φωνές και χάνονται όπως χάνονται;

Στα μόλις 53 χρόνια της ζωής του ο Pasolini πέρασε με τη δύναμη ενός κομήτη από την ευρωπαϊκή σύγχρονη τέχνη, επηρεάζοντάς την όσο ελάχιστοι. Ποιητής, ζωγράφος, κινηματογραφιστής, συγγραφέας, γλωσσολόγος, φιλόσοφος και ρεπόρτερ, ακολουθούσε μονάχα το ένστικτό του καθώς έπεφτε με μανία από τη μια ενασχόληση στην άλλη και τίποτα δεν μπορούσε να του λυγίσει τη θέληση - τίποτα, εκτός από τον θάνατο που ήρθε απότομα με την - επισήμως, ανεξιχνίαστη ακόμη - δολοφονία του.

Δώδεκα ταινίες, γυρισμένες από το 1961 έως το 1975, καταγράφουν την κοινωνική ανέλιξη του ιταλικού κράτους αλλά και την απεγνωσμένη ανάγκη του δημιουργού τους για ελευθερία. Ελευθερία πνευματική, ψυχική, ερωτική. Και όμως αυτές οι εκκλήσεις για ελευθερία προκάλεσαν το μένος του κρατικού μηχανισμού που τον έσυρε δεκάδες φορές στα δικαστήρια για προσβολή της δημοσίας αιδούς ή και βλασφημία. Το 1962 ομάδα φασιστών τού επιτίθεται μετά την πρεμιέρα του «Μάμα Ρόμα» με πρωταγωνίστρια την Anna Magniani.

Ωστόσο ο Pasolini θα τα έβαζε στη συνέχεια και με το Ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα, όταν κατά την περίοδο των φοιτητικών εξεγέρσεων του 1969 θα δηλώσει ευθαρσώς τη συμπαράστασή του στο... αστυνομικό σώμα: «Οι αστυνομικοί είναι οι πραγματικοί προλετάριοι. Πολεμούν κάτι που δεν κατανοούν, για έναν ασήμαντο μισθό, ενώ την ίδια ώρα οι κακομαθημένοι συνομήλικοί τους οπλίζονται για να εκφράσουν τη μικροαστική αλαζονεία των γονιών τους». Αντιδράσεις θα ξεσηκώσει και με τη «Μήδειά» του την ίδια χρονιά, με πρωταγωνίστρια τη Μαρία Κάλλας, επιστήθια φίλη του, προσφάτως - τότε - χωρισμένη από τον Ωνάση, και γνήσια τραγική ηρωίδα. Οι κριτικοί ενοχλούνται από την κάπως «ελεύθερη» μεταφορά του πρωτοτύπου, το κοινό έρχεται αντιμέτωπο με ένα θέαμα γήινο και ακατέργαστο.

Η ζωή του Pasolini, ταινία από μόνη της. Διάβασε Ρεμπό πρώτη φορά στα επτά του χρόνια, και ξεκίνησε να γράφει ποίηση από την ίδια ηλικία. Ενήλικος πια, προσπαθεί ασταμάτητα να εκδώσει ποίησή του, κάτι πρακτικά αδύνατον, μια και το φασιστικό καθεστώς της εποχής έλεγχε τα πάντα. Στο τέλος θα κυκλοφορήσει ένα αυτοχρηματοδοτούμενο ανθολόγιο ποιημάτων - στο μεταξύ, η σκληρή πραγματικότητα του πολέμου θα συνταράξει τη ζωή του ευαίσθητου Παζολίνι που σιγά σιγά αρχίζει να ανακαλύπτει τον μαρξισμό. Το 1943, μάλιστα, θα συλληφθεί από τους Γερμανούς και θα καταστρώσει ο ίδιος την απόδρασή του, επιστρέφοντας στο χωριό του, την Κασάρσα ντέλα Ντελίτσια, το οποίο θα βρει κατεστραμμένο από τα φίλια πυρά των Συμμάχων. Λίγο πιο κάτω, το πτώμα του δολοφονημένου αδελφού του.

Μετά το τέλος του πολέμου και του φασισμού, αναγνωρισμένος πια ως εξέχουσα μορφή της ιταλικής λογοτεχνίας, ο Pasolini ανακαλύπτει τον κινηματογράφο, αρχικά συνεισφέροντας στους διαλόγους της ταινίας του Federico Fellini «Οι νύχτες της Καμπίρια». Ενθουσιασμένος αγοράζει μια κάμερα, δουλεύει για μήνες τις πρώτες του ταινίες μικρού μήκους και τις δείχνει στον φημισμένο σκηνοθέτη, ο οποίος είναι κατηγορηματικός: «Παιδί μου, μείνε στη λογοτεχνία, δεν έχεις κανένα κινηματογραφικό ταλέντο». Ο Fellini βέβαια θα έπαιρνε πίσω εκείνα τα λόγια, εκθειάζοντας στη συνέχεια το έργο του (το «Σατυρικόν» που γύρισε το 1969, άλλωστε, είναι σαφέστατα παζολινικό), αλλά σκεφτείτε τι σημαίνει να σε απορρίπτει ο μέντοράς σου. Αλλοι θα τα είχαν παρατήσει από την επόμενη ημέρα. Ο Pasolini όμως παρέμεινε επίμονος έως το τέλος της ζωής του. Όχι όμως και προκλητικός. Τέτοιος ήταν μόνο για τους ανίδεους.

Θα γυρίσει την πιο πικρή, πιο θυμωμένη ταινία του το 1975. Υπήρξε μια περίοδος που την έβλεπα κάθε μέρα, νομίζω κράτησε περίπου δύο μήνες. Δεν μπορούσα να συλλάβω πόσο απογοητευμένος από την ανθρωπότητα μπορούσε να είναι κάποιος, την οργή και πίκρα που έσταζαν από κάθε κάδρο, κάθε λέξη αυτού του κατάμαυρου φιλμ - φαινόμενο.  Ο Pasolini δεν θα προλάβει να ζήσει το χαμό που προκάλεσε παγκοσμίως το Salo. Στις 2 Νοεμβρίου της ίδιας χρονιάς θα βρεθεί δολοφονημένος, «επισήμως» από τον 17χρονο Pelosi. Θα περάσουν τριάντα χρόνια για να αλλάξει αυτή η ομολογία. Σήμερα ο Pelosi υποστηρίζει ότι ο Pasolini δολοφονήθηκε από τρεις φασίστες «με νότια προφορά». Νέα στοιχεία υπάρχουν, αλλά οι Αρχές κρίνουν πως δεν είναι αρκετά για να ανοίξει ξανά η υπόθεση.

"Εμείς που γεννηθήκαμε φτωχοί / έχουμε λίγο χρόνο για νιότη και για ομορφιά / δε μας χρειάζεστε" έγραφε σ' ένα ποίημα του. Έκανε λάθος.

O Pasolini σε φτωχογειτονιά της Ρώμης, περικυκλωμένος από παιδιά.
Μια σπάνια φωτογραφία, τραβηγμένη το 1965, όταν δηλαδή ο Pasolini ήταν ήδη αναγνωρίσιμος.

Κυριακή 27 Οκτωβρίου 2013

Σκαστές βολτίτσες εν ώρα εργασίας.


Είναι όμορφες οι μεγάλες πόλεις όταν αδειάζουν. Πηγαινοέρχομαι σε δουλειές στο κέντρο από το πρωι (ναι, κάποιοι εξ ημων έχουν δουλειές και Κυριακη πρωί με αργία να έπεται), και σταματώ που και που για να παρατηρήσω πόσο γλυκαίνει ακόμη κι αυτός ο Πειραιάς όταν τον χτυπά ο ήλιος και οι λιγοστοί που περιδιαβαίνουν τα στενά του σταματούν για να τον χαζέψουν.

Θα μου πείτε, άσχημη πόλη είναι ο Πειραιάς που έπρεπε να χρησιμοποιήσεις αυτό το "ακόμη"; Άσχημη δεν είναι. Αλλά κουβαλά την ασχήμια αυτών που τον αφέντεψαν, και αυτών που τον κατοικούν. Σκληρό; Ελάτε φέτος τον Μάιο μια βόλτα στις Κάννες για το Φεστιβάλ και πείτε μου πόσο διαφέρει η μία πόλη από την άλλη, και σε τι. Στο πρώτο δε θα βρείτε απάντηση. Στο δεύτερο, εύκολα: είναι μια πόλη που αξιοποιήθηκε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Σας το λέω ειλικρινά, σε καμία πόλη της Ευρώπης δε με πιάνει νοσταλγία για τον Πειραιά απ' ότι στις Κάννες.

Σταματώ για να πιω τον καφέ που κρατώ στο χέρι, στο συντριβάνι του Πασαλιμανιού. Στο μπροστινό μου παγκάκι κάθονται δυο μεσήλικες  κυρίες, παρέα με μια γιαγιάκα σε αναπηρική καρέκλα. "Ζωηρή είσαι σήμερα, μαμά" λέει η μία. Μετά από λίγο περνά κι άλλη, τσουλώντας έναν παππού. Ο παππούς χαιρετά με ένα ασθενικό νεύμα τη γιαγιά, η γιαγιά αφήνει να φανεί κάτι που θυμίζει χαμόγελο. Σκέφτομαι "αν το πάρεις αυτό και το βάλεις σε μια ταινία, όλο και κάποιος μαλάκας κριτικός θα βρεθεί να γράψει 'πόσο κραυγαλέα και αναληθοφανής είναι η σκηνή". Στο μεταξύ, έχω βαρεθεί να συγκινούμαι με το παραμικρό.

Η ώρα κοντεύει τέσσερις, σχολάω.

Πέμπτη 17 Οκτωβρίου 2013

London Calling Us


Δέκα και πλέον μέρες εδώ, ταραχώδεις, αν και μακριά, υποτίθεται, από προβληματισμούς (αυτό που είναι να σε βρει, θα σε βρει όπου και να σαι), πέρασα μάλλον αρκετά, ευχάριστα και μη. Είδα τις νέες ταινίες των Πολ Γκρινγκρας, Τζόελ & Ήθαν Κόεν, Πάολο Σορεντίνο (λατρεία), Πάβελ Παβλικόφσκι, Στιβ Μακ Κούιν, κάποιων άλλων που δε μπορώ να θυμηθώ το όνομα αυτή τη στιγμή, έμαθα για τη στενάχωρη απώλεια ενός καλού φίλου, γνώρισα από κοντά τη Τζούντι Ντεντς, σχεδιάζω να γνωρίσω τον Πολ Μακ Κάρντεϊ που θα υπογράφει δίσκους αύριο στο HMV, ψώνισα και δυο - τρία πραγματάκια, τσίμπησα έναν πυρετό και ένα κρύωμα που δε λέει να φύγει.

Υπολογιστή μαζί μου δε κουβάλησα, υπάρχει ένα ίντερνετ καφέ στη Leicester Square που χρεώνει μια λίρα την ώρα και σου αφήνει και τη δυνατότητα να σκαλίσεις αρκετά το μασίνι ώστε να του προσθέσεις μια επιπλέον γλώσσα και να γράψεις σαν άνθρωπος, καλή ώρα. Έχω δεκαπέντε λεπτά χρόνο ακόμα. Μπαίνω σε mode αυτόματης γραφής. Ένας άστεγος Ινδός έρχεται που και που, δίνει μια - δυο λίρες, κάθεται σε μια γωνιά με ακουστικά στ' αυτιά (απ' ότι έχω προσέξει συνήθως ακούει Pink, αλήθεια σου λέω) και ξεραίνεται στον ύπνο στο πρώτο δεκάλεπτο. Οι ήχοι που βγαίνουν απο το λαρύγγι του σκεπάζουν κάθε άλλη δραστηριότητα έδω μέσα. Όχι πως συμβαίνουν και πολλά.

Να, χθες, εδώ παραδίπλα, ένας Ιταλός προσπαθούσε μέσω Skype να "γλυκάνει" το κορίτσι του που μάλλον ήθελε να τον σχολάσει. Ένας άλλος προσπαθούσε να δει ποδόσφαιρο και κοπάναγε το πληκτρολόγιο κάθε δέκα λεπτά - πότε "τον έπινε" η σύνδεση, πότε η ομάδα του. Από πιοτό μιας και το ανέφερα, λίγα τα πράγματα για μένα. Το ξενοδοχείο μου είναι αρκετά μακριά, και το να χάνω το τελευταίο τρένο των 23.30 δεν είναι οικονομικά εφικτό. Για τους ίδιους λόγους, τσακίζω κάτι φαγάδικα όπου με 8 λίρες, ας πούμε, μπορείς να φας όσο θες. Αναρωτιέμαι τι σκέφτονται οι ιδιοκτήτες τους όταν, μετά το πέρας κάθε σεζον, παρακολουθούν τις πωλήσεις του Οκτωβρίου (είναι η έβδομη φορά που ταξιδεύω εδώ για το Φεστιβάλ του BFI).

Στο τηλέφωνο η Σταματίνα:
- Μπαμπά, φτιάχνω ένα κολάδ με καρδούλεθ για θένα. Πότε θα'ρθειθ;
- Την άλλη βδομάδα κορίτσι μου.
- Είναι πολύ αυτό;
- Όχι, όχι, τη Δευτέρα
- Θα πάω θχολείο τη Δευτέρα;
- Υποθέτω πως θα πας, καρδούλα μου.
- ...
(Ελπίζω τουλάχιστον να της αρέσει το φόρεμα)

Πρώτη φορά, μου έλειψε ο ήλιος.

Τετάρτη 7 Σεπτεμβρίου 2011

Melancholia (2011) ( * * * * )


Μελαγχολία. Ελληνικότατη λέξη. Πρωτοακούστηκε τον 5ο αιώνα από τον Ιπποκράτη για τη «μέλαινα» (δηλαδή «κατάμαυρη») «χολή» που εκλύει το συκώτι – θα έπρεπε όμως να περάσουν άλλοι εννέα αιώνες μέχρι οι επιστήμονες να αναφερθούν σ’ αυτήν ως ψυχική ασθένεια λες και η εξέλιξη μας σαν "είδος" ήταν τέτοια... που η χολή κατέληξε να στάζει στη ψυχή μας. Ο Ρόμπερτ Μπάρτον ήταν αυτός που, με την «Ανατομία της Μελαγχολίας» (που εξέδωσε το 1621) μίλησε καθαρά για το δυϊσμό της: από τη μια, έγραψε, μιλάμε για την επιτομή της παράνοιας, από την άλλη όμως και για διανοητική υπεροχή, για μια σπάνια καλλιτεχνική ευαισθησία.

Σαν να μιλούσε για… τον ίδιο το Τρίερ. Τόσες και τόσες εξίσου «κατάμαυρες» ταινίες έχει σκαρώσει ο τρομερός αυτός Δανός, που καιρός ήταν να βαφτίσει μία εξ αυτών «Melancholia». Γιατί, προφανώς, ο τίτλος της υπέροχης νέας δουλειάς του δεν αφορά μονάχα τη μελαγχολία των ηρωίδων αλλά και τη δική του. Από την πρώτη ονειρική σεκάνς μέχρι την τελευταία, η οθόνη πλημμυρίζει με εικόνες μοναδικής εικαστικής ομορφιάς: κάδρα ρομαντικά, εξπρεσιονιστικά, συνοδευόμενα από το μουσικό θέμα που ο Βάγκνερ έγραψε για το «Τριστάνος και Ιζόλδη», κάδρα που απεικονίζουν, μεταξύ άλλων, και το τέλος του κόσμου. Γιατί περί αυτού πρόκειται. Του Τέλους μέσα από τα μάτια δυο γυναικών – δηλαδή μίας. Οκ, σας μπέρδεψα. Το πιάνω απλά και από την αρχή.

Η ταινία χωρίζεται σε δυο μέρη, δυο κεφάλαια που το καθένα φέρει ως τίτλο το όνομα των ηρωίδων. Στο πρώτο έχουμε τον χλιδάτο γάμο της Ζιστίν. Καλεσμένοι, λούσα, συγγενείς, αφεντικά, πρόσωπα χαμογελαστά. Κι εκείνη παίζει το ρόλο όσο πιο καλά μπορεί. Και μπορεί να τον παίξει – όχι όμως και να τον αντέξει. Το ποιος της τον επέβαλε δεν τίθεται καν ως ερώτημα μιας και η επιβολή είναι τόσο ξεκάθαρη: όλοι είναι ένοχοι. Οι ρωγμές στο ερμηνευτικό της σύστημα αρχίσουν να φαίνονται. Ο γάμος πάει στα κομμάτια. Και όλοι πληρώνουν την αδιαφορία τους απέναντι στα δικά της θέλω, πληρώνουν το ερέθισμα των ενοχών της, το ύψωμα των αδιεξόδων της. Ακριβά, ναι, αλλά αυτή είναι η ζωή (αυτή είναι η ζωή;).

Στο δεύτερο, η Ζιστίν, σε βαριά κατάθλιψη πλέον, μένει μαζί με την αδελφή της, την Κλαιρ, και τον κυνικό της σύζυγο. Όλοι μαζί, περιμένουν τη διέλευση του πλανήτη Μελαγχολία δίπλα από τη Γη. Η Ζιστίν ψύχραιμή και προετοιμασμένη. Η Κλαιρ εντελώς φρικαρισμένη. Ο πλανήτης Μελαγχολία ενδέχεται και να συνθλίψει τον κόσμο. Δυο γυναίκες, δηλαδή οι δυο όψεις της γυναικείας φύσης (που όμως πλέον, απ’ όπου κι αν την «πιάσεις» είναι το ίδιο λαβωμένη) περιμένουν το τέλος. Παραδομένες. Και σταθερά καταδικασμένες.

Το Τέλος μοιάζει αναπόφευκτο. Το μαρτυρούν όχι μόνο τα αστέρια, αλλά και τα ρημαγμένα γυναικεία κορμιά που κείτονται στη Γη (πόσο αφελείς μοιάζουν πλέον οι κατηγορίες για «μισογυνισμό» που έχει δεχτεί ο Τρίερ κατά καιρούς…). Αποκαθηλώνοντας τη ζωή (δηλαδή τη Γυναίκα) οδηγηθήκαμε στην ανυπαρξία. Βλέπετε, δεν είναι «ρέκβιεμ» η ταινία του Τρίερ, αλλά μοιρολόι παραδομένο στο καθαρό συναίσθημα. Μην έχετε ψευδαισθήσεις, το “Melancholia” δεν φλυαρεί, δεν παραπαίει ανάμεσα στα σύμβολα του, δεν «διδάσκει» και δεν φιλοσοφεί. Αντιθέτως, χτυπάει κατευθείαν στη ψυχή. Και ενώ αυτή ραγίζει μπροστά σε με μια τελευταία, κυριολεκτικά, εικόνα που κανείς, κανείς στην αίθουσα δεν πρόκειται να ξεχάσει, ο ελεήμων άθεος Τρίερ της χαρίζει την ανυπαρξία μ’ ένα τελευταίο χτύπημα.

Δευτέρα 15 Αυγούστου 2011

Πειθαρχία, μητέρα της Ευτυχίας.


Μερικά συμπεράσματα από τη χθεσινή βραδιά.

Πρώτον: Το σάκε μπορεί να σε μεθύσει και σε χλιαρή μορφή.
Δεύτερον: Τα προβλήματα σου δεν αφορούν όλο τον κόσμο.
Τρίτον: το Lift your skinny fists like antennas to Heaven των Godspeed You Black Emperor
είναι εντελώς άλλο πράγμα όταν το ακούς από βινύλιο.
Τέταρτον: Αν πέσεις με κωλοδιάθεση, ξυπνάς με κωλοδιάθεση.

Λέω να τσεκάρω πρωτοσέλιδα εφημερίδων.
Ντάξει, καραcult αυτό της Ελεύθερης Ώρας:


Ναι ξέρω, μουτζαχεντίν και τα ρέστα,
αλλά όταν κάτι ξεπερνάει τα όρια, έχει μόνο πλάκα.

Πέραν της πλάκας όμως,
παρατηρώ πως η διάθεση δεν άλλαξε.
Je suis excessivement déçu.
Δεν οδηγούν όλα σε αδιέξοδο όμως.
Ανακάλυψα αυτό το Blog.

Δευτέρα 4 Απριλίου 2011

Όταν τσακώνεσαι με τους δικούς σου.


Τα τελευταία τέσσερα χρόνια χάνω και ξαναβρίσκω τον εαυτό μου, χωρίς όμως να ξέρω σε ποια από τις δυο περιπτώσεις νοιώθω καλύτερα, ίσως τρομάζοντας και κάποιους φίλους, τουλάχιστον αυτούς που παρέμειναν φίλοι μου αυτή τη ζόρικη περίοδο και δεν έφυγαν, ή δεν τους έδιωξα. Και επίσης, αγνοώ πότε αυτό που ονομάζω "καλύτερα" είναι αληθινό και όχι κάτι το πλασματικό, μια ονειροφαντασία που προβάλω πάνω στην πραγματικότητα της ζωής μου - και του εαυτού μου - για να την κρύψω κάτω από το χαλάκι, σαν τα σκουπίδια στο παιδικό μου δωμάτιο.

Είναι και οι σχέσεις με αυτούς που αγαπάς και που, θες δε θες, πάντα θα αγαπάς, έτσι όπως δυναμιτίζονται και σκάνε στα μούτρα μας, μαζί με τα απωθημένα και τα μυστικά μας.

Σε ένα επεισόδιο του Frasier, η οικιακή βοηθός του ήρωα τον ρωτά το εξής που είναι καλύτερο αμετάφραστο: "Why is it so easy to love your family and so difficult to like them?". Ακόμη κι αυτός, υποτίθεται φτασμένος ψυχίατρος, δεν ξέρει τι να της απαντήσει. Ο θυμός φαντάζομαι προέρχεται από μια όχι και τόσο υγιής μορφήs τεμπελιά: είναι πιο εύκολο να κατηγορείς τους γονείς σου για τα κουσούρια σου, παρά εσένα τον ίδιο. Και η αλήθεια είναι αυτή. Πως δηλαδή, από τη στιγμή που περνάς κάποια ηλικία, τα κλειδιά είναι στα χέρια σου και, επί της ουσίας, εσύ κάνεις κουμάντο. Από την άλλη, ο θυμός πηγάζει και από την αδυναμία σου να τους δώσεις να καταλάβουν αυτό που αισθάνεσαι - ή την άρνηση τους να το δεχτούν. Άρνηση - υπάρχει πιο τρομακτική λέξη;

Και φυσικά δυο πράγματα μπορούν να σε κάνουν που και που Τούρκο με τους δικούς σου. Η απουσία αγάπης, στην παιδική σου ηλικία, ή η υπερπροσφορά της. Και τα δυο αφήνουν παράξενα χνάρια. Εγώ πάντως, σίγουρα ανήκω στη δεύτερη κατηγορία, παρά τα τραβήγματα, τους χωρισμούς και τις επανενώσεις.

Μερικές φορές δεν ξέρεις ποια θα είναι η αφορμή που θα οδηγήσει την κατάσταση στη σύγκρουση. Τις περισσότερες φορές είναι ανόητη. Και, as you can't teach an old dog new tricks, όταν προσπαθείς να εξηγήσεις τον εαυτό σου με έννοιες και φράσεις πολύ πολύ λογικές, σχεδόν ψυχρές μέσα στη λογική τους (απόρροια της ψυχανάλυσης αυτό το τελευταίο) τότε είναι που μπορείς να οδηγήσεις τον άλλο στη κόκκινη περιοχή. Μιλάμε δηλαδή για ένα ολοκληρωτικό αδιέξοδο. Γιατί για τέτοιο πρόκειται όταν με τα νεύρα και τις φωνές κατορθώνεις εντέλει να "περάσεις" πιο άμεσα αυτό που θες να πεις - και μετά φυσικά αισθάνεσαι σαν το χειρότερο τέκνο του ηλιακού συστήματος.

Αλλά σε μια άσχετη φάση, θα έρθει ένα χέρι να σου χαϊδέψει τα μαλλιά. Και όλα μηδενίζονται. Και όλα είναι στη θέση τους. Όλα είναι ασφαλή. Γιατί είσαι το παιδί τους. Και θα είσαι παιδί γι αυτούς, μέχρι να τους χάσεις.

Οι δικοί μου δεν διαβάζουν το blog, γενικώς με το internet και τις νέες - γι αυτούς - τεχνολογίες δεν τα πάνε καλά, (με εξαίρεση την εκάστοτε καφετιέρα). Οπότε, τέλος πάντων, είναι πιο εύκολο να το γράψω εδώ, όπως θα το γράψω.

I love you, mom & dad.

Τρίτη 29 Μαρτίου 2011

Queen Kelly (1929): Η λυπητερή ιστορία μιας ορφανής ταινίας.


Την λεγόμενη «Χρυσή Εποχή του Χόλιγουντ», και πριν ο στρουμπουλός Φάτι Άρμπακλ βρεθεί στα δικαστήρια κατηγορούμενος για βιασμό και φόνο, οι stars ήταν αυτοί που είχαν τον τελικό λόγο. Όχι τα στούντιο. Κανείς δεν μπορούσε να «πιέσει» για κανένα λόγο την Γκλόρια Σουάνσον, για παράδειγμα, να γυρίσει μια ταινία που δεν ήθελε. Ακόμη κι αν αυτή η ταινία βρισκόταν στο τελικό στάδιο των γυρισμάτων.

Ίσως το ταίριασμα της με τον σκηνοθέτη Έρικ Φον Στρόχαϊμ να μην ήταν και το πλέον ιδανικό. Ο αυστριακός δημιουργός (ο πρώτος, ίσως, αληθινός auteur), ήταν γνωστός για την εμμονή του στην λεπτομέρεια, καθώς και για τις ιδιαίτερα τολμηρές του ιδέες, συνδιασμός που προκαλούσε απανωτά εγκεφαλικά τους τότε στουντιάρχες. Είχε προηγηθεί άλλωστε η απόλυση του από τα πλατώ του Merry-Go-Round και το βατερλώ της Απληστίας, του αριστουργήματος του που όμως κατακρεουργήθηκε από την παραγωγό MGM. Η οποία μάλιστα προχώρησε και στην καταστροφή του υλικού διάρκειας έξι (!) ωρών που άφησε «απ’έξω», κίνηση ταπεινωτική για τον σκηνοθέτη που τόλμησε να «σηκώσει κεφάλι» αλλά και ένα από τα μεγαλύτερα εγκλήματα στην ιστορία της έβδομης τέχνης. Για να επιστρέψουμε στο θέμα μας, κοινώς τον είχαν στη μπούκα.

Στα πλατώ του Queen Kelly λοιπόν, εν έτη 1929, η Γκλόρια Σουάνσον ανακαλύπτει πως ο χώρος που, στο σενάριο, περιγραφόταν ως αίθουσα χορού, ήταν στην πραγματικότητα ένα μπορντέλο, κάπου στην Ανατολική Αφρική. Εκεί κατέληγε η ηρωίδα της ταινίας, μια αθώα κοπέλα που ξελογιάζεται υποτίθεται από τον πρίγκηπα Γουόλφραμ. Ε, αυτό μια Σουάνσον δεν μπορούσε να το ανεχτεί. Σύντομα τα κακά μαντάτα έφτασαν στον σκηνοθέτη. Η σταρ του, όχι μόνο δεν θα ολοκλήρωνε το φιλμ, αλλά θα είχε και τον τελικό λόγο στη διαμόρφωση του σεναρίου. Ή έτσι νόμιζε. Γιατί μια ρήτρα στο συμβόλαιο του Στρόχαϊμ (του οποίου η καριέρα είχε πλέον καταστραφεί) της έδεσε τα χέρια. Έτσι, η κουτσουρεμένη εκδοχή του φιλμ, με ένα φινάλε εμπνεύσεως Σουάνσον, προβλήθηκε μόνο στην Ευρώπη και την Νότια Αμερική, λίγα χρόνια μετά. Το 1985, μια σχετικώς αποκατεστημένη κόπια, προσπάθησε (με την βοήθεια φωτογραφιών από τα γυρίσματα, και επεξηγηματικών μεσότιτλων), να προσεγγίσει την εκδοχή του Στρόχαϊμ. Το αποτέλεσμα είναι ένα θλιβερό αξιοπερίεργο, τα απομεινάρια ενός λειψού αριστουργήματος.

Το Queen Kelly είναι η ταινία που παρακολουθούν μαγεμένοι οι Στρόχαιμ και Σουάνσον στο Sunset Boulevard.

Tο πιο σκληρό in-joke που φιλμογραφήθηκε ποτέ.

Δευτέρα 22 Νοεμβρίου 2010

"I Knew It Was You - Rediscovering John Cazale"

Ένας συνάδελφος μου περιέγραφε κάποτε πως, τη μέρα του θανάτου του Ερίκ Ρομέρ, πήρε τηλέφωνο ελληνίδα ηθοποιό που είχε συμμετάσχει σε μια ταινία του για μια-δυο δηλώσεις, κι εκείνη, που δεν είχε ενημερωθεί για το χαμό, τον ευχαρίστησε με χαρά, λέγοντας πως «πηγαίνει για πρόβα και η θλίψη αυτή θα την βοηθήσει». Μετά άρχισε να του μιλάει ασταμάτητα για το έργο που ανεβάζει, και τον χαρακτήρα της. Έτσι ακριβώς. Παράξενη φάρα οι ηθοποιοί.

Οι ηθοποιοί γουστάρουν να παίζουν τους νικητές. Τους ήρωες – αλλά και τους αντι-ήρωες, βεβαίως. Και τον Μπάτμαν, και τον Τζόκερ. Επίσης, τους αρέσουν και οι δεύτεροι, ζουμεροί ρόλοι. Αυτοί που απαιτούν στόφα σπουδαίου ηθοποιού. Κανείς δε γουστάρει να παίζει τον loser. Τον αδύναμο. Και όταν το κάνουν, συνήθως το διαμορφώνουν στα μεγέθη της δικής τους ματαιοδοξίας: «δεν είμαι πραγματικά αδύναμος, απλά το παίζω». Ή, «είμαι αδύναμος, αλλά μέσα μου ένα ηφαίστειο είναι έτοιμο να εκραγεί», τέλος πάντων, καταλαβαίνετε τι θέλω να πω.

Προχθές τράβηξα μια παράξενη νύχτα. Άφησα τις ώρες να περνούν στο γραφείο μου, ταλαιπωρώντας ένα μπουκάλι τζιν. Πολύ τσιγάρο επίσης. Και σκηνές από ταινίες, προορισμένες να με κάνουν θρύψαλα. Ανάμεσα τους, κι αυτή.



Τζον Καζάλ. Τι μορφή! Τι τύπος! Πέντε ταινίες, όλη η φιλμογραφία του. Οι δυό Νονοί, Σκυλίσια Μέρα, Η Συνομιλία, ο Ελαφοκυνηγός - η τελευταία του εμφάνιση πριν σβήσει από την κωλοασθένεια. Δίπλα σε Πατσίνο, Ντε Νίρο, Τζιν Χάκμαν. Τους έπαιζε όλους στα ίσα. Και αυτοί, γινόντουσαν ακόμα καλύτεροι, επειδή έπαιζαν δίπλα του. Στις ερμηνείες του όμως δεν έβλεπες ποτέ όλα αυτά που περιέγραφα στην παραπάνω παράγραφο. Ο Καζάλ ήταν μεγάλος ηθοποιός γι αυτόν ακριβώς το λόγο. Δεχόταν την ταπεινότητα των χαρακτήρων που ενσάρκωνε και υποτασσόταν σ'αυτήν. Ανυποχώρητα. Απ'όσους ηθοποιούς έχω παρακολουθήσει στη μεγάλη οθόνη, ο μόνος που στάθηκε ικανός να αγγίξει ένα πόντο από αυτό το μεγαλείο ήταν ο Έντουαρντ Νόρτον στο Rounders. Και πάλι όμως, ήταν ο Έντουαρντ Νόρτον. Ο Τζον Καζάλ έβαζε στην άκρη τον Τζον Καζάλ. Όπως κανένας ηθοποιός της γενιάς του.

Το ντοκιμαντέρ "I Knew It Was You - Rediscovering John Cazale" κυκλοφόρησε πρόσφατα σε dvd αν και μπορείτε να το δείτε ολόκληρο (σε αποσπάσματα δηλαδή) εδώ. Τσεκάρετε το. Πραγματικά αξίζει τον κόπο.



Δευτέρα 15 Νοεμβρίου 2010

Παρασκευή 12 Νοεμβρίου 2010

Nick Drake "Parasite" - (album: "Pink Moon" - Simply Music UK, 1973)


Lifting the mask from a local clown
Feeling down like him
Seeing the light in a station bar
And travelling far in sin
Sailing downstairs to the northern line
Watching the shine of the shoes
And hearing the trials of the people there
Who's to care if they lose.
And take a look you may see me on the ground
For I am the parasite of this town.

Dancing a jig in a church with chimes
A sign of the times today
And hearing no bell from a steeple tall
People all in dismay
Falling so far on a silver spoon
Making the moon for fun
And changing a rope for a size too small
People all get hung.
Take a look and see me coming through
For I am the parasite who travels two by two.

When lifting the mask from a local clown
And feeling down like him
And I'm seeing the light in a station bar
And travelling far in sin
And I'm sailing downstair to the northern line
Watching the shine of the shoes
And hearing the trials of the people there
Who's to care if they lose.
And take a look you may see me on the ground
For I am the parasite of this town.
And take a look you may see me in the dirt
For i am the parasite who hangs from your skirt.

(To Pink Moon έμελε να είναι το τελευταίο άλμπουμ του Drake. Το 1974 η κατάθλιψη τον νίκησε. Σε ηλικία μόλις 26 ετών. Κάθε στίχος του Parasite κρύβει μέσα του τόση οδύνη και πόνο, που απορείς πως κατάφερε ν΄αντέξει τόσο. Είναι ένα υπέροχο τραγούδι. Σ'ευχαριστώ που μου το θύμισες.)

Τρίτη 9 Νοεμβρίου 2010

Hell is a place without love.

Στο σαλόνι του σπιτιού που μεγάλωσα, στη Χατζηκυριακού, είχαμε ένα μεγάλο καθρέφτη. Ελλειπτικός σε σχήμα, θύμιζε κάδρο παραδοσιακού πορτραίτου. Όπου, βεβαίως, αν είσαι πιτσιρικάς, «τοποθετείς» τον εαυτό σου. Άπειρες φορές στήθηκα μπροστά του, προσπαθώντας να αναπαράγω τον τρόπο που ο Κλιντ Ίστγουντ άναβε το τσιγάρο. Ή το βέβαιο για την γοητεία του – αλλά και τόσο ευαίσθητο συνάμα - βλέμμα, του Κάρι Γκραντ. Μια σεκάνς στο repeat, τώρα που χάριν αυτού του κειμένου προσπαθώ να αποσαφηνίσω αναμνήσεις θολές. Αρρώστια παιδική και πάρα πολύ σοβαρή αν δεν την προλάβεις νωρίς.

Γιατί, βλέπεις, δυο είναι τα ενδεχόμενα. Το ένα, να τρως συνεχώς τα μούτρα σου προσπαθώντας αποτυχημένα να μιμηθείς αυτή την κίνηση, το άναμμα του τσιγάρου, το βλέμμα. Το άλλο, είναι να τα πετύχεις. Και να τ' αφήσεις να σου κάνουν την ίδια ζημιά. Μπορείς βέβαια να κάνεις και το τρίτο: να χοροπηδάς από την σινελατρεία στην απαξίωση της, αναλόγως με τα χαρτιά που η ζωή σου μοιράζει, δήθεν για να επιβιώσεις. Έλα όμως που εκεί το βάσανο είναι αβάσταχτο: τουλάχιστον ο «καθαρός» κινηματογραφόφιλος μπορεί να ζει διαρκώς ευτυχισμένος στην σινεφιλικώς πλασμένη πραγματικότητα του, αρκεί να το αποφασίσει. Ο ταλαίπωρος άλλος, βιώνει κάθε καταπιεσμένο συναίσθημα με στόμφο κινηματογραφικό, αλλά δεν αντιδρά διόλου όταν η πραγματικότητα του τσακίζει το σινεμασκόπ κάδρο. Μόνο περιμένει στωικά την επόμενη, μαρτυρικά προσωρινή χαρά. Εκτός, κι αν το φιλμικό του πρότυπο είναι αυτό του εξ’ορισμού μοναχικού ήρωα, οπότε και εκπίπτει στη δεύτερη παραπάνω κατηγορία, μιας και η ταύτιση είναι πλήρης.

Και οι τρεις τους πάντως συναντιούνται σε μια σκοτεινή αίθουσα. Ιδίως σε αυτές των θερινών αιθουσών που προβάλλουν μια ταινία κλασσική, σαν, ας πούμε, την Καζαμπλάνκα, που έσκισε πέρσι. Να θαυμάσουν τον Μπόγκαρτ όταν αποχαιρετά την Ίνγκριντ. Και το φοβερό είναι ότι ενώ σε εικόνες σαν κι αυτές, το βλέμμα σου (άρα και οι πόνοι και οι επιθυμίες σου) μπορεί και αντανακλάται τέλεια, ταυτόχρονα υπάρχει και ο θαυμασμός ενός ειδώλου που σε ξεπερνά.

Τα χρόνια βέβαια πέρασαν και στα 90s, αυτό το πρότυπο ήρωα ξέφτισε. Δεν «περνούσε» πια, δεν έπειθε. Και σιωπηλά, όπως του αρμόζει, αυτοεξορίστηκε σ'έναν τόπο δίχως αγάπη. Και οι ήρωες έπαψαν να τσαλακώνονται. Και έπαψαν να έχουν ταυτότητα: Οι ίδιες πόζες, οι ίδιες «χορογραφίες», τα ίδια χουφτώματα, τα ίδια δήθεν αυτοειρωνικά καλαμπούρια. Αλλιώς κρατούσε το τσιγάρο ο Κόχραν, αλλιώς ο Λάνκαστερ, αλλιώς ο Νίκολσον. Τώρα, και με το τσιγάρο εξαφανισμένο από τις οθόνες χάριν πολιτικής ορθότητας, σημασία δεν έχει πια η ματιά του ήρωα πάνω στη πλοκή – δηλαδή στη ζωή την ίδια. Καμία απολύτως.

Μιλάω γι αυτή τη φθίνουσα λάμψη λοιπόν, που συνήθιζε να πυροδοτεί τις προβολές μου πάνω στην πραγματικότητα. Κάτω από την οποία, κρυβόταν όλη αυτή η μοναξιά που το ευρωπαϊκό σινεμά είδε και ανέλκυσε. Ο Κόχραν στην Κραυγή. Ο Λάνκαστερ στον Γατόπαρδο. Ο Νίκολσον στο Επάγγελμα Ρεπόρτερ. Ο Κλούνεϊ στον Αμερικάνο, την ταινία για την οποία προσπαθώ τόση ώρα να σου μιλήσω. Που στο βλέμμα του «δουλεύει» κάθε δευτερόλεπτο μιας πικρής ζωής. Γιατί, ο Αμερικάνος, πρώτα απ’όλα, δε μιλάει πολύ. Μέσα του ξετυλίγεται το βαρύ του ημερολόγιο, σελίδα-σελίδα. Γιατί, σε μια άλλη ταινία, από αυτές τις «ηρωικές» που επικρατούν τελευταία, ένα flashback θα είχε κριθεί απαραίτητο. Όχι εδώ.

Ο Αμερικάνος επίσης δεν χαμογελά ποτέ. Δεν είναι από αυτούς που τη βρίσκουν με τη δουλειά τους, παρόλο που στο σινεμά αφθονούν οι χαμογελαστοί μισθωμένοι φονιάδες. Τα βλέφαρα του, πάντοτε βαριά. Από το βάρος αυτών που οικειοθελώς στερήθηκε. Κλεισμένος στον εαυτό του. Όπου και είναι ασφαλής. Ή θα μπορούσε να ήταν. Αν δεν ήταν Αμερικάνος, αλλά Σαμουράι. Δυστυχώς, ατύχησε. Το μόνο που μπορεί να τον περιμένει είναι ο έρωτας. Και ό,τι άλλο τον ακολουθεί. Βέβαια μπορεί να μην είναι Σαμουράι, αλλά η μοναξιά που τον περικυκλώνει είναι αρκούντως Μελβιλ-ική. Τουτέστιν Ευρωπαϊκή. Στην τηλεόραση ενός μπαρ, στέκεται να χαζέψει ένα γουέστερν. Η οθόνη προβάλλει το «Κάποτε στη Δύση». «Sergio Leone, italiano», του ψιθυρίζει δεικτικά ο μαγαζάτορας. Κι από την Άγρια Δύση ακόμη, εξόριστος ο Αμερικάνος.

Με μόνο κώδικα, το ένστικτο του. Το οποίο και προσπαθεί να ξεγελάσει. Με τον ίδιο τρόπο που «οι αμερικάνοι προσπαθούν να ξεγελάσουν την Ιστορία», όπως λέει και ο ιερέας του μικρού ιταλικού χωριού όπου βρίσκεται, αναμένοντας την επόμενη του αποστολή. Μόνο που σε ιστορίες σαν κι αυτή, παραμονεύει μονάχα η τραγωδία. Σε μια στιγμή. Εκεί που ο Αμερικάνος χτυπά το τιμόνι. Εκεί που διπλώνομαι στο κάθισμα, από μια χαριστική βολή που εδώ και χρόνια αγνοώ. Εκεί που ο «M. Butterfly», ο Ήρωας, με το βλέμμα του πλέον να αντανακλάται στο δικό μου, και τη μορφή του μονίμως να με ξεπερνά, αντιλαμβάνεται το Τέλος που σκάει πάντα μια στιγμή πριν τη λύτρωση. Αυτό που ο ιερέας της ταινίας αντιλαμβάνεται ως "Κόλαση": "A world without love".

Εκεί που ζουν οι Ήρωες μου.

Κυριακή 7 Νοεμβρίου 2010

Johnny Hallyday - "L'envie" (live) (album: "Tour 66, Stade De France, 2009" - Warner, 2010)




Qu'on me donne l'obscurité puis la lumière
Qu'on me donne la faim la soif puis un festin
Qu'on m'enlève ce qui est vain et secondaire
Que Je retrouve le prix de la vie enfin.

Qu'on me donne la peine pour que j'aime domir
Qu'on me donne le froid pour que j'aime la flamme
Pour que j'aime ma terre qu'on me donne l'exil
Et qu'on m'enferme un an pour rever à des femmes.

On m'a trop donné bien avant l'envie
J'ai oublié les reves et les merci
Toutes ces choses qui avaient un prix
Qui font l'envie de vivre et le désir
Et le plaisir aussi..
qu'on me donne l'envie
L'envie d'avoir envie...
qu'on allume ma vie!

Qu'on me donne la haine pour que j'aime l'Amour
La solitude aussi pour que j'aime les gens
Pour que j'aime le silence qu'on me fasse des discours
Et toucher la misère pour respecter l'argent.

Pour que j'aime etre sain, vaincre la maladie
Qu'on me donne la nuit pour que j'aime le jour
Qu'on me donne le jour pour que j'aime la nuit
Pour que j'aime aujourd'hui oublier les "toujours".

On m'a trop donné bien avant l'envie
J'ai oublié les reves et les merci
Toutes ces choses qui avaient un prix
Qui font l'envie de vivre et le désir
Et le plaisir aussi...
qu'on me donne l'envie
L'envie d'avoir envie, qu'on... Rallume ma vie !

***

Let me be given obscurity then light
Let me be given hunger thirst then a feast
Take away what is vain and secondary
So that I can finally value life.

Let me be given sadness so that I love sleeping
Let me be given coldness so that I love the flame
So that I can love my earth exile me
And lock me up for a year so that I can dream of women.

I’ve been given too much way before my yearning
I have forgotten my dreams and the thank yous
All those things that had a price
Which give the yearning of life and desire
And also pleasure...
Let me be given yearning
The yearning of getting yearning
Light up my life!

Let me be given hate so that I can love Love
Also solitude so that I can love the people
So that I can love the silence give me lectures
Give me misery so that I can respect money.

So that I love to be healthy, let me beat illness
Let me be given night so that I can love day
Let me be given day so that I can love night
So that I love today, here & now, and forget the ”forevers”.

I’ve been given too much way before my yearning
I have forgotten the dreams and the thank yous
All those things that had a price
Which give the yearning of life and desire
And also pleasure...
Let me be given yearning
The yearning of getting yearning, Relight my life!

(Το κομμάτι πρωτοεμφανίστηκε στο δίσκο του 1986 "Gang", σε στίχους και μουσική Jean-Jacques Goldman. Ο τελευταίος παίζει να είναι και ο πιο πετυχημένος Γάλλος τραγουδοποιός, καθώς έχει "χαρίσει" επιτυχίες στους Joe Cocker, Chet Baker, Patricia Kaas και Celine Dion, μεταξύ άλλων.

Γενικώς, στα live του, ο Hallyday "πειράζει" τις επιτυχίες του - καμιά εκτέλεση δεν είναι ποτέ η ίδια. Μια βόλτα στο youtube θα σας πείσει.

Η εκτέλεση αυτή είναι από την τελευταία του, αποχαιρετιστήρια περιοδεία - η συναυλία του στο Παρίσι μεταδώθηκε live στην γαλλική τηλεόραση. Στη συνέχεια κυκλοφόρησε σε dvd & blu-ray, με κάποια λαθάκια διορθωμένα. Στο youtube υπάρχει μόνο το τηλεοπτικό broadcast, με όλες τις αιχμές, τις κουρασμένες νότες, αλλά και όλη την γοητεία που αυτές μεταφέρουν. Η τηλεοπτική κάμερα όμως "έπρεπε" να κοιτάξει αλλού όταν προς το τέλος, ο Hallyday γράπωσε τα ούμπαλα του σε μια τυπική φιγούρα - το πλάνο βέβαια "πέρασε" στο blu ray.

Την μετάφραση τη βρήκα στο http://lyricstranslate.com.
Συνήθως είναι έγκυρο - η συγκεκριμένη ήθελε ελάχιστες διορθώσεις.)

Αυτά, λέει, σας άρεσαν:

Ετικέτες