Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 2013. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 2013. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 1 Μαΐου 2014

Under The Skin (2013)



Μια ταινία για έναν εξωγήινο: Η Σκάρλετ Γιόχανσον – σε μια θαρραλέα ερμηνεία – φτάνει στη Γη (για την ακρίβεια, στη Γλασκώβη) και παρασέρνει διάφορους άντρες στο χαμό τους. Με μια φιλόδοξη ιδιαιτερότητα: Τα πάντα είναι στημένα γύρω από τη ματιά της κεντρικής ηρωίδας, λες και το ίδιο το φιλμ απευθύνεται σε κατοίκους άλλου γαλαξία. Η μουσική, πλήρως απόκοσμη και, ως εκ τούτου, απειλητική. Εξίσου απόμακρη και η αισθητική – απουσιάζει, ας πούμε, η οποιαδήποτε «καλλιτεχνική» αναφορά. Οι δε εξηγήσεις, απειροελάχιστες. Για να το πω πιο απλά, ο θεατής που θα μπει στην αίθουσα για να δει τσοντίτσα με τη Γιόχανσον ενδέχεται να βγει από την αίθουσα εξοργισμένος, όπως λίγο – πολύ εξοργισμένοι αισθάνθηκαν εκείνοι που πήγαν να δουν τσοντίτσα με τη Μπελούτσι και τους προέκυψε το «Μη Αναστρέψιμος». Ε αυτούς, τους εκδικείται λίγο ο Τζόναθαν Γκλέιζερ, βάζοντας την ηρωίδα του να βγαίνει από τα ρούχα αλλά και από το δέρμα της.

Άρα, μια ταινία και για την ανθρωπότητα: Στο μεταξύ, ο  Γκλέιζερ είχε και τη φαεινή ιδέα να φιλμάρει «λαθραία» μεγάλο μέρος της, βάζοντας την πρωταγωνίστρια να περιφέρεται σε clubs και λεωφόρους σ’ ένα, θα λεγε κανείς, διαπλανητικό candid camera όπου οι αντιδράσεις των έκπληκτων παρατηρητών προκύπτουν τόσο από την αλλόκοτη συμπεριφορά της, όσο και από το ότι, Διάολε, είναι η Σκάρλετ Γιόχανσον – έστω και με μελαχρινή περούκα. Δυο παρατηρητές: ένας ο Γκλέιζερ, και μία η «εξωγήινη». Τα βλέμματα των οποίων παρατηρούμε στο τέλος εμείς ως θεατές. Παράξενη εξίσωση, για ένα ούτως η άλλως, παράξενο φιλμ.

Απομένει μια ταινία για το σύμπαν: Στο Φεστιβάλ Βενετίας όπου και πρωτοπροβλήθηκε η (βασισμένη στο βιβλίο του Μάικλ Φλέμπερ) ταινία, οι επευφημίες συναγωνίστηκαν σε ένταση τα γιουχαΐσματα. Σ’ αυτό του Λονδίνου, το ίδιο. Ειλικρινά, σπάνια συναντάς πλέον ταινίες σαν κι αυτήν. Ταινίες διχαστικές που τρυπώνουν… κάτω από το δέρμα σου, και μένουν εκεί αφού έχεις αφήσει πια την αίθουσα του φιλμ, μαζί με το σύμπαν τους. Έλα όμως που το σύμπαν στο οποίο εσύ ο ίδιος επιστρέφεις δεν είναι πια το ίδιο καθώς κουβαλάς πλέον τα χνάρια μιας εμπειρίας που έχει μετατοπίσει το δικό σου κέντρο βάρους. Απίστευτος ο κόσμος, κι ο χαρακτήρας μας.

Τετάρτη 26 Φεβρουαρίου 2014

Philomena (2013)


Η πίστη δεν μπορεί να επιβληθεί. Ή την έχεις μέσα σου, ή δεν την έχεις. Επίσης δεν μπορεί να μετρηθεί. Η ποσότητα της είναι ευθέως ανάλογη της ματιάς μας απέναντι στη ζωή. Και, στις χειρότερες μας στιγμές, η πίστη (όχι απαραιτήτως η θρησκευτική – ελπίζω αυτό να είναι προφανές!) είναι η μόνη δύναμη που μπορεί να μας κρατήσει σε απόσταση ασφαλείας από την απόγνωση. Η θρησκευτική πίστη τώρα, πατά πάνω σ’ έναν ισχυρισμό – αυτόν της ύπαρξης του Θεού. Τα αποδεικτικά στοιχεία δεν αποτελούν προϋπόθεση, το αντίθετο μάλιστα: Αν υπήρχαν ενδείξεις περί της υπάρξεως του Θεού, δε θα μιλούσαμε για Πίστη.

Η Ιρλανδή Φιλομίνα Λι (η υπέροχη Τζούντι Ντεντς) πίστευε στο Θεό – τον Θεό της ευσπλαχνίας και της συγχώρεσης (ναι, η ταινία βασίζεται σε μια «αληθινή ιστορία»). Το 1952, έμεινε έγκυος και θεωρήθηκε «έκπτωτη» - για το αμάρτημα της αυτό, οδηγήθηκε σε Μοναστήρι, όπου οι Καλόγριες (πιστές σ’ έναν Θεό μίλια μακριά απ’ αυτόν της ηρωίδας μας) στέρησαν το παιδί της, όταν αυτό ήταν ακόμα νήπιο, για να το στείλουν σε παρένθετη οικογένεια στην Αμερική. Πενήντα χρόνια αργότερα, η Φιλομίνα αποφάσισε – με τη βοήθεια του Μάρτιν (τον ενσαρκώνει ο σπουδαίος κωμικός Στιβ Κούγκαν, που συν-υπογράφει και το βραβευμένο στη Βενετία σενάριο), ενός δημοσιογράφου του BBC – να αναζητήσει τα ίχνη του χαμένου της αγοριού. Και η ταινία του Στίβεν Φρίαρς παρακολουθεί την περιπέτεια της, αναπλάθοντας την.

Ισορροπώντας στη λεπτή γραμμή που χωρίζει την κωμωδία από το δράμα με εντυπωσιακή άνεση, ο βρετανός κινηματογραφιστής (που, επιτέλους, επιστρέφει με μια ταινία αντάξια του ταλέντου του) στήνει μια, μέχρι το τέλος, απολύτως απολαυστική ταινία χαρακτήρων, αντιπαραθέτοντας τον άθεο και «καλλιεργημένο» Μάρτιν με την, ταπεινής καταγωγής και θρησκευόμενη – παρά την τραγωδία της – Φιλομίνα, αντιπαράθεση εκ της οποίας προκύπτουν ατάκες ξεκαρδιστικές, αλλά και στιγμές που μας φέρνουν αντιμέτωπους με συμπεριφορές που οφείλουμε – ως λάτρεις ενός κινηματογράφου ξεκάθαρα ανθρωποκεντρικού – να κατανοήσουμε.

Γιατί υπάρχει ο Θεός των Εκκλησιών, και ο Θεός των ανθρώπων. Ο ένας, κοινωνικά επιβεβλημένος, γρανάζι μιας μηχανής που λειτουργεί για λόγους που ελάχιστα αφορούν την Αγάπη. Και ο άλλος, σταθερός, στοργικός και ανεξάντλητος. Ακόμη και γι’ αυτούς που τον κηρύττουν, δίχως οι ίδιοι να αγαπούν – ή για εμάς, που δεν Τον πιστεύουμε, ή δεν Τον αγαπούμε.

Πέμπτη 23 Ιανουαρίου 2014

Nebraska (2013) ( * * * * * )


Υπάρχουν οι ήρωες. Αυτοί που κάνουν λίγο – πολύ το σωστό, είναι γενναίοι, και τις περισσότερες φορές, κερδίζουν (ή εγκαταλείπουν με στωικό μεγαλείο) το κορίτσι. Αυτό που θα θέλαμε να ήμασταν δηλαδή. Και υπάρχουν κι εκείνοι που δεν τα καταφέρνουν και τόσο καλά. Με ιστορίες δίχως μεγαλοπρεπή φινάλε και τιτάνιες κορυφώσεις, τη θλίψη των οποίων καταλαβαίνουμε, γιατί είναι και δική μας. Τόσο δική μας, που μπορούμε ακόμη και να γελάσουμε μ΄ αυτή. Ή να κλάψουμε. Ή και τα δυο.

Όλα αυτά ενώ το "ταξίμετρο" μας συνεχίζει να "γράφει". Και αντί για ευρώ, "πέφτουν" μία μία οι φθορές μας, τα μυστικά που κρατήσαμε δικά μας, στην αρχή εκ πεποιθήσεως και στη συνέχεια από ένστικτο. Μαζί τους, μια λογική που προσπαθούμε με χίλια ζόρια να διατηρήσουμε, για να μη καταρρεύσουμε. Μέχρι τα τελικά ζενερίκ.

Έτσι, παρεμπιπτόντως, λειτουργούσε η comedia all’italiana, το μέγιστο δώρο των Ιταλών στον κινηματογραφικό κόσμο («πικρή κωμωδία» την αποκαλούσαν οι δικοί μας), και η βασικότερη επιρροή του σπουδαίου Αλεξάντερ Πέιν που ολοκληρώνει εδώ την καλύτερη του ταινία. Με «ήρωα» τον Γούντι, έναν ηλικιωμένο που, πεπεισμένος πως έχει κερδίσει ένα εκατομμύριο δολάρια (στη πραγματικότητα έχει πάρει στα σοβαρά ένα φτηνό διαφημιστικό τέχνασμα) αποφασίζει να πάει στη Νεμπράσκα για να παραλάβει τα κέρδη του. Στην αρχή, με τα πόδια (με την αστυνομία να τον «μαζεύει» κάθε φορά).

Στη συνέχεια, συνοδεία του Ντέιβιντ, του απηυδισμένου – αλλά και ευαίσθητου – γιου του. Στο ταξίδι που ακολουθεί, ο Ντέιβιντ θα μάθει αρκετά που δε συλλογίστηκε ποτέ. Οι συναντήσεις με τους παλιούς φίλους και συγγενείς συμπληρώνουν τα κομμάτια μιας ζωής σπαταλημένης. Τη δε μελαγχολία που αφήνει πίσω της η υπέροχη ασπρόμαυρη φωτογραφία του Φαίδωνα Παπαμιχαήλ και το αφιλόξενο τοπίο μιας πόλης θλιβερά αιώνιας, «σπάει» ένα χιούμορ καθαρτήριο που προκύπτει μέσα από τις καταστάσεις και τους χαρακτήρες, χαρακτήρες καθ’ όλα ανθρώπινους, με όλη την ομορφιά και τη γνώριμη ασχήμια που αυτό κουβαλά. 

Στο επίκεντρο όλων, ο Μπρους Ντερν, θρυλικός αμερικανός ηθοποιός με μακρά θητεία σε ρόλους «κουνημένων» που τώρα, στα 78 του χρόνια, φτιάχνει έναν Γούντι που δε σκέφτεται στιγμή να γίνει συμπαθής για τα μάτια μας μόνο. Και αυτή του η ειλικρίνεια είναι ένα σπουδαίο δώρο, αρκετό για να σκεφτούμε, για μία στιγμή, όλους αυτούς που, παράταιροι καθώς είναι, στο αστικό παραμύθι που στρατεύτηκαν να υπηρετήσουν με το ζόρι, δείχνουν την περιφρόνηση τους με τέτοιο σιωπηλό λυρισμό.

Τετάρτη 27 Νοεμβρίου 2013

La Grande Bellezza (2013) ( * * * * ½ )


Η νέα ταινία του Πάολο Σορεντίνο ξεκινά με τα 65α γενέθλια του Τζεπ Γκαμπαρντέλα: Αμέσως ο θεατής βυθίζεται σ’ ένα απολύτως οργιαστικό σύμπαν που ακροβατεί μοναδικά ανάμεσα στην έκσταση και την παρακμή - ισορροπία που οδηγεί πολλούς κριτικούς στο να αναφέρουν το όνομα του Φεντερίκο Φελίνι. Το La Grande Bellezza θα μπορούσε, άλλωστε, να χαρακτηριστεί και «Dolce Vita του 21ου αιώνα». Ο Φελίνι όμως είναι μονάχα ένα από τα φαντάσματα που περιδιαβαίνουν σ’ αυτό το φιλμ.

Φάντασμα, λίγο πολύ, και ο κεντρικός του ήρωας: Ο Γκαμπαρντέλα, πετυχημένος δημοσιογράφος (κουβαλά ακόμη κάτι από την αίγλη που, κάποτε, εξέπεμπε αυτή η δουλειά), διάσημος για το βιβλίο του «Το ανθρώπινο σύστημα» που έγραψε τριάντα και πλέον χρόνια πριν, μοιάζει με καλλιτέχνη παγιδευμένο στο κορμί μιας διασημότητας. Με βλέμμα γεμάτο θλίψη (συνοδευόμενο πάντα με χαμόγελο) παρακολουθεί αποτυχημένες avant-garde παραστάσεις, σαραντάρες στριπτιτζούδες, κηδείες αυτοκτονικών πλουσιόπαιδων και, αναπόφευκτα, τον εαυτό του στον καθρέπτη.

Είναι ένας ήρωας που κουβαλά πολλά κοινά σημεία με αυτούς ολόκληρης της φιλμογραφίας του Σορεντίνο, που πάντα έκανε ταινίες για άνδρες γοητευτικούς, αυτάρεσκους, «πετυχημένους» και φοβισμένους. Τούτη εδώ δε, σε βομβαρδίζει με εικόνες πλούσιες, φωτογραφημένες με γνήσια Ιταλική φροντίδα, δηλαδή πεντάμορφες και ευγενείς.Το τερέν όμως είναι γνήσια μετα-Μπερλουσκονικό. Και ενώ η κάμερα δείχνει απρόθυμη να ακινητοποιηθεί, συνειδητοποιούμε πως η διαδρομή που μας αφορά δεν είναι μόνο αυτή που κρύβεται στα στενά της Ρώμης.

Εδώ ο Σορεντίνο οδηγεί τις σημάνσεις του σ’ ένα σμίξιμο που ευφραίνει τον θεατή όπως μόνο ένα σπουδαίο έργο τέχνης μπορεί. Γιατί μέσα απ’ αυτή τη διαδρομή, ο Γκαμπαρντέλα (που ο Τόνι Σερβίλο ενσαρκώνει με μια απερίγραπτη χάρη) συνειδητοποιεί πως, ναι, η ζωή μπορεί να είναι εξίσου ασήμαντη με ένα ταχυδακτυλουργικό τρικ, αλλά μόνο ζώντας μπορεί να διεκδικήσει κανείς αυτή τη φευγαλέα επαφή με την ακίνητη αιωνιότητα. Στο φινάλε, η μόνη απόσταση που έχει σημασία να διανύσεις, είναι αυτή που χωρίζει την ευτυχία του να μη πιστεύεις σε τίποτα, από την ευτυχία του να πιστεύεις σε κάτι.

Κυριακή 3 Νοεμβρίου 2013

Στη Θεσσαλονίκη, οι αίθουσες γεμίζουν. Και λοιπόν;


Το ό,τι οι αίθουσες γεμίζουν, είναι γεγονός. Στα εκδοτήρια η φράση “δεν έχει θέσεις” έχει καταντήσει κλισέ. Και αυτό μπορεί να αφορά ταινίες που έχουν ήδη φήμη (η ταινία του Τζάρμους, ή το – βραβευμένο – Miss Violence, για παράδειγμα, για το οποίο θα μιλήσω την Πέμπτη) ή για ταινίες που απέκτησαν φήμη σχεδόν ταυτόχρονα με την εξαγγελία του προγράμματος. Βλέπετε, πάντα υπάρχουν κάποια “φαβορί” για σινεφιλικό κυνήγι, όπως το εξαιρετικό ιαπωνικό δράμα “Πατέρας και γιός” του Χιροκασου Κορε Εντα, από τις ταινίες που θα βρουν το δρόμο τους στις ελληνικές αίθουσες.

Τι γίνεται όμως με αυτές που δεν έχουν επιλεχθεί από κάποιον έλληνα διανομέα; Τι γίνεται δηλαδή με τις ανακαλύψεις; Στοιχείο απαραίτητο για κάθε κινηματογραφικό Φεστιβάλ και μια λέξη που δε θα χρησιμοποιούσε κανείς για να περιγράψει το “Θαύμα” από την Τσεχία και το “Μελάσα” από την Κούβα δυο αδύναμα δράματα διαφορετικής “κατεύθυνσης”, αλλά εξίσου μέτρια.

Μια από τις πιο δυνατές στιγμές της διοργάνωσης πάντως, είναι “ντόπια”: Ένας τηλεπαρουσιαστής, πάνω στη “καριέρα” του οποίου καθρεπτίζεται χιουμοριστικά η σαρωτική μετάλλαξη που υπέστη το dna του νεοέλληνα είναι ο κεντρικός – ή καλύτερα, ο μόνος – ήρωας που ενσαρκώνει έξοχα ο Χρήστος Στέργογλλου στην ταινια της Ελίνας Ψύκου “Η αιώνια επιστροφή του Αντώνη Παρασκευά” (προβάλλεται σήμερα).  Ένα παράξενα γοητευτικό φιλμ, παρά τις – ούτως ή άλλως ελάχιστες – άστοχες στιγμές του: Κάτω από αυτό το - πότε ελαφρύ, και πότε ανατρεπτικό – χιούμορ του κρύβεται μια θλίψη που ολοένα και θεριεύει.

Όλοι πάντως δηλώνουμε ακόμα γοητευμένοι με το σχεδόν ψυχεδελικό “Μόνο οι εραστές μένουν ζωντανοί”  του Τζιμ Τζάρμους, μια υπέροχη ερωτική ιστορία με ήρωες δυο ερωτευμένους – και περιθωριακούς φυσικά – βρυκόλακες. Ταινία που από τη μιά κουβαλά μια απογοήτευση για την ανθρωπότητα, και από την άλλη μια ελπίδα και έναν θαυμασμό για τα σπουδαία επιτεύγματα της: επιτεύγματα που πάντα ξεκινούν ή καταλήγουν στην αφάνεια. Σκεφτείτε πως ακόμη και η πιο “εύγευστη” ομάδα αίματος είναι η... μηδέν, με ρέζους αρνητικό.

Ήταν μια πραγματικά εύστοχη επιλογή για Πρεμιέρα. Ο Τζάρμους ήταν βέβαια παρών στην τελετή έναρξης του Φεστιβάλ. Παρών ήταν επίσης ο Υφυπουργός Πολιτισμού και Αθλητισμού Γιάννης Ανδριανού, ο Γιάννης Μπουτάρης και ο σύμβουλος του πρωθυπουργού Δημοσθένης Δαββέτας. Υπήρξαν αντιδράσεις από το κοινό, ίσως γι αυτά που ακούστηκαν, ίσως όμως και όχι, γιατί το πρόβλημα είναι πιο βαθύ: Γιατί θα έπρεπε το βήμα του Φεστιβάλ να χρησιμοποιείται, ούτως η άλλως, ως πολιτική πλατφόρμα; 

Στη δεύτερη – κατάμεστη – προβολή του φιλμ την επόμενη μέρα (μέχρι στιγμής, όλα στις αίθουσες, τεχνικώς μιλώντας, πηγαίνουν “ρολόι”), ο Τζάρμους μίλησε για την περιπέτεια της ταινίας του που πέρασε πολλά κύματα μέχρι να γυριστεί,  καθώς και την μερική του απογοήτευση που, για πρώτη φορά, “υποχρεώθηκε” να γυρίσει μια ταινία ψηφιακά και όχι σε “παραδοσιακό” φιλμ. Έκλεισε δε, ζητώντας... συγγνώμη απο τους θεατές, που δεν τους υποδέχτηκε από την αρχή. Τι φοβερός τύπος!

Τετάρτη 30 Οκτωβρίου 2013

La vie d'Adèle (2013) ( * * * * )


Ελάτε, το χετε νοιώσει κι εσείς. Εκείνο τον κόμπο στο λαιμό. Το σφίξιμο στο στομάχι. Και την αναγκαιότητα του να εκφράσεις αυτό που έχεις μόλις ανακαλύψει: Το σώμα σου, και την ανάγκη του να ενωθεί μ’ ένα άλλο. Άραγε τι θα γραφόταν αν η «Ζωή της Αντέλ» («προπαγάνδα του λεσβιακού έρωτα» σύμφωνα με κάποια έντυπα) αφορούσε ένα αγόρι κι ένα κορίτσι και, κατά τα άλλα, ήταν στημένη ως έχει; Πόσο «προβοκατόρικη» θα την έβρισκαν, ακόμη και κάποιοι που δηλώνουν οπαδοί της;
 
Γιατί μπορεί η βραβευμένη με Χρυσό Φοίνικα ταινία του Κεσίς να ενδιαφέρεται και για την διαφορετικότητα που προκύπτει από τον ομοφυλοφιλικό έρωτα της Αντέλ Εξαρχοπουλός για τη Λία Σεϊντού, αλλά περισσότερο απ’ όλα, επιζητά να καταγράψει το σκίρτημα του πρώτου έρωτα, μα και την οδύνη που περιμένει στο τέλος του. Δοσμένα με μια κινηματογράφηση που σε γραπώνει με ορμή σχεδόν Κασσαβετική: Στόματα που αγωνιούν πριν το πρώτο φιλί και σώματα γυμνά που σπαρταρούν από την ηδονή απεικονίζονται σε πλάνα ασφυκτικά κοντινά. Η δε ερωτική συνεύρεση τους, που βαστά περίπου δέκα λεπτά, είναι άκρως αποκαλυπτική – σε σάρκα, όχι όμως και σε ειλικρίνεια, και εδώ υπάρχει ένα θέμα.

Κακά τα ψέματα, το όλο στήσιμο είναι μεν γνώριμο στους ετεροφυλόφιλους θεατές (έτσι έχουν δει να το κάνουν και στις, προορισμένες γι αυτούς, λεσβιακές τσόντες), κόβει όμως πόντους από την ειλικρίνεια και τον αβίαστο – σχεδόν… τρυφερό – ρεαλισμό του υπέροχου πρώτου μέρους. Αν και η αλήθεια είναι πως το κακό είναι μικρό. Γιατί στην αβάσταχτα επώδυνη τελευταία πράξη, η κάμερα αποτυπώνει όλο τον παραλογισμό του μονόπλευρου πάθους, του πάθους που σε παρασέρνει στη δίνη ενός έρωτα χωρίς ελπίδα. Η δε ερμηνεία της Αντέλ Εξαρχοπουλός αγγίζει επίπεδα αμεσότητας που σπάνια συναντάμε πλέον στο Ευρωπαϊκό Σινεμά (αχ και να’ ταν στα ντουζένια του ο Ζουλάφσκι, τι ταινία θα έστηνε πάνω της!) και το βλέμμα της δεν μπορεί να σε οδηγήσει πουθενά αλλού, παρά μόνον εκεί: Στη κατάμαυρη βεβαιότητα του Τέλους.

Που δύσκολα χωνεύεται, και ποτέ δεν ξεπερνιέται.

Δευτέρα 28 Οκτωβρίου 2013

Gloria (2013) ( * * * ½ )


Οι ρόλοι για μοναχικούς, μεσήλικες άνδρες σε κρίση πληθαίνουν. Ο Πατσίνο και ο Ντε Νίρο μπορούν να δίνουν «ρέστα» σε τέτοιους, μέχρι να αποσυρθούν δια παντός. Οι γυναίκες ηθοποιοί πάλι… όχι και τόσο – ένα ακόμη επιχείρημα για όσες διακηρύττουν το αχανές της θηλυκής ιδιοσυστασίας: ακόμη και οι κάμερες αποδεικνύονται λίγες απέναντι της. 

Από την άλλη όμως, κυρίες μου, δεν είμαστε κι αχάριστοι. 

Απόδειξη: Άντρες οι σκηνοθέτες εκείνοι που ολοκλήρωσαν διαμάντια, φιλμάροντας μια γυναίκα. Ο Τζον Κασσαβέτης, στο «Μια γυναίκα εξομολογείται». Ο Γούντι Άλεν στη φετινή «Θλιμμένη Τζάζμιν». Και ο Σεμπαστιάν Λέλιο στη «Γκλόρια», ίσως ένα ελάσσων φιλμ σε σχέση με τα δυο προαναφερθέντα, αλλά με ιδιαίτερες αρετές. 

Με κυριότερη, τη πρωταγωνίστρια του. Παουλίνα Γκαρσία τη λένε, πρώτη φορά την είδα στη μεγάλη οθόνη και, να σας πω την αλήθεια, μια ζημιά την έπαθα. Μιλάμε για ερμηνεία που αφήνει πίσω οτιδήποτε έχω δει φέτος σε επίπεδο γενναιότητας, ακρίβειας και ευαισθησίας. Η Γκλόρια του τίτλου είναι 58 χρονών, χωρισμένη και μόνη. Περνά τον ελεύθερο χρόνο της σε βραδιές εργένηδων στο αγαπημένο της μπαρ, μέχρι που συναντά τον Ρονάλντο, 65αρη με κοιλίτσα (την οποία καλύπτει μ’ έναν γελοίο κορσέ), γλυκύτατο αλλά και εξαρτημένο από τις κόρες του, και την πρώην σύζυγο του. Κακός συνδυασμός, αλλά εκείνη δεν ξέρει πότε θα έχει την ευκαιρία να προσπαθήσει ξανά. 

Αρνούμενος όμως να επιτρέψει έστω και μια πινελιά υστερίας στο πορτραίτο της, ο Λέλιο αφήνει το μύθο να εξελιχτεί με μια ραθυμία που μας επιτρέπει να διαβάσουμε ό,τι απαιτείται, και να θαυμάσουμε ένα συγκλονιστικό, στην ακρίβεια του, πορτραίτο: η Γκαρσία κουβαλά την ηρωίδα της σε κάθε ανεπαίσθητο νεύμα, σε κάθε της ρυτίδα. Και όταν ξεγυμνώνεται μπροστά στη κάμερα, βλέπεις όλη εκείνη την αβεβαιότητα μιας γυναίκας που διεκδικεί μια ζωή εκ του μηδενός, ενώ η δική της πιθανότατα να βρίσκεται κοντά στο τέλος. Καιρός για δάκρυα μπορεί να υπάρχει λοιπόν, όχι όμως και χρόνος για καθηλωτική μιζέρια. Η Γκλόρια ούτε υπομένει, ούτε γονατίζει. Και η ελπίδα που ο χορός της χαρίζει, είναι μια διακήρυξη αξιοπρέπειας από τις λιγες.

Σάββατο 12 Οκτωβρίου 2013

Le Passé (2013) ( * * * * * )


Δεν σε θέλω πια, αλλά υπάρχει ένα παρελθόν που μας ενώνει και με φέρνει αντιμέτωπο με σένα - εξαιρετικό άλλοθι για να σε κρατήσω σε απόσταση, όταν, στη πραγματικότητα επιθυμώ ακριβώς το αντίθετο, αν και, πλην του παρελθόντος, όλα όσα μας ένωναν έχουν προ πολλού εξανεμιστεί. Το παρελθόν λοιπόν δεν αποτελεί μονάχα μια αλυσίδα γεγονότων που προηγήθηκαν του παρόντος. Άλλο πράγμα το παρελθόν αν είσαι ιστορικός, άλλο αν είσαι ψυχολόγος, άλλο αν είσαι ερωτευμένος.

Στο «Παρελθόν» το νέο, σπουδαίο φιλμ του Ιρανού Ασγκάρ Φαραντί, ο Αχμάντ φτάνει στο Παρίσι από την Τεχεράνη, για να υπογράψει τα χαρτιά του διαζυγίου του, όπως του ζήτησε η Μαρί. Τα απρόοπτα ξεκινούν σχεδόν αμέσως: υποχρεώνεται να κοιμηθεί, όχι σε ξενοδοχείο, αλλά στον ξενώνα της, παρέα με τον γιο του μέλλοντα γαμπρού. Οι δε συνεχείς συγκρούσεις της Μαρί με την κόρη της οδηγούν σε μια αλυσσίδα αποκαλύψεων, επαναπροσδιορίζοντας τη δράση και φέρνοντας τους ήρωες ολοένα και πιο αντιμέτωπους με τις επιλογές τους.

Αυτή η φαινομενική απλότητα της αφήγησης βέβαια, δεν μπορεί να μασκαρέψει εντελώς τον σκελετό της δραματουργικής κατασκευής της, αλλά δε γίνεται να μη θαυμάσει κανείς το πόσο περίτεχνα ο Φαραντί εικονογραφεί όλους τους χαρακτήρες του, πηγαίνοντας από τη μια ιστορία στην άλλη, προσθέτωντας ένα λιθαράκι τη φορά, μέχρι το παρελθόν να συναντήσει το παρόν στο δρόμο ενός άγνωστου μέλλοντος, έτσι όπως το πρώτο φαινομενικά κυριαρχεί, γεμάτο από πάθη, που καθορίζουν την όχι και τόσο φυσική εξέλιξη μας, εξορίζοντας μας συχνά, σε ένα ατέρμονο πηγαινέλα από τον καταναγκασμό της αναζήτησης, στη βεβαιότητα της απογοήτευσης. Ασε που κάθε προσπάθεια αποδέσμευσης από την έκσταση αυτή έχει, συχνά, χειρότερα αποτελέσματα.

Έλα όμως που αυτή η έκσταση είναι που μας κρατά στη ζωή.

Πέμπτη 12 Σεπτεμβρίου 2013

The Bling Ring (2013) ( * * * )


Υλισμός: η θεωρία σύμφωνα με την οποία η φυσική ύλη είναι η μόνη θεμελιώδης πραγματικότητα. Και το να είναι κανείς υλιστής, τον φέρνει αντιμέτωπο με τα καλά και τα κακά της επιλογής του. Το δε μεγαλύτερο κακό, είναι η πλήρης αποκοπή του από την ηθική, μια αξία που, όπως όλες, περιστρέφεται στο χώρο της σκέψης, και όχι της ύλης. Στη σημερινή κοινωνία βέβαια, ο υλισμός παίρνει μέρος στη ζωή του καθενός ανεξαρτήτως σε ποια κοινωνική τάξη ανήκει. Απλά άλλο να αγοράζεις μερικά ωραία ρούχα μία στο τόσο, και άλλο να βρίσκεσαι την επόμενη μέρα με δύο σπορ αυτοκίνητα, τα οποία μάλιστα αγόρασες με δάνεια ή ακόμη πιο επιλήψιμες μεθόδους. Η απληστία όμως είναι μεγάλη ντρόγκα.

Το Bling Ring (όπως είναι ο αυθεντικός τίτλος της νέας ταινίας της Σοφία Κόπολα) είναι μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα όσο και διεισδυτική ματιά στην αιρετική λατρεία των celebrities όπως αυτή εκφράζεται μέσα από την αληθινή ιστορία μιας παρέας παιδιών του Μπέβερλι Χιλς που μπουκάρουν σε σπίτια διασημοτήτων, απαλλάσσοντας τα από τα πολυτελή περιεχόμενα τους. Και είναι διεισδυτική ακριβώς επειδή η Κόπολα δε διστάζει να φιλμογραφήσει τις περιπέτειες τους όντας δίπλα τους, όχι ως συνένοχος (αυτό θα ήταν υπερβολικά εύκολο, όσο και απλοϊκό) αλλά ως ηδονοβλεψίας, ως κάποιος που θέλει να τις βλέπει να κλέβουν όσο θέλει να τις βλέπει και να μπουζουριάζονται: οι σκηνές της σύλληψης τους παρουσιάζονται μέσω τηλεοπτικής συχνότητας μεν, αλλά καταλαμβάνουν το ίδιο ακριβώς κινηματογραφικό κάδρο, και δείχνουν απολύτως ενσωματωμένες στην αισθητική "γραμμή" του φιλμ: Η σκηνοθέτιδα δίνει στους θεατές αυτά ακριβώς που θέλουν να δουν.

Kι αν αυτοί είναι συνένοχοι, είναι όχι επειδή διψούν για πλούτο, αλλά επειδή τον βλέπουν σαν μια «αμαρτία» που πρέπει να «πληρωθεί». Αυτή η επιπολαιότητα της ανώτερης τάξης που η Κόπολα σταθερά κινηματογραφεί (ήρθε άραγε ο καιρός να επανεκτιμήσουμε τη «Μαρία Αντουανέτα» της;), είναι το προσωπικό σχόλιο μιας γυναίκας που μεγάλωσε στο ίδιο σύμπαν, αλλά φιλμογραφημένο με τέτοια περίτεχνη λάμψη που γοητεύει κι εμάς: Μια καλοστημένη καρικατούρα ζωής, που ίσως και κάποιοι να προτιμούμε από τον ρεαλισμό της δικής μας.

Και αυτό είναι όλο το δράμα.

Πέμπτη 20 Ιουνίου 2013

Man of Steel (2013) ( * * * )


Η τελευταία φορά που είδαμε τον Σούπερμαν στην οθόνη ήταν το 2006, στο “Superman Returns” του Μπράιαν Σίνγκερ. Όπου ο φιλόδοξος δημιουργός τόνιζε με το παραπάνω τη μεσσιανική διάσταση του ήρωα που έδειχνε να κουβαλά στους σούπερ-ώμους του τις αμαρτίες ολάκερης της ανθρωπότητας. Η ταινία εκείνη έκανε άνοιγμα 52 εκατομμυρίων δολαρίων το πρώτο της Σαββατοκύριακο και έκλεισε μάλλον απογοητευτικά την εισπρακτική της πορεία.

Το νέο πόνημα του κυρίου Σνάιντερ τώρα (σε παραγωγή Κρίστοφερ Νόλαν των «Dark Knight»), πηγαίνει προς την αντίθετη κατεύθυνση: Ο Σούπερμαν εδώ, είναι ένας ήρωας με ηθικές αναστολές, διχασμένος ανάμεσα στην ανθρώπινη και την… υπέρανθρωπινη του φύση. Επιλογή που «μέτρησε» στα ταμεία: Η ταινία τσίμπησε, στο εναρκτήριο weekend 116 εκατομμύρια δολάρια και πάει για γκραν σουξέ.

Δε θέλει και πολύ ανάλυση: Όσο οι «πιστοί» εθελοτυφλούν τρομαγμένοι μπροστά στο δυισμό του Θεανθρώπου τους, τόσο τον αγκαλιάζουν στο πρόσωπο μιας κόμικ φιγούρας, με την πρόφαση μιας ταινίας λιγότερο «σοβαρής» που δε θίγει ευθέως τα «ιερά». Η δε συμμετοχή του Νόλαν στη παραγωγή είναι πανταχού παρούσα στη μεγάλη οθόνη: υπήρχε ούτως ή άλλως ένας μεγαλοϊδεατισμός στον πρωτότυπο ήρωα, αλλά ο Νόλαν (που συν-υπογράφει και το σενάριο) τον υπογραμμίζει με σοβαρότητα.

Εδώ υπάρχει ένα μικρό πρόβλημα – η ολοκληρωτική απουσία του χιούμορ δηλαδή, που μπορεί στον Μπατμαν να μην ενοχλεί (άλλωστε η Gotham City είναι μια πόλη γκρίζα και μουντή), εδώ όμως θα μπορούσε και να νοστιμίσει λίγο το comic αυτό θέαμα. Πάντως, το πρώτο μισό του φιλμ είναι απείρως καλύτερο απ’ ότι επακολουθεί. Τα flashbacks συμπληρώνουν τα κενά, ενώ η παρουσία του Κέβιν Κόστνερ (μυθική επιλογή casting) προσδίδει ένα κύρος παλαιάς σχολής που, από μόνος του, ο Σνάιντερ δε θα μπορούσε καν να το πλησιάσει.

Μεταξύ μας τώρα, έχω πεθυμήσει την οικονομία ενός καλού b-movie. Βαρέθηκα λίγο να βλέπω «φουσκωμένους» κόμικ ήρωες – και δεν εννοώ φουσκωμένους με αναβολικά, αλλά με «νοήματα». Ο Σούπερμαν είναι, όχι οι Αδελφοί Καραμαζόφ! Γιατί μια τέτοια ταινία (ή και άλλες, όπως τα «Iron Man», ή το «Avengers») πρέπει σώνει και καλά να ξεπερνα τόσο πολύ το δίωρο; Αφήστε δε που στα τελευταία 40 λεπτά του «Ανθρώπου από ατσάλι» μας περιμένει το ίδιο επαναλαμβανόμενο εκρηκτικό τουρλουμπούκι, όπου πρωταγωνιστούν τα ψηφιακά (δηλαδή, κατασκευασμένα σε υπολογιστή) εφέ που φυσικά δεν προκαλούν το παραμικρό δέος.

Δε θα κλείσω όμως γκρινιάζοντας, γιατί ομολογώ πως παραδέχτηκα την πολιτική θέση της ταινίας απέναντι στον ολοκληρωτισμό - όπως αυτός εκφράζεται από τον «κακό» Ζοντ (ερμηνευμένος από τον πάντοτε συνεπή Μάικλ Σάνον). Η τελική αναμέτρηση – και, κυρίως, η κατάληξη της – λέει όλα όσα πρέπει να ειπωθούν.

Τετάρτη 23 Ιανουαρίου 2013

Lincoln (2012) ( * * ½ )


Πρώτα απ’ όλα, ας ξεκαθαρίσουμε αυτό: Μια ταινία για τον Λίνκολν σήμερα, με τον Δυτικό κόσμο να βυθίζεται σε μια πολυεπίπεδη κρίση και τους εχθρούς της Δημοκρατίας να σηκώνουν κεφάλι, δεν μπορεί να αφορά μονάχα τους Αμερικάνους. Αφορά όλους εμάς που θέλουμε να πιστεύουμε πως ζούμε σε Δημοκρατικό καθεστώς και σιγά – σιγά ανακαλύπτουμε τον ιδιότυπο μηχανισμό αυτοκαταστροφής που κρύβει μέσα του το συγκεκριμένο πολίτευμα. Γιατί ενώ κάτω από δυσμενείς συνθήκες η Δημοκρατία οδηγεί στο δεσποτισμό της πλανεμένης πλειοψηφίας και τη σταδιακή εκμηδένιση των ατομικών δικαιωμάτων, στην αντίθετη των περιπτώσεων ενθαρρύνει την ευθύνη και την πρωτοβουλία. Πως «επιβάλλεται» όμως;

Ο «Λίνκολν» του Στίβεν Σπίλμπεργκ δεν είναι μια βιογραφία του Αμερικανού Προέδρου αλλά επικεντρώνεται στους τελευταίους τέσσερις μήνες της ζωής του και, κυρίως, στην προσπάθεια του να περάσει την 13η Τροπολογία σχετικά με τη μόνιμη κατάργηση της δουλείας – ενώ ο εμφύλιος μαίνεται. Αγώνας σκληρός που, εντέλει, φτάνει στο τέλος του με μέσα όχι ακριβώς «δημοκρατικά» - το κομβικό σημείο της ταινίας: Η σημαντικότερη τροπολογία στην ιστορία του Αμερικανικού Συντάγματος, και η πιο «δημοκρατική», ψηφίστηκε με βρώμικα μέσα. Ο Λίνκολν δεν έχει κανέναν ενδοιασμό να καταφύγει στην εξαγορά ψήφων (δηλαδή στη διαφθορά) για να πετύχει το σκοπό του, που είναι να ενώσει το Έθνος. Και αυτό γιατί η Δημοκρατία δεν μπορεί να λειτουργήσει αν ο επικεφαλής της δεν είναι διατεθειμένος να την… ξεχειλώσει αρκετά (είναι τόσο εύκαμπτη άλλωστε) ώστε να προφυλάξει τις αρχές της.

Το ότι ο Σπίλμπεργκ αναφέρεται εδώ στη διακυβέρνηση του Ομπάμα βγάζει μάτι. Το ενδιαφέρον όμως της υπόθεσης είναι η αντιστροφή που ο χρόνος έφερε. Ανακαλύπτουμε πως στα χρόνια του Αμερικανικού Εμφυλίου, οι Δημοκρατικοί αποτελούσαν την συντηρητική πολιτική δύναμη της χώρας, αυτή δηλαδή που έσπερνε κηρύγματα φυλετικού μίσους επικαλούμενη τον θεό, και οι Ρεπουμπλικάνοι ήταν οι ανθρωπιστές της υπόθεσης. Αν θέλετε, είναι και λίγο αστείο για εμάς: Μια μεταστροφή που χρειάστηκε 100 χρόνια για να πραγματωθεί στο Αμέρικα, έγινε πραγματικότητα στη χώρα μας μόλις μέσα σε τέσσερα χρόνια.

Η Δημοκρατία όμως, δεν είναι μονάδα σοβαρή υπόθεση. Είναι και… ανιαρή. Στο καστ (εκτός από τον συγκλονιστικό Ντάνιελ Ντέι Λιούις) συναντάμε την αφρόκρεμα της Αμερικανικής υποκριτικής: Τόμι Λι Τζόουνς, Τζέιμς Σπέιντερ, Σάλι Φιλντ, Τζάρεντ Χάρις, όλοι τους εξαίρετοι. Η δε σκοτεινή φωτογραφία του Γιάνους Καμίνσκι, αποτελεί αισθητικό επίτευγμα, και οι παρεμβατικές πινελιές εδώ κι εκεί (όπως μια ονειρική σεκανς ανθολογίας, για παράδειγμα) εξίσου φωτογενείς. Το φιλμ όμως κουβαλά το βάρος ολόκληρου του παραπολιτικού παρασκηνίου των διαδρόμων και των αγορεύσεων, εν είδει ιστορικού μαθήματος αλλά και διδαχής, γιατί για να νοιώσεις τι θα πει Δημοκρατία, λέει ο Σπίλμπεργκ, πρέπει και να βαρεθείς. Κι ο διδακτισμός σπανίως υπήρξε ψυχαγωγικός.

Αυτά, λέει, σας άρεσαν:

Ετικέτες