Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δεν Υπάρχει Ελπίς Στην Ελλάδα Ζεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δεν Υπάρχει Ελπίς Στην Ελλάδα Ζεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 26 Νοεμβρίου 2013

Φίνος... Στοπ!


Η κίνηση της Φίνος Φιλμ να ανεβάσει, δίχως οικονομικές απαιτήσεις από τους χρήστες του διαδικτύου (εντελώς δωρεάν που λέμε), έναν σοβαρό αριθμό ταινιών της στην ιστοσελίδα του youtube είχε αποκομίσει θετικά σχόλια στα social media – ιδίως δε από έλληνες του εξωτερικού. Λογικό δεν είναι; Κακά τα ψέμματα, πολλές εκ των παιδικών μας αναμνήσεων έχουν να κάνουν με την παρακολούθηση τους και, προσέξτε, δεν έχει να κάνει καν αν τις απολαμβάνουμε σήμερα, ή όχι (αν και, ασφαλώς, η ιστορία του Φίνου έχει να επιδείξει εξαιρετικές στιγμές). Έχει να κάνει με το κομμάτι εκείνο των αναμνήσεων στο οποίο επιστρέφει κανείς συχνά, όντας μακριά από τη χώρα.

Και με την ίδια ένταση που υποδέχτηκαν το συμβάν, άφησαν να φανεί η απογοήτευση τους όταν η εταιρία, πιεσμένη από «παράλογες διεκδικήσεις πνευματικών δικαιωμάτων» όπως αναφέρει σε χθεσινό της δελτίο τύπου, αποφάσισε να κατεβάσει τις ταινίες, αντικαθιστώντας τες όμως με αποσπάσματα και αφιερώματα, κρατώντας δηλαδή ανοιχτό το κανάλι της – μαζί με το ενδιαφέρον του κόσμου. Και η αλήθεια είναι πως πολλοί είχαν την ευκαιρία, όχι μόνο να επιστρέψουν σε γνωστά τους φιλμ, αλλά και να ανακαλύψουν ταινίες που, για κάποιο λόγο, η τηλεόραση δεν έχει φροντίσει να «τιμήσει» με τον προγραμματισμό τους. «Οι σφαίρες δεν γυρίζουν πίσω» μάλιστα, του Νίκου Φώσκολου, είχαν τύχει ιδιαίτερης προτίμησης.

Τώρα, η Φίνος αναγκάζεται ουσιαστικά να κατεβάσει και αυτά τα αποσπάσματα από το youtube, το οποίο, να πούμε την αλήθεια, λειτουργεί με κανόνες και κώδικες που δεν είναι απολύτως ξεκάθαροι. Για παράδειγμα, γιατί μπορώ να δω (παρανόμως προφανώς, αλλά δεν είναι αυτή η ουσία), το «Ρόκι» και δεν μπορώ να δω το «Δεσποινίς Διευθυντής»; Η MGM ή ο Σιλβέστερ Σταλόνε δεν έχουν οικονομικές απαιτήσεις; Τι εννοώ; Πως στην εποχή της internet-ικής προσφοράς και ζήτησης, υπάρχουν πολλά που πρέπει να ληφθούν υπ’οψιν πέραν του νομικού πλαισίου.

Ο Οργανισμός Συλλογικής Διαχείρισης Συγγενικών και Πνευματικών Δικαιωμάτων, στον οποίο συμπλέουν ηθοποιοί, σεναριογράφοι και σκηνοθέτες, έχει να θυμάται πολλούς κακοπληρωτές και, η αλήθεια είναι πως, για πολλά χρόνια, οι συντελεστές αυτών των ταινιών (και οι οικογένειες τους) είδαν ελάχιστα χρήματα (όσοι είδαν) από τις, στα όρια της υπερβολής, επαναληπτικές προβολές τους. Αυτό είναι γεγονός. Από την άλλη όμως, τα οικονομικά οφέλη που προκύπτουν από το ανέβασμα των ταινιών στο διαδίκτυο είναι πενιχρά – σχεδόν μη υπολογίσιμα. Όταν κάνεις κάτι τέτοιο, δεν το κάνεις για το κέρδος (και, πιστέψτε με, ελάχιστοι είναι αυτοί που «έζησαν» από το internet με ανάλογες κινήσεις). Το κάνεις για να μη χαθεί το έργο σου, για να περάσει σε μια γενιά θεατών που τώρα τις ανακαλύπτει, για να αφήσεις μια μαρτυρία.

Σημειώστε τέλος πως οι εκδοχές των ταινιών που ανέβηκαν, είχαν «περάσει» από νέα επεξεργασία εικόνας και ήχου. Πολλές από αυτές, νόμιζες πως τις έβλεπες πρώτη φορά. Κάδρα προσεγμένα, λαμπερά, εικόνες που μαρτυρούσαν την αισθητική φροντίδα αλλά και την κινηματογραφική μαστοριά που υπήρχε πίσω τους. Μπορούσες επιτέλους, για παράδειγμα, να απολαύσεις τα μιούζικαλ της εποχής στο αυθεντικό «σινεμασκόπ» τους κάδρο το οποίο (καθ’οτι ιδιαίτερα μακρόστενο) βλέπαμε αποκλειστικά πετσοκομμένο στα τηλεοπτικά άκρα του, αφήνοντας μας με το θέαμα διαλόγων ανάμεσα σε δυο... μύτες, για παράδειγμα.

Η Φίνος Φιλμ, η πιο εμβληματική εταιρία της «Χρυσής Εποχής του Ελληνικού Κινηματογράφου» δημιουργήθηκε το 1942 από τον παραγωγό Φιλοποίμενα Φίνο. Ο Φίνος είχε πάντα την τελευταία λέξη: απ΄ αυτόν περνούσαν όλα. Με τελευταία ταινία παραγωγής το «Ο κυρ Γιώργης εκπαιδεύεται», λειτούργησε μέχρι τον θάνατό του, το 1977. Με τον θάνατο της συζύγου του, Τζέλας, το 2010, τα ηνία ανέλαβαν οι κληρονόμοι του (ο τωρινός διευθυντής Γιώργος Τσαγκαράκης, και τα τρία ανίψια του Φίνου).

Τρίτη 5 Νοεμβρίου 2013

Ο Καλός, Ο Κακός και ο Παράξενος


"Greek weird cinema"

Δηλαδή «Παράξενο Ελληνικό σινεμά». Ένας όρος που «φόρεσαν» στη τωρινή μας κινηματογραφία οι επιφανείς κριτικοί του εξωτερικού, και στη συνέχεια ενστερνίστηκαν (λίγο – πολύ) και οι… δικοί μας. Όρος από τη φύση του θολός και αδιευκρίνιστος. Τι συνιστά δηλαδή κάτι «παράξενο»; Ας πούμε, οι αποδραματοποιημένες ερμηνείες. Η απόσταση από τη δράση. Η αισθητική των ξεθωριασμένων χρωμάτων – και η κλινικότητα που απορρέει από αυτά. Και μετά; Ο Γιώργος Λάνθιμος, ο σκηνοθέτης ο οποίος λίγο – πολύ «χρεώνεται» αυτό το νέο ρεύμα, μου είχε πει παλιότερα το εξής, και δεν έχει και πολύ άδικο: «Το “Ελληνικό” σινεμά είναι όπως όλα τα “εθνικά” νομίζω, απλά τώρα υπάρχει αυτή η “τάση” του να μας ανακαλύψουν. Και σίγουρα τους αρέσει ο συσχετισμός της οικονομικής κρίσης. Μόνο που η κατάσταση στο ελληνικό σινεμά ήταν πάντα έτσι, και κάποιες ελληνικές ταινίες είχαν ήδη ξεκινήσει να βγαίνουν προς τα έξω τα τελευταία χρόνια, απλά είναι “βολικό” το πακετάρισμα τώρα με την οικονομική μας κατάσταση. Τέλος πάντων, κακό δεν μας κάνει».

Κακό σίγουρα δεν κάνει. Τα βραβεία έρχονται το ένα μετά το άλλο, και μάλιστα από διεθνή Φεστιβάλ των οποίων οι βραβεύσεις «μετράνε». Οι τελευταίες ήρθαν (ξανά) από τη Βενετία, με τη διπλή διάκριση του «Miss Violence» σε σκηνοθεσία Αλέξανδρου Αβρανά, κινηματογραφιστής που, όπως αναφέραμε και παλαιότερα, έφυγε από τη χώρα μάλλον «κατατρεγμένος» και επέστρεψε θριαμβευτής.

Βέβαια, και οι «Άλπεις» του Γιώργου Λάνθιμου έφυγαν με βραβείο σεναρίου από τη Βενετία, αλλά όταν έφτασαν εδώ, αγνοήθηκαν σχεδόν ολοκληρωτικά από τους έλληνες συναδέλφους του που αποτελούν την «Ακαδημία Κινηματογράφου» η οποία και αντικατέστησε τα Κρατικά Βραβεία – σε ό,τι αφορά τους «τίτλους» τουλάχιστον, μιας και τα έπαθλα που δίδει, δεν είναι και χρηματικά...

Στο μεταξύ, δέκα ελληνικές ταινίες προβλήθηκαν στη θεματική ενότητα “City to City” στο ραγδαίως ανερχόμενο Διεθνές Φεστιβάλ του Τορόντο, ενώ τρεις συμπεριελήφθησαν στην αρχική λίστα ταινιών, που προτείνονται για υποψηφιότητα στα 26α βραβεία της Ευρωπαϊκής Ακαδημίας Κινηματογράφου 2013 (οι ταινίες «Η Αιώνια επιστροφή του Αντώνη Παρασκευά» της Ελίνας Ψύκου, «Το Αγόρι τρώει το φαγητό του πουλιού» του Έκτορα Λυγίζου – μια Ελληνική ταινία που φέρει πιο έντονα τα σημάδια της προέλευσης της και που διακρίθηκε στο Κάρλοβι Βάρι – και η φρικαλέα Ελληνοκυπριακή συμπαραγωγή «Οικόπεδο 12» του Κυριάκου Τοφαρίδη).

Γιατί τελικά, οι βραβεύσεις που μετράνε είναι οι διεθνείς. Αυτές άλλωστε αποτέλεσαν το ουσιαστικό «διαβατήριο» του Λάνθιμου για το εξωτερικό: η νέα του ταινία, διακεκριμένη ήδη από το στάδιο της προπαραγωγής της, ετοιμάζεται στο Λονδίνο και έχει τον τίτλο «The Lobster». Σύμφωνα με τους δημιουργούς του, πρόκειται για μια «αντισυμβατική ιστορία αγάπης, τοποθετημένη σε ένα δυστοπικό, κοντινό μέλλον, όπου όλοι οι μόνοι άνθρωποι, σύμφωνα με τους κανόνες της Πόλης, συλλαμβάνονται και μεταφέρονται στο Ξενοδοχείο. Εκεί είναι υποχρεωμένοι να βρουν έναν ταιριαστό σύντροφο μέσα σε 45 μέρες. Αν αποτύχουν μεταμορφώνονται σε ένα ζώο της επιλογής τους κι απελευθερώνονται στο Δάσος. Ενας απελπισμένος Αντρας το σκάει από το Ξενοδοχείο στο Δάσος εκεί όπου ζουν οι Μοναχικοί κι εκεί ερωτεύεται, ακόμη κι αν αυτό είναι ενάντια στους κανόνες τους». Τι σας λέει; Πρωταγωνιστεί η Λία Σεϊντού, ενώ αν σας πω ποιοί ήθελαν ρόλο εδω μέσα, και έφαγαν "πόρτα", μάλλον θα με περάσετε για τρελό.

Συνεργάτης στο σενάριο είναι και εδώ ο Ευθύμης Φιλίππου, συν-σεναριογράφος του Κυνόδοντα, των Άλπεων και του «L», που έφτασε μέχρι το Φεστιβάλ του Σάντανς του Ρόμπερτ Ρέντφορντ. Ο ίδιος επίσης διαφωνεί με όλη αυτή την φιλολογία περί Ελληνικής Παραξενιάς: «Νομίζω άμα αρχίσουμε να μιλάμε για ρεύμα, θα σταματήσουμε να φτιάχνουμε ταινίες. Είναι βλακεία λέξη το weird και το ρεύμα επίσης. Εντάξει γίνονται περισσότερες ταινίες πια αλλά δεν νομίζω ότι μοιάζουν μεταξύ τους και θα ήταν άδικο για όλες να τις βάλουμε κάτω από την επιγραφή “παράξενες ταινιούλες από την Ελλάδα”».


Θέτω το ζήτημα στους διαδικτυακούς μου φίλους. Κάποιοι εξ αυτών, κάνουν κάποιες εύστοχες παρατηρήσεις. Ίσως, λένε, να τους φαίνεται «παράξενο» ακριβώς επειδή είναι Ελληνικό. Ίσως η εικόνα που είχαν οι «απ’ έξω» για μας, παρά το ισχυρό εσωτερικό κύμα του λεγόμενου Νέου Ελληνικού Κινηματογράφου, να είχε σταματήσει στον Άντονι Κουίν και στα συρτάκια του Μίκη. Ίσως να βλέπουν αυτές τις ταινίες και να σκέφτονται «μα που την έκρυβαν όλη αυτή την εσωτερικότητα οι Ζορμπάδες»; Το ζήτημα όμως είναι αλλού: Εντάξει με το «Παράξενο» του πράγματος - τι είναι αυτό, που καθιστά αυτό το σινεμά «Ελληνικό»;

Ας πούμε πως τα ζητήματα της οικογενείας, όπως αυτά θίγονται στις ταινίες «Κυνόδοντας», «Άλπεις», «Attenberg» και «Miss Violence», άπτονται της ελληνικής πραγματικότητας καθώς ο θεσμός της εδώ παραμένει σε πρώτο – κοινωνικό – πλάνο. Αν όμως, λέμε τώρα, δείξω τον «Κυνόδοντα» σ’ έναν θεατή της Άπω Ανατολής και τον ρωτήσω τι εθνικότητας είναι η ταινία που παρακολουθεί, θα μπορέσει να μου δώσει μια ξεκάθαρη απάντηση; Ομοίως, αν του δείξω τον «Θίασο» του Θόδωρου Αγγελόπουλου ή τον «Μπαλαμό» του Σταύρου Τορνέ, θα τον δυσκολέψω ή θα τον διευκολύνω; Και δε λέω πως κάθε ήρωας ελληνικής ταινίας οφείλει να φοράει τσαρούχια. Αλλά υπάρχουν και σκηνοθέτες (Τσιώλης, Τορνές) που δεν κινήθηκαν βάσει μιας διεθνής (τουτέστιν Φεστιβαλική) προοπτικής, με ταινίες που δε φοβούνται να πουν δυο λόγια παραπάνω, που δεν λαμβάνουν υπόψη ούτε καν την «επιτυχία» ή την «αποτυχία» τους.

Το ερώτημα που προκύπτει, σαφές: Απευθύνονται στους έλληνες θεατές οι ταινίες αυτού του νέου κύματος; Υπάρχει βέβαια το κοινό εκείνο που, ούτως η άλλως, δε θα περνούσε έξω από μια ελληνική ταινία (αυτό είναι μια άλλη ιστορία). Αναφέρομαι όμως στη «μερίδα» εκείνη που «κυνηγά» την ελληνική λογοτεχνία ή το θέατρο και, ας το πούμε, ακόμη να εμπιστευτεί το Ελληνικό σινεμά, επειδή δεν «του μιλάει». Όπως προσπάθησε να του μιλήσει ο «Βασιλιάς» του Νίκου Γραμματικού (που όμως, γνώρισε κι αυτός διεθνή διάκριση, παραλαμβάνοντας το πρώτο βραβείο – Χρυσή Πυραμίδα – στο Φεστιβάλ του Κάιρο δια χειρός του επιφανούς επί δεκαετίας ’70 Κριστόφ Ζανούσι) ή η «Ψυχή στο στόμα» του Γιάννη Οικονομίδη, που ήταν – αν θέλουμε να ακριβολογούμε – η πρώτη σημαντική “έξοδος” μιας ελληνικής ταινίας που δεν έμοιαζε με καμιά άλλη, σε Φεστιβάλ διεθνούς κύρους, αυτό των Καννών όπου και προβλήθηκε στην «Εβδομάδα της κριτικής».

Ο Οικονομίδης βρίσκεται αυτή τη στιγμή στο στάδιο του τελικού μοντάζ για «Το μικρό ψάρι», ένα ρεαλιστικό δράμα με κεντρικό ήρωα έναν επαγγελματία δολοφόνο – διεθνής συμπαραγωγή. Ο δε Γραμματικός ολοκληρώνει, μετά από τουλάχιστον πέντε χρόνια σκληρής δουλειάς, ένα δραματοποιημένο ντοκιμαντέρ υπό τον τίτλο «Αναζητώντας τη Μήδεια». Εκτός αυτών, ο Πάνος Κούτρας, σκηνοθέτης της ευαίσθητης και διεθνώς αναγνωρισμένης «Στρέλλας» φιλμάρει αυτές τις μέρες το «Xenia», με ήρωες δύο νεαρούς Αλβανούς δεύτερης γενιάς που κινδυνεύουν με απέλαση από την Ελλάδα. Δυσκολίες στη παραγωγή, αρκετές: εκεί που ο σκηνοθέτης περίμενε την εγκεκριμένη επιχορήγηση της ΕΡΤ, ήρθε το αιφνίδιο κλείσιμο της (και δεν είναι η μόνη ταινία που λαβώθηκε απ’ αυτό – άραγε θα ασχοληθεί κανείς σοβαρά με το ζήτημα;).

Για τα γυρίσματα της, ο γάλλος δημοσιογράφος Ολιβιέ Σεγκιρέ υπέγραψε ένα δισέλιδο αφιέρωμα στη «Liberation» - όπου μεταξύ άλλων, γράφει τα εξής: «Η χώρα των διακοπών μας έγινε και η χώρα της αγωνίας μας καθώς βλέπουμε πάνω της ο,τι καλύτερο και ο,τι χειρότερο. Ο ήλιος, τα νησιά, η θάλασσα του Αιγαίου, η Ακρόπολη, η φιλοσοφία και όλα αυτά τα ωραία κλισέ, στα οποία κολυμπάει το «λίκνο του πολιτισμού μας», είναι πια συνδεδεμένα με την οικονομική κρίση, τη δυστυχία που έρχεται, τις κοινωνικές εκρήξεις που προκαλεί, την ακροδεξιά που προάγει. Και, ερχόμενος στην Ελλάδα για ξεκούραση βρίσκεις τροφή για σκέψη, καταλήγοντας στο εξής ερώτημα: Έγινε αυτή η χώρα, αυτή η λαμπερή μήτρα της ιστορίας μας, το εργαστήριο κατασκευής του σκοτεινού μέλλοντός μας;».

Δεν μπορούμε να απαντήσουμε με βεβαιότητα. Αυτό που γνωρίζω όμως είναι πως ήδη αναφέραμε τρεις ταινίες που μοιράζονται ελάχιστα αισθητικά κοινά σημεία και φυσικά δεν εντάσσονται στο «Παράξενο Ελληνικό Σινεμά». Δεν τις έχουμε δει ακόμα. Δεν ξέρουμε καν αν είναι καλές ή όχι. Έχουν όμως τη δική τους ταυτότητα, αφορούν άμεσα το «εδώ-και-τώρα» μας. Και, βάζοντας στην άκρη τις διεθνείς διακρίσεις, και το αδιαμφισβήτητο ταλέντο των βραβευμένων κινηματογραφιστών, ξέρεις πολύ καλά πως μια εθνική κινηματογραφία πλησιάζει το τέλος της ακμής της όταν χάνει τη πολυμορφία της.

Κυριακή 29 Σεπτεμβρίου 2013

Γνήσιοι απόγονοι του Σισύφου


Ένας κοντόχοντρος και μελαμψός αρχηγός της «άριας φυλής» σηκώνει τις χειροπέδες του. Δίπλα του, ορκισμένοι «εθνικοσοσιαλιστές» σε παροξυσμό. Εκατό άτομα τους καταχειροκροτούν – εκατό από το ενάμιση εκατομμύριο που, κατά τους αριθμούς, τους υποστήριζαν. Οι εφημερίδες και τα τηλεοπτικά κανάλια θριαμβολογούν, πιστοί στη συνέπεια που επιτάσσει ο παραπάνω σκηνοθετικός τόνος των συλληφθέντων. Ο Αραμπάλ κρυφοκοιτά από μια γωνιά, παρέα με τον Μπέκετ και τον Κάφκα. Και οι τρεις τους στα πατώματα, έτοιμοι να πεθάνουν και μια δεύτερη φορά, από τα γέλια.

Το Θέατρο του Παραλόγου ξεκινά από μια πολύ βασική αρχή: Η ανθρώπινη ζωή είναι εντελώς μάταιη, η γλώσσα ένα ολοκληρωτικά ανεπαρκές μέσο επικοινωνίας και το μόνο καταφύγιο του ανθρώπινου είδους είναι το γέλιο. Πάρτε το γκραν-σουξέ του ιδιώματος, το «Περιμένοντας τον Γκοντό»: οι κύριοι Βλαντιμίρ και Εστραγκόν καταργούν τη σημασία του χρόνου και της αιωνιότητας αμφισβητώντας την ίδια τους την ύπαρξη. Το «σκηνικό» πίσω, λιτό και αδιάφορο: Ένας επαρχιακός δρόμος. Ένα δέντρο. Θα μπορούσαν να βρίσκονται οπουδήποτε, τραγικοί εκπρόσωποι ενός πολιτισμού που αποδίδει νόημα σε τυχαία γεγονότα μέσω της φιλοσοφίας ή (ακόμη χειρότερα) της θρησκείας, με την "αλήθεια" και κάθε άλλη ηθική και ακαδημαϊκή στάση να κοντοστέκεται σαν άλλο ένα ανθρώπινο κατασκεύασμα. Τόσο παράλογη η ύπαρξη, τόσο παράλογοι κι εμείς.

Και ποτέ άλλοτε δεν υπήρξαν τόσες αφορμές για γέλιο σ’ αυτή τη χώρα, απ’ ότι στα χρόνια της κρίσης. Οι πρώην θαμώνες των απαστραπτόντων σκυλάδικων με τις δημοφιλείς  φιλλιπένεζες «οικιακές», τις διακοπές στις Σεϋχέλλες, τα δυο και τρία αμάξια ανά οικογένεια και τις πανάκριβες (και κακόγουστες) φίρμες, ενώθηκαν με τους ιδιωτικούς υπαλλήλους των τριών-κι-εξήντα, τους απεγνωσμένους εργάτες και τους λιμασμένους συνταξιούχους. Πρώτα στους δρόμους, και μετά στους σκουπιδοτενεκέδες. Πέμπτη, 26 Σεπτεμβρίου, συναντιέμαι με την σκηνοθέτιδα Σόνια Λίζα Άκερμαν, που στο Φεστιβάλ της Δράμας παρουσίασε το φιλμ «Νικολέτα», την ιστορία ενός οκτάχρονου παιδιού που αναλαμβάνει την ευθύνη της μικρής αδελφής του στη μετεμφυλιακή Ελλάδα του 1951, κάπου στην Ήπειρο. «Έφυγα με το που ξεκίνησε η κρίση, για τις σπουδές μου στο Λονδίνο και ερχόμουν δυο φορές το χρόνο», μου λέει. «Το σκηνικό γινόταν κάθε φορά και πιο τρομακτικό. Στο Πολύγωνο μένω, δεν περίμενα να δω τους γείτονες μου να ψάχνουν στα σκουπίδια. Μια φίλη μου χρειάστηκε να πάει στο νοσοκομείο και της είπαν να φέρει βαμβάκι και γάζες από το σπίτι».

Το Σάββατο ξυπνώ από ένα μήνυμα στο κινητό. «Όπως το είχες προβλέψει», μου γράφεις και μέχρι να το διαβάσω ολόκληρο, ξανακοιμάμαι. Λίγο μετά που συνειδητοποιώ τι έχει συμβεί, σέρνομαι μέχρι τον υπολογιστή και διαβάζω τα νέα. Ένας ακόμη λόγος για τον Πρωθυπουργό της χώρας να χαίρεται, σκέφτομαι, γιατί τη νύχτα της δολοφονίας του Φύσσα, ο άνθρωπος πρέπει να ξημερώθηκε ρίχνοντας βεγγαλικά. Και πολύ άργησαν! Τόση ελευθερία, τόση άνεση, τόσος άπλετος χώρος τους είχε δοθεί, κι αυτοί τον κατασπαταλούσαν σε  παιχνιδιάρικους ξυλοδαρμούς, αδερφίστικα μαχαιρώματα, μετριοπαθείς βιασμούς και κάτι αδιάφορες δολοφονίες μεταναστών. Επιτέλους, εδόθη στην Κυβέρνηση η αφορμή για να «κάνει τη δουλειά της» και να βγάλει λόγο για τα ανθρώπινα δικαιώματα ο κύριος Δένδιας, ο άνθρωπος που μήνυσε την Guardian για τους ίδιους λόγους που θα έπρεπε σήμερα τουλάχιστον να μηνύσει και τον εαυτό του.

Στο «Μύθο του Σισύφου», ο Αλμπέρτ Καμί ισχυρίζεται ότι υπάρχει μια θεμελιώδης σύγκρουση μεταξύ του τι θέλουμε από το σύμπαν (ένα νόημα, έναν σκοπό, μία αιτία), και αυτό που τελικά βρίσκουμε. Δεν έχουμε και πολλές επιλογές – δύο είναι όλες κι όλες. Είτε θα ανακαλύψουμε αυτό το νόημα μέσα από την Πίστη (αν δηλαδή είμαστε αρκετά τυχεροί να έχουμε γεννηθεί μ’ αυτό το χάρισμα), είτε θα οδηγηθούμε στο συμπέρασμα πως η ζωή δεν έχει νόημα. Και γιατί να μην αυτοκτονήσουμε εμείς οι άπιστοι λοιπόν; Μα, υπάρχει και τρίτη επιλογή, μας λέει ο Καμί. Να δεχθούμε τη ζωή σ΄ έναν κόσμο που στερείται νοήματος και σκοπού. Ζώντας με το παράλογο, παραμένουμε ευαίσθητοι. Αντιμετωπίζοντας το παράλογο, ζούμε τη ζωή μας στο έπακρο. Δε ξέρω λοιπόν αν είμαστε απόγονοι του Σωκράτη ή του Αριστοτέλη, έτσι βιαστικά όπως μαζεύτηκαν (και εμαθαν τα "ελληνικά" με το ζόρι) τόσες εθνικότητες μέσα στη "κλούβα" της "Μεγάλης Ελλάδας". Αλλά γι αυτόν εδώ τον τύπο είμαι 100% σίγουρος. 

Κι αν θέλετε, βρείτε μου μια δεύτερη αφορμή για εθνική υπερηφάνεια.

Πέμπτη 6 Σεπτεμβρίου 2012

Σιωπηλός μάρτυρας


Τελευταία οι αναρτήσεις στο blog περιορίστηκαν σε κριτικές παρουσιάσεις, όσοι μπαινοβγαίνουν εδώ, πιθανότατα το παρατήρησαν. Οι λόγοι είναι πρακτικοί αλλά και συναισθηματικοί.

Πρακτικοί καθώς ο φόρτος εργασίας αυξήθηκε βαρβάτα αυτό το καλοκαίρι, για διάφορους λόγους – εννοώντας πως η παρουσία μου στις δημοσιογραφικές προβολές έγινε τακτική, κάνοντας… επιτακτική την ανάγκη να γράψω για κάποιες εικόνες που με άγγιξαν για τον οποιοδήποτε λόγο. Συναισθηματικοί επειδή δυσκολεύομαι να γράψω προσωπικά τον τελευταίο καιρό. Όχι τόσο στο facebook (το οποίο και «έκλεισα» πάλι σήμερα, στην υπ’ αριθμόν «χέσε-μέσα» κυκλοθυμία μου, για φέτος), αλλά εκεί είναι διαφορετικά:αυτό που προκύπτει στο ψηφιακό μου προφίλ είναι περισσότερο μια σπασμωδική αντίδραση που πατά στη κάθε επικαιρότητα.

Δυσκολεύομαι όμως να στηθώ μπροστά σε μια οθόνη και να «αδειάσω». Να σκεφτώ λογικά, με συνοχή. Οι μέρες περνούν και τι απομένει;

Σήμερα ξύπνησα πρωί και έφυγα για δουλειά. Και για κάποιο λόγο, αντί να ξεκινήσω τη διαδρομή μου, το ‘ριξα στο περπάτημα. Πέρασα από τα δυο προηγούμενα σπίτια που ζούσα στη πόλη, στην Ακτή Θεμιστοκλέους και το Χατζηκυριάκειο, κατέβηκα προς το λιμάνι, πήρα έναν καφέ και χάζεψα λίγο τη πρωινή χάβρα μεταξύ δημόσιων υπαλλήλων, ταξιτζήδων, μισότρελων, ναρκομανών και περήφανων μπρατσωμένων με μάτι θολό και ζωνάρι λυμένο. Το ξέρουμε βέβαια καλά πως ζούμε σε μια χώρα που άγεται και φέρεται από το φόβο και τη κόμπλα της, παρέα μ' έναν λαό που, για κάποιο λόγο είναι πεπεισμένος πως το φως του το στερεί η κόλαση των άλλων. Φως όμως εδώ δεν υπήρξε εδώ και πολλά χρόνια – κι αυτή η επίπλαστη εικόνα, στημένη όπως ήταν σ’ ένα ψέμα, κατεδαφίστηκε γρήγορα, σαν τη μητρόπολη του “Dark Knight Rises”. Ο Νόλαν δείχνει να έχει μια βαθιά πίστη απέναντι σ’ ένα θεσμικό σύστημα που, στο τέλος, θα λειτουργήσει ανθρωπιστικά, για το συλλογικό καλό όλων. Εγώ δεν είμαι και τόσο βέβαιος.

Η μικρή διανύει τη πρώτη της εβδομάδα στο παιδικό σταθμό. Τη περασμένη Δευτέρα έδειξε να το χειρίζεται άψογα. Πήγε χωρίς κλάματα, έπαιξε, διασκέδασε, έκανε φίλους, the works. Τη Τρίτη άρχισε να συνειδητοποιεί την επιβεβλημένη συχνότητα των επισκέψεων της. Και δεν της πολυάρεσε. Έχω την αίσθηση πως θα συνειδητοποιήσει το διασκεδαστικό του πράγματος και θα ισιώσει. Άλλο πράγμα ο παιδικός σταθμός άλλωστε, κι άλλο το σχολείο. Γιατί σχολείο για μένα, είναι το μέρος εκείνο που σκοπό έχει να σου χαντακώσει τη φαντασία, να χωρέσει το κεφάλι σου σ’ ένα τόσο δα μικρό κουτάκι χωρίς πολλές – πολλές αντιδράσεις. Θα στεναχωρηθώ τη πρώτη μέρα της εκεί, δε χωρά αμφιβολία.

Σα χθες χάσαμε το Νίκο Νικολαΐδη. Όταν τον ρώτησα τι σημαίνει αυτό το «όχι πια εδώ» που ακούγεται στο «Ο χαμένος τα παίρνει όλα», μου είχε πει: «Tό "Oχι Πιά Eδώ" είναι αίτημα πολιτικό κι' όχι χωροταξικό ή ονειροξιακό κι' ο καθένας τελικά στήνει το χώρο του και το οδόφραγμά του, όπου μπορεί κι' όσο αντέχει».

Ακριβώς αυτό.

Τρίτη 3 Ιουλίου 2012

Συγγραφικές υπογραφές, σώβρακα και φανέλες


Στην Ελλάδα, έχουμε λίγο - πολύ συνηθίσει να αντιμετωπίζουμε τα πάντα με ποδοσφαιρικούς όρους, κάτι που κατά τον Βασίλη Ραφαηλίδη (του οποίου ο πολιτικός λόγος είναι αβάσταχτα απών σήμερα) αποτελούσε - και εξακολουθεί να αποτελεί, λέω εγώ - το πλέον εμβληματικό παράδειγμα της παρακμής αυτής της χώρας που συγκροτήθηκε ατάκτως και έμαθε πρώτα να αναστενάζει ("στα γήπεδα" βεβαίως) και μετά να συλλαβίζει. Ο χώρος του γηπέδου θα παραμένει το σημείο G της κοινωνικής εκτόνωσης, και αυτό το έχουν αναλύσει τόσοι σπουδαίοι που εγώ, όσο και να σφιχτώ δεν θα έχω κάτι να προσθέσω παρά μόνο τη φτηνιάρικη σεξουαλική παρομοίωση που μόλις διαβάσατε (συγχωρέστε με, είμαι ακόμη στο πρώτο καφέ). Αυτό που πάντα θα με εντυπωσιάζει όμως είναι η ευκολία με την οποία οι προασπιστές των "γραμμάτων" είναι έτοιμοι να υποβιβάσουν τις υπογραφές τους σε σώβρακα και φανέλες (ή να τις προαγάγουν - αναλόγως με την εκτίμηση που έχετε απέναντι τους).

Απεχθάνομαι τον γηπεδικό χουλιγκανισμό με τo ίδιο μένος που απεχθάνομαι τον πολιτικό. Από μικρός θεωρούσα το γηπεδικό οπαδιλίκι υποτιμητικό για τον οποιοδήποτε, και αναλόγως έκρινα και το κομματικό: με έπιανε κατάθλιψη με αυτό που αποκαλούμε "κομματικές νεολαίες". Σκεφτόμουν πως η συμμετοχή σ' αυτές οδηγούσε απ' ευθείας στη συντήρηση. Σήμερα, ως νεολαίος 36 ετών, τα ίδια σκέφτομαι και κουβαλώ, κι ας πικάρω ενίοτε τους γάβρους κολλητούς μου με χοντρά αστειάκια, από αυτά που οι φίλοι συνηθίζουν (στο ιδανικό σινεφιλικό σύμπαν μου, "γάβρους" θα αποκαλούσαν μόνο τους οπαδούς του Κώστα Γαβρά). Για μένα, καλλιτέχνης και πολιτικός ειναι σχέση διαστροφική - εκτός κι αν φέρεσαι ως καλλιτέχνης και στην πολιτική. Εδώ πλέον συμβαίνει το αντίστροφο!

Γιατί μονάχα στη θλιβερή Ελλάδα θα μπορούσαν αυτά τα δυο (η κομματική υποταγή και η γηπεδική αλητεία) να φωλιάσουν στο συγγραφικό κόσμο, επωαζόμενα μεν στην αρένα του facebook (που οι Έλληνες συγγραφείς, αποδεδειγμένα πλέον, αδυνατούν να χειριστούν) αλλά και ουσιαστικά αποδεικτικά στοιχεία μιας πρωτοφανούς ελλείψεως γνήσιας ευαισθησίας (καλλιτεχνικής ή προσωπικής, ελάχιστη σημασία έχει πλέον) που σε οδηγεί στην τελική θλιβερή διαπίστωση: Δεν έχουμε μόνο τους πολιτικούς που μας αξίζουν, αλλά και τους συγγραφείς - πολιτικούς που μας αξίζουν - κατηγορία που σου προκαλεί κατάθλιψη έτσι που τους βλέπεις να χυδαιολογούν - μα και να βιαιοπραγούν! - με αυτοσυγκράτηση και ευαισθησία γνήσιου νεοέλληνα κάφρου.

(Φυσικά, αυτοί που εξακολουθούν να σέβονται και το έργο τους, αλλά και τη ζωή τους, είτε "εκτιθέμενοι" στο fb, είτε όχι, αποτελούν τις εξαιρέσεις. Τους γνωρίζω, τους γνωρίζετε. Και πριν τ΄ακούσω, να προσθέσω πως, βεβαίως, έχουμε και τους κριτικούς που μας αξίζουν, αλλά αυτό αφορά κάποιο άλλο μελλοντικό κείμενο).

Κυριακή 17 Ιουνίου 2012

Ελλάς Ελλήνων Θλιβερών


Δυστυχώς, ανήκω στην κατηγορία των ανθρώπων που αν δεν έχουν κάτι να ονειρευτούν ξύπνιοι, βλέπουν το τίποτα και στον ύπνο τους. Αξίζει άραγε να πεις "τουλάχιστον υπάρχει το σινεμά"; Όχι, δεν αξίζει. Γιατί στις ταινίες του Γκοντάρ και του Τριφό και του Άβιλντσεν και του Κάπρα και του Κασσαβέτη έβλεπες ανθρώπους αποφασισμένους να διεκδικήσουν όνειρα που ενδεχομένως θα τους οδηγούσαν και στη καταστροφή - αλλά πίσω δεν έκαναν. Αυτό άλλωστε δεν είναι και αγαπημένο μας παιχνίδι; Ελάτε παραδεχτείτε το. Για την προβολή μιλάω. Όχι την προβολή μιας ταινίας, αλλά τη δική μας προβολή επάνω της.

Σε αυτό που θα με περιμένει αύριο πάντως, όταν θα ξυπνήσω από ένα κενό όνειρο, δεν έχω να προβάλω τίποτα άλλο εκτός από τις θλιβερές καρικατούρες ανθρώπων αποφασισμένων να διεκδικήσουν το μερίδιο τους από το φόβο. Σε κάθε του μορφή. Κακόμοιρη ("μου είπαν πως δεν θα κόψουν κι άλλο τη σύνταξη") ή και παραδομένη στη τρέλα του μεγαλείου ("μου είπαν πως κατάγομαι από το Σωκράτη"), δεν έχει στ'αλήθεια σημασία, η ήττα έχει καταγραφεί, οι "κρυφοί" ξεπετάχτηκαν.

Και το αστείο είναι πως δεν ξέρω αν θα προλάβει να ενεργοποιηθεί το κυνικό κομμάτι μας, αυτό που θα μας επιτρέψει ν'αρχίσουμε να κάνουμε πλάκα μ'αυτήν - πριν δηλαδή μας βρει η παγωμάρα που συνοδεύει κάθε απότομο φινάλε. Προς το παρόν, life sucks, and then you're Greek.

Δευτέρα 5 Μαρτίου 2012

Φωνή Νταλάρα, οργή τετράποδων.

Είναι κάπως δύσκολο να εξηγήσω σε κάποιον, μη μουσικό ή performer τέλος πάντων, πως είναι να ανεβαίνει κανείς στη σκηνή για να παίξει μπροστά σε κοινό. Οι πρόβες, οι προετοιμασίες, η αναμονή στα παρασκήνια, ένα κλιμακωμένο ενεργειακό σασπένς που κορυφώνεται όταν ακούγεται η πρώτη νότα, από την οποία ξεκινάει μια διαρκή κατάσταση έξαψης συνδυασμένης με ευθύνη – μετά από πέντε λεπτά αποχαιρετάς τον κόσμο μα μετά κοιτάζεις το ρολόι και συνειδητοποιείς ότι ξεκίνησες στις 15.00 το μεσημέρι και τώρα έχουμε Αύγουστο του 2014. Και πάλι δεν σας το περιγράφω καλά.

Κλικάροντας δεξιά κι αριστερά σήμερα το βράδυ, έπεσα πάνω στο βιντεάκι με τον Νταλάρα από τη συναυλία του στο Ίλιον. Να σας πω την αλήθεια, στην αρχή δεν κατάφερα να το δω ολόκληρο, ένοιωσα πολύ άσχημα. Μετά έγραψα στο facebook πόσο απαράδεκτη βρήκα αυτή την ενέργεια. Και ήρθα αντιμέτωπος με διάφορους αγανακτισμένους (ακούστηκαν και λογικές φωνές όμως).

Θέλω να πω δυο - τρία πραγματάκια.

Πρώτον: Καταλαβαίνω γιατί να θυμώνεις με το Νταλάρα. Μπορώ να σκεφτώ καμιά ντουζίνα λόγους για πλάκα, όλοι τους – για μένα τουλάχιστον – σοβαρότατοι. Είναι λόγοι γνωστοί και χιλιοακουσμένοι και δεν υπάρχει κανένας λόγος να αναφερθώ σε αυτούς. Ούτε εγω τον γουστάρω. Αυτή η πράξη όμως δεν ήταν επαναστατική. Μια ζωώδη και απωθητική καφρίλα ήταν και τίποτα παραπάνω. Whoever did this is less than a man. Και να σας πω και αυτό: αν είστε ένας από αυτούς που απαξιώνουν τη μεταπολιτευτική εκδοχή του (νεο)έλληνα όπως αυτή φωτίστηκε από τον ήλιο τον πράσινο, πρέπει να είστε θεόστραβοι - ηθικά τουλάχιστον - αν δεν την αναγνωρίζετε στα γιαούρτια του εξαγριωμένου "λαού".

Δεύτερον: Υπάρχουν χίλιοι τρόποι να δηλώσεις την αντίθεση σου σε έναν performer: διαδήλωσε έξω από το συναυλιακό του χώρο. Επίσης, μοίρασε φυλλάδια. Αντε, στα νεύρα σου, πέταξε και κανένα μπινελίκι, να το δικαιολογήσω κι αυτό κατανοώντας τον ανθρώπινο θυμό για τα πρόσφατα περί της «σύμφωνης γνώμης» του Γιώργου Νταλάρα, ή για τον, επί της ουσίας, προεκλογικό χαρακτήρα των εμφανίσεων του. Πάντως, εντάξει, στο δεύτερο ας του καταλογίσεις υποκρισία. Στο πρώτο όμως, γιατί να του το κάνεις; Σε περίπτωση που δεν απατώμαι, εφόσον ο τραγουδιστής λέει δημοσίως πως είναι υπέρ της απώλειας εθνικής κυριαρχίας, ποιόν κοροϊδεύει; Επίσης, αν ο Νταλάρας είναι υπεύθυνος για το πολιτιστικό χάλι της Ελλάδος, για τους pop σκυλάδες τι να πούμε; Α ξέχασα, εκεί πρέπει να πληρώσουμε είσοδο.

Τρίτον και σημαντικότερο: Κάποια στιγμή, είδα το βιντεάκι μέχρι τέλους. Και δεν μπορούσα να πιστέψω ούτε την ψυχραιμία αυτού του ανθρώπου, ούτε και τη τεχνική του κατάρτιση. Στ'αλήθεια, έμεινα με το στόμα ανοιχτό: Ό,τι κι αν συνέβαινε, ό,τι κι αν τον χτυπούσε, εκείνος δεν έχανε νότα. Και όχι μόνο δεν έχανε νότα, αλλά «έδινε» στο κάθε τραγούδι αυτό που έπρεπε να του «δώσει».

Μπράβο του από εμένα, λοιπόν, έστω και μόνο γι αυτό. Μάγκας. Κι αν συμφωνείτε με ό,τι συνέβη στο Ίλιον, τα συλλυπητήρια μου. Έχετε πιάσει πάτο.

Τετάρτη 18 Ιανουαρίου 2012

Οι γιαουρτοεπαναστάτες του internet και οι καθιστοί ταύροι της διανόησης.


Λίγες σκέψεις πριν τον ύπνο.

Αυτό που συμβαίνει στο ελληνικό διαδίκτυο τελικά έχει θλιβερό χαβαλέ. Ανώνυμοι bloggers, ξύπνιοι και κακόβουλοι, "μεταφράζουν" με τον πιο βολικό τρόπο συνθήματα, οπλίζουν χέρια, μοιράζουν τυφλή βία και μισανθρωπία - με στόχο (και) το κέρδος. Επώνυμοι συγγραφείς τρώνε λόγιες φρίκες και αναζητούν δικαιοσύνη σε μια χώρα που την έχει εδώ και αιώνες πετάξει στη χωματερή - λες και δεν το ξέρουν.

Και έξω;

Παω για ποτο στο στέκι μου. Ο dj, χρόνια φίλος και άνθρωπος ενήμερος, πολιτικό ον, και σε διαρκή εγρήγορση, με κερνάει ένα ποτό. Σκέφτομαι εγώ την βαβουρα των ημερών.

- "Ρε Γιώργο, εσύ τον συμπαθείς τον πιτσιρίκο;"

- "Ποιός είναι ο πιτσιρίκος;"

(μένω έκπληκτος για λίγο)

- "Ένας blogger, πολύ δημοφιλής"

- "Τι γράφει;"

- "Πολιτική σάτιρα"

- "Σώπα. Χεστήκαμε".

Συμπέρασμα: Άλλα λόγια ν'αγαπιόμαστε. Αυτή η ιστορία εδώ δεν χαϊδεύει ούτε τις αρχιδότριχες της ελληνικής κοινωνίας - κανείς δεν έχει πάρει χαμπάρι τίποτα. Το κόλπο του "πουλάω επανάσταση, το ρίχνω στη μπίζνα κι ότι πιάσω" έχει ξαναπαιχτεί στη χώρα με πολύ πιο ηχηρά και καλοσχεδιασμένα (άρα και μαζικά) αποτελέσματα. Και τόσο οι μεν (της γιαουρτοαναρχίας που θα... ρίξει την κυβέρνηση) όσο και οι δε (της διανόησης) δεν έχουν να προσφέρουν το παραμικρό σε μια χωρα που πέφτει... πέφτει.

Τουλάχιστον ας μην νομίζουν κάτι τύποι σαν κι εμένα που έγραψαν ότι έγραψαν φρικαρισμένοι με το πόσο εύκολα αναζητούν εχθρούς κάποιοι υποκινούμενοι ψυχάκηδες (το όνομα μου μάλιστα βρέθηκε και σε "επαναστατικό" blog ως στρατευμένος με τη Νέα Τάξη Πραγμάτων) ότι κάνουν και κάτι σπουδαίο. Κάνουν ακριβώς ότι και οι ορδές των ζομποποιημένων επαναστατών της πρεμούρας: μια τρύπα στο νερό.

Στο μεταξύ, οι εκλογές αργούν. Για μια ακόμη φορά, οι δρόμοι (γιατί κάποιοι από εμάς βγαίνουν και στους δρόμους - τι έγινε ρε "αγανακτησμένοι", σας τρόμαξε η βροχή την περασμένη Κυριακή;) μυρίζουν αίμα. Αίμα που θα βάψει, στάνταρ, μονάχα τα χέρια των αναίσθητων που αυτή τη στιγμή μας κυβερνούν.

Και αυτή θα είναι η μεγαλύτερη ήττα όλων. Όποιου το αίμα κι αν χυθεί. Αν το ξεχάσουμε αυτό, η κοινωνία μας αξίζει να αφανιστεί. Δια παντώς.

Σάββατο 7 Ιανουαρίου 2012

Κλέφτες.

Ο δρόμος, γεμάτος φώτα, από τους πλέον φωτισμένους στη περιοχή. Ανήμερα πρωτοχρονιάς, έντεκα το βράδυ. Το σπίτι σχεδόν άδειο. Σχεδόν. Η γιαγιά κοιμάται στο πρώτο όροφο του σπιτιού. Η γυναίκα ακούει κάποιο θόρυβο, ξυπνάει και βγαίνει στο πλατύσκαλο, όπου βρίσκεται πρόσωπο με πρόσωπο με το ληστή. Γύρω στα 30 αυτός, αιφνιδιάζεται. Η γυναίκα βάζει τις φωνές και ο ληστής το βάζει στα πόδια. Στον άπλετα φωτισμένο δρόμο, δυο κοπέλες που περνάν απ’ έξω τον βλέπουν να φεύγει τρέχοντας στο διπλανό δρόμο με μια πλαστική σακούλα στο χέρι.

Η περιοχή φωτισμένη καλά, γειτονιά ζωντανή, η ώρα νωρίς σχετικά το βράδυ αλλά η ληστεία έγινε.

Έντρομη η γυναίκα τηλεφωνεί στο «εκατό» που έρχεται σε λίγο. «Ο ληστής άνοιξε τη πόρτα σας με εργαλείο στο οποίο δεν αντιστέκονται ούτε οι πόρτες υψηλής ασφαλείας» αποφαίνεται ο αστυνομικός. «Μην αγγίξετε οτιδήποτε μέχρι να έρθει η σήμανση». Η παθούσα, έχει βρει το γραφείο του άνδρα της άνω κάτω. Τα συρτάρια όλα ανοιγμένα, ανοιχτά κουτιά από τα οποία λείπουν πολύτιμα αντικείμενα, έχει κάνει φτερά και ο φάκελος με τα χρήματα τα οποία προορίζονταν την επομένη για τα χαράτσια, τους λογαριασμούς και τα τέλη κυκλοφορίας της οικογένειας. Η σήμανση, που έφτασε το επόμενο μεσημέρι (είχε μάλλον αρκετές περιπτώσεις με τις οποίες έπρεπε να ασχοληθεί αυτές τις μέρες) έκανε τη δουλειά της. «Να πάτε να υποβάλλετε μήνυση κατ’ αγνώστων στην ασφάλεια» ήταν η συμβουλή.

Στη γειτονιά, πεζόδρομος, σχεδόν υπερβολικά φωτισμένος, δεν είχε γίνει μέχρι την ημέρα εκείνη ούτε διάρρηξη. Από την ώρα που οι ληστές «ανοίγουν» σπίτια σε δρόμους με φως και κίνηση, από την ώρα που δεν υπολογίζουν πλέον την πιθανότητα να βρίσκονται μέσα οι ιδιοκτήτες, από τη στιγμή που δε λογαριάζουν ότι και από τον δρόμο περνούν συνεχώς αυτοκίνητα και πεζοί εύκολα μπορεί κανείς να αντιληφθεί τι γίνεται σε άλλες, λιγότερο φωτισμένες και απομακρυσμένες από το κέντρο περιοχές. «Να είστε ευτυχής που ο ληστής φοβήθηκε κι έφυγε, μπορούσε να σας είχε σκοτώσει» είπε ο αστυνομικός που υπέγραψε την «μήνυση κατ’ αγνώστων».

Ναι, παίζει κι αυτό.

Δεν μπορώ να περιγράψω ακριβώς πως είναι να βλέπει κανείς το σπίτι του παραβιασμένο. Είναι μια πράξη βίαιη, ένα βίαιο συναίσθημα, η ματιά σου στον κόσμο αλλάζει. Απότομα. Συνέβη και τέτοια μέρα, Διάολε, το 2012 θα μπορούσε να είχε ξεκινήσει καλύτερα. Ένας φόβος έχει απλωθεί στο βλέμα όλων τα τελευταία δυο χρόνια. Φόβος που γίνεται ολοένα και πιο βαρύς και, εδώ και λίγο καιρό, τρυπώνει και σε μέρη που θεωρούσαμε καλά προφυλαγμένα. Σε ένα σπίτι τουλάχιστον (και, δυστυχώς σε αρκετά...), ανήμερα πρωτοχρονιάς, χάθηκε ακόμα μία βεβαιότητα, για να αντικατασταθεί με μιαν άλλη, όχι και τόσο ευχάριστη.

Έχει περάσει σχεδόν μια εβδομάδα. Still, it doesn't feel right.

Παρασκευή 20 Μαΐου 2011

Το μίσος κατεβαίνει, με πράσινο φερετζέ.

Βρίσκομαι ακόμα στις Κάννες και διαβάζω για τις επιθέσεις και για τις δολοφονίες ελλήνων & μεταναστών, καθώς και για τις επιθέσεις ακροδεξιών (με κουκούλα) σε νόμιμες επιχειρήσεις αλλοδαπών. Και το στομάχι μου κόβει βόλτες, να σας πω την αλήθεια. Ο φόβος, φαίνεται, επιστρέφει για τα καλά στις ψυχές μας. Γιατί τώρα δεν έχεις να αντιμετωπίσεις μονάχα τους μετανάστες που εγκληματούν λόγω φτώχειας (ή και "ιδιότητας" - που, αν σε μαχαιρώνουν, ελάχιστη σημασία έχει) αλλά και τους επαγγελματίες Πατριώτες που την επόμενη φορά θα σκοτώσουν και κάποιον που απλά διαφωνεί μαζί τους (δεν ξεχωρίζουν και για την ικανότητα τους στο διάλογο). Και διαβάζω διάφορα άρθρα επ' αυτού, σε εφημερίδες και μπλογκ. Κάποια παθιασμένα, κάποια που προσπαθούν να εξηγήσουν σοβαρά το φαινόμενο, κάποια εντελώς σχιζοφρενικά.

Πουθενά όμως δε διαβάζω το προφανές: πόσο βολικά είναι όλα αυτά για το Κράτος. Πόσο συμφέρει δηλαδή τη Κυβέρνηση να αφήνει αυτές τις περιοχές που πάσχουν, στη μοίρα τους, δίνοντας αβάντα στην ακροδεξιά (εκτός από τους βουλευτές της Κυβέρνησης, μόνο το ΛΆΟΣ - και η... Ντόρα - ψήφισαν το μνημόνιο) ώστε να εξασφαλίσει την άτυπη και σιωπηλή συνεργασία της (το ότι οι συλλήψεις των ακροδεξιών γίνονται για τα μάτια του κόσμου - "δικά τους παιδιά" είναι άλλωστε - αποτελεί πλέον κοινό μυστικό). Πιστεύει άραγε κανείς λογικός άνθρωπος έκει έξω πως το Κράτος δε θα μπορούσε να λύσει το πρόβλημα μέσα σε λίγες εβδομάδες; Ανέκαθεν μπορούσαν, και οι μεν και οι δε! Έλα όμως που αυτή η ποδοσφαιροποίηση ωφελεί σε τρομακτικό βαθμό τη κοινωνική συνοχή. Και τη δικαιολόγηση της άτυπης βίας. Για τον ίδιο λόγο οι ποδοσφαιρομανείς δρουν ανεξέλεγκτα άλλωστε. Επειδή τους αφήνουν, επειδή το επιτρέπουν, επειδή τους χρειάζονται.

Κάποια στιγμή, τα ακροδεξιά στοιχεία θα αρχίσουν να σφάζουν και έλληνες - είναι μαθηματικά βέβαιο. Και τότε, ίσως η κοινή γνώμη ευαισθητοποιηθεί. Να, διαβάστε ξανά αν θέλετε αυτή την φρικτή πρόταση που μόλις έγραψα.

Ζούμε φρικτούς καιρούς.

Τρίτη 29 Μαρτίου 2011

Όποιος τρώει με τον Διάολο, καλύτερα να'χει μακρύ κουτάλι.


Έπεσε ξύλο πάλι λέει. Δέκα πολίτες τραυματίες.
Δεν γνωρίζω αν χάθηκαν αγέννητα παιδιά, όπως κάτι μήνες πριν.
Τι, δεν το ξέρατε;

Σωστά: κι αν τυπώθηκε κάπου, τυπώθηκε με πολύ μικρά γράμματα. Στο internet βέβαια κυκλοφόρησε. Να σας πω την αλήθεια, δε χαίρομαι καθόλου γι αυτό. Το χειρότερο έγκλημα της ελληνικής δημοσιογραφίας, είναι ότι με την αυτοκτονική απαξίωση της οδήγησε στην ηρωοποίηση των ανώνυμων λιβελογράφων των εκβιαστικών blogs, μέσω της οποίας θεοποιήθηκε ο καφενόβιος λόγος, η αμάθεια και κάθε μορφής χυδαιότητα. Ποτέ, ποτέ μου δεν θα δεχτώ το επιχείρημα αυτών που δηλώνουν πως η ανωνυμία "βοηθά την προστασία ατόμων με ιδιαίτερη οικογενειακή και επαγγελματική θέση".

Δεν γίνεται να διαθέτει ούμπαλα η γνώμη σου και όχι εσύ που την εκφράζεις.

Ξέφυγα όμως. Επιστρέφω στο θέμα.

50.000 άνθρωποι ενωμένοι όλοι μαζί απέναντι σε ένα κράτος που κόντρα σε αποφάσεις δικαστηρίων στέλνει μπουλντόζες να κάνουν έργα... νύχτα. Ελπίζω να τους βρει ενωμένους και η επόμενη μέρα. Λένε πως προετοιμάζεται το ψήφισμα ενός νέου νόμου, που θα καταργήσει την συγκεκριμένη απόφαση (όσο πιο διεφθαρμένη είναι μια χώρα, τόσο περισσότεροι και οι νόμοι), όμως και η Ευρωπαϊκή Ένωση ακόμα έχει αποφανθεί υπέρ της Κερατέας. Οι κάτοικοι προσπαθούν να κουβεντιάσουν με τους κυβερνώντες. Αυτοί στέλνουν ματ που φωνάζουν ρυθμικά το όνομα του Αλέξη Γρηγορόπουλου, χτυπώντας 70χρονους (αληθινό και εξακριβωμένο και φυσικά αδημοσίευτο). Μαζί με ελικόπτερα (!) και άλλες "δυνάμεις καταστολής". Νύχτα. Σαν τους κλέφτες.

Ο Δήμος Λαυρεωτικής εξέδωσε το εξής έκτακτο δελτίο τύπου:

"Οι κάτοικοι γνωρίζουν ότι έχουν δίκιο, το διεκδικούν και θα συνεχίσουν όπως κάνουν εδώ και 110 ημέρες, γιατί στηρίζουν τη νομιμότητα και απαιτούν την εφαρμογή των δικαστικών αποφάσεων που έχουν κηρύξει παράνομο το έργο του ΧΥΤΑ στο Οβριόκαστρο.

Οι θέσεις του Δήμου Λαυρεωτικής είναι γνωστές και αμετακίνητες…
Υπάρχουν προτάσεις για τη διαχείριση των απορριμμάτων, με σύγχρονες μεθόδους. Η κυβέρνηση αρνείται το διάλογο. Όμως από την αναλγησία, την ξεροκεφαλιά, την έλλειψη διαλόγου και την ακαμψία της Κυβέρνησης περνάμε σε μια επίδειξη πυγμής και επιβολής μέτρων χούντας και κατάλυσης κάθε δημοκρατικού δικαιώματος.

Θέλουν να κάμψουν την αγωνιστικότητα και την αντίσταση των κατοίκων της Κερατέας και ευρύτερα της Λαυρεωτικής και στο πρόσωπό τους να χτυπήσουν όποιον αντιστέκεται απέναντι στη βάρβαρη και αντιλαϊκή τους πολιτική. Είμαστε έτοιμοι να αναλάβουμε τις ευθύνες μας και συνεχίζουμε να αγωνιζόμαστε με αξιοπρέπεια για τον τόπο μας.

Αυτή τη στιγμή που για άλλη μια φορά με βία η κυβέρνηση και η αστυνομία χτυπάνε τον τόπο, τους κατοίκους και τη νεολαία μας, καλούμε κάθε θεσμικό παράγοντα, κάθε πολιτική δύναμη της Ελλάδας, όλους τους ενεργούς πολίτες να πάρουν θέση και να σταθούν στο πλευρό της αγωνιζόμενης Κερατέας. Καλούμε σε συμπαράσταση κάθε συμπολίτη μας.

Στην Κερατέα δε μπαίνει μόνο το ζήτημα της διαχείρισης των απορριμμάτων, τίθεται ένα μεγάλο θέμα Δημοκρατίας."

Αν διαφωνείτε, ακούστε λίγο αυτό εδώ.
Αν ακόμα διαφωνείτε, έχετε πρόβλημα.
Ή έχετε πολλά προβλήματα λυμένα.

Πέμπτη 17 Μαρτίου 2011

Αφιερωμένο σε όσους υποστηρίζουν ότι οι κριτικοί ""τα παίρνουν"".


Νέο:

η κριτική του Τάσου Θεοδωρόπουλου για το υπέροχο
Μια Φορά Κι Ένα Μωρό δεν θα δημοσιευτεί στο
Πρώτο Θέμα αυτής της Κυριακής.
Η γνώμη του για την ταινία
δεν συμπίπτει με αυτή της διευθύνσεως.
Η οποία, νομίζω, είχε κάνει κι ένα πέρασμά από το
αριστουργηματικό Φιλί Της Ζωής.

Λογοκρισία το λένε αυτό.

Αναρωτιέμαι τι σκέπτεται γι αυτό η ΠΕΚΚ κι αν θα κάνει κάτι.
Όπως "έκανε" για τη μήνυση εναντίον του Γιάννη Ζουμπουλάκη (που βεβαίως είχε τη στήριξη του νομικού τμήματος της εφημερίδας του - η μήνυση έγινε μάλλον για να φοβηθούν αυτοί που δεν την έχουν) ή για την απόλυση του Ηλία Φραγκούλη από την Athens Voice....

Αναρωτιέμαι αν ο σκηνοθέτης της ταινίας το γνωρίζει αυτό, και αν λυπάται
(όλοι γράφουν πόσο καλός άνθρωπος είναι).

Επίσης αναρωτιέμαι
αν μια τέτοια ταινία θα κόψει λιγότερα μπιλιέτα αν εγώ,
ο Τάσος, ο Χρήστος, ο Δημήτρης και άλλοι γράψουμε αρνητική κριτική.
Από τη μιά, σκέφτομαι, χέστηκε η φοράδα στ' αλώνι.
Από την άλλη απορώ: για να μας τρέχουν έτσι, μήπως ο λόγος μας έχει κάποια δύναμη;

Συμφωνείτε / διαφωνείτε με αυτά που γράφει ο Τάσος, δεν έχει σημασία. Σημασία έχει να αντιληφθείτε πόσο δύσκολο είναι μερικές φορές να διατηρήσεις την ακεραιότητα της φωνής σου. Σε παλαιότερο έντυπο που έγραφα - θέση στην οποία βρέθηκα μετά από παραίτηση του.. Τάσου Θεοδωρόπουλου πριν από δεκαπέντε χρόνια (θυμάσαι Τάσο την πρώτη μας συνάντηση και την πάρλα μας για τους Laibach ενώ πηγαίναμε να δούμε το Lost Highway σε δημοσιογραφική προβολή στο Studio;) - στο Exodos ντε, τα αστεράκια... πολλαπλασιαζόντουσαν στις ταινίες των φίλων σκηνοθετών της εκάστοτε διευθύνσεως, κι έτσι τσίμπαγε Η Καρδιά Του Κτήνους... τέσσερα αστεράκια και πολλές φορές αναγκάστηκα να... παραιτηθώ για να ξαναπροσληφθώ την επόμενη μέρα ώστε να δω τα κείμενα μου ακέραια.

Πολλοί σε αυτή τη δουλειά έχουμε μια τέτοια ιστορία να αφηγηθούμε. Και φυσικά μερικές φορές, εκτός από κάποιους διευθυντές που παίζουν παιχνίδι δημοσίων σχέσεων πάνω στην πλάτη σου, έχεις να αντιμετωπίσεις κάποιον οργισμένο διανομέα (που απειλεί το διαφημιστικό τμήμα) ή κάποιους σφουγκοκωλάριους του Κέντρου που πρέπει πάση θυσία να προστατέψουν τους κολλητούς τους στήνοντας τη δική τους χυδαία τρομοκρατία εναντίον των συντακτών που τυχαίνει να μην παίζουν παιχνίδια διαδρόμων ή απλά να μην βάζουν τις φιλίες τους πανω απο το λειτούργημα τους
(και μετά τους έφταιγε ο Σέκκερης εκεί στην "ομίχλη").

Αυτό για όλους εκείνους που λένε πως οι κριτικοί "τα παίρνουν".

Μάθετε λοιπόν πως τελικά δεν κάνουμε και τόσο εύκολη δουλειά όσο φαντάζεστε.
Και πως πρέπει να περάσεις από πολλούς εσωτερικούς διαδρόμους
και να φας πολλά σκατά για να παραμείνεις ο εαυτός σου.

Ο Τάσος είναι ένας από αυτούς τους συναδελφους.

Όλοι όσοι κάνουμε αυτή τη δουλειά, πρέπει να δηλώσουμε την αντίθεση μας.
Οτιδήποτε διαφορετικό μου φαντάζει ολοκληρωτικά ακατανόητο.

Τρίτη 8 Μαρτίου 2011

«Απ’ το πόδι με τραβάς, βαθιά μέσα στο χώμα»


Συνηθίζεται από τους τραγουδοποιούς να διατηρούν καλές «δημόσιες σχέσεις» με το κοινό τους – ειδικά από αυτούς που έχουν σημειώσει μια κάποια επιτυχία. Φροντίζουν δηλαδή να μην το αποπροσανατολίσουν, να μην το εκπλήξουν, να μην το απογοητεύσουν με κανέναν τρόπο. Ο χειρότερος σε αυτόν τον τομέα, έλληνας τραγουδοποιός, πρέπει να είναι ο Διονύσης Σαββόπουλος. Ότι του φανεί του λωλο-Στεφανή που λένε. Από το Φορτηγό μέχρι το Δέκα Χρόνια Κομμάτια, από κει μέχρι τη Ρεζέρβα και από κει μέχρι το Κούρεμα, «ο δρόμος του γραμμή όλο ζιγκ-ζαγκ» (ο στίχος από το… «Μιτσοτάκ», έτσι για να αντιληφθούμε το μέγεθος της τρέλας ενός ανθρώπου, που φυλακίστηκε επι Χούντας, αλλά δεν σκέφτηκε στιγμή να το παίξει αντιστασιακός με... την πτώση της, όπως αρκετοί - μέχρι τότε σιωπηλοί - "συναδελφοι" του).

Μπορείς βεβαίως να διαφωνείς με τις απόψεις και τα πηγαιν-έλα του. Μπορείς να θυμώνεις και να εξοργίζεσαι. Αλλά δεν μπορείς να μην του αναγνωρίσεις ότι ουδέποτε φοβήθηκε να «προκαλέσει» το κοινό του. Ουδέποτε περιορίστηκε από αυτό, ουδέποτε παγιδεύτηκε στην μετριότητα της συνταγής και της εκ των έξω καρικατούρας. Έκανε του κεφαλιού του. Και αυτό το σέβεσαι. Εκτός κι αν η εμπάθεια σου παίρνει το πάνω χέρι. Πράγμα θλιβερό σε κάθε του έκφανση. Τώρα, στην περίπτωση που δεν έχεις ούτως η άλλως κοινό, αναζητάς τρόπους να αποκτήσεις ένα. Το να πετάς λάσπη σε άλλους διάσημους καλλιτέχνες συνήθως βοηθά.

Ο Σαββόπουλος ερωτήθηκε πρόσφατα από τη Μαρία Χούκλη περί του τι έφταιξε για την κρίση. «Δωροδοκηθήκαμε από τους πολιτικούς για να τους ψηφίζουμε» απάντησε. Τώρα πως από αυτό μπορεί κάποιος να πιαστεί και να γράψει μια επιστολή – λίβελο, γεμάτη λαϊκίστικα «κατηγορώ» επιπέδου Αυριανής δεκαετίας 80, αναλόγου ύφους ψέματα και προεφηβικό «μένος», αδυνατώ να το κατανοήσω - καποιος όμως το έκανε. Ίσως να είναι Φροϋδικό το ζήτημα. Ίσως. Γιατί είναι προφανές πως ένας άνθρωπος σαν το Σαββόπουλο απαντά με λόγο ποιητικό. Όταν μιλάει για δωροδοκία, δεν μιλάει για «φράγκα». Μιλάει για όνειρα. Επιστρατεύτηκε όμως η φασιστική - άρα και χυδαία - τακτική του να μεταφράζεις τον «εχθρό» σου όπως βολεύει τα κακομασκαρεμένα συμφέροντα σου.

Ο καημένος ο Νιόνιος απάντησε. Διάβασε το κείμενο και θίχτηκε - δεν άντεξε, και σκάρωσε μια επιστολή. Δεν γνώριζε πως στο διαδίκτυο, εκτός από αυτούς που δεν βρίσκουν χώρο να γράψουν εντύπως, λόγω κακών δημοσίων σχέσεων και γνήσιου ταλέντου, υπάρχουν εκατονταπλάσιοι συκοφάντες κι ατάλαντοι - επώνυμοι, «ανώνυμοι», λίγη σημασία έχει. Το μόνο ελπιδοφόρο είναι ότι το διαδίκτυο δεν γράφει την Ιστορία – ακόμα τουλάχιστον. Αυτή παραμένει υπαγορευμένη από το συλλογικό ασυνείδητο. Ένα Μυστικό Τοπίο όπου ο δόλος μένει, συνήθως, στην απ’έξω.




Υ.Γ.: Παραδέχομαι την δική μου θλιβερή στιγμή: Υπέγραψα ένα εμπαθές κείμενο. Ευτυχώς όμως, δεν χρειάστηκε να καταφύγω στην αυθαίρετη επικύρωση ενός μεγάλου Έλληνα (σαν τον Γιάννη Νεγρεπόντη - τι σκύλευση κι αυτή!), έτσι για να 'σφραγίσω' με μια βούλα "οικουμενικότητας" κάτι που αφορά τον θυμό και την αυτοπροβολή μου. Τόσο μεγάλη ιδέα για την πάρτη μου, δεν απέκτησα ποτέ.

Παρασκευή 18 Φεβρουαρίου 2011

"Οικόπεδα - δα - δα.... Στη Κερατέα - τέα - τέα..."


"Η Κερατέα είναι πόλη της Αττικής και έδρα του ομώνυμου δήμου. Βρίσκεται στα νότια της Αττικής, χτισμένη στους βόρειους πρόποδες του όρους Πάνειο σε υψόμετρο 190 μέτρων. Απέχει 40 χιλιόμετρα από την Αθήνα με την οποία συνδέεται μέσω της λεωφόρου Λαυρίου και 16 χιλιόμετρα από το Λαύριο. Επίσης απέχει περίπου οκτώ χιλιόμετρα από τις ανατολικές ακτές της Αττικής. Κοντινότερες παραλίες στην Κερατέα είναι η Παραλία Κακής Θάλασσας και η παραλία Δασκαλειού. Ο πληθυσμός της Κερατέας είναι 7.430 κάτοικοι ενώ ο πληθυσμός ολόκληρου του δήμου είναι 13.246"

"Ελάτε να σας "δώσουμε" κι άλλον Αλέξη"
φωνάζουν οι ΜΑΤατζήδες που ορμάνε στα εκεί γεροντάκια.

Η Κερατέα ψηφίζει Θανάση Μπούρα
και Θόδωρο Πάγκαλο.
Αλλά και επαναστατεί.
Ένα εκ των δύο δείχνει ότι έχουν χιούμορ.
Απλά δεν έχω ακόμα καταλάβει ποιό.

Αν κάποιος από εσάς θέλει να απαντήσει σε αυτό,
πριν το κάνει, θέλω πάρα πολύ να
ακούσει αυτό ΕΔΩ

Ο τίτλος παραπέμπει σε διαφημιστικές παρλάτες του Radio Blackman, μεγάλη η Χάρη του.

Πέμπτη 20 Ιανουαρίου 2011

Ο "κουλτουριάρης" και ο "μέσος".

Τον ακούς ασταμάτητα, το βλέπεις και στο διαδίκτυο. Τον όρο «κουλτουριάρης». Που, βεβαίως, κανείς δεν ξέρει τι σημαίνει, ακόμη και αυτοί που τον χρησιμοποιούν. Υποθέτουμε όμως ότι έχει να κάνει με αυτούς που ασχολούνται με τα της κουλτούρας, δηλαδή του πολιτισμού. Αυτό, μονάχα στην Ελλάδα, θεωρείται βρισιά και προσβολή. Γιατί άραγε;

Θα ξεκινήσω υπερασπιζόμενος τους χρήστες του όρου. Φταίει, λέω, η υπερπληθώρα αυτών που δηλώνουν διανοούμενοι και είτε πωλούν φύκια για μεταξωτές κορδέλες, είτε χαιρετίζουν κρυφά ή φανερά την εξουσία. Ειδικά αυτή η τελευταία κατηγορία αρκεί για να σου γυρίσει τ΄ άντερα. Πως γίνεται να διατείνεσαι ότι είναι άνθρωπος του πνεύματος και, το ίδιο βράδυ, να περιδρομιάζεις συνοδεία υπουργών και των παρατρεχάμενων τους; Να προσθέσω και κάτι. Είσαι και πολύ παπάρας όταν αυτοαποκαλείσαι "διανοούμενος".

Από την άλλη όμως, υπάρχει και ένα ανεξάντλητο μίσος σε ότι ξεφεύγει από το λίγο διαφορετικό. Την δεκαετία του 70, μπορεί να έκλειναν λεωφόροι από τις ουρές των σινεμά που πρόβαλαν τον τελευταίο Φελίνι ή Παζολίνι, για παράδειγμα, ή, ακόμη καλύτερα, τον ρημαδιασμένο το Νονό του Κόππολα. Σήμερα, αυτοί οι θεατές θα έμπαιναν κάτω από την κατηγορία «κουλτουριάρηδες» και όποιος αμφιβάλει γι αυτό κοροϊδεύει τον εαυτό του.

Το μένος του έλληνα σε ότι αφορά το δικαίωμα στο κάτι παραπάνω κρατά αιώνες, και κορυφώνεται ίσως στα χρόνια της «αλλαγής», όταν δηλαδή ο Μανώλης Αγγελόπουλος «κατακτούσε» το Ηρώδειο, αλλά ας μην γελιόμαστε. Όλος αυτός ο φασισμός του όρου δεν κρύβει τίποτε άλλο από το δικαίωμα του έλληνα στην αμάθεια και την βλακεία. Κανείς δεν μπορεί να διδάξει τίποτα τον ελληνάρα, και όποιος διατείνεται ότι έχει διαβάσει / δει κάτι παραπάνω που θα μπορούσε να συνηγορήσει σε μια διαφορετική πρόταση είναι εχθρός του λαού. «Κουλτουριάρης». Δηλαδή διαβασμένος και… θρασύς καθώς τολμά να το δηλώνει και όχι να το κρύβει. Γιατί θα έπρεπε να το κρύβει, σε μια χώρα όπου η καφρίλα είναι σημαία και ο τραμπουκισμός αγαπημένο χόμπι.

Είναι τα ίδια όντα που χρησιμοποιούν τον όρο «μέσος θεατής». Όρος φασιστικός. Καθαρά και εκατό τοις εκατό. Όχι τόσο επειδή το «μέσος» υποδηλώνει σιωπηλά το «μέτριος» αλλά επειδή με το «μέσος» καταργείς την όποια διαφορετικότητα, λες και ο κάθε άνθρωπος δεν κρύβει μέσα του ένα σύμπαν, λες και κανείς από εμάς δεν διαθέτει μια προσωπικότητα μοναδική και ξεχωριστή, έστω και θαμμένη κάτω από τόνους καθημερινής αποχαύνωσης. Και, κυρίως, επειδή αυτός που μιλάει για «μέσο θεατή» έχει, σιωπηλά, τοποθετήσει τον εαυτό του λίιιιγο πιο πάνω από το «μέσο όρο». Γιατί πως αλλιώς, ρε μάγκα, θα τους εντοπίσεις αν δεν κοιτάς από ψηλά; Και πως δεν θα μου βροντοφωνάξεις εμένα, του "κουλτουριάρη" που μου αρέσει ο Κυνόδοντας και δεν ντρέπομαι να το πω, εξ ονόματος τους, αν δεν θεωρείς τον εαυτό σου έστω και λίγο «ανώτερο» ώστε να μπορείς να ηγηθείς αυτών; Και αν θεωρείς τον εαυτό σου άξιο και αυτόφωτο ηγέτη μιας οποιασδήποτε ομάδας, πόσο γαμημένη ψωνάρα μπορεί να είσαι;

Τέτοιοι άνθρωποι λοιπόν χρησιμοποιούν τον όρο "κουλτουριάρης". Και είναι καλό γνώρισμα όταν αποπειράσαι να γνωρίσεις κάποιον ή να τον πάρεις στα σοβαρά. Μπορεί να έχω εξίσου τρελό θέμα με τους δήθεν, τα trendy καλλιτεχνικά στέκια που αλλάζουν κάθε εξάμηνο συγκεντρώνοντας τα ίδια σιχάματα που αναμασούν με στόμφο τσιτάτα από βιβλία μεγάλων συγγραφέων πουλώντας φτηνό και αφάνταστα απωθητικό αντιαμερικανισμό με την πρώτη ευκαιρία (η λέξη "αμερικανιά" μου προκαλεί παρόμοια στομαχική ανακατωσούρα με τη λέξη "κουλτουριάρης" - λέξεις με αφηρημένη ερμηνεία), αλλά ο φασισμός της άγνοιας είναι, αν μη τι άλλο, επικίνδυνος.

Τρομακτικά επικίνδυνος.

Αυτά, λέει, σας άρεσαν:

Ετικέτες