Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Classic is attitude. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Classic is attitude. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 30 Ιουνίου 2016

Δυο λόγια για τον Νονό


Το κλασσικό πλέον φιλμ του Φράνσις Φορντ Κόπολα ξεκινά με μια γιορτή: Βρισκόμαστε στα 1945 και στo κτήμα τoυ στη Νέα Υόρκη, έvας ηλικιωμέvoς επικεφαλής της Μαφίας, o Βίτo Κoρλεόvε, γιoρτάζει τoυς γάμoυς της κόρης τoυ, Κόvι, με τov vεαρό Κάρλo Ρίτσι. Βλέπετε, ο Νονός μπορεί να είναι αρχιμαφιόζος, όχι όμως και αδυσώπητος γκάνγκστερ. Κουβαλά το φως και το σκοτάδι των Σικελιανών καταβολών του. Είναι ταυτόχρονα απειλητικός και κομψός, έτοιμος να λύσει οποιοδήποτε πρόβλημα – με αντάλλαγμα, φυσικά, την αφοσίωση. Από την πρώτη, φημισμένη σκηνή του φιλμ γίνεται ξεκάθαρο πως ο Βίτο Κορλεόνε διαχειρίζεται τόσο τα επαγγελματικά, όσο και τα οικογενειακά του ζητήματα, στον ίδιο χώρο: Στο σκοτεινό του γραφείο ακούει με κατανόηση τα προβλήματα του μεσήλικα επισκέπτη που ζητά βοήθεια για να εκδικηθεί τους βιαστές της κόρης του, και την ίδια στιγμή, στην αυλή, η δική του κόρη παντρεύεται τον αγαπημένο της σε μια γιορτή εξόχως ιταλική, γεμάτη παραδοσιακές μελωδίες και εύθυμα στιγμιότυπα. Έχει, με άλλα λόγια, βρει τις δικές του ισορροπίες μέσα στο Σύστημα, και προσπαθεί να τις διατηρήσει, αγνοώντας όμως πως τελικά, το Σύστημα αυτό έχει τους δικούς του κανόνες: Οι ανταγωνιστές του, που εμπορεύονται ναρκωτικά, αποφασίζουν να τον βγάλουν από τη μέση επειδή ο ίδιος αρνείται την οποιαδήποτε συνεργασία – με άλλα λόγια, πηγαίνει ενάντια στη πρόοδο. 

Όλα αυτά, συμβαίνουν παράλληλα με την οικοδόμηση μιας νέας Αμερικής όπου «ο γκαγκστερισμός έχει γίνει πια συνώνυμο του αμερικανισμού» (Βασίλης Ραφαηλίδης σε κριτική του δημοσιευμένη στο Βήμα το 1975). Με άλλα λόγια, η εξέλιξη της Μαφίας υπαγορεύεται κι αυτή από την άνοδο του Κεφαλαίου και, την ίδια στιγμή, η κοινωνία μέσα στην οποία λαμβάνει χώρα όλο αυτό το δράμα, δείχνει να εμπιστεύεται μεν το Πνεύμα του νόμου (οι παραβάτες οφείλουν να τιμωρούνται), όχι όμως και τους Επαγγελματίες της εφαρμογής του. Υποχρεωτικά, οι συνδέσεις Μαφίας και Κράτους θα εξομαλυνθούν με τον καιρό, όπως θα δούμε στο σίκουελ που ο Κόπολα γύρισε λίγα χρόνια μετά. Άλλωστε, η Εξουσία βρίσκεται παντού. Μονάχα τα κέντρα της αλλάζουν. Οι Μαφιόζοι του Νονού ενσαρκώνουν τον homo economicus στην πιο πρώιμη εκδοχή του. Και τα πάντα στο «Νονό» του 1972 είναι στη θέση τους: η ανασύσταση εποχής, μοναδική, οι δεσμοί του δράματος – και των πολιτικών σημάνσεων – με την τραγωδία, εξόχως οριοθετημένοι, η διαπεραστική βία των εικόνων εμβληματική και στο επίκεντρο όλων, μια ομάδα ερμηνευτών που αποδίδει τα μέγιστα. Ο Μάρλον Μπράντο (που επελέχθη για τον πρωταγωνιστικό ρόλο μετά από επιμονή του Κόπολα μιας και την εποχή εκείνη ο ηθοποιός θεωρείτο ξεγραμμένος) κέρδισε Όσκαρ Ανδρικού Ρόλου για την ερμηνεία του εδώ, και ο Πατσίνο έκανε την πρώτη του σημαντική εμφάνιση – αλλά σάμπως είναι χειρότεροι οι Ρόμπερτ Ντιβάλ, Ντάιαν Κίτον, Τζον Καζάλ και Τζέιμς Κάαν; 

Σκεφτείτε τώρα πως ο δεύτερος «Νονός» είναι ακόμα καλύτερος

Παρασκευή 6 Μαΐου 2016

Ο Πολίτης Κέιν κλείνει τα εβδομήντα πέντε.

Ακόμα και οι κινηματογραφόφιλοι που ενδεχομένως δεν έχουν δει τον Πολίτη Κέιν γνωρίζουν πως πρόκειται για μια από τις καλύτερες (αν όχι την καλύτερη) ταινία όλων των εποχών. Το αριστούργημα του Όρσον Γουέλς, που σήμερα κλείνει 75 χρόνια, παραμένει ένα σημείο αναφοράς – όπως, ας πούμε, το «Πόλεμος και Ειρήνη» για τη λογοτεχνία ή το «Sgt. Peppers» των Beatles για την pop μουσική. Ο «Πολίτης Κέιν» μας υπενθυμίζει πως κάποτε, οι αφηγηματικές δυνατότητες του μέσου ήταν υπεράριθμες. Και σήμερα είναι, σαφώς, αλλά ελάχιστοι σήμερα δείχνουν να έχουν την έμπνευση. Ή το κουράγιο.


Η ιστορία

Από την πρώτη στιγμή, οι κριτικοί στάθηκαν στο πλευρό του Γουέλς – τουλάχιστον οι κριτικοί εκείνοι που δεν είχαν την ατυχία να δουλεύουν σε κάποιο από τα έντυπα του Γουίλιαμ Ράντολφ Χιρστ, του μεγιστάνα που αποτέλεσε, άθελα του, πηγή έμπνευσης για τον μόλις 25χρονο (!) σκηνοθέτη. Το έμπαργκο αυτό (που επεκτάθηκε και στις διαφημιστικές καταχωρήσεις για το φιλμ) έπληξε σοβαρά την εμπορική δυναμική της ταινίας, που αποτέλεσε εμπορική αποτυχία. Στις υπόλοιπες εφημερίδες όμως, οι διθύραμβοι κυριαρχούν: «Δεν έχουμε δει πιο εντυπωσιακή, πιο κινηματογραφικά συναρπαστική ταινία – πιθανότατα είναι ό,τι καλύτερο παρήγαγε ποτέ το Χόλιγουντ» διαβάζουμε στους New York Times της εποχής, ενώ άλλοι κριτικοί τοποθετούν τον Γουέλς στην ίδια κλάση με σκηνοθέτες σαν τον Τσάρλι Τσάπλιν ή τον Ντέιβιντ Γ. Γκρίφιθ. Δυστυχώς όμως, στο Χόλιγουντ αξίζεις όσο η τελευταία σου ταινία – ακόμη κι αν αυτή είναι «η καλύτερη ταινία όλων των εποχών».

«Πάλι καλά» να λέτε που την είδαμε. Γιατί παραλίγο να μη τη δούμε ποτέ: Πρόσφατα αποκαλύφθηκε πως κατά τη διάρκεια «διαπραγματεύσεων» του Χιρστ με την παραγωγό εταιρία RKO, ο πρώτος προσέφερε ένα εξαιρετικά ελκυστικό ποσό προκειμένου να καταστραφεί ολοσχερώς το φιλμ. Αλλά ήταν πλέον αργά: Ο Γουέλς είχε κάνει ήδη κάποιες δοκιμαστικές προβολές για πολλούς ισχυρούς διαμορφωτές της κοινής γνώμης. Όχι πως δεν «θάφτηκε» ο Κέιν. Δεν προβλήθηκε ποτέ στις πολυτελείς αίθουσες των μεγαλουπόλεων, και από τις εννέα υποψηφιότητες για Όσκαρ, μόνο μία κατέληξε σε βράβευση (για το αυθεντικό σενάριο που ο Γουέλς συνυπέγραψε με τον Χέρμαν Μάνκιεβιτς).


Η κληρονομιά

Τα σημάδια της επιρροής του «Κέιν» έγιναν ορατά την ίδια μόλις χρονιά, όταν δηλαδή ο Τζον Χιούστον ξεκίνησε τα γυρίσματα ενός κλασσικού σήμερα νουάρ, γνωστού με τον τίτλο «Το γεράκι της Μάλτας» όπου αξιοποιήθηκαν όλες οι πρωτοποριακές τεχνικές φιλμογράφησης που ο Διευθυντής Φωτογραφίας Γκρεγκ Τόλαντ σκαρφίστηκε παρέα με τον Όρσον Γουέλς. Λίγα χρόνια αργότερα, ο Ιάπωνας φωτογράφος Κάζουο Μιγιαγκάγια χρησιμοποιεί, σχεδόν κατά γράμμα, όλες τις τεχνικές του Τόλαντ για τη νέα ταινία ενός πολλά υποσχόμενου σκηνοθέτη. Η ταινία ήταν το «Ρασομόν» - σκηνοθέτης ο Ακίρα Κουροσάβα. Πολλοί κριτικοί, λανθασμένα, καταλογίζουν στον Μιγιαγκάγια επιρροές από την Ιαπωνική ζωγραφική, ο ίδιος όμως δεν έπαψε να τους «διορθώνει» μέχρι το τέλος της καριέρας του!

Κανείς πριν τον Γουέλς δεν αξιοποίησε το φως και τη σκιά τόσο εφευρετικά, μα και ουσιαστικά. Μέχρι τότε (και με τη μοναδική ίσως εξαίρεση των ταινιών που εντάσσονται στο ρεύμα του Γερμανικού Εξπρεσιονισμού όπου όμως εκεί το φως αποκτά ρόλο κεντρικού χαρακτήρα) τα στούντιο φρόντιζαν να φωτίζουν ευκρινώς τα πάντα, προκειμένου να δείξουν στο κοινό «που πήγαν τα λεφτά» - όχι όμως και για να τους υποδείξουν αυτό που θα έπρεπε να προσέξουν. Από τον «Πολίτη Κέιν» και μετά όμως, το κοινό συνειδητοποιεί πως το φως και τη σκιά αποτελούν πλέον σοβαρά εκφραστικά μέσα ή, με άλλα λόγια, φορείς νοημάτων. Ολόκληρη η σχολή των φιλμ νουάρ «πατά» ουσιαστικά πάνω σ’ αυτή τη διδαχή.

Πέραν της αισθητικής όμως υπάρχει και η αφήγηση. Και κανείς, μέχρι τότε, δεν είχε το θράσος του να τοποθετήσει το τέλος μιας ιστορίας (τον θάνατο του κεντρικού ήρωα) στην αρχή της: Ο Κέιν αφήνει την τελευταία του πνοή στην εναρκτήρια σεκάνς, και αυτό που ακολουθεί είναι μια μακρά σειρά από flashback που μας οδηγούν στο τέλος – δηλαδή, ξανά στην αρχή. Σκεφτείτε τώρα όλες εκείνες τις σπουδαίες ταινίες που βασίστηκαν πάνω σ’ αυτό το εύρημα, από τον «Λόρενς της Αραβίας» του Ντέιβιντ Λιν μέχρι το «Οργισμένο Είδωλο» του Μάρτιν Σκορσέζε, το "Pulp Fiction" του Ταραντίνο και το «Memento» του Κρίστοφερ Νόλαν. Όπως είπε και ο σκηνοθέτης του «Εξορκιστή» Γουίλιαμ Φρίτκιν, «Ο Πολίτης Κέιν αποτέλεσε έναν οδηγό δημιουργικής φιλμογράφισης, όπως ακριβώς και ο Οδυσσέας του Τζόις για τη Λογοτεχνία».

Πίσω απ’ όλα αυτά βέβαια υπάρχει και η ίδια η ιστορία του Όρσον Γουέλς. Σκεφτείτε το λίγο: Για μία και μοναδική φορά, το Σύστημα έδωσε, σε έναν 25χρονο, την απόλυτη καλλιτεχνική (και οικονομική) ελευθερία, και εκείνος τους παρέδωσε… την καλύτερη ταινία όλων των εποχών, μόνο και μόνο για να καταστραφεί απ’ αυτό. Εδώ υπάρχει μια άλλη ταινία – που όμως κανένας σκηνοθέτης, μέχρι σήμερα, δεν βρήκε το θάρρος να παρουσιάσει στη Μεγάλη Οθόνη στις σωστές τις διαστάσεις. Αυτό φοβάμαι πως λέει πολλά – ειδικά σε μια εποχή σαν τη σημερινή όπου ο πιο δημοφιλής υποψήφιος για το χρίσμα της Αμερικάνικης Προεδρίας μοιάζει να έχει ανησυχητικές ομοιότητες με τον Ράντολφ Χιρστ. Δηλαδή τον Πολίτη Κέιν. Και δυστυχώς, δεν διαφαίνεται κανείς άξιος διάδοχος του Γουέλς στον ορίζοντα. 

Πέμπτη 24 Ιουλίου 2014

A night with the Pythons.




Τα εισιτήρια για την πρώτη - και αρχικά, μοναδική - παράσταση των Monty Python στο O2 Arena (που αριθμεί 20.000 θέσεις) εξαντλήθηκαν μέσα σε σαράντα δευτερόλεπτα. Έτσι, προστέθηκαν άλλες εννιά - "οι τελευταίες εμφανίσεις της ομάδας" σύμφωνα με τα ίδια τα μέλη της, που είχαν να εμφανιστούν, μαζί, στη σκηνή, κάτι παραπάνω από 32 χρόνια.

Και όλα αυτά στο Ο2, που έχει φιλοξενήσει κι άλλα, φημισμένα re-unions, σαν αυτό των Led Zeppelin για παράδειγμα. Ένα κλειστό στάδιο, εντυπωσιακό σε μέγεθος αλλά και σε υποδομή: 20.000 άτομα (όλα τα σόου των Python είναι sold-out) μπήκαν και βγήκαν από τις ξεχωριστές εισόδους του χώρου δίχως να ακουστεί κιχ, ενώ, σε κάθε όροφο, μπορούσες να προμηθευτείς μπύρες, χοτ-ντογκ (δέκα ευρώ το ένα, παρακαλώ) και φυσικά το merchandise των Python: μπλουζάκια, cd, φούτερ και μπρελόκ, σε τιμές που ξεκινούν από τα 25 και φτάνουν τα 75 ευρώ. 

Οι γιγαντοοθόνες εξασφαλίζουν τη πρόσβαση στο  θέαμα, κι ας κάθομαι, κεντρικά μεν, απομακρυσμένα δε. Και το σόου ξεκινάει στις 7.30, με μια σειρά από κινούμενα σχέδια που κλείνουν με έναν αγώνα ποδοσφαίρου όπου, αντί για μπάλα, εμφανίζεται το... κεφάλι του Γκράχαμ Τσάπμαν. Σύντομα, όλη η ομάδα βρίσκεται επί σκηνής, τραγουδώντας στα ισπανικά ένα εκπαιδευτικό τραγούδι για τα λάμα (αστειάκι που παραπέμπει στους περίφημους "Ιππότες της ελεεινής τραπέζης") και το χειροκρότημα του κοινού είναι κάτι παραπάνω από ενθουσιώδες. Κακά τα ψέματα, είναι αδύνατον να μη συγκινηθείς βλέποντας τους ξανά όλους μαζί, και εκείνοι δείχνουν πρόθυμοι να διασκεδάσουν ένα κοινό έτοιμο να γελάσει (σχεδόν) με ό,τι του πετάξουν.

Τα πρώτα σκετσάκια ρολάρουν με εντυπωσιακό ρυθμό (όλοι τους έχουν πατήσει τα 70) ενώ τα καλοφτιαγμένα σκηνικά ("το σόου μας κόστισε μια περιουσία!" αναγράφτηκε κάποια στιγμή στη κεντρική γιγαντοοθόνη) εκμοντερνίζουν κάπως παλιές αγαπημένες κωμικές στιγμές. Και, ξαφνικά, αρχίζουν τα χορευτικά νούμερα. Οι φίλοι της ομάδας, αυτοί δηλαδή που έχουν παρακολουθήσει τις παλαιότερες βιντεογραφημένες εμφανίσεις της, γνωρίζουν πως δεν συνηθίζει τέτοια κόλπα. Αλλά οι καιροί έχουν αλλάξει. Οι Python σήμερα είναι ηλικιωμένοι και πέντε στον αριθμό. Και οι αλλαγές των σκηνικών απαιτούν χρόνο. Δυστυχώς όμως, κάποια από αυτά τα νούμερα ενοχλούν: όταν έσκασαν μύτη οι "σέξι" χορεύτριες που προηγήθηκαν του σκετς του "Εκβιασμού", ένοιωσα πως βρισκόμουν όχι στο Ο2 αλλά στο Δελφινάριο.

Από την άλλη, είναι πραγματικά αναζωογονητικό να τους βλέπεις να χρησιμοποιούν τα παλιά σκετς για να καταρρίψουν ένα προς ένα τα άβατα της πολιτικής ορθότητας. Οι ινστρούχτορες της δε θα διασκέδαζαν και τόσο στη θέα των δικαστών που, κάτω από τις ενδυμασίες τους, φορούν σέξι γυναικεία εσώρουχα - θα τους ήταν αδύνατο βλέπετε να αντιληφθούν πως το ζήτημα εδώ είναι η άγρια σάτιρα μιας υποκριτικής και άκρως κομφορμιστικής συνθήκης, της οποίας άλλωστε, οι ίδιοι, αποτελούν αδιάσπαστο κομμάτι. Όχι, δεν ήταν καθόλου "ξεπερασμένα" αυτά τα καλαμπούρια. Αντιθέτως, έδειχναν πιο μοντέρνα και τολμηρά από ποτέ. "Πόσα δίνεις για σεξ σε δημόσιο χώρο;" ρωτά ο ένας δικαστής. "Κοντά στις δέκα λίρες" απαντά ο άλλος, και το Ο2 σείεται από τα χάχανα. Λίγο αργότερα, κάποιοι θεατές σοκάρονται σαν βλέπουν το κεφάλι του Πούτιν να αντικαθιστά τα... αχαμνά ενός αγάλματος, σε άλλο ένα από τα ανανεωμένα καρτούν του Τέρι Γκίλιαμ, αν και σπανίως είδαμε την επικαιρότητα σε πρώτο πλάνο. 

Τι είδαμε λοιπόν εκείνο το βράδυ που δεν είχαμε δει ποτέ; Μα το απρόοπτο μιας ζωντανής εμφάνισης. "Μπορεί να έχει κλείσει λίγο η φωνή μου, αλλά τουλάχιστον εγώ τα λόγια μου τα ξέρω απ 'έξω, δεν τα διαβάζω!" καγχάζει ο Τζον Κλιζ "καρφώνοντας" τον Τέρι Τζόουνς και οι δυο ηθοποιοί σκάνε στα γέλια επί σκηνής. Παραδόξως, διασκεδάσαμε πολύ περισσότερο όταν οι Python το "έχαναν" και, για να καλύψουν το κενό, το έριχναν στον αυτοσχεδιασμό. "Μπα, αυτοσχεδιάζουμε κιόλας;" ρωτά ο Μάικλ Πάλιν τον Τζον Κλιζ, καταμεσής του σκετς με τον Νεκρό Παπαγάλο, που το κοινό περίμενε πως και πως. "Αφού ακόμα το χω" αποκρίνεται ο Κλιζ. "Εσύ μπορεί να το χεις, αλλά ο κόσμος εδώ θέλει να προλάβει το τελευταίο τρένο" απαντά ο Πάλιν και δωσ' του πάλι χειροκρότημα. Σαν πιτσιρικάς, που προσπαθεί ανεπιτυχώς να κρατηθεί, με τα χίλια ζόρια,  "σοβαρός", ο Κλιζ "έσπαγε" κατά τη διάρκεια αρκετών σκετς, αλλά κανείς από εμάς δεν ένοιωσε προσβεβλημένος. Και ο αυτοσαρκασμός τους κατήργησε κάθε κυνική πρόθεση. "Έμαθα πως όλο αυτό γίνεται για να καλυφθεί η διατροφή του Κλιζ προς την πρώην σύζυγο του" σχολιάζει, δήθεν ανέμελα ο Έρικ Άιντλ. Και ο Μάικλ Πάλιν αναρωτιέται: "Ποιά απ' όλες;". 

Η "μπάντα" έκλεισε με όλο το Ο2 τα τραγουδά το "Always look at the bright side of life", οι γιγαντοοθόνες έγραψαν "ξεκουμπιστείτε" και όλοι αφήσαμε το στάδιο σιγοτραγουδώντας. Στους διαδρόμους και στις σκάλες, χαμόγελα. Ναι, υπήρξαν αδύναμες στιγμές, ναι, τα χορευτικά μπορούσαν και να λείπουν, αλλά υπάρχει ακόμη μια γνήσια κωμική δύναμη σ' αυτά τα παλιά καλαμπούρια, αρκετή για να αναζωογονήσει μια χούφτα εβδομηντάρηδες. Πόσο μάλλον εμάς. 

Σάββατο 5 Οκτωβρίου 2013

Magic Bus, adieu.


Το έχετε σίγουρα δει σε άπειρες ταινίες. Υπήρξε, με τον τρόπο του, σύμβολο μιας ολόκληρης εποχής. Σύμβολο όπως και το «κατσαριδάκι», της ίδιας φίρμας. Ποιο; Το βανάκι της Φοκσβάγκεν, περισσότερο γνωστό ως «VW campervan». Το οποίο κλείνει επίσης τον κύκλο του. Ένα εργοστάσιο υπήρχε που το κατασκεύαζε όλο κι όλο, κι αυτό στη Βραζιλία (χρησιμεύουν βλέπετε στο στρατό αλλά και στους… νεκροθάφτες). Η παραγωγή του όμως θα διακοπεί οριστικά στις 31 Δεκεμβρίου.

Στην Ευρώπη δεν το βρίσκουμε εδώ και χρόνια, καθώς δε πληροί τις προϋποθέσεις ασφαλείας της Ένωσης (ε, campervan και αερόσακοι δε πάνε μαζί). Στα 60s πάντως, ήταν απαραίτητο αξεσουάρ για μια ζωή πλήρως εναλλακτική (μετά το χρησιμοποίησαν εκτενώς και οι σέρφερς). Άλλωστε, με αυτό έσκαγαν μαζικά οι εκδρομείς στο Γούντστοκ. Ως εκ τούτου, πολλοί το ονόμαζαν «hippie van» ή ακόμα και «magic bus» - έτσι ονόμαζαν και το δικό τους οι The Who, στολισμένο και ζωγραφισμένο αναλόγως. Αν και κάθε βαν τότε είχε τη δική του προσωπικότητα, τη δική του ζωγραφιά – επιβαλλόταν να ζωγραφίσεις το βαν σου. Αφήστε δε που το συναντούσες και σε άπειρα εξώφυλλα δίσκων, από τους Beach Boys μέχρι και τον Μπομπ Ντίλαν.

Ως σύμβολο του χιπισμού λοιπόν, πρωταγωνιστούσε συχνά στο σινεμά της εποχής – πότε θετικά, και πότε σκωπτικά. Ο πολλά βαρύς – και διόλου… ανέμελός – Βρώμικος Χάρι ας πούμε, διαλύει με το αυτοκίνητο του ένα τέτοιο στο «Ένα μάγκνουμ 44 για τον Επιθεωρητή Κάλαχαν». Και με Campervan ταξιδεύουν στον τελευταίο, ως απεδείχθη, προορισμό τους οι πρωταγωνιστές του συγκλονιστικού «Σχιζοφρενή δολοφόνου με το πριόνι» το 1973, ταινία που ζωγράφισε με τα πιο σκοτεινά χρώματα το τέλος αυτής της αθώας εποχής, και την έλευση μιας σαρωτικά βίαιης άλλης.

Πρόσφατα το είδαμε, σχεδόν σε πρωταγωνιστικό ρόλο, στο «Little miss sunshine» του 2006, όπου μια οικογένεια - από τον παππού μέχρι την επτάχρονη εγγονή - κάνει ένα μεγάλο ταξίδι για να «προλάβει» διαγωνισμό καλλιστείων στον οποίο συμμετέχει η μικρή. Η οικογένεια προβληματική. Τα συνεχή μηχανικά προβλήματα του βαν δυσκολεύουν ακόμη περισσότερο το ταξίδι. Ο συμπλέκτης «κλατάρει» στις πρώτες ώρες του ταξιδιού, και η οικογένεια ανακαλύπτει πως πρέπει να σπρώχνει το βαν μέχρι αυτό να φτάσει τα 30 χιλιόμετρα την ώρα ούτως ώστε να τρέξει και να πηδήξει μέσα. Όταν μάλιστα η κόρνα μπλοκάρει και αρχίζει να χτυπά χωρίς σταματημό, επεμβαίνει η αστυνομία. Στο φιλμ πρωταγωνιστούσαν οι Στιβ Καρέλ, Γκρεγκ Κινίαρ και Άλαν Άρκιν – ο τελευταίος χρησιμοποιούσε ένα τέτοιο στο εξαίσιο θρίλερ του 1967 «Περίμενε μέχρι να νυχτώσει», όπου και τρομοκρατούσε την Όντρεϊ Χέμπουρν.

Φυσικά τη δεκαετία του 60 είχε την τιμητική του. Και όσο το σινεμά (παρέα με όλες τις υπόλοιπες τέχνες) νοσταλγεί εκείνη τη χρυσή δεκαετία, τόσο θα βλέπουμε ταινίες σαν το «Ροκ εν πλω» του 2009, με τους Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν και Έμα Τόμσον που αφηγείται την ιστορία ενός πειρατικού ραδιοφωνικού σταθμού – πειρατικού στη κυριολεξία, μιας και εξέπεμπε από ένα πλοίο αραγμένο στη μέση του ωκεανού. Κι όμως, στο κατάστρωμα υπήρχε χώρος για ένα campervan. Με τέτοιο επίσης ταξιδεύουν οι ήρωες του αριστουργηματικού – και πλημμυρισμένου από τη μουσική των Beatles – μιούζικαλ της Τζούλι Τέιμουρ «Across the universe».

Τελευταία, το «χαρήκαμε» στο «Επιχείρηση: Argo» - είναι το μέσο με το οποίο δραπετεύουν οι έξι υπάλληλοι της Αμερικανικής Πρεσβείας στη Τεχεράνη, προφασιζόμενοι πως γυρίζουν… ταινία. Αν ενδιαφέρεστε πάντως, η ταινία που οφείλετε να αναζητήσετε είναι το «The bus» του 2011, ένα ντοκιμαντέρ για τις ένδοξες μέρες του campervan αλλά και των ‘60s. Τότε που οι ανέμελοι εκδρομείς γύριζαν τον κόσμο με δαύτα, αφοσιωμένοι στην ιδέα της αδελφότητας αλλά και της ελευθερίας.

Στο μεταξύ, το VW campervan μας άφησε χρόνους.
Για την αδελφότητα και την ελευθερία, οι υποθέσεις εκκρεμούν.

Τετάρτη 15 Μαΐου 2013

Ένα "ταινιόραμα" διαφορετικό από τ' άλλα.

Κάποτε οι κινηματογραφόφιλοι περίμεναν πως και πως το καλοκαίρι. Πρώτον, επειδή είχαν την ευκαιρία να δουν όσες ταινίες δεν πρόλαβαν τη χειμερινή σεζόν, και δεύτερον, επειδή μπορούσαν να παρακολουθήσουν σπουδαία αριστουργήματα της φιλμικής ιστορίας, Το πρώτο το χάσαμε με την επέκταση του κυκλώματος διανομής και τις καλοκαιρινές πρεμιέρες. Το δεύτερο επίσης: οι παλιές κόπιες που τριγυρνούσαν τις αίθουσες εξαφανίστηκαν και οι επανεκδόσεις των τελευταίων ετών σπανίως είναι… τολμηρές. 

Πάντως κάτι δεν έχει αλλάξει: οι σινεφίλ του σήμερα εξακολουθούν να μαθαίνουν σινεμά από την οικογένεια Στεργιάκη. Όπως συνέβη και με μένα, τότε που ανήλικος ξημεροβραδιαζόμουν στα ταινιοράματα του Αλφαβίλ (θυμάμαι ακόμα εκείνη την τρομερή αφίσα με τη μορφή που δάγκωνε δαιμονισμένα το σελιλόιντ – μου λείπει η αίθουσα πολύ). Και είναι ευτύχημα που η παράδοση αυτή συνεχίζεται – και μάλιστα φέτος επιστρέφει θριαμβευτικά σε ένα καθόλα επικό δίμηνο που καλύπτει όλες τις τάσεις του κινηματογράφου (και όλες τις… ηπείρους) ενώ ανάμεσα στις προβολές θα ανακαλύψετε και κάποιες ταινίες – διαμάντια που προβάλλονται σπάνια. 

Αν μπορούσα, θα ήμουν κάθε μέρα στο Άστυ. Αν μπορείτε, να το κάνετε. 

Ειδικά φέτος: το Ταινιόραμα του 2013 στήθηκε με ιδιαίτερη αγάπη και φροντίδα, καθότι αφιερωμένο στο δημιουργό του, τον Αντώνη Στεργιάκη, που μας "άφησε" στις 24 Νοεμβρίου 2012, σε ηλικία 75 ετών. 147 ταινίες που έχει αγαπήσει το κοινό διαχρονικά σε 7 εβδομάδες ή 49 ημέρες, εντάσσονται σε 49 χορταστικές ενότητες για όλες τις προτιμήσεις, τις απολαύσεις και τις ορέξεις αυτών που αγαπούν τον κινηματογράφο. Όπως πάντα, τρεις ταινίες θα προβάλλονται καθημερινά με το ενιαίο εισιτήριο των 6 ευρώ, ενώ περιορισμένος αριθμών καρτών διαρκείας αξίας -μόλις- 30 ευρώ προπωλείται στο ταμείο του κινηματογράφου Άστυ. 


Με μια πρώτη ματιά, ανάμεσα στα 147 ξεχωριστά αριστουργήματα βρίσκουμε τις σπάνιες ταινίες Χαμένος Ορίζοντας και Συνέβη μια Νύχτα του Φρανκ Κάπρα, Κάτω από τον Αστερισμό του Σκορπιού των αδελφών Ταβιάνι, Διεστραμμένα Νιάτα του Ναγκίσα Οσίμα, Μια Ερωτική Ιστορία του Ρόι Άντερσον, Φριτς ο Πονηρόγατος του Ραλφ Μπάκσι κ.ά. Από την άλλη μεριά, υπάρχουν ειδικές θεματικές βραδιές με τρεις ταινίες τους κάθε φορά, για τους Άλφρεντ Χίτσκοκ, Πέδρο Αλμοδόβαρ, Λαρς φον Τρίερ, Όντρει Χέμπορν, Φρανκ Κάπρα, Όρσον Γουελς, Λουίς Μπουνιουέλ, Πάολο και Βιτόριο Ταβιάνι, Μέριλιν Μονρόε, Ατόμ Εγκογιάν, Νουρί Μπιλγκέ Τσειλάν, Τσαν Γουκ Παρκ, Κουέντιν Ταραντίνο, Ναγκίσα Οσίμα, Λουκίνο Βισκόντι, Ζαν-Πιερ και Λυκ Νταρντέν, Τόμας Βίντερμπεργκ, Ντέιβιντ Λιντς, Κιμ Κι Ντουκ, Ρόι Άντερσον, Μάικ Λι, Έιμοζ Κόλεκ μέχρι τον... Νίκο Ζερβό

Α, και αν κάποιοι από εσάς βρίσκουν ενοχλητικές τις γραμμές της emulsion και τα κοψίματα που συναντά κανείς σε κόπιες ταινιών της δεκαετίας του 50 για παράδειγμα, προτείνω να αναθεωρήσετε την αγάπη σας για το σινεμά. Μιλάω πολύ σοβαρά. 

Το «Ταινιόραμα 2013» θα διεξάγεται στο σινεμά Άστυ, από τις 16 Μαΐου έως τις 3 Ιουλίου.

Πέμπτη 28 Ιουνίου 2012

Η αθάνατη Καζαμπλάνκα


Αναρωτιέμαι πόσοι κινηματογραφόφιλοι εκεί έξω προσπάθησαν να μιμηθούν τον τρόπο με τον οποίο ο Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ άναβε το τσιγάρο του στη Καζαμπλάνκα, πόσοι εξ αυτών προσέθεσαν μια… καμπαρντίνα στη ντουλάπα τους, και πόσες φορές θαύμασαν τον «Μπόγκι» να αποχαιρετά την Ίνγκριντ Μπέργκμαν στο υπέροχο φινάλε. Σε εικόνες σαν κι αυτές, το έχουμε πει, το βλέμμα σου μπορεί και αντανακλάται τέλεια, ταυτόχρονα όμως υπάρχει και ο θαυμασμός ενός ειδώλου που σε ξεπερνά – υπήρχε βλέπετε μια εποχή πού τα αστέρια της μεγάλης οθόνης έμοιαζαν να έρχονται από ένα άλλο, μαγικό σύμπαν. Η δε περιπέτεια της Καζαμπλάνκα ξεκίνησε περίπου πριν από 70 χρόνια, στα πλατό της Warner.

Αν και η περιπέτεια της Αμερικής είχε ξεκινήσει… μια μέρα πριν, με την επίθεση στο Περλ Χάρμπορ, στις 7 Δεκεμβρίου 1941, όταν δηλαδή η Αμερική πήρε (επιτέλους) θέση και επενέβη στον πόλεμο που αιματοκύλισε την Ευρώπη καθώς η ναζιστική ιδεολογία άπλωνε τον καρκίνο της. Ήταν την αμέσως επόμενη μέρα, στις 8 Δεκεμβρίου του 1941, που ο νέος ανεξάρτητος παραγωγός Χολ Μπ. Γουίλις αγόρασε τα δικαιώματα για το θεατρικό έργο «Όλοι έρχονται στου Ρικ» - ένα θεατρικό έργο που ακόμη δεν είχε παρουσιαστεί στο σανίδι, αλλά μοιάζει να είχε γραφτεί με σκοπό την αφύπνιση της αμερικανικής κοινής γνώμης απέναντι στο Ναζιστικό κίνδυνο (κάτι που ουσιαστικά ξεκινά με τον «Μεγάλο Δικτάτορα» του μεγάλου ανθρωπιστή Τσαρλς Τσάπλιν). Το θεατρικό αυτό έργο λοιπόν, είχε τα πάντα: αγάπη, θάνατο, πατριωτισμό, εξαγορά, αντίσταση. Και, μεταξύ μας, μπορεί και να υπάρχουν καλύτερες ταινίες από τη Καζαμπλάνκα, αλλά καμία άλλη ταινία δεν αποτυπώνει καλύτερα αυτό το μυθολογικό όραμα της Αμερικής για τον ίδιο της τον εαυτό – μια χώρα δηλαδή, ακέραιη, ικανή για αυτοθυσία, δίχως να θυσιάζει τον ατομικισμό μέσω του οποίου κατέκτησε μια ολάκερη ήπειρο, ούτε όμως διστακτική όταν οι περιστάσεις απαιτούν ηρωισμό. Επίσης, καμία άλλη ταινία δεν αντανακλά τόσο την κοινωνική της – παγκόσμια! – συγκυρία, όπως αυτή. Σκεφτείτε πως οι περισσότεροι εκ των ηθοποιών της ήταν… πρόσφυγες από τη ναζιστοκρατούμενη Ευρώπη.

Ο ίδιος ο ήρωας, ο Ρικ Μπλέιν μοιάζει να κουβαλά πάνω του την ιδιοσυγκρασία ολάκερου του αμερικάνικου κοινού αλλά και της σταδιακής μεταστροφής του: στην αρχή είναι καθαρά αρνητικός («Δε ρισκάρω τη ζωή μου για κανέναν») αλλά στη συνέχεια πείθεται για το δίκαιο του αντι-ναζιστικού αγώνα, χάριν του οποίου εγκαταλείπει την μοναδική γυναίκα που αγάπησε καθώς συνειδητοποιεί πως οι περιστάσεις πλέον ξεπερνούν τον ίδιο: μη γελιέστε, η απόφαση του να μείνει στο αεροδρόμιο είναι μια καθαρά πολιτική απόφαση. Συγκυριακά, λίγο μετά τη πρώτη προβολή της ταινίας – δηλαδή το 1943 – οι Φράνκλιν Ρούσβελτ, Σαρλ Ντε Γκολ και Γουίντσον Τσόρτσιλ συναντήθηκαν στη… Καζαμπλάνκα (με μεγάλο απών τον Στάλιν, που τότε όμως είχε το νου του στη κρίσιμη μάχη του Στάλινγκραντ) όπου και αποφασίστηκε πως αγώνας των Συμμάχων θα συνεχιζόταν μέχρι το "bitter end" (πικρό τέλος), δηλαδή μέχρις ότου η Ναζιστική Γερμανία οδηγηθεί στην άνευ όρων παράδοση. Το ίδιο θα ίσχυε τόσο για την Ιταλία όσο και για την Ιαπωνία. Η διάσκεψη αυτή ήταν η τελευταία στην οποία ο Τσώρτσιλ θα μπορούσε να υπαγορεύσει τους στόχους της συμμαχικής προσπάθειας, μιας και ύστερα από τη διάσκεψη αυτή, οι Αμερικάνοι συνειδητοποίησαν πως αυτοί ήταν ο κύριος παράγοντας της Συμμαχίας και έτσι άρχισαν να ενεργούν ανάλογα. Αμφίβολο πάντως αν, κατά τη διάρκεια της, ακούστηκε το “As time goes by”…

…Για το οποίο ποτέ δεν ακούστηκε η φράση «Play it again, Sam» όπως έχει κατά καιρούς γραφτεί (και είναι ένας καλός δείκτης για να ξεχωρίζετε τους αφοσιωμένους σινεφίλ, από τους «απατεώνες»). Σε ποιόν λοιπόν χρεώνεται αυτή η παρεξήγηση; Μα, στον Γούντι Άλεν και το θεατρικό του έργο «Play it again Sam» πάνω στο οποίο βασίστηκε και η ομώνυμη κινηματογραφική ταινία με τον ίδιο, σε σκηνοθεσία Χέρμπερτ Ρος, όπου ένας άνδρας που προσπαθεί να συνέλθει από το διαζύγιο του, έχει ως πρότυπο τον Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ αν και ο ίδιος είναι δειλός, αδύναμος, εξαιρετικά ντροπαλός με τις γυναίκες και δεν αντέχει ούτε γουλιά αλκοόλ. Η ταινία προβλήθηκε στην Ελλάδα με τον επιεικώς απαράδεκτο τίτλο «Ωραίος και σέξι» και «έσκισε» εισπρακτικά, κι εδώ, όπως παντού.

Σε μια άλλη κωμωδία, ίσως στη μοναδική του Τζον Κασσαβέτη, το υπέροχο «Μίνι και Μόσκοβιτς», οι ήρωες (Τζίνα Ρόουλαντς και Σέιμουρ Κασέλ) λατρεύουν την Καζαμπλάνκα αλλά όταν συναντιούνται για να τη δουν μαζί, ο ρομαντισμός της ταινίας που βλέπουν δεν πιάνει «μία» μπροστά στη σχέση τους. Ο Κασσαβέτης είναι ξεκάθαρος: η ζωή έρχεται πρώτα, το σινεμά ακολουθεί – κάτι που μάλλον δεν πρεσβεύει ο Ζαν – Πολ Μπελμοντό στο θρυλικό «Με κομμένη την ανάσα» καθώς μπορεί να στέκεται μπροστά από μια φωτογραφία του Μπόγκι, το κενό της δικής του ζωής όμως μπροστά στη μαγική εικόνα του σινεμά είναι προφανές. Ενώ στο «Όταν ο Χάρι Γνώρισε τη Σάλι» που έγραψε η Νόρα Έφρον που χάθηκε πρόσφατα από λευχαιμία), οι ήρωες έχουν μια υπέροχη κουβέντα για το φιλμ, με τη Σάλι (Μεγκ Ράιαν) να καταλήγει πως «δεν θα ήθελε με τίποτα να περάσει την υπόλοιπη ζωή της στη Καζαμπλάνκα, παντρεμένη με τον ιδιοκτήτη ενός μπαρ»! Και στις δυο ταινίες επίσης οι ήρωες παίζουν ένα διαρκές «κρυφτούλι» μέχρι να παραδεχτούν τον έρωτα τους.

Σε όλες τις περιπτώσεις πάντως, και αυτό είναι το πιο ενδιαφέρον, ο Μπόγκαρτ αντιπροσωπεύει ένα σινεμά των ονείρων μέσω του οποίου ο καθένας θέλει να δραπετεύσει, αλλά η πραγματικότητα η ίδια επιφέρει πολλές… σατιρικές παραλλαγές στην ίδια εικόνα. Που παραμένει ζωντανή και πανίσχυρη κάθε φορά που προβάλλεται στη μεγάλη, ή τη μικρή οθόνη.

Αυτά, λέει, σας άρεσαν:

Ετικέτες