Τρίτη 11 Ιουνίου 2013

Aνακεφαλαίωση



 1) Η κυβερνηση εκλεισε την ΕΡΤ με συνοπτικες διαδικασίες και δίχως καν να θέσει ψήφισμα στη Βουλή αν και, υποθετικά, το ποσοστό της δεν είναι αρκετό για να δικαιολογεί τέτοια αντίδραση. Κοινως, αντισυνταγματικά. 


 2) Πολλοί χάρηκαν με αυτό. Ο λογος; Οι τύποι στην ΕΡΤ (θεωρητικά - το λέει και ο Τράγκας) έβγαζαν περισσότερα από τους ίδιους. Άλλος λόγος δεν υπάρχει. 

 3) Είναι πολυ πιθανον ολο αυτό να είναι ένα κόλπο για να ξαναπάμε σε εκλογές και ο Αντωνάκης να τζογάρει για ένα καλό ποσοστό. Λέω "πολυ πιθανον" γιατι το ακουω απο σοβαρότατους αναλυτές. Γιατι εγω ο ίδιος δεν το αντιλαμβάνομαι. Πόσα τριπάκια πρέπει να κατεβάσει κανείς για να πιστεψει σε ανοδο του ποσοστού της ΝΔ; Μονο τους ναζί βλέπω να ανεβαίνουν - αντε ίσως και το ΣΥΡΙΖΑ λογω κατακραυγής. 

 4) Ο φορος παραμένει. Απο κει που πληρωναμε "τελη για ΕΡΤ" τωρα θα πληρωνουμε "τέλη για το τέλος της ΕΡΤ" (αυτο για τους 2-3 ελαφρόμυαλους που πίστεψαν πως θα τους ερχεται μικρότερος ο λογαριασμός της ΔΕΗ). 

 5) Το πολύτιμο αρχείο της ΕΡΤ παει περίπατο. Εδώ το αθλητικο της αρχείο ειχε πουληθει κατά 50% σε ιδιοκτήτη ιδιοτικού σταθμού πριν λίγο καιρό. Ο ίδιος ενδιαφέρεται και για όλο το αρχείο που μέχει πριν λιγες ωρες υπηρχε διαδικτυακά και είχε πληρωθεί από εμας τους ίδιους. 

 6) Ο διχασμός είναι στο αίμα μας. Το εχασα κι εγω, συνηθως ειμαι πιο ψύχραιμος απεναντι στην (καθαρη) κακία των άλλων. Αυτοί όμως που δεν αντιλαμβάνονται τα παραπανω και το μονο που κάνουν ειναι να χαμογελούν χαιρέκακα, ας συνειδητοποιήσουν πως οι μονοι υποστηρικτές τους είναι η ΧΑ. Οι τελευταίοι σαφως και εχουν τους λόγους τους. 

 7) Μεγαλωσα με αναλυσεις του Μπακο και ταινιες που κανενα ιδιωτικο κανάλι δε θα επαιζε ποτέ (και μεχρι το τελος της ΕΡΤ, τετοιες ταινιες προγραμματιζε - περιμέντε εσεις να δειτε το Βασιλιά και τους Απόντες στο Star), κατι υπεροχα παιδικα σηριαλ, συνεντευξεις και παρουσιασεις του Παρασκηνιου και του Μονογράμματος, μηκρομηκάδικα αριστουργηματα που γεμιζαν τα κενα των προγραμματων. Επίσης δούλεψα για λίγο καιρο στην ΕΡΤ σκηνοθετόντας, μοντάροντας και παρουσιάζοντας making off ελληνικών ταινιών - πρότεινα και ταινιες προς αγορα. Τα λεφτά δεν αντιστοιχούσαν στον όγκο δουλειάς, που κι αυτή κράτησε λίγο. Προλαβα όμως να γνωρίσω ένα μέρος γεμάτο θησαυρούς. Και ανθρωπους επαγγελματίες που πίστευαν αυτό που εκαναν. Και αλλους που οκ, δε θα επρεπε να εργαζονται καν, οπως σε καθε οργανισμο. Το που αυτοί οι θησαυροι όμως θα καταλήξουν, είναι ένα ζήτημα που δεν απασχολεί κανέναν εξυπνάκια. 

Κρίμα.

Τρίτη 4 Ιουνίου 2013

Για τον Roger Ebert


Συνάντησα τον Roger Ebert στο πρώτο μου ταξίδι στο Φεστιβάλ Καννών το 2010. Ήταν ήδη καταβεβλημένος από την ασθένεια που του είχε στερήσει την ομιλία – κρατώντας στο αριστερό του χέρι τον φορητό υπολογιστή του, μέσω του οποίου επικοινωνούσε, με όλους, για τα πάντα. Τον πέτυχα στην είσοδο του Palais Du Cinema, μετά την προβολή του "Film: Socialisme" του Ζαν Λικ Γκοντάρ. Ήθελε, όπως κι εγώ, να παρακολουθήσει τη συνέντευξη τύπου του σκηνοθέτη – δεν γνωρίζαμε όμως πως την είχε ακυρώσει την προηγούμενη μέρα. Συστήθηκα κάπως μουδιασμένα και αφού χαιρετηθήκαμε προσπάθησα να του πω (με μισόλογα) πως εκτός από τα κείμενα του, η ίδια του η ζωή αποτέλεσε για μένα μια πηγή έμπνευσης. Έβγαλε γρήγορα τον υπολογιστή του και σε δευτερόλεπτα οι λέξεις «I am deeply honored» ξεπετάχτηκαν από το μικρό ηχείο. Ο ίδιος χαμογελούσε με τα μάτια. Την επομένη έμαθα πως κάποιος του έκλεψε το laptop. Παρ’ όλα αυτά, ταινία δεν έχασε και οι ανταποκρίσεις του ανέβαιναν καθημερινά στην ιστοσελίδα της Chicago Sun-Times.

Ο θάνατος του Roger Ebert συντάραξε τις Ηνωμένες Πολιτείες σε τέτοιο βαθμό, που ακόμα και ο Μπάρακ Ομπάμα εξέφρασε δημοσίως τα συλλυπητήρια του με την εξής δήλωση: «Για μια γενιά Αμερικανών, ο Ebert ήταν το Σινεμά. Όταν δεν αγαπούσε μια ταινία, ήταν ειλικρινής, όταν όμως την αγαπούσε, ήταν διαχυτικός – αποτυπώνοντας τη δύναμη του κινηματογράφου να μας ταξιδεύει σε τόπους μαγικούς». Όχι ακριβώς τα λόγια που θα περίμενες να ακουστούν για έναν… κριτικό κινηματογράφου. Τι ακριβώς όμως σημαίνει «κριτικός κινηματογράφου»; Ακούγεται σαν αφορμή για θεωρητική κουβεντούλα, αλλά για τους περισσότερους, φαντάζομαι, η απάντηση είναι μάλλον απλή: Κριτικός είναι αυτός που βλέπει ταινίες, και προσπαθεί να σε πείσει πως η άποψη του γι αυτές είναι η σωστή – ή τουλάχιστον, αυτό πιστεύουν οι περισσότεροι εξ ημών. Βλέπετε, ο όρος, ή αν προτιμάτε, το «επάγγελμα», έχει φθαρεί σχεδόν ανεπανόρθωτα. Το πρώτο χτύπημα, το εισέπραξε από την επέλαση των lifestyle εντύπων, τότε που ο κάθε αρθογράφος είχε άποψη για τα πάντα, κι ας κουβαλούσε μηδενικό ποσοστό γνώσεων – το βάρος της «προσωπικότητας» του ήταν αρκετό (και δεν είναι λίγοι οι κριτικοί που «ξεβράστηκαν» από αυτό το ρεύμα, παγκοσμίως). Το δεύτερο, σχεδόν το τελειωτικό, ήρθε από το διαδίκτυο, που «τερμάτισε» αυτή την τάση: άπειρα τα blogs περί κινηματογράφου εκεί έξω, που μοιράζουν απαίδευτες απόψεις, γέλιο και, ενίοτε, θλίψη. Η εγκυρότητα του κλάδου είναι, λοιπόν, τραυματισμένη καιρό τώρα. Περισσότερο όμως τώρα, με τον θάνατο του Roger Ebert.

Γεννημένος το 1942 στο Ίλινοϊ των Ηνωμένων Πολιτειών, από φτωχούς γονείς (και με παππούδες γερμανούς μετανάστες), ο Ebert ξεκίνησε να αρθρογραφεί για την Έβδομη Τέχνη από το γυμνάσιο, με μια σειρά κειμένων που αφορούσαν κυρίως την επιστημονική φαντασία  (είδος που αγαπούσε ιδιαίτερα) ενώ μέχρι το τέλος των σπουδών του είχε «προαχθεί» σε αρχισυντάκτη της σχολικής εφημερίδας. «Τίποτα δε με βοήθησε περισσότερο στο να καταλάβω τη δομή ενός κινηματογραφικού είδους, από τις παρωδίες του περιοδικού “MAD”» θα δηλώσει αργότερα. «Χάρη σ’ αυτές συνειδητοποίησα πως κάτω από την επιφάνεια πολλών ταινιών που διαφημιζόντουσαν ως “μοντέρνες” ή “ανανεωτικές” συναντούσες τις ίδιες πολυκαιρισμένες ιδέες. Κάποιοι το ανακάλυψαν βλέποντας διαρκώς ταινίες – εγώ το ανακάλυψα διαβάζοντας “MAD”». Φυσικά λίγοι αμερικάνοι κριτικοί υπήρξαν περισσότερο διαβασμένοι ή κινηματογραφικώς ενημερωμένοι από τον Ebert,  το γεγονός όμως πως ο ίδιος επέλεγε να αναφέρει το υστερικό (και άκρως αναρχικό) comic ως την προσωπική του αφετηρία λέει πολλά και για το «πνεύμα» των κειμένων του.

Εδώ πρέπει να τονιστεί πως η κριτική δράση του Roger Ebert συνέπεσε με μια αλλαγή πλεύσης για τον Αμερικανικό κινηματογράφο. Το έτος 1967 (έτος που ο Ebert  ξεκίνησε να αρθρογραφεί στην εφημερίδα Chicago Sun-Times στην οποία και παρέμεινε μέχρι το θάνατο του) τα Αμερικανικά κινηματογραφικά στούντιο βρίσκονται κυριολεκτικά σε απόγνωση. Πολυδάπανες παραγωγές (μιούζικαλ και ιστορικά έπη κυρίως) συναντούν τη πλήρη αδιαφορία του κοινού. Παράλληλα, φτηνές ανεξάρτητες παραγωγές «θερίζουν» τα ταμεία των συνοικιακών αιθουσών και των drive-ins ενώ μια νέα γενιά κινηματογραφόφιλων ανακαλύπτει τον Γκοντάρ, τον Μπέργκμαν, τον Φελίνι και τον Ρενέ. Οι διευθυντές της Warner, της MGM και της Columbia το παραδέχονται πλέον ανοιχτά: «Δεν ξέρουμε πια τι αρέσει στον κόσμο». Ό,τι χειρότερο, δηλαδή, για τη βιομηχανία του θεάματος. Όπως λοιπόν αλλάζει το σινεμά, έτσι αρχίζει να αλλάζει και η κριτική του. Και ο Roger Ebert  πρωτοστάτησε σ’ αυτό το ρεύμα που στόχο είχε την εκ βάθρων ανανέωση της κινηματογραφικής παιδείας, τόσο του κοινού, όσο και των ίδιων των κινηματογραφιστών.

Η εισαγωγή της κριτικής του Roger Ebert  για τον «Ξέγνοιαστο Καβαλάρη», δημοσιευμένη το 1969 αρκεί για να μιλήσει για όλα τα παραπάνω.

«Ακούγεται πως ο Χένρι Φόντα βγήκε από τη προβολή του “Ξέγνοιαστου Καβαλάρη” αμήχανος και συγχυσμένος. Δούλευε για τον κινηματογράφο 35 περίπου χρόνια στη διάρκεια των οποίων είχε πρωταγωνιστήσει σε μερικά σπουδαία φιλμ και τώρα ο γιός του, ο Πίτερ, γινόταν εκατομμυριούχος με μια ταινία που ο Χένρι δεν μπορούσε ούτε να την καταλάβει. Από πού ήρθαν αυτοί οι δυο τύποι, ήθελε να ξέρει. Ποιο ήταν το παρελθόν τους; Πως μπόρεσαν να στήσουν αυτή την επιχείρηση εμπορίας ναρκωτικών; Που πήγαιναν; Και τι στο καλό ήθελε να πει αυτή η ταινία;
Υποψιάζομαι πως πολλά μέλη της παλιάς φρουράς του Χόλιγουντ πιστεύουν στ’ αλήθεια πως ο “Ξέγνοιαστος Καβαλάρης” δεν έχει σενάριο, δεν έχει τίποτα απολύτως να πει και πως, τελευταία, οι πιτσιρικάδες κάνουν ό,τι τους κατέβει. Αλλά στη πραγματικότητα, η τακτική του σκηνοθέτη Ντένις Χόπερ είναι παλιά και αξιοσέβαστη. Μας έχει διηγηθεί την ιστορία του σε κινηματογραφική στενογραφία, αντί να μας συλλαβίσει μία – μία την κάθε θλιβερή λεπτομέρεια. Πενήντα χρόνια πριν, το Χόλιγουντ αντιλήφθηκε πως αν φορούσες λευκά καπέλα στους “καλούς” των γουέστερν μπορούσες να γλυτώσεις δέκα λεπτά επεξήγησης για κάθε χαρακτήρα. Ο Χόπερ εφάρμοσε αυτή την τακτική στις ταινίες με μοτοσυκλέτες. (Επίσης γύρισε ένα σπουδαίο φιλμ, αλλά περισσότερα επ’ αυτού σε λίγο). 
Όλοι γνωρίζουμε πως ο “Ξέγνοιαστος Καβαλάρης” είναι εξαιρετικά δημοφιλής στους μαθητές του γυμνασίου και στα κολεγιόπαιδα. Αλλά αυτά τα παιδιά δεν υπήρχαν πριν – φύτρωσαν μια μέρα, δίχως να έχουν ιδέα από κινηματογράφο, και επέλεξαν να δουν αυτή τη συγκεκριμένη ταινία. Έτσι αντιλαμβάνεται το Χόλιγουντ τη πραγματικότητα. Το Χόλιγουντ πιστεύει στη μαγεία. Η αλήθεια όμως είναι πως οι ίδιοι πιτσιρικάδες που γύρισαν τον  “Ξέγνοιαστο Καβαλάρη” είδαν στα πρώτα τους ραντεβού το “Wild Angels” και όλες αυτές τις b-movies με μοτοσυκλέτες που το Χόλιγουντ σνόμπαρε ως φτηνιάρικες μόδες. Οι πιτσιρικάδες όμως ήξεραν πως κάτι παραπάνω υπήρχε εκεί. Γιατί το μέλος των Hells Angels, όπως και ο γκάνγκστερ, ήταν ένας “κακός” γέννημα – θρέμμα του συστήματος με το οποίο ήταν άρρηκτα δεμένος με μια σχέση αγάπης και μίσους, που έδινε με τη σειρά της έμπνευση για μερικές σένιες σκηνές σεξ και βίας.
Και ήταν αναπόφευκτο, μια μέρα, να δούμε ένα σπουδαίο φιλμ που θα χρησιμοποιούσε αυτά τα στοιχεία, όπως ακριβώς τα γουέστερν μετεξελίχτηκαν σε μια σπουδαία αμερικάνικη μορφή τέχνης. Ο “Ξέγνοιαστος Καβαλάρης” είναι αυτό το φιλμ».

Η κριτική κινηματογράφου αρχίζει, ακριβώς λόγω του Ebert, να γίνεται ολοένα και πιο δημοφιλής. Ο ίδιος γράφει για τις ταινίες ξεπερνώντας τες: Τα κείμενα του αφορούν πραγματικά την ίδια τη ζωή, και για εκείνα τα μικρά μυστήρια που η ψευδαίσθηση των ταινιών προσπαθεί να επιλύσει. Δεν σπαταλά ούτε μια λέξη: Γράφει με μια οικονομική ευστροφία, αυτή που χαρακτηρίζει τους παλαίμαχους εφημεριδάδες, ενώ τα σχόλια του σχεδόν πάντα υπερβαίνουν τις ταινίες τις οποίες αφορούν – ακόμα και τις καλές. Είναι χιουμοριστικά, αιχμηρά, επικριτικά, αλλά ποτέ κακόβουλα, και πάντα μέσα από μια ανθρωπιστική οπτική, με ύφος ήρεμο αλλά και άμεσο. Και όλα αυτά ενώ, ταυτόχρονα εμπιστεύεται τους αναγνώστες του – κοινώς, απευθύνεται πάντα στον «ιδανικό» αναγνώστη, τον αναγνώστη που ο καθένας μας θα ήθελε να είναι. Οι εφημερίδες αφιερώνουν, σταδιακά, ολοένα και περισσότερο χώρο γι’ αυτήν, και το στυλ του Ebert αλλάζει από κείμενο σε κείμενο, πολλές φορές με κριτικές υπό μορφή ποιημάτων και ανοιχτών επιστολών.

Τα ονόματα των Μάρτιν Σκορσέζε, Φράνσις Φορντ Κόπολα, Μπράιαν Ντε Πάλμα, Στίβεν Σπίλμπεργκ και πολλών άλλων εμφανίζονται για πρώτη φορά στις σελίδες του – ακόμη κι όταν τα ίδια τα κινηματογραφικά στούντιο δε δίνουν ιδιαίτερη σημασία στα νέα αυτά ταλέντα, τα οποία όμως ο Ebert  υπερασπίζεται με σθένος. Και, το 1975, γίνεται ο πρώτος κριτικός κινηματογράφου που κερδίζει το βραβείο Πούλιτζερ – είναι η επόμενη του κίνηση όμως που θα του χαρίσει τη διασημότητα καθώς, την ίδια χρονιά, βάζει μπροστά ένα τηλεοπτικό πρόγραμμα κριτικής (κάτι ανήκουστο στα μέχρι τότε τηλεοπτικά χρονικά).

Ανάμεσα λοιπόν στις σαπουνόπερες και τις αστυνομικές σειρές της εποχής, παρεμβάλλεται το ωριαίο «At the movies», όπου μαζί με τον κριτικό Τζιν Σίσκελ (ψηλός και αδύνατος, εν αντιθέσει με τον ευτραφή Ρότζερ – κοινώς, ένα δίδυμο με σουλούπι εξόχως κινηματογραφικό) παρουσίαζαν τις ταινίες της εβδομάδας και, συχνά, διαφωνούσαν στους πιο έντονους τόνους, πολλές φορές ακόμη κι όταν η ταινία υπό κρίση άρεσε και στους δυο!  Εντελώς αναπάντεχα η εκπομπή έχει μεγάλο σουξέ. Τόσο μάλιστα που, οι εκφράσεις των παρουσιαστών της μπαίνουν στο στόμα όλων. Η κριτική κινηματογράφου γίνεται mainstream. Και οι εταιρίες παραγωγής δείχνουν να αγωνιούν για την έκβαση κάθε εκπομπής καθώς πλέον η επιτυχία μιας ταινίας στις ΗΠΑ δείχνει να ορίζεται από της θετικές ή αρνητικές γνώμες του Ebert και του Τζιν Σίσκελ. «Καμιά σπουδαία ταινία δεν είναι αρκετά μεγάλη σε διάρκεια, και καμιά κακή ταινία δεν είναι αρκετά μικρή» ακούγεται κάποια στιγμή να λέει στον αέρα. Μια ατάκα που γίνεται «σλόγκαν».

Ο Roger Ebert αγαπούσε με πάθος τον κινηματογράφο και συχνά υπερασπιζόταν ταινίες που θεωρούσε πως το κοινό έπρεπε να δει, ακόμη κι αν ανήκαν στη «δύσκολη» κατηγορία των «σινεφιλικών» ταινιών που οι αμερικάνοι δεν εκτιμούσαν ιδιαίτερα. Μπορούσε να αποθεώσει μια ταινία του Φασμπίντερ, του Μπέργκμαν ή του Γκοντάρ, εκτιμώντας πως είχαν κάτι παραπάνω να προσφέρουν ακόμη και στο μέσο θεατή, στον οποίο ποτέ δεν έπαψε να απευθύνεται. Ακόμη και ο Roger Ebert όμως είχε τα όρια του. Το 1997, λίγο καιρό μετά τη βράβευση της στο Φεστιβάλ Καννών με το Μεγάλο Βραβείο της Κριτικής, δημοσιεύει μια κριτική της ταινίας «Το Βλέμμα του Οδυσσέα». Και δεν της χαρίζεται:

«Επειδή αυτό το ευγενές έπος τοποθετείται στα συντρίμμια της Ρωσικής αυτοκρατορίας και της Γιουγκοσλαβίας, υπάρχει πάντα ο πειρασμός του να δώσεις “άφεση” στο “Βλέμμα του Οδυσσέα”. Να εκθειάσεις το κουράγιο του, τις εικόνες του και τη μεγάλη του διάρκεια. Θα μπορούσα όμως να σας κοιτάξω κατάματα και να αρνηθώ πως είναι απερίγραπτα βαρετό; Ένας σκηνοθέτης πρέπει να είναι πολύ βέβαιος για το μεγαλείο του για να υποβάλει το κοινό σε μια τέτοια δοκιμασία, και ο Θόδωρος Αγγελόπουλος ήταν τόσο βέβαιος που έδειξε αμέσως τη δυσαρέσκεια του στις Κάννες όταν κέρδισε το δεύτερο βραβείο. (…) Στο “Βλέμμα του Οδυσσέα” σου δίνεται η εντύπωση ενός σκηνοθέτη τόσο εντυπωσιασμένου με τη σοβαρότητα του θέματος του, που θέλει να αποκλείσει οποιονδήποτε θεατή αναζητά χιούμορ, ενδιαφέρον, χάρη ή την οποιαδήποτε ανάμιξη. Δύσκολα θα μπορούσε κανείς να φανταστεί κάποιον άλλο να μιλάει σε ένα δείπνο όπου ο ίδιος παρευρίσκεται. Είναι γεγονός πως μια ταινία δεν υπάρχει αν, ανάμεσα στον προβολέα και την οθόνη δεν υπάρχει κοινό. Ένας σκηνοθέτης, έχοντας επιλέξει να εργαστεί σε ένα μέσο μαζικής αποδοχής, έχει μια υποχρέωση απέναντι σ’ αυτό το κοινό. Δεν απαιτώ να το κάνει να γελάσει, ή να κλάψει, ούτε καν να το ψυχαγωγήσει, αλλά τουλάχιστον ας μην προσβάλει την όποια καλή του θέληση δίνοντας του τόσα λίγα για να ανταμείψει την υπομονή του. Πόση έπαρση και αλαζονεία αποκαλύπτει αυτή η ταινία.».
(Πληροφοριακά, οι έλληνες κινηματογραφιστές που κέρδισαν τον Ebert ήταν ο Λάνθιμος, ο Μιχάλης Κακογιάννης και ο Κώστας Μανουσάκης (για τον «Φόβο» του).

Τα τελευταία δέκα χρόνια της ζωής του, ο Roger Ebert χτυπήθηκε από τον καρκίνο και έχασε τη φωνή του μετά από μια σειρά επεμβάσεων. Η τηλεοπτική εκπομπή δεν μπορούσε πια να συνεχιστεί (ο Σίσκελ είχε “φύγει” δέκα χρόνια πριν, από την ίδια ασθένεια) και, σύντομα, «κόπηκε». Ο ίδιος όμως δεν αποσύρθηκε ποτέ από την ενεργό δράση. «Το internet μου δίνει φωνή, είμαι ενεργός, σα να μην έχω καρκίνο» έγραφε στο Tweeter όπου είχε περίπου 800 χιλιάδες “followers”. Μόλις δυο μέρες πριν το θάνατο του ανακοίνωσε πως θα έγραφε «μονάχα για τις ταινίες που μου αρέσουν» καθώς ο καρκίνος είχε επιστρέψει, ανακοίνωσε όμως ταυτόχρονα πως θα διοργάνωνε για 15η χρονιά το Ebertfest, το δικό του Φεστιβάλ με ταινίες που πέρασαν απαρατήρητες τη περασμένη σεζόν ενώ παράλληλα συνεργαζόταν με τον Μάρτιν Σκορσέζε για ένα ντοκιμαντέρ πάνω στη ζωή του.

Φεύγοντας, άφησε ένα δυσαναπλήρωτο κενό σε μια εποχή που η κριτική κινηματογράφου δείχνει να περνά, σιγά – σιγά, πίσω στο περιθώριο.

Δευτέρα 3 Ιουνίου 2013

Γεννημένος στον Πειραιά.


             Ο Πειραιάς σήμερα διαθέτει μονάχα έναν κινηματογράφο, το Δημοτικό Σινεάκ, που παίζει, λίγο - πολύ, mainstream υλικό με κάποια παράξενη "έμπνευση" εδώ κι εκεί (φέτος για παράδειγμα έπαιξε το "Amour" - αν και δε ξέρω πόσα μπιλιέτα έκοψε). Το οποίο Σινεάκ όμως, όταν το πρωτογνώρισα, ήταν αποκλειστικά "παιδικός" κινηματογράφος. Δηλαδή, προγραμμάτιζε μονάχα παιδικές ταινίες, με μία προβολή στις 14.00 κι άλλη μιά στις 17.00 το απόγευμα. Το αντίτιμο ήταν συμβολικό - ένα εικοσάδραχμο - και η ανταπόκριση μεγάλη: δε θυμάμαι να το είδα ποτέ άδειο. Και έχω λόγους να θυμάμαι καλά τις συνθήκες στο Σινεάκ: ήμουν κάθε εβδομάδα εκεί, πολλές φορές και δυο και τρεις φορές, βλέποντας την ίδια ταινία, αν είχα εντυπωσιαστεί.

             Μερικές φορές με πιάνει μια επιθυμία να πάρω σβάρνα τις εδώ αποθήκες και να αναζητήσω όλες αυτές τις κόπιες. Ήταν απίστευτο το τι έφτανε τότε στις ελληνικές οθόνες: πανσπάνια καρτούν από την Ιαπωνία, τη Σοβιετική Ένωση, από τη Γερμανία (όποιος διαβάζει τούτο δω να ξέρει πως αναζητώ μετά μανίας τον τίτλο ενός γερμανικού γουέστερν σε κινούμενα σχέδια) - συν τα κλασσικά Αστερίξ και Λούκι Λουκ. Φυσικά δεν απουσίαζε ούτε ο Τσάρλι Τσάπλιν, ούτε ο Τζέρι Λιούις (το "The family jewels" ήταν γκραν σουξέ). Και κάποιες Κυριακές ερχόταν και ο σπουδαίος Γιώργος Χαρίδημος με τον νεορεαλιστικό του Καραγκιόζη που έκανε τις αντίστοιχες εκπομπές του Σπαθάρη να μοιάζουν με καρτούν.

             Εκτός όμως από το Σινεάκ υπήρχαν και οι υπόλοιπες αίθουσες. Απέναντι του, ήταν το "Χάι Λάιφ" (απίστευτη ανάμνηση από το κατάμαυρο "Buddy-Buddy" του Μπίλι Γουάιλντερ) και το "Αττικόν" (τουλάχιστον δεκα επισκέψεις για τον "Δράκουλα" του Κόππολα). Με μια βόλτα στη Γρηγορίου Λαμπράκη έπεφτες πάνω στο Σπλέντιτ (όπου με θυμάμαι να βλέπω το "Χαμός στη Τσάϊνα Τάουν"), το Κάπιτολ (εκεί είδα "Γουίλοου" και "Ράμπο ΙΙ"), Παλλάς (οι πρώτες μου προβολές του "Πλατούν" και του "Εφιάλτη στο δρόμο με τις λεύκες νο.4"), και λίγο πιο πέρα συναντούσες τον "Απόλλωνα" (όπου ο πατέρας μου με πήγε να δούμε το "Ο χωροφύλακας και οι χωροφυλακινες", λυπημένος θυμάμαι από τον πρόσφατο θάνατο του Λουί Ντε Φινες) και το Ολύμπιον (αίθουσα που "έλιωσα" τον δεύτερο "Κόναν", το "Κάλιντορ ο μονομάχος" αλλά και τον "Τελευταίο Αυτοκράτορα"). Σημειώστε πως σε όλα αυτα έπαιζε και θερινή αίθουσα στη ταράτσα! Ενώ σε κάτι στενά παραπέρα υπήρχε η "Τερψιθέα" (ατέλειωτο γέλιο με το "Αλαλούμ" του Χάρι Κλυνν) και η "Ζέα" ("Blues Brothers", όλα τα "Ιντιάνα Τζόουνς" αλλά και "Ολέθρια Σχέση" - τολμηρή επιλογή για δεκατριών ετών), στα διαλείμματα της οποίας έσκαγε ένα ψυχεδελικό καλειδοσκόπιο που κρατούσε στα καθίσματα και τους πιο σκαλωμένους. Άλλωστε δεν υπήρχε και λόγος να σηκωθείς - ένα μικρό καροτσάκι με αναψυκτικά και διάφορα φαγώσιμα έκανε τη γύρα του διαδρόμου με το που άνοιγαν τα φώτα.

             Και πάλι όμως, αν είχες σινεφιλικές ανησυχίες, ο Πειραιάς δεν έφτανε. Γιατί πολλές ταινίες "έμεναν" στην Αθήνα, οπότε και πάλι έπρεπε να κάνεις τον κόπο να πεταχτείς μέχρι το κέντρο. Αυτό όμως σε μετέτρεπε λίγο και σε κυνηγό. Αν ήθελες οπωσδήποτε να δεις το, ας πούμε, "The doom generation", ήξερες πως δεν έπρεπε καν να το αναζητήσεις σε Πειραιώτικο πανί. Και, ξέρετε, ούτε που μπορώ να φανταστώ πόσες ταινίες θα είχα δει τότε αν έβρισκα αυτή τη διαδικτυακή άνεση στην εφηβεία μου.

             Χαίρομαι όμως που μου έμεινε η γεύση του κυνηγιού.

             Τη δε νοσταλγία για το καροτσάκι την καταχωρώ στις παραξενιές μου.

(η φωτο από την "Αλίκη στο ναυτικό" -
τη βρήκα στο http://cineanamnisi.blogspot.gr)

Πέμπτη 16 Μαΐου 2013

Grizzly Man (2005) ( * * * * )



Ο Τίμοθι Τρέντγουελ θα μπορούσε να είναι ένας τυπικός χερτζογκικός χαρακτήρας. Διαθέτει τον ενθουσιασμό ενός Φιτζκαράλντο, τη μοναχική παράνοια ενός Αγκίρε και, φυσικά, την τρέλα του ίδιου του Χέρτζογκ, του κινηματογραφιστή που πολέμησε και ο ίδιος με τα στοιχεία της φύσης, στις πιο σημαντικές του ταινίες. Δυστυχώς όμως, εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με μυθοπλασία. Ο Τίμοθι Τρέντγουελ, ένας ιδιόρρυθμος, ιδιαίτερα παράτολμος τύπος, πέρασε ένα μεγάλο μέρος της ζωής του στην Αλάσκα, βιντεοσκοπώντας σχεδόν εξ επαφής τις αρκούδες γκρίζλι στο φυσικό τους περιβάλλον. Με τον καιρό απέκτησε ένας είδος ψύχωσης μαζί τους, φτάνοντας μάλιστα στο σημείο να αυτοανακυρηχθεί προστάτης τους. Ώσπου ο ίδιος και η φίλη του βρήκαν φριχτό θάνατο από αυτές.

Οι τελευταίες στιγμές τους καταγράφονται από μια ανοιχτή βιντεοκάμερα - το διάφραγμα είναι κλειστό, αλλά υπάρχει η μαρτυρία του ήχου. Ο Χέρτζογκ δεν μας αφήνει ποτέ να ακούσουμε τι υπάρχει στην κασέτα - βλέπουμε όμως τον ίδιο να την ακούει με ακουστικά. Δακρύζοντας – και είναι σοκαριστικό να βλέπεις τον Χέτζοκ να δακρύζει - απευθύνεται στην κάτοχό της, την Τζούελ Πάλοβακ, φίλη και ομοϊδεάτισσα του Τρέντγουελ: «Μην την ακούσεις ποτέ», της λέει. «Κατέστρεψε την».

Σε μια πρόσφατη συνέντευξη του, έδωσε την ακόλουθη εξήγηση: «Δεν θα μπορούσα να λερώσω την αξιοπρέπεια του θανάτου χρησιμοποιώντας την κασέτα». Ξέρετε πολλούς κινηματογραφιστές που θα έκαναν μια τέτοια επιλογή; Σκεφτείτε μονάχα τι θα έκανε ο Μάικλ Μουρ σε μια αντίστοιχη περίπτωση.

Οι περισσότεροι από εμάς αναγνωρίζουμε ότι ο προορισμός μας δεν είναι να κατοικήσουμε μαζί με τα άγρια ζώα. Σε οποιαδήποτε προσπάθεια για συμβίωση, η δύναμη των αρκούδων, για παράδειγμα, θα επικρατούσε με ευκολία. Εντούτοις, κάποιοι άνθρωποι διαιωνίζουν αυτές τις εξαιρετικά συγκεχυμένες έννοιες για την έμφυτη καλοσύνη της φύσης και του ζωικού βασιλείου. Αδυνατούμε να συλλάβουμε ότι αυτό που για τη φύση είναι λογικό, καλώς ή κακώς, μπορεί να είναι ασύμβατο με τον άνθρωπο. Θέλουμε μεν να ζήσουμε σε αρμονία με τη φύση, αλλά εύκολα απογοητευόμαστε όταν αυτή μας… κάνει τη δύσκολη. Ο Τρέντγουελ λοιπόν διαπράττει μια ύβρη αλλά την ίδια στιγμή καταγράφει μερικές από τις πιο όμορφες εικόνες άγριας φύσης που έχουμε δει στη μεγάλη οθόνη, εικόνες που, όπως σωστά υπογραμμίζει ο σκηνοθέτης-αφηγητής, το Χόλιγουντ δεν θα μπορέσει ποτέ να αναπαράγει, όσα λεφτά κι αν ρίξει (εδώ ο Χέρτζογκ δείχνει να θαυμάζει τον Τρέντγουελ και σε φιλμογραφικό επίπεδο).

Δεν είναι λίγοι αυτοί που «διαβάζουν» έναν έρποντα φασισμό στις ταινίες του Χέρτζογκ, ο ίδιος όμως δεν είναι μισάνθρωπος. Απλά, ενώ ο Τρέντγουελ θεωρούσε την αρμονία κοινό παρονομαστή του σύμπαντος, ο Χέρτζογκ έβλεπε έναν κόσμο που στηρίζεται στο χάος και την εχθρότητα. Ο άνθρωπος μπορεί να προήλθε από τη φύση, ανήκει όμως στη κοινωνία. Η τραγική κατάληξη σαφώς και ήταν αναπόφευκτη.

Το Grizzly Man όμως δεν καταγράφει απλώς την τραγωδία του Τρέντγουελ και της συντρόφου του, αλλά κουβαλάει όλη την τραγωδία της ανθρώπινης ύπαρξης. Και αυτό, όπως και να το δει κανείς, είναι ένα συγκλονιστικό επίτευγμα.

Τετάρτη 15 Μαΐου 2013

Ένα "ταινιόραμα" διαφορετικό από τ' άλλα.

Κάποτε οι κινηματογραφόφιλοι περίμεναν πως και πως το καλοκαίρι. Πρώτον, επειδή είχαν την ευκαιρία να δουν όσες ταινίες δεν πρόλαβαν τη χειμερινή σεζόν, και δεύτερον, επειδή μπορούσαν να παρακολουθήσουν σπουδαία αριστουργήματα της φιλμικής ιστορίας, Το πρώτο το χάσαμε με την επέκταση του κυκλώματος διανομής και τις καλοκαιρινές πρεμιέρες. Το δεύτερο επίσης: οι παλιές κόπιες που τριγυρνούσαν τις αίθουσες εξαφανίστηκαν και οι επανεκδόσεις των τελευταίων ετών σπανίως είναι… τολμηρές. 

Πάντως κάτι δεν έχει αλλάξει: οι σινεφίλ του σήμερα εξακολουθούν να μαθαίνουν σινεμά από την οικογένεια Στεργιάκη. Όπως συνέβη και με μένα, τότε που ανήλικος ξημεροβραδιαζόμουν στα ταινιοράματα του Αλφαβίλ (θυμάμαι ακόμα εκείνη την τρομερή αφίσα με τη μορφή που δάγκωνε δαιμονισμένα το σελιλόιντ – μου λείπει η αίθουσα πολύ). Και είναι ευτύχημα που η παράδοση αυτή συνεχίζεται – και μάλιστα φέτος επιστρέφει θριαμβευτικά σε ένα καθόλα επικό δίμηνο που καλύπτει όλες τις τάσεις του κινηματογράφου (και όλες τις… ηπείρους) ενώ ανάμεσα στις προβολές θα ανακαλύψετε και κάποιες ταινίες – διαμάντια που προβάλλονται σπάνια. 

Αν μπορούσα, θα ήμουν κάθε μέρα στο Άστυ. Αν μπορείτε, να το κάνετε. 

Ειδικά φέτος: το Ταινιόραμα του 2013 στήθηκε με ιδιαίτερη αγάπη και φροντίδα, καθότι αφιερωμένο στο δημιουργό του, τον Αντώνη Στεργιάκη, που μας "άφησε" στις 24 Νοεμβρίου 2012, σε ηλικία 75 ετών. 147 ταινίες που έχει αγαπήσει το κοινό διαχρονικά σε 7 εβδομάδες ή 49 ημέρες, εντάσσονται σε 49 χορταστικές ενότητες για όλες τις προτιμήσεις, τις απολαύσεις και τις ορέξεις αυτών που αγαπούν τον κινηματογράφο. Όπως πάντα, τρεις ταινίες θα προβάλλονται καθημερινά με το ενιαίο εισιτήριο των 6 ευρώ, ενώ περιορισμένος αριθμών καρτών διαρκείας αξίας -μόλις- 30 ευρώ προπωλείται στο ταμείο του κινηματογράφου Άστυ. 


Με μια πρώτη ματιά, ανάμεσα στα 147 ξεχωριστά αριστουργήματα βρίσκουμε τις σπάνιες ταινίες Χαμένος Ορίζοντας και Συνέβη μια Νύχτα του Φρανκ Κάπρα, Κάτω από τον Αστερισμό του Σκορπιού των αδελφών Ταβιάνι, Διεστραμμένα Νιάτα του Ναγκίσα Οσίμα, Μια Ερωτική Ιστορία του Ρόι Άντερσον, Φριτς ο Πονηρόγατος του Ραλφ Μπάκσι κ.ά. Από την άλλη μεριά, υπάρχουν ειδικές θεματικές βραδιές με τρεις ταινίες τους κάθε φορά, για τους Άλφρεντ Χίτσκοκ, Πέδρο Αλμοδόβαρ, Λαρς φον Τρίερ, Όντρει Χέμπορν, Φρανκ Κάπρα, Όρσον Γουελς, Λουίς Μπουνιουέλ, Πάολο και Βιτόριο Ταβιάνι, Μέριλιν Μονρόε, Ατόμ Εγκογιάν, Νουρί Μπιλγκέ Τσειλάν, Τσαν Γουκ Παρκ, Κουέντιν Ταραντίνο, Ναγκίσα Οσίμα, Λουκίνο Βισκόντι, Ζαν-Πιερ και Λυκ Νταρντέν, Τόμας Βίντερμπεργκ, Ντέιβιντ Λιντς, Κιμ Κι Ντουκ, Ρόι Άντερσον, Μάικ Λι, Έιμοζ Κόλεκ μέχρι τον... Νίκο Ζερβό

Α, και αν κάποιοι από εσάς βρίσκουν ενοχλητικές τις γραμμές της emulsion και τα κοψίματα που συναντά κανείς σε κόπιες ταινιών της δεκαετίας του 50 για παράδειγμα, προτείνω να αναθεωρήσετε την αγάπη σας για το σινεμά. Μιλάω πολύ σοβαρά. 

Το «Ταινιόραμα 2013» θα διεξάγεται στο σινεμά Άστυ, από τις 16 Μαΐου έως τις 3 Ιουλίου.

Τρίτη 14 Μαΐου 2013

Απ'το διαδίκτυο, στο δάσος.


Το ότι η Ελλάδα βρίσκεται σε μια κρίση, κρίση τόσο βαθιά που φτάνει στη ρίζα της ίδιας της ταυτότητας της, αντανακλάται, περισσότερο απ’ οπουδήποτε αλλού, στο διαδίκτυο. Περισσότερο κι απ τους δρόμους. Γιατί; Μα το διαδίκτυο είναι το μόνο μέρος στο κόσμο που μπορείς να εκτίθεσαι και να κρύβεσαι ταυτοχρόνως. Στους δρόμους μπορεί και να φοβάσαι να ακουστείς. Στο internet πάλι, είσαι (ή έστω, νοιώθεις) ασφαλής. Μπορείς λοιπόν να φορέσεις άφοβα τη μουτσούνα του αληθινού εαυτού σου.

Τι υποκρισία, θα μου πείτε. Μα εδώ ολόκληρη χώρα πέρασε τουλάχιστον τρεις δεκαετίες υποκρινόμενη πως είναι κάτι άλλο. Κάτι πιο φωτεινό και, ταυτόχρονα, πιο «υποψιασμένο» - θυμάμαι το αποκαλούσαμε «ελληνικό δαιμόνιο», φράση που συναντούσαμε σε μυριάδες άρθρα κάθε φορά που ένας συμπολίτης μας κατόρθωνε μια σημαντική «νίκη» στο «εξωτερικό». Όπου και, γνωρίζαμε, πως μπορεί να διαθέτουν κράτος πρόνοιας και νόμους που λειτουργούν αλλά, μια φορά, ήλιο δε διέθεταν.

Το για ποιους λάμπει ο ήλιος εδώ πάλι, ακόμη ερευνάται.

Επειδή λοιπόν βρισκόμαστε περισσότερο στα σοκάκια του internet απ’ ότι στα επικίνδυνα αστικά, κάπως πρέπει να περάσουμε την ώρα μας. Κάποιοι κατεβάζουν ταινίες ή μουσική. Κάποιοι άλλοι ξεσκίζουν το youtube. Κάποιοι ψάχνουν φίλους χαμένους από παλιά – ή καινούργιους. Και αρκετοί αναζητούν εχθρούς. Σε μια «κοινωνία», που όπως ακριβώς και η αστική, ενώνεται μέσα από την εχθρότητα. Ο πρώτος ρίχνει την πέτρα. Και ακολουθούν οι υπόλοιποι.

Σ’ έναν τόπο όμως, που το εύρος του τείνει προς το γαμημένο άπειρο, δε θα μπορούσαμε να κάνουμε μια καλύτερη διαχείριση; Φαίνεται πως όχι. Ούτε καν ο ίδιος δεν μπορώ να βγάλω την ουρά μου απ’ έξω. Γι αυτό σήμερα θα το ρίξω στην ομορφιά – και δη, στην όμορφη μουσική. Έστω κι αν η αφορμή είναι ο θάνατος ενός νέου σε ηλικία μουσικού, του νορβηγού Oddvar a:m, κιθαρίστα των In The Woods. Που με είχε στείλει άσχημα με τούτο εδώ το άλμπουμ, ηχογραφημένο το 1995. Έχουν περάσει δεκαοκτώ χρόνια από την κυκλοφορία του. Κι όμως δε μπορώ να σκεφτώ έναν δίσκο που να του μοιάζει. Δεν έμοιαζε με τίποτα το “HEart of ages” (έτσι, με τα δυο πρώτα γράμματα της λέξης σε κεφαλαία) και, μέσα στη τραχύτητα του, ήταν ένα πανέμορφο ντεμπούτο.



Τετάρτη 23 Ιανουαρίου 2013

Lincoln (2012) ( * * ½ )


Πρώτα απ’ όλα, ας ξεκαθαρίσουμε αυτό: Μια ταινία για τον Λίνκολν σήμερα, με τον Δυτικό κόσμο να βυθίζεται σε μια πολυεπίπεδη κρίση και τους εχθρούς της Δημοκρατίας να σηκώνουν κεφάλι, δεν μπορεί να αφορά μονάχα τους Αμερικάνους. Αφορά όλους εμάς που θέλουμε να πιστεύουμε πως ζούμε σε Δημοκρατικό καθεστώς και σιγά – σιγά ανακαλύπτουμε τον ιδιότυπο μηχανισμό αυτοκαταστροφής που κρύβει μέσα του το συγκεκριμένο πολίτευμα. Γιατί ενώ κάτω από δυσμενείς συνθήκες η Δημοκρατία οδηγεί στο δεσποτισμό της πλανεμένης πλειοψηφίας και τη σταδιακή εκμηδένιση των ατομικών δικαιωμάτων, στην αντίθετη των περιπτώσεων ενθαρρύνει την ευθύνη και την πρωτοβουλία. Πως «επιβάλλεται» όμως;

Ο «Λίνκολν» του Στίβεν Σπίλμπεργκ δεν είναι μια βιογραφία του Αμερικανού Προέδρου αλλά επικεντρώνεται στους τελευταίους τέσσερις μήνες της ζωής του και, κυρίως, στην προσπάθεια του να περάσει την 13η Τροπολογία σχετικά με τη μόνιμη κατάργηση της δουλείας – ενώ ο εμφύλιος μαίνεται. Αγώνας σκληρός που, εντέλει, φτάνει στο τέλος του με μέσα όχι ακριβώς «δημοκρατικά» - το κομβικό σημείο της ταινίας: Η σημαντικότερη τροπολογία στην ιστορία του Αμερικανικού Συντάγματος, και η πιο «δημοκρατική», ψηφίστηκε με βρώμικα μέσα. Ο Λίνκολν δεν έχει κανέναν ενδοιασμό να καταφύγει στην εξαγορά ψήφων (δηλαδή στη διαφθορά) για να πετύχει το σκοπό του, που είναι να ενώσει το Έθνος. Και αυτό γιατί η Δημοκρατία δεν μπορεί να λειτουργήσει αν ο επικεφαλής της δεν είναι διατεθειμένος να την… ξεχειλώσει αρκετά (είναι τόσο εύκαμπτη άλλωστε) ώστε να προφυλάξει τις αρχές της.

Το ότι ο Σπίλμπεργκ αναφέρεται εδώ στη διακυβέρνηση του Ομπάμα βγάζει μάτι. Το ενδιαφέρον όμως της υπόθεσης είναι η αντιστροφή που ο χρόνος έφερε. Ανακαλύπτουμε πως στα χρόνια του Αμερικανικού Εμφυλίου, οι Δημοκρατικοί αποτελούσαν την συντηρητική πολιτική δύναμη της χώρας, αυτή δηλαδή που έσπερνε κηρύγματα φυλετικού μίσους επικαλούμενη τον θεό, και οι Ρεπουμπλικάνοι ήταν οι ανθρωπιστές της υπόθεσης. Αν θέλετε, είναι και λίγο αστείο για εμάς: Μια μεταστροφή που χρειάστηκε 100 χρόνια για να πραγματωθεί στο Αμέρικα, έγινε πραγματικότητα στη χώρα μας μόλις μέσα σε τέσσερα χρόνια.

Η Δημοκρατία όμως, δεν είναι μονάδα σοβαρή υπόθεση. Είναι και… ανιαρή. Στο καστ (εκτός από τον συγκλονιστικό Ντάνιελ Ντέι Λιούις) συναντάμε την αφρόκρεμα της Αμερικανικής υποκριτικής: Τόμι Λι Τζόουνς, Τζέιμς Σπέιντερ, Σάλι Φιλντ, Τζάρεντ Χάρις, όλοι τους εξαίρετοι. Η δε σκοτεινή φωτογραφία του Γιάνους Καμίνσκι, αποτελεί αισθητικό επίτευγμα, και οι παρεμβατικές πινελιές εδώ κι εκεί (όπως μια ονειρική σεκανς ανθολογίας, για παράδειγμα) εξίσου φωτογενείς. Το φιλμ όμως κουβαλά το βάρος ολόκληρου του παραπολιτικού παρασκηνίου των διαδρόμων και των αγορεύσεων, εν είδει ιστορικού μαθήματος αλλά και διδαχής, γιατί για να νοιώσεις τι θα πει Δημοκρατία, λέει ο Σπίλμπεργκ, πρέπει και να βαρεθείς. Κι ο διδακτισμός σπανίως υπήρξε ψυχαγωγικός.

Αυτά, λέει, σας άρεσαν:

Ετικέτες