Τρίτη 8 Μαρτίου 2011

«Απ’ το πόδι με τραβάς, βαθιά μέσα στο χώμα»


Συνηθίζεται από τους τραγουδοποιούς να διατηρούν καλές «δημόσιες σχέσεις» με το κοινό τους – ειδικά από αυτούς που έχουν σημειώσει μια κάποια επιτυχία. Φροντίζουν δηλαδή να μην το αποπροσανατολίσουν, να μην το εκπλήξουν, να μην το απογοητεύσουν με κανέναν τρόπο. Ο χειρότερος σε αυτόν τον τομέα, έλληνας τραγουδοποιός, πρέπει να είναι ο Διονύσης Σαββόπουλος. Ότι του φανεί του λωλο-Στεφανή που λένε. Από το Φορτηγό μέχρι το Δέκα Χρόνια Κομμάτια, από κει μέχρι τη Ρεζέρβα και από κει μέχρι το Κούρεμα, «ο δρόμος του γραμμή όλο ζιγκ-ζαγκ» (ο στίχος από το… «Μιτσοτάκ», έτσι για να αντιληφθούμε το μέγεθος της τρέλας ενός ανθρώπου, που φυλακίστηκε επι Χούντας, αλλά δεν σκέφτηκε στιγμή να το παίξει αντιστασιακός με... την πτώση της, όπως αρκετοί - μέχρι τότε σιωπηλοί - "συναδελφοι" του).

Μπορείς βεβαίως να διαφωνείς με τις απόψεις και τα πηγαιν-έλα του. Μπορείς να θυμώνεις και να εξοργίζεσαι. Αλλά δεν μπορείς να μην του αναγνωρίσεις ότι ουδέποτε φοβήθηκε να «προκαλέσει» το κοινό του. Ουδέποτε περιορίστηκε από αυτό, ουδέποτε παγιδεύτηκε στην μετριότητα της συνταγής και της εκ των έξω καρικατούρας. Έκανε του κεφαλιού του. Και αυτό το σέβεσαι. Εκτός κι αν η εμπάθεια σου παίρνει το πάνω χέρι. Πράγμα θλιβερό σε κάθε του έκφανση. Τώρα, στην περίπτωση που δεν έχεις ούτως η άλλως κοινό, αναζητάς τρόπους να αποκτήσεις ένα. Το να πετάς λάσπη σε άλλους διάσημους καλλιτέχνες συνήθως βοηθά.

Ο Σαββόπουλος ερωτήθηκε πρόσφατα από τη Μαρία Χούκλη περί του τι έφταιξε για την κρίση. «Δωροδοκηθήκαμε από τους πολιτικούς για να τους ψηφίζουμε» απάντησε. Τώρα πως από αυτό μπορεί κάποιος να πιαστεί και να γράψει μια επιστολή – λίβελο, γεμάτη λαϊκίστικα «κατηγορώ» επιπέδου Αυριανής δεκαετίας 80, αναλόγου ύφους ψέματα και προεφηβικό «μένος», αδυνατώ να το κατανοήσω - καποιος όμως το έκανε. Ίσως να είναι Φροϋδικό το ζήτημα. Ίσως. Γιατί είναι προφανές πως ένας άνθρωπος σαν το Σαββόπουλο απαντά με λόγο ποιητικό. Όταν μιλάει για δωροδοκία, δεν μιλάει για «φράγκα». Μιλάει για όνειρα. Επιστρατεύτηκε όμως η φασιστική - άρα και χυδαία - τακτική του να μεταφράζεις τον «εχθρό» σου όπως βολεύει τα κακομασκαρεμένα συμφέροντα σου.

Ο καημένος ο Νιόνιος απάντησε. Διάβασε το κείμενο και θίχτηκε - δεν άντεξε, και σκάρωσε μια επιστολή. Δεν γνώριζε πως στο διαδίκτυο, εκτός από αυτούς που δεν βρίσκουν χώρο να γράψουν εντύπως, λόγω κακών δημοσίων σχέσεων και γνήσιου ταλέντου, υπάρχουν εκατονταπλάσιοι συκοφάντες κι ατάλαντοι - επώνυμοι, «ανώνυμοι», λίγη σημασία έχει. Το μόνο ελπιδοφόρο είναι ότι το διαδίκτυο δεν γράφει την Ιστορία – ακόμα τουλάχιστον. Αυτή παραμένει υπαγορευμένη από το συλλογικό ασυνείδητο. Ένα Μυστικό Τοπίο όπου ο δόλος μένει, συνήθως, στην απ’έξω.




Υ.Γ.: Παραδέχομαι την δική μου θλιβερή στιγμή: Υπέγραψα ένα εμπαθές κείμενο. Ευτυχώς όμως, δεν χρειάστηκε να καταφύγω στην αυθαίρετη επικύρωση ενός μεγάλου Έλληνα (σαν τον Γιάννη Νεγρεπόντη - τι σκύλευση κι αυτή!), έτσι για να 'σφραγίσω' με μια βούλα "οικουμενικότητας" κάτι που αφορά τον θυμό και την αυτοπροβολή μου. Τόσο μεγάλη ιδέα για την πάρτη μου, δεν απέκτησα ποτέ.

Σάββατο 5 Μαρτίου 2011

Conversations with remarkable people, v.8: Quorthon



Ο Tomas Forsberg γεννήθηκε το 1966. Και, με το προσωπικό του σχήμα, τους Bathory, "χάρισε" στη μουσική το σκανδιναβικό black metal, με όλες του τις ιδιαιτερότητες. Μία προς μία τις ανακάλυπτε, σε κάθε άλμπουμ. Δίχως να δώσει συναυλίες, δίχως να αναζητήσει μέλη (έπαιζε μόνος του σχεδόν τα πάντα) - και τη μοναδική φορά που γύρισε videoclip ήταν τόσο απογοητευμένος με το αποτέλεσμα που προσπάθησε να εξαφανίσει όλες τις κόπιες! Όλοι, μα όλοι οι μαυρομέταλλοι έκλεψαν από αυτόν για να εξελίξουν τον ήχο τους. Και συνεχίζουν να κλέβουν και τώρα, που ο Forsberg, δηλαδή ο "Quorthon" δεν δισκογραφεί. Τρεις Ιουνίου του 2004 έπεσε νεκρός από καρδιακή ανεπάρκεια σε ηλικία 38 ετών - θυμάμαι πως έπαιζε ο Alice Cooper εκείνη τη βραδιά. Ήταν να πάω. Την - τηλεφωνική - συνέντευξη την πήρα στις 8 Μαΐου του 2003, με αφορμή την κυκλοφορία του Nordland. Μέρη της δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό Metal Ηammer. Μιλάει γρήγορα και η διάθεση του αλλάζει από τη μιά στιγμή στην άλλη. Πότε σοβαρός, πότε χαβαλές, πότε άνετος, πότε ενοχλημένος. Οι ερωτήσεις μου δεν είναι ιδιαίτερες. Οι απαντήσεις του όμως, όλα τα λεφτά.


Όλα καλά;

Όλα είναι τέλεια man.

Χαίρομαι που σε πετυχαίνω σε καλή διάθεση, οι φήμες λενε πως είσαι δύσκολος συνομιλητής.

Μην τις πιστεύεις φίλε. Πάντα έχω καλή διάθεση. Είναι ο υπόλοιπος κόσμος που είναι σκατά, εγώ δεν έχω πρόβλημα.

Έχεις δηλαδή αντισώματα;

Όχι, αλλά προσπαθώ πολύ να μην έχω ψευδαισθήσεις, ούτε για τους Bathory, ούτε για εμένα τον ίδιο. Τις περισσότερες φορές τα καταφέρνω. Δεν πιστεύω ότι έχω φωνάρα για παράδειγμα (γέλια).

Τ
ο πάθος σου καλύπτει τις αδυναμίες της, λένε οι οπαδοί σου.

Υπάρχουν πολλοί διαφορετικοί τρόποι να τραγουδήσεις. Αν κάνεις ένα άλμπουμ όπου τα φωνητικά είναι συνεχώς επιθετικά από την αρχή μέχρι το τέλος, πολύ πιθανόν να βαρεθείς του κερατά. Σαν το φαγητό, σαν τις γυναίκες... Χρειάζεσαι μια αλλαγη που και που. Και, ειδικά, όταν γράφεις για δράκους, σπαθιά, Βίκινγκς and all that shit, καλύτερα να ακουστείς φάλτσος παρά γελοίος. Θέλω να με πιστέψεις όταν τραγουδώ, όχι να με θαυμάσεις. Χίλιες φορές προτιμότερη η εμπιστοσύνη από τον θαυμασμό.

Γιατί το λες έτσι;

Γιατί υπάρχει πολλή τρέλα εκει έξω. Η μουσική μου μιλάει για ελευθερία. Τι κουβέντα ν' ανοίξω με έναν τύπο που δηλώνει 'σκλάβος' ενός μύθου; Δηλαδή, έναν φανατικό οπαδό των Bathory. Πες μου εσύ, πόσο σοβαρή κουβέντα μπορούμε να κάνουμε, εγώ κι αυτός.

Από την άλλη, είναι δύσκολο να σε εμπιστευτεί κάποιος όταν αλλάζεις στυλ σχεδόν σε κάθε δίσκο.

Ο κόσμος θέλει να έχει μια συγκεκριμένη ιδέα για τους Bathory. Αναρωτιέμαι γιατί. Ξεκινήσαμε πολύ πρωτόγονα γιατί δεν ξέραμε τι άλλο να κάνουμε και όταν αργότερα σκεφτήκαμε «πωπω μάγκα μου, έχουμε την τύχη να κυκλοφορούμε άλμπουμς!» ειπαμε να κάνουμε κάτι διαφορετικό κάθε φορά. Τα υπόλοιπα είναι θάνατος.

Πόσων χρονών είσαι τώρα;

Χεχε... είμαι 36...

Τoo old for this shit?

Μερικές φορές το νοιώθω όταν ακούω νέα συγκροτήματα. Κυριαρχεί μια λανθασμένη αντίληψη στη μουσική σήμερα, όταν ακούω δίσκους όπου όλα είναι τσιτωμένα, όλα είναι στο +10 και όταν ασχολείσαι με τη μουσική τόσα χρόνια όσα κι’εγώ κοιτάς την μουσική από μια διαφορετική οπτική γωνία. Το θέμα είναι ότι οι κακές παραγωγές των πρώτων μας δίσκων βγήκαν έτσι επειδή ήμασταν… άσχετοι. Δεν ήταν κάποιου είδους «άποψη».

Ακούγεται σαν να τα απορρίπτεις.

Όχι δεν τα απορρίπτω. Εσύ μετανιώνεις για την πρώτη σου σχέση; Ότι και να ήταν, ήταν κάτι που αγάπησες, κάτι που του δόθηκες. Και πάντα κάτι μένει πίσω. Ξέρεις πόσες εταιρίες ταϊσαν "πόρτα" τους Bathory; "Ποτέ δε θα βρεις συμβόλαιο" μου έλεγαν. Τώρα αυτοί οι δίσκοι πουλάνε 20 χιλιάδες άλμπουμ το χρόνο, σταθερά, από τη μέρα που κυκλοφόρησαν μέχρι σήμερα. Κάθε δίσκος μου είναι και παιδί μου. Και ξέρεις πως είναι με τα παιδιά που κουβαλούν… ελαττώματα. Συνήθως τα αγαπάς περισσότερο από τα άλλα. Μη με παρεξηγείς λοιπόν! Δε θα μπορούσα πραγματικά να πω κάτι άσχημο γι αυτούς τους δίσκους: Μου πληρώνουν τους λογαριασμούς για τα πάντα εδώ και αρκετά χρόνια. Αν και αυτό είναι μια κάποιου είδους παγίδα.

Φαντάζομαι ότι κατα την διάρκεια αυτής της περιόδου τα solo album σου πρέπει να λειτούργησαν καταλυτικά.

Ναι, ακριβώς. Αποφορτίστηκε κάποια ένταση. Όλοι ήθελαν ένα άλμπουμ σαν το Blood Fire Death ή το Hammerheart. Και φλίπαρα.

Γιατί;

Ήμουν σε μια προσωπική πορεία που δεν ήθελα να την ανακόψω για κανέναν. Δεν είμαι έφηβος πια. Και είπα να αποτραβηχτώ εντελώς απο την μουσική βιομηχανία μόνο που η εταιρία ήθελε κάπως να κρατήσει το όνομα στην επικαιρότητα. Έτσι μου πρότειναν να μπω στο στούντιο και να κάνω ότι μου κατεβαίνει. Και βγήκε ένας punk δίσκος και ένας 60s pop. Γιατί είναι ντροπή απέναντι στους μεταλλάδες, λέει, να δηλώνεις οπαδός των Beatles. Κουραφέξαλα. Ανοίξτε τα’αυτιά σας λίγο παιδιά, όλα εκεί πάνω στηρίζονται. Κάτι μαλάκες τότε βγήκαν και είπαν «ώστε, ΑΥΤΗ τη μουσική θες πραγματικά να γράφεις» αλλά η αλήθεια είναι ότι ήθελα να κάνω κάτι όσο διαφορετικό γινόταν απ’ότι έκαναν οι Bathory. Fuck it, δεν είμαι ούτε ο γιος του Διαβόλου ούτε κάποιος τρελαμένος που ζει στα βουνά. Η κατάσταση είχε ξεφύγει. Έπαιρνα γράμματα οπαδών γραμμένα με το αίμα τους… και εγώ σκεφτόμουν «τι σκατά είναι αυτά;». Έτσι έκανα αυτά τα άλμπουμ για τη προσωπική μου διασκέδαση, για να σκοτώσω το θρύλο του Quorthon, έναν θρύλο που δεν δημιουργήθηκε απο εμένα αλλά από κάποιον άλλο!

Με συγχωρείς αλλά φταις κι εσύ, έδινες συνεντέυξεις ενδεδυμένος με μαυρό μανδύα το '85. Τι περίμενες;

(Παύση – τον ακούω ν’ανάβει τσιγάρο). Η μαλακία ήταν ότι είχα πέσει στη λούμπα που ήθελε να είσαι Σατανιστής για να παίζεις black metal. Μέχρι που μεγαλώνεις λίγο και συνειδητοποιείς ότι όλα είναι μέσα στο ίδιο κόλπο. Είμαι αντι-χριστιανός ως άτομο, ως προσωπικότητα. Αυτό δε θ’ αλλάξει ποτέ, το ξέρω. Αν υπάρχει ο Διάβολος σε κάποια σημεία της δουλειάς μου τελευταία, υπάρχει για να εξυπηρετεί μια εικόνα. Μια θεατρικότητα. Και στο φινάλε, για μουσική μιλάμε. Υπάρχει performance μέσα σ’αυτό. Ξέρεις, ούτε οι πρωταγωνίστριες στις τσόντες το ευχαριστιούνται υποχρεωτικά!

Μη μου το χαλάς.

Ναι, είναι αλήθεια man. Αντε να το φχαριστιούνται when someone licks their mouni.

Κατέχουμε και ελληνικά;

Μόνο τα απολύτως απαραίτητα.

Αφού σε ψήνει το performance της υπόθεσης, γιατί δεν κάνεις συναυλίες ποτέ; Ξέρεις πόση επιτυχία θα είχε μια Bathory περιοδεία, γιατί δεν το κάνεις;

Οι Bathory είναι αυστηρά ένα studio project. Έτσι είναι πάρα πολλά χρόνια τώρα και αυτό δεν πρόκειται να αλλάξει. Με κουράζει πολύ η ιδέα του να βρω κατάλληλους μουσικούς για μια περιοδεία ή για οτιδήποτε. Είμαι βεβαιος πως δεν θα μπορέσω να αναπαράγω την ατμόσφαιρα των δίσκων. Θα κάνω κακό στους Bathory αν τους βγάλω στο δρόμο.

Οι παραγωγές σου πάντως παραμένουν παλιομοδίτικες και βρώμικες, εντελώς αφτιασίδωτες. Εκεί, ο τομέας της εξέλιξης είναι ανύπαρκτος.

Δεν ακούω και πολλά σύγχρονα πράγματα και απέχω απο το όλο trip του ηχητικού εξοπλισμού και της πληροφόρησης. Κάποιες μπάντες χρησιμοποιούν υπολογιστή και high-tech καταστάσεις αλλά αυτό που βγαίνει τελικά είναι πολύ γυαλισμένο. Πολύ προσεκτικά τοποθετημένο, σαν ήχος, πολύ κλινικό. Και αυτό δεν είναι heavy metal. Έχω περάσει πολύ καιρό σε προβάδικα με βρωμιάρηδες ενισχυτές. Οπότε, αν χρησιμοποιούσαμε έναν ακριβό εξοπλισμό θα είχαμε κάτι στα χέρια μας εντελώς διαφορετικό απο αυτό που θα θέλαμε. Δεν θέλαμε να ακούγεται γυαλισμένο το Nordland σε καμιά περίπτωση. Χρειαζόμασταν αυτή την πρωτόγονη ατμόσφαιρα. Την παγωμάρα της θάλασσας, το βουητό των ανέμων, τέτοια πράγματα μωρέ.

Οι καιροί πάντως είναι αρκούντως πολεμικοί.

Μπορείς να το πεις αυτό... Να σου πω την αλήθεια, χρειαζόταν αυτός ο παράλογος πόλεμος στο Ιράκ. Ποιός ξέρει, ίσως μετά απ’αυτό να ξυπνήσει αυτός ο γαμημένος δεινόσαυρός που λέγεται Ο.Η.Ε., ή να πεθάνει για τα καλά. Να ψοφήσει να ησυχάσουμε από την υποκρισία. Μας κοροϊδεύουν τόσα χρόνια, μας τα πρήζουν περί δικαιοσύνης και, στην ουσία, γλύφουν τους ίδιους κώλους. Και τώρα, λέει, έχουν πρόβλημα με τις ΗΠΑ. Και το ακούς και δεν ξέρεις με τι να πρωτογελάσεις. ... Όπως και να’χει, τουλάχιστον θα ταρακουνηθούμε λίγο. Γιατί ο κόσμος χρειάζεται να ταρακουνιέται που και που, και χρειαζόμαστε πολέμους για να το πετύχουμε αυτό.

Δεν βλέπεις στο ανθρώπινο γένος κάποια πιθανότητα προοπτικής;

Όχι όσο ζω. Αυτό μπορώ να στο πω με βεβαιότητα.

Γιατί συνεχίζεις να γράφεις τότε;

Το χρειάζομαι. Γιατί με τις εικόνες της τέχνης μου είμαι ειλικρινής. Στη ζωή όλοι υποκρινόμαστε, λίγο - πολύ. Και τώρα που σου δίνω αυτή τη συνέντευξη κάνω κάτι αντίθετο από τα λεγόμενα μου, όχι;

Τετάρτη 2 Μαρτίου 2011

Kak Ya Provyol Etim Letom (2010) ( * * * * * )


Δυο άνθρωποι όλοι κι όλοι. Σε ένα απέραντο, έρημο τοπίο. Πολλές οι σιωπές. Κι όμως, η καρδιά μου πάει να σπάσει από την αγωνία. Η ανάσα μου κόβεται. Και στο μυαλό μου, ένα μοναδικό ερώτημα: «τι θα γίνει μετά;». Ο κύριος Αλεξέι Ποπογκρέμπσκι μ’έχει βάλει κάτω και μου έχει αφαιρέσει το «δικαίωμα» κάθε κριτικής σκέψης. Όλα αυτά, πέρσι, στο Φεστιβάλ Βερολίνου, όπου και πρωτοβλέπω το φιλμ.

Που μιλά για την ιστορία δυο ανδρών σε ένα απομονωμένο νησί – φάντασμα της Αρκτικής. Δουλειά τους είναι να παίρνουν μετρήσεις από τα ραδιενεργά εδάφη, και να στέλνουν μέσω ασύρματου τα δεδομένα στο κεντρικό σταθμό. Ο ένας, ο Σεργκέι, πενήντα χρονών, σκληρός και ατόφιος, μοιάζει φιγούρα μυθική και άκρως Ρώσικη. Ο άλλος, ο Παβέλ, είναι ένας πιτσιρικάς, απόφοιτος πανεπιστημίου, που του έχει ανατεθεί να περάσει το καλοκαίρι του εκεί. «Η παλιά Ρωσία και η καινούργια» λέω, προσπαθώντας να μαντέψω βιαστικά τους συμβολισμούς του Ποπογκρέμπσκι. Τζάμπα κόπος. Γιατί στο τέταρτο γίνεται το μεγάλο hat – trick: άσχημα νέα φτάνουν για τον Σεργκέι στο σταθμό. Ο Παβέλ μαθαίνει πως η γυναίκα του και η κόρη του «συναδέλφου» του, σκοτώνονται σε ένα τραγικό ατύχημα, μόλις λίγες μέρες πριν την πολυαναμενόμενη άφιξη τους στο έρημο νησί. Η καρδιά του 50άρη γίγαντα μαλακώνει μόνο όταν μιλάει γι αυτούς. Και ο μικρός… δε λέει τίποτα. Μπλοκάρει, φοβάται, ποιος ξέρει; Οι μέρες περνούν, οι σχέσεις τσιτώνουν. Ο Σεργκέι αρχίζει να τα «παίζει» από την καθυστέρηση των δικών του. Ο Πάβελ στήνει όλο και μεγαλύτερα ψέματα για να κρατήσει κρυφό το τραγικό συμβάν. Κι εμείς κάνουμε κύκλους στο κάθισμα μας, περιμένοντας το μεγάλο ξέσπασμα. Βγαίνω από το σινεμά τρεκλίζοντας. «Διάολε, τι ταινία!» και τα ρέστα.

Το μυαλό μου όμως ήταν γεμάτο ερωτηματικά. Το εξής ένα: Γιατί, μα γιατί ο Πάβελ δεν εκστομίζει από την αρχή τι πραγματικά συνέβη στην οικογένεια του Σεργκέι;

Έρχεται το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, αρκετούς μήνες αργότερα. Ξαναβλέπω το φιλμ. Τα πράγματα αρχίζουν να μπαίνουν κάπως στη θέση τους.

Μπαίνω στον κόπο να σας περιγράψω την όλη σχέση μου με το φιλμ γιατί θέλω να τονίσω πόσο με μάγεψε η πρώτη προβολή του. Κάθε «κριτική» μου σκέψη αχρηστεύτηκε – το μόνο που ήθελα ήταν να βιώσω την εμπειρία και όχι να την κάνω φέτες, μαζί με την ταινία. Έχει χρόνια να μου συμβεί κάτι τέτοιο.

Ο κύριος Ποπογκρέμπσκι, στην τρίτη του ταινία, αλωνίζει, στην κυριολεξία. Το Πως Τελείωσε Αυτό Το Καλοκαίρι είναι ταυτόχρονα, μια αλληγορία για τη Ρωσία που χάνεται, και μια παράξενη ερωτική ιστορία. Όχι μεταξύ των δυο πρωταγωνιστών – μάλλον περί τριγώνου πρόκειται. Και το τρίτο πρόσωπο είναι η φύση, το φυσικό τοπίο με το οποίο ο Σεργκέι είναι πλήρως εναρμονισμένος. Κουβαλά άλλωστε όλη τη σκληρότητα της φύσης, και αυτό η ταινία το καταγράφει από τα πρώτα λεπτά. Ο Πάβελ αντιθέτως είναι νεοφερμένος. Παιδί της πόλης και των τετράγωνων σπιτιών. Και το τοπίο σχεδόν τον αποβάλει. Εδώ, σε αυτό το τρίγωνο αποκρυπτογραφείται και αυτή η παράξενη αίσθηση μεγαλείου που σε διαπερνά όταν βλέπεις το Kak Ya Provyol Etim Letom. Σε κάποιες σκηνές ήμουν βέβαιος πως βρισκόμουν σε trance. Αν και το ερώτημα μου παρέμεινε: Γιατί ο Πάβελ του κρύβει τα άσχημα νέα; Γιατί, δηλαδή, η ταινία είναι τόσο σκληρή με τον Σεργκέι; Είναι άδικο – ο Σεργκέι είναι ο μόνος άνθρωπος στο φιλμ που ζει σε μια απόρθητη αρμονία. Δυστυχώς όμως, η μανία της Φύσης (με Φ κεφαλαίο) ξεσπά πάντα στις ψηλότερες κορυφές. Και η Μεγάλη Ρωσία θα καταρρεύσει. Σιωπηλά.

Με μια στωικότητα που μονάχα ήρωες χαρακτηρίζει.

Δευτέρα 28 Φεβρουαρίου 2011

Girardot.

Τότε που νοικιάζαμε δέκα - δέκα τις βιντεοταινίες, και που ανακαλύπταμε, δίχως να έχουμε καν την πρόθεση, όλες τις κλασσικές φάτσες του Αμερικάνικου και του Ευρωπαϊκού κινηματογράφου. Τότε έπεσα πάνω στη γλυκιά της φατσούλα με το χαρακτηριστικό κοντό μαλλάκι. Ήταν σε ένα θρίλερ με τον Αλέν Ντελόν - ο τελευταίος ήταν γιατρός σε μια χλιδάτη κλινική για πλουσίους που τους ανανέωναν, λέει, τα κύτταρα, σκοτώνοντας... φτωχους θνητούς. Αδιάφορη η ταινία. Αλλά η φάτσα της είχε "κάτι". Με τραβούσε αυτό το στυλ από μικρό (που να ξερα...).

Αργότερα ανακαλύπτω το "Δεν υπάρχει καπνός χωρίς φωτιά", του Αντρέ Καγιάτ (με τον οποίο γύρισε πολλές ταινίες) - πρώτα σε μια κριτική του Μπάμπη Ακτσόγλου και μετά στο VHS της εταιρίας Νεα Κίνηση. Εχω κολλήσει μαζί της και την αναζητώ παντού: σε κωμωδιούλες με την Μπριζίτ Μπαρντό, σε φάρσες με τον Λουί Ντε Φινές, στο Βισκοντι-κό Ρόκο, σε τυπικά ευρωπαϊκές δραματικές περιπέτειες σαν τον Τσιγγάνο, πάλι με τον Ντελόν, σε ιταλικές πικρές κωμωδίες όπως το Μεγάλο Μποτιλιάρισμα, ακόμη και σε μια περιπέτεια τύπου Τσαρλς Μπρόνσον, με την ίδια να φορά δερμάτινο μπουφάν και να ξεπαστρεύει κακοποιούς στα 50 της - δε θυμαμαι με τίποτα τον τίτλο. Οι Γάλλοι την λάτρεψαν. Και μετά την ξέχασαν.

Μέχρι που τη θυμήθηκε ο Μίκαελ Χάνεκε. Ήταν η μητέρα της Ιζαμπέλ Ιπέρ στη Δασκάλα Του Πιάνου. Και του Ντανιέλ Οτέιγ, στον Κρυμμένο. Μανάδες που τραυμάτισαν τα παιδιά τους - αυτό έβλεπε στο σκαμμένο, αδυσώπητα γερασμένο πρόσωπο της ο Αυστριακός.

Εγώ πάλι έβλεπα το γλυκό εκείνο κορίτσι που ανακάλυψα στα εφηβικά μου χρόνια. Σήμερα έμαθα ότι πέθανε. Μαζί μ'αυτήν, και κάτι δικό μου. Ήταν λέει 80 ετών, "πλήρης ημερών" που λένε κάποιοι. Λες και αυτό σημαίνει κάτι. Η ανυπαρξία είναι ανυπαρξία. Ο χαμός είναι χαμός.

Εχω την εντύπωση πως αυτο το τραγούδι του Αζναβούρ θα της άρεσε.
Έτσι, αυθαίρετα. Οπότε, αυθαίρετα της το αφιερώνω.

A bientôt, ma biche.



Σάββατο 26 Φεβρουαρίου 2011

MEGA ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ

Conversations with remarkable people, v.7: Μαρία Μπέικου



Πριν από πέντε περίπου χρόνια έπεσε στα χέρια μου η πτυχιακή ταινία του Αντρέι Ταρκόφσκι, μια μεταφορά του The Killers του Χέμινγκγουέι. Ένα φιλμ νουάρ 17 λεπτών, μικρό αριστούργημα. Στο τέλος των τίτλων όμως, ένα ελληνικό όνομα φιγούραρε δίπλα στο σκηνοθετικό credit, παρέα με αυτό του Pώσου κινηματογραφιστή: αυτό της Μαρίας Μπέικου. Παθαίνω σοκ. Ποιά Μαρία Μπέικου; Η γνωστή Μαρία Μπέικου; Τελικά ανακαλύπτω πως, ναι, επρόκειτο για το ίδιο πρόσωπο. Μυθική φιγούρα της Ελληνικής Αντίστασης και, στη συνέχεια, του ΕΛΑΣ, που μετά το τέλος του Εμφυλίου, βρίσκεται στη Μόσχα ως ελληνική φωνή της Σοβιετικής Ραδιοφωνίας, διαγράφοντας μια πορεία που διασχίζει την νεώτερη ελληνική ιστορία απ'άκρη σ'άκρη.

Η κουβέντα μου μαζί της, από τις πιο ευχάριστες στιγμές αυτής της δουλειάς.
(Αποσπάσματα δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό Ταχυδρόμος)


Με τη λήξη του Β Παγκοσμίου, εσείς βρίσκεστε πάλι στα βουνά.

Ήμουν μαθήτρια γυμνασίου όταν οργανώθηκα στην Αντίσταση και, με το τέλος του πολέμου, ξεκίνησαν οι διωγμοί, η λευκή τρομοκρατία. Έφυγα για Ρούμελη. Η αποστολή μας ήταν να κρατάμε τον εχθρό στις κάτω περιοχές, ώστε οι άλλες μάχες μας να είναι νικηφόρες. Επί τρεις μήνες πολεμούσαμε το πρωί, με τα πιο σύγχρονα όπλα απέναντι μας, που δε μας άφηναν σε χλωρό κλαρί. Και το βράδυ πορεία. Τρεις μήνες χωρίς σταματημό. Και ο Εθνικός Στρατός περνώντας από τα χωριά, έμπαινε στα σπίτια και πυροβολούσε τους τεντζερέδες.... Η πείνα και η ξυπολυσιά δεν περιγράφεται.

Ήσασταν τυχερή που επιβιώσατε.

Ήταν τυχαίο . Έχετε δίκιο. Πήραμε βέβαια το Καρπενήσι και μετά έγινε και η πανελλαδική συνδιάσκεψη γυναικών στο Βίτσι.

Ήσασταν παρούσα εκεί;

Ναι, φυσικά και πήγα. Αρρώστησα όμως. Δεν μπορούσα να επιστρέψω στη Ρούμελη. Είχε αρχίσει άλλωστε να... φθείρεται το πράγμα. Και στο τέλος του '49 ήρθε η ήττα. Η πιο θλιβερή στιγμή της ζωής μου, τότε που παρέδωσα τα όπλα. Στη Βάρκιζα ήταν... Μας έβαλαν σε πλοία και αφού περάσαμε τα Δαρδανέλια και την Κασπία φτάσαμε, με τρένο, στη Τασκένδη.

Δύσκολη η προσαρμογή;

Ε, ήταν κάτι το άγνωστο για εμάς. Δύσκολα χρόνια – εργαζόμουν σε ένα εργοστάσιο τότε. Ζούσαμε σε θαλάμους, δίπλα στα εργοστάσια - νομίζω ότι είχαν κατασκευασθεί από τους Ιάπωνες, τα χρόνια του Πολέμου. Ήμουν στην 4η Πολιτεία και η δουλειά μου ήταν να επενδύω ηλεκτρικά καλώδια με λάστιχο. Αλλά ο κόσμος μας αγκάλιασε. Ήμασταν μαθημένοι στη δουλειά κι εμείς, αλλά μας περιποιήθηκαν πάρα πολύ. Θυμάμαι, μας ρωτούσαν, τι θέλετε να φάτε; “Φασόλια” τους λέγαμε, αλλά δεν ήξεραν πως να τα φτιάξουν οι άνθρωποι. Ε, μετά ζητήσαμε και μάγειρα, και μας τον έφεραν! Που και που έβλεπα στα χωράφια κάτι ραδίκια τεράστια που τα λιμπιζόμουν... Αλλά δεν μ' άφηναν να τα κόψω. “θα πάθεις τίποτα” μου έλεγαν. Δεν ήξεραν ότι εμείς τα τρώγαμε... Από την άλλη βέβαια, κάποιες κοπέλες δεν έβγαιναν από τους θαλάμους τους. “Γιατί μας φέρατε εδώ;” έλεγαν... Κι όμως, στο τέλος ο κόσμος προσαρμόστηκε, Πολλοί σπούδασαν έγιναν σπουδαίοι επιστήμονες σε όλους τους τομείς. Ήμασταν και είμαστε περήφανοι γι αυτό. Για όλα είμαστε περήφανοι...

Και πως βρεθήκατε στη Μόσχα;

Χάρη στη φωνή μου! Η Ραδιοφωνία χρειαζόταν μια γυναικεία φωνή. Έτσι, μετά από διαγωνισμό, με επέλεξαν για να παρουσιάζω την ελληνική εκπομπή του Σοβιετικού ραδιοφώνου.

Ποιά γεγονότα κάλυπτε αυτή η εκπομπή;

Τα πάντα. Ό,τι συνέβαινε στον κόσμο. Συνολικά μεταδίδαμε τρεισήμισι ώρες ελληνικού προγράμματος κάθε μέρα. Εκεί, δύο πράγματα τους ζήτησα. Να γραφτώ στο κινηματογραφικό ινστιτούτο, και να μπορώ να στέλνω λεφτά στον άνδρα μου, τον Γεωργούλα Μπέικο, που ήταν φυλακισμένος.

Πόσο καιρό πέρασε στη φυλακή;

Τον άνδρα μου έκανα να τον δω πολλά χρόνια – δεκατέσσερα από αυτά ήταν φυλακισμένος. Και όταν βγήκε, τον διαπίστευσαν στη Μόσχα γιατί εγώ δεν είχα διαβατήριο – κανένας από εμάς τους πολιτικούς πρόσφυγες δεν είχε – αλλά ευτυχώς, ο Λεωνίδας Κύρκος, με τον οποίο ήταν στο ίδιο κελί, βοήθησε και τον διαπίστευσαν ως ανταποκριτή της Αυγής. Τον παίδεψαν ενάμισι χρόνο όμως. Δεν του έδιναν διαβατήριο. Του έλεγαν “να φύγεις και να μην ξανάρθεις”. Και εκείνος έλεγε “εγώ είμαι έλληνας πολίτης”. Και μια μέρα έλαβα το τηλεγράφημα από τον Λεωνίδα που έλεγε “έρχεται με το τάδε πλοίο στην Οδησσό, να πας να τον συναντήσεις”. Πολύ αργότερα έμαθα ότι ο άνδρας μου ήταν καταδικασμένος σε θάνατο...

Απερίγραπτη η συγκίνηση φαντάζομαι.

Θα ανταμώναμε ύστερα από δεκάξι χρόνια, καταλαβαίνετε. Το πρωί της 6ης Απριλίου θα έφτανε το καράβι. Και, το προηγούμενο βράδυ, με πήγαν ο Αντρέι (Ταρκόφσκι) και η γυναίκα του η Ήρα, σε ένα γεωργιανό εστιατόριο. Έτρεχαν τα δάκρυα, έκλαιγε και η Ήρα. “Μάσα, όλα θα πάνε καλά” μου έλεγε ο Αντρέι. Ο οποίος είχε μια... “συνήθεια”. Όπου πήγαινε, έπαιρνε κάτι. Ένα σταχτοδοχείο, ένα κλειδί, τέτοια μικροπράγματα.

“Ενθύμια”, ας πούμε.

Ναι, ενθύμια! Είχε γεμίσει το σπίτι του με αυτά. Και πήρε ένα πιρούνι και... μου το χάρισε για γούρι, αντί να το κρατήσει. Με πήγαν στο αεροδρόμιο, με έβαλαν στο αεροπλάνο και έφυγαν... Και όταν γυρίσαμε μαζί στη Μόσχα, φτάνω στο σπίτι και βλέπω μια παροικία ελληνική: ο Γιώργος Σεβαστίκογλου με τη γυναίκα του, ο Μάνος ο Ζαχαρίας, ο Δημήτρης ο Σπάθης, ένα τραπέζι γεμάτο με ότι μπορούσε να βρεθεί εκείνα τα χρόνια... Και ο Αντρέι φυσικά.

Πως πρωτογνωριστήκατε με τον Ταρκόφσκι;

Την πρώτη μέρα που μαζευτήκαμε στη σχολή κινηματογράφου. Ο σπουδαίος Μιχαήλ Ρομ συγκέντρωσε δεκαπέντε μαθητές για εκείνη τη χρονιά. Ήμασταν πέντε κορίτσια και δέκα αγόρια. Και ζήτησε από τον καθένα μας να πει δυο λόγια για τον εαυτό του. Από που κρατάει η σκούφια του, που λέμε. Ήρθε και η σειρά μου, και άρχισα να μιλώ για την Ελλάδα, την αντίσταση, τις δυσκολίες που πέρασε η χώρα μας στη διάρκεια της Κατοχής, για τα χρόνια μου στον ΕΛΑΣ και στον Δημοκρατικό Στρατό, αλλά και για όλα αυτά που τραβήξαμε μετά. Τις επεμβάσεις, τον εμφύλιο... Τα έχασαν! Συνειδητοποίησα εκείνη τη στιγμή ότι δεν είχαν γνώριζαν τίποτα για την Ελλάδα, κι ας πέρασαν τον ίδιο πόλεμο που περάσαμε κι εμείς... Ο Ρομ με συμπάθησε αμέσως. Και έλεγε στα παιδιά: “την Μαρία να την προσέχετε!”. Οι συμμαθητές μου με πολιόρκησαν. Όλοι ήθελαν να μάθουν για την Ελλάδα. Και περισσότερο απ'όλους, ο Αντρέι. Γίναμε αμέσως φίλοι. Όπως και με την μετέπειτα γυναίκα του, την Ίρμα. Με βοηθούσαν πολύ και με τα διαβάσματα μου, γιατί δεν γνώριζα ακόμη τόσο καλά τη γλώσσα. Ο Αντρέι που λέτε, ενδιαφέρθηκε πολύ για την Ελλάδα. Ήξερε τους αρχαίους συγγραφείς βέβαια, ήταν πολύ διαβασμένος, αλλά τον ενδιέφερε πολύ η σύγχρονη Ελλάδα. Τέλος πάντων, έτσι ξεκίνησαν οι σπουδές μου.

Με την δουλειά στο ραδιόφωνο πως τα φέρνατε βόλτα;

Μου έφτιαξαν ένα πρόγραμμα κάπως ελαστικό, αρκετά έτσι ώστε να μην χάνω τα μαθήματα και να βρίσκομαι εγκαίρως στο ραδιόφωνο για την ελληνική εκπομπή. Ούτε πρόβες έχανα, ούτε εξετάσεις. Με βοήθησαν πολύ οι συμμαθητές μου.

Ήταν δημοφιλής στη σχολή ο Ταρκόφσκι;

Πάρα πολύ. Γιατί είχε χιούμορ! Ήταν από τα πειραχτήρια, που λέμε... Αλλά και φίλος καλός. Με ρωτούσε συχνά για τον άνδρα μου, τον Γεωργούλα Μπέικο

Και πως αποφασίσατε να γυρίσετε μαζί μια μικρού μήκους ταινία;

Κοιτάξτε, στο τρίτο έτος της σχολής, o καθένας μας έπρεπε να γυρίσει από μια ταινία μικρού μήκους. Για την ακρίβεια, ο όρος ήταν “100 μέτρα φιλμ”. Τότε είχε μόλις μεταφραστεί ο Χέμινγκγουέι στη Μόσχα και οι “Φονιάδες” 'ήταν ένα διήγημα που γοήτευσε τον Αντρέι. Ο οποίος ήρθε και με βρήκε λέγοντας μου “Μάσα, από το να κάνουμε ο καθένας τα δικά του, θα ήταν καλό να μαζευτούμε τρεις και να γυρίσουμε αυτό”. Πήγαμε στον Ρομ, του ζητήσαμε την άδεια και αυτός μας το επέτρεψε. Θυμάμαι ότι έψαχνα να βρω μπουκάλια με δυτικές ετικέτες και όχι με σοβιετικές, για να διαμορφώσω τον χώρο του μπαρ – ζήτησα βοήθεια απ'όλους τους συναδέλφους μου στο ραδιόφωνο!

Η φιλία σας όμως συνεχίστηκε και μετά την αποφοίτηση σας.

Ναι, βέβαια. Ερωτεύτηκε άλλωστε τόσο πολύ την Ίρμα... Μόνο εγώ το ήξερα! Και προσπαθούσα να πείσω την Ίρμα να... ανταποκριθεί κάπως. Τον φοβόταν τον Αντρέι, όμως τελικά ενέδωσε. Εμείς βέβαια νομίζαμε ότι μονάχα οι τρεις μας το γνωρίζαμε, αλλά ο κόσμος το'χε τύμπανο... Μετά γύρισε τα Παιδικά Χρόνια του Ιβάν και ήρθε η παγκόσμια αναγνώριση με το βραβείο στη Βενετία.

Τα χρόνια που ακολούθησαν, πως ζήσατε εσείς τον Ταρκόφσκι;

Μαζευόμασταν σπίτι μου για καιρό. Ήμουν η μόνη που είχε διαμέρισμα στην παρέα, ο Αντρέϊ έμενε με την μητέρα του και την αδελφή του. Καταπληκτική γυναίκα η μάνα του, έκανε τα πάντα για τα παιδιά της. Οι γονείς του ήταν χωρισμένοι, ξέρετε. Και η αγάπη προς την μάνα “έγραψε” στον Ιβάν. Και στον Καθρέφτη ακόμη περισσότερο. Μετά τον Ιβάν πάντως συγκεντρωνόμασταν στο διαμέρισμα μου, και εκεί έγινε η προετοιμασία για τον Αντρέι Ρουμπλιόφ. Είχε φέρει ο Αντρέι παράνομα στη χώρα μία Βίβλο από τη Βενετία! Ταλαιπωρήθηκε πολύ με αυτή την ταινία...

Δεν άρεσε καθόλου στο καθεστώς.

Του ζητούσαν συνεχώς να την κόψει και αυτός αρνιόταν. Έτσι έμεινε δυο χρόνια η ταινία στο ράφι. Τους ενοχλούσαν πολύ οι παγανιστικές νύξεις, το θρησκευτικό της συναίσθημα... Λες και δεν ήταν η εποχή τέτοια! Δεν καταλάβαιναν το κακό που έκαναν....

Μέχρι που αναγνωρίστηκε η αξία της στο εξωτερικό.

Μα μονάχα τότε υποχωρούσαν! Αλλά και τότε τι έκαναν; Έθαβαν την ταινία στη κυριολεξία, ακόμη και όταν επέτρεπαν την προβολή της. Γιατί κάθε έξοδο μιας ταινίας οφείλει να συνοδεύεται από κάποια διαφημιστική προπαγάνδα. Ε, για τον Ρουμπλιόφ δεν ακούστηκε λέξη. Βγήκε η ταινία σε ελάχιστες, απόμακρες αίθουσες, δίχως να γραφτεί το παραμικρό στις εφημερίδες, ούτε λέξη για το ποια είναι αυτή η ταινία!

Είχε και με τις επόμενες ταινίες του ανάλογα προβλήματα;

Όχι, όχι τόσο σημαντικά τουλάχιστον.

Αναγκάστηκε όμως να αφήσει τη Ρωσία. Ή κάνω λάθος;

Δεν αναγκάστηκε! Απλά, όταν η ταινία του, η Νοσταλγία, προτάθηκε για βραβείο στις Κάννες, ο Σεργκέι Μποντρατσούκ (σ.σ. του επικού “Πόλεμος και Ειρήνη”) ψήφισε εναντίον του. Και αυτός ένιωσε προσβεβλημένος που ένας ρώσος συνάδελφος τον “έριξε” έτσι. Με παρακίνηση της δεύτερης γυναίκας του, την οποία ποτέ δεν γνώρισα, άφησε την Ρωσία. Και ήταν δυστυχισμένος γι'αυτό. Η ασθένεια που τον χτύπησε, για μένα, οφείλεται και στο μαράζι του αυτό. Με είχε πάρει τηλέφωνο όταν γύριζε τη Θυσία και μου είχε πεί “ετοιμάζω μια ταινία που θα σου αρέσει πολύ”. Και θυμόμασταν τα χρόνια μας στη σχολή, τότε που δουλεύαμε αυτοσχεδιαστικά, πάνω σε ιστορίες που τους έλεγα από τα χρόνια μου στην Αντίσταση...

Σκέφτομαι συχνά το πως αξιοποίησε κινηματογραφικά το τραύμα του Β Παγκοσμίου Πολέμου το ιταλικό σινεμά, με τα νεορεαλιστικά αριστουργήματα του (“Ρώμη, ανοχύρωτη πόλη”, “Κλέφτης ποδηλάτων”) σε σχέση μ'εμάς.

Ούτε κι εγώ το κατάλαβα! Αυτή η πλήρης απαξίωση... Είναι μεγάλο παράπονο μου αυτό. Για όλους μας είναι. Για όλους εμάς που μείναμε ζωντανοί, που βιώσαμε αυτή την περιπέτεια. Ελάχιστες οι εξαιρέσεις, με κυριότερη το “Ξυπόλυτο Τάγμα”. Γύρισε βέβαια ο Αγγελόπουλος εκείνη την τριλογία που αναφέρεται σ'αυτά τα γεγονότα αλλά αυτό είναι σταγόνα του ωκεανού.

Έστω... Σας καλύπτουν εσάς αυτές οι ταινίες; Του Αγγελόπουλου εννοώ.

Όχι, δεν με καλύπτουν. Πως να σας το πω... Είναι περισσότερο ένα άλλο βλέμμα πάνω στην Ιστορία, αλλά την ίδια την Ιστορία, όχι, δεν αισθάνομαι ότι την αξιοποίησε. Εμείς, οι Έλληνες, είχαμε την πιο δυνατή αντίσταση σε σχέση με όλους τους άλλους Ευρωπαίους. (Σ.σ.: την πιάνω να χαμογελάει)

Γιατί χαμογελάτε;

Ξέρετε, άνοιξα την τηλεόραση τις προάλλες, και έπεσα πάνω στον Μητσοτάκη. Τον έπιασα να μιλά για την ξεχωριστή δράση των Ελλήνων, των Ρώσων και των Γιουγκοσλάβων. Και τα έχασα. Ήταν λίγο περίεργο. “Μωρέ μπράβο”, σκέφτηκα. Ακόμη και ο Μητσοτάκης το παραδέχεται...


Σήμερα

Αυτά, λέει, σας άρεσαν:

Ετικέτες