Πέμπτη 24 Φεβρουαρίου 2011

Conversations with remarkable people, v.6: Τζόελ & Ίθαν Κόεν

Ο ένας κόβει, ο άλλος ράβει. Όπως στις ταινίες τους, έτσι και στις συνεντεύξεις. Οι Τζόελ και Ίθαν Κόεν, το δίδυμο που άλλαξε το πρόσωπο του ανεξάρτητου αμερικανικού κινηματογράφου με το Μόνο Αίμα το 1984, για να γνωρίσει την παγκόσμια καταξίωση με διαμάντια όπως το “Barton Fink” και ο “Μεγάλος Λεμπόφσκι” (διασκεδάζοντας πάντα με την ανθρώπινη βλακεία) και, εντέλει, την αναγνώριση της αμερικανικής ακαδημίας κινηματογράφου με την οσκαρική βράβευση του Καμμιά Πατρίδα Για Τους Μελοθάνατους. Βρίσκονται απέναντι μου, για το“A serious man” : Φιλμ γραμμικό αλλά και γεμάτο ερωτηματικά. Tους πέτυχα στο Λονδίνο, τον Οκτώβριο του 2009 με αφορμή την προβολή της ταινίας τους στο BFI Festival. Ο Τζόελ είναι ο πιο σοβαρός. Το χαμόγελο του, όποτε εμφανίζεται, άκρως ειρωνικό. Ο Ίθαν είναι ο “κοινωνικός”. Έχει σαφώς περισσότερη όρεξη από τον αδελφό του, και πιο παιχνιδιάρικη διάθεση. Αλληλοσυμπληρώνονται όμως μαγικά. Μετά από δέκα λεπτά κουβέντας μαζί τους, δεν θα μπορούσες να φανταστείς τον έναν χωρίς τον άλλο.


Διάβαζα την κριτική για το A Serious Man στο Variety. Γράφει: “όταν έχεις κερδίσει Όσκαρ καλύτερης ταινίας, τότε γυρίζεις ένα φιλμ σαν αυτό”. Εννοούσε πως, μετά την “αβάντα” του βραβείου είχατε την άνεση να κάνετε ότι θέλατε. Πάντα αυτό δεν κάνατε όμως;

Τζόελ
: Στην πραγματικότητα το σενάριο του Serious Man γράφτηκε πρίν αυτό του Καμιά Πατρίδα Για Τους Μελοθάνατους και απλά από τύχη προέκυψε οι ταινίες να γυριστούν με τη σειρά που γυρίστηκαν. Ξέρεις, υπάρχουν χιλιάδες λόγοι που μια ταινία γυρίζεται φέτος και η άλλη μετά απο δέκα χρόνια. Λόγοι που έχουν να κάνουν με την διαθεσιμότητα των ηθοποιών, με το κομμάτι της παραγωγής, τα logistics που λέμε... Να σου πω την αλήθεια, και σε μένα φάνηκε πολύ περίεργο αυτό το κείμενο, δεν το πολυκατάλαβα.

Καλά, έχουν γραφτεί και χειρότερα. Διάβαζα μια συνέντευξη του Γκοντάρ για παράδειγμα. Λέει ότι σιχαίνεται τις ταινίες σας.

Ίθαν
: Αλήθεια, είπε τέτοιο πράγμα;

Ναι. Σας αναφέρει μάλιστα μαζί με τον Έιμπελ Φεράρα. Τον σιχαίνεται κι αυτόν. Θεωρεί ότι οι ταινίες σας δεν έχουν τίποτε ουσιαστικό να πουν, και, ως εκ τούτου, δεν έχουν κανένα λόγο ύπαρξης.

Ίθαν
: Και χρησιμοποίησε αυτήν ακριβώς τη λέξη;

Ορίστε, σας έχω φυλάξει το απόσπασμα.

(το διαβάζουν)

Τζόελ (κοιτάζοντας τον Ίθαν): Πως σου φαίνεται;

Ίθαν: Ε... Δεν ξέρω. Είναι λίγο αστείο, δεν είναι; Θέλω να πω, το να σε θάβει ένας τόσο σπουδαίος σκηνοθέτης σαν τον Γκοντάρ, σου προσδίδει μιαν αξία, σωστά; (Σ.σ.: αρχίζει να τον πιάνει νευρικό γέλιο!). Τα βάζει και με τον Φεράρα. Τι του έφταιξε ο κακομοίρης ο Φεράρα; The poor bastard! Σκέφτομαι, στην επόμενη ταινία μας να έχουμε και μια σκηνή με τον Γκοντάρ! Στους τίτλους τέλους! Θα τους βλέπει σε μια κινηματογραφική αίθουσα, και καλά ως θεατής, και θα κατεβάζει μπινελίκια!

Τζόελ: Πάντως δεν είναι και τόσο περίεργο. Όχι το ότι μας σιχαίνεται, αλλά το ότι χρησιμοποίησε αυτή την έκφραση. Είναι παθιασμένος άνθρωπος. Το βλέπεις στις δηλώσεις του, το βλέπεις στο σινεμά του. Συχνά βλέπω ταινίες που δεν μου λένε τίποτα, αλλά δεν νιώθω “σιχαμάρα” γι αυτές. Ένας άνθρωπος σαν τον Γκοντάρ, φαντάζομαι, δεν έχει άλλη επιλογή. Είναι πάντα θετικό να τσαντίζεις κάποιον όμως. Και όσο πιο μεγάλο κεφάλι είναι αυτός που τσαντίζεις, τόσο το καλύτερο!

Γελάτε συχνά με αυτά που λένε για τις δουλειές σας;

Τζόελ
: Εμμ... μερικές φορές. Κυρίως με το πόσο αλλόκοτα φαντάζουν σε σχέση με αυτό που είχαμε στο μυαλό μας. Γελάμε όχι επειδή κάποιες κριτικές μας φαίνονται γελοίες, αλλά επειδή είναι λίγο σουρεαλιστικές για μας.

Για τη νέα σας ταινία, τι έχουν γράψει;

Ίθαν
: Κάποιοι είπαν ότι είναι η πιο “σοβαρή” μας ταινία. Που, αν το σκεφτείς, έχει πολλές χιουμοριστικές στιγμές, σε αντίθεση με το “οσκαρικό” μας φιλμ.

Τζόελ: Και το Πέρασμα Του Μίλερ μου φαίνεται πιο “σοβαρό”.

Ίθαν: Α, ναι, έχεις δίκιο.

Τζόελ: Ίσως είναι η πιο προσωπική μας ταινία. Βασίζεται πολύ σε δικά μας βιώματα. Μεγαλώσαμε σε ένα τέτοιο εβραϊκό προάστειο στη δεκαετία του 60 (σ.σ.: την περίοδο που διαδραμματίζεται και το φιλμ). Και στηρίξαμε το σενάριο μας σε πρόσωπα και αναμνήσεις από εκείνα τα χρόνια.

Γυρνάτε συχνά στις παιδικές σας αναμνήσεις;

Ίθαν
: Νομίζω πως όχι... Είναι ίσως η πρώτη φορά που κάνουμε κάτι τέτοιο. Αν και μας κάνουν συχνά αυτη την ερώτηση. Υπάρχουν πάντως εδώ κάποιοι χαρακτήρες που μεταφέρθηκαν ατόφιοι στην οθόνη. Ο ηλικιωμένος ραβίνος στο τέλος για παράδειγμα είναι μια τέτοια μορφή. Και το σύστημα melticolous (σ.σ.: σύστημα poker που εφευρίσκει ένας εκ των χαρακτήρων) υπάρχει πραγματικά. Το είχε γράψει ένας τύπος εξίσου “κουνημένος” με αυτόν στο φιλμ. Παράξενο, ε;

Πάντως, η τραγωδία και φάρσα λειτουργούν σαν συγκοινωνούντα δοχεία στα έργα σας.

Τζόελ
(μουρμουράει): “Τραγωδία και φάρσα”...

Ίθαν: Δεν το σκεφτόμαστε έτσι. Και δεν νομίζω ότι τα διαχωρίζουμε καν. Απλά σκεφτόμαστε την ιστορία, η ιδέα έρχεται πρώτη. Τα υπόλοιπα σχεδόν προκύπτουν από μόνα τους.

Τζόελ: Μπορώ να σου πω πως δεν είμαστε δογματικοί. Καθόλου. Δεν θέτουμε κανέναν φραγμό. Δεν θα μας ακούσεις ποτέ να λέμε ο ένας στον άλλο, “όχι, δεν μπορείς να κάνεις χαβαλέ με αυτό”, ή, “μην χαλάσεις αυτή τη δραματική στιγμή”!

Αγαπάτε τους ήρωες σας;

Ίθαν
: Τι παράξενη ερώτηση! Δεν ξέρω τι να σου απαντήσω, θέλω να πω πως δεν πρόκειται για υπαρκτά πρόσωπα και έτσι δεν θα μπορούσαμε να τους αγαπήσουμε όπως, λόγου χάρη, τους φίλους μας.

Μήπως τότε είστε απλά μισάνθρωποι;

Ίθαν
: Δεν ξέρω, είμαστε;

Τζόελ: Το έχουν γράψει και αυτό για εμάς. Hey, πόσα αρνητικά δημοσιεύματα έχεις μελετήσει;

Αρκετά, αλλά μου έχουν μείνει μάλλον τα πιο "χτυπητά".

Τζόελ
: Δεν καταλαβαίνω την λογική πίσω από έναν τέτοιο χαρακτηρισμό. Τι, επειδή δεν έχουμε δηλώσει ότι αγαπάμε τους ήρωες μας; Γι αυτό λες να “τ'ακούμε”;

Ίθαν: Επειδή δεν σου λέμε ότι τους αγαπάμε, δεν σημαίνει ότι τους μισούμε κιόλας. Ούτε αυτό είναι αλήθεια. Μας ενδιαφέρει να λειτουργούν δραματουργικά, αυτό είναι το βασικότερο.

Γι αυτό τους βασανίζετε τόσο;

Ίθαν
: Ε, ναι, γι αυτό! Αν δεν συμβεί κάτι στους χαρακτήρες σου, αν δεν “πάθουν” κάτι, η ιστορία δεν θα “τσουλήσει”!

Τον Μάικλ πάντως εδώ τον λυπήθηκα. Και θέλει τόσο πολύ να τον πάρουν επιτέλους στα σοβαρά, να γίνει ο Serious Man του τίτλου σας. Τι σημαίνει αλήθεια να είναι κανείς “σοβαρός”;

Ίθαν
: Δεν μπορείς να είσαι σίγουρος σε ποιον αναφέρεται ο τίτλος. Υπάρχει μια αμφισημία σ'αυτό. Όπως υπάρχει αμφισημία και στο τι σημαίνει να είναι κανείς σοβαρός.

Ε, γι αυτό σας τα χώνει ο Γκοντάρ.

Τζόελ
: Ίσως τελικά αυτός να είναι πιο δογματικός απ'ότι φανταζόμασταν.

Και τα σενάρια σας δεν είναι. Και να μην ξέρει κάποιος ότι παρακολουθεί ταινία σας, άνετα μπορεί να το μαντέψει. Η γραφή σας είναι άκρως αναγνωρίσημη, και το αμερικανικό σινεμά σήμερα δείχνει τόσο ομογενοποιημένο. Πείτε μου, σας βάζουν καθόλου “χέρι” τα στούντο που συνεργάζεστε;

Ίθαν
: Ευτυχώς όχι. Εμείς τους πηγαίνουμε το σενάριο, και αυτοί είτε το εγκρίνουν, είτε όχι. Από τη στιγμή που θα πουν το ok πάντως, εμείς προχωράμε με την κεντρική μας ιδέα, δίχως ιδιαίτερες παρεμβάσεις. Θα μπορούσες να πεις ότι είμαστε τυχεροί. Τα πράγματα όμως γίνονται όλο και πιο συντηριτικά στο Χόλιγουντ. Δεν ξέρω αν θα έχουμε για πάντα αυτή την άνεση.

Έχετε κάνει όμως και “παραγγελιές” για στούντιο. Τα “Ακαταμάχητη Γοητεία” και “Η συμμορία των πέντε” είναι αντιπροσωπευτικά παραδείγματα. Θεωρούνται μάλιστα και τα “στραβοπατήματα” της καριέρας σας.

Τζόελ
: Ναι, αλλά είναι οι αγαπημένες του Γκοντάρ (γέλια).

Ίθαν: Για εμάς είναι άλλες δυο ταινίες μας. Η μία εξ αυτών βέβαια δεν τα πήγε και τόσο καλά στα ταμεία, αλλά τι να κάνεις; Συμβαίνει. Κάποιες ταινίες σου θα κάνουν εισιτήρια, κάποιες όχι. Επίσης, όπως ανέφερες, είναι δύο ταινίες που δεν βασίστηκαν σε δικά μας σενάρια. Και στις δυο περιπτώσεις μας προσσέγγισαν κάποια στούντιο που θεώρησαν πως εμείς θα μπορούσαμε να προσθέσουμε “κάτι” παραπάνω.

Τζόελ: Κάθε ταινία ξεκινάει με τον δικό της τρόπο. Απλά έτσι έτυχε σ'αυτες. Είναι όμως δικές μας ταινίες, φέρουν την υπογραφή μας. Το ότι ο κόσμος δείχνει να τις διαχωρίζει είναι κάτι που δεν με βρίσκει σύμφωνο. Η “Συμμορία των Πέντε” δεν είναι λιγότερο ταινία των αδελφών Κοέν από το “Καμιά Πατρίδα Για Τους Μελοθάνατους” ή το “Barton Fink”.

Υπερασπίζεστε τις ταινίες σας; Σας αρέσουν όλες;

Τζόελ
: Όχι. Δεν μας αρέσει καθόλου η πρώτη μας ταινία, για παράδειγμα, το “Μόνο Αίμα”. Προσωπικά, θεωρώ ότι είναι μια πραγματικά κακή ταινία! Μου φαντάζει προχειροφτιαγμένη, και είναι γεμάτη λάθη. Δεν είχαμε και εμπειρία όμως, είναι λογικό να της λείπει κάποια φινέτσα.

Θα κάνατε ποτέ μια ταινία τρόμου; Μια “καθαρή” ταινία, ένα genre film όπως λένε.

Τζόελ
: Ναι, εγώ προσωπικά θα γούσταρα να γυρίσω ένα καθαρόαιμο horror. Είμαστε και κολλητοί με τον Σαμ Ρέιμι (σ.σ.: σκηνοθέτη του Spiderman αλλά και των Evil Dead και Drag Me To Hell), θα μπορούσαμε να δουλέψουμε μαζί κάτι τέτοιο.

Ίθαν: Βασικά υπάρχει μια ιδέα που μας απασχολεί εδώ και λίγο καιρό. Έχει να κάνει με μια Ακαδημία όπου συμβαίνουν δάφορα παράλογα. Αλλά δεν έχουμε γράψει λέξη, απλά το κουβεντιάζουμε.

Τέλος, πότε σκοπεύετε θα γυρίσετε ένα σίκουελ του Μεγάλου Λεμπόφσκι;

Ίθαν
: (γέλια) Αυτό κι αν το ακούμε συχνά. Και η απάντηση είναι πάντοτε η ίδια: ποτέ. Οι χαρακτήρες αυτοί έκαναν τον κύκλο τους, η ιστορία τους έχει ειπωθεί. Sorry guys, that's that.

Winter's Bone (2010) ( * * * * ½ )


Η Αμερικάνικη επαρχία παραμένει ένας τόπος απροσδιόριστος για το Αμερικανικό σινεμά. Πότε είναι μαγικός και γεμάτος φιλόξενους ανθρώπους, και πότε εχθρικός, βάρβαρος και αρρωστημένος. Το Winter’s Bone τον χρησιμοποιεί σαν καμβά, για να αφηγηθεί την ιστορία της Ρι. Το όνομα της μπορεί να μη σας λέει πολλά. Αλλά είναι μια από τις πιο σπαρακτικές ηρωϊκές φιγούρες που ξεπήδησαν από την Αμερικάνικη οθόνη τα τελευταία 20 και πλέον χρόνια. Την ενσαρκώνει η Τζένιφερ Λόρενς. Πιτσιρίκα – δεν την κάνεις πάνω από 19 χρονών. Στο βλέμμα της όμως καθρεφτίζεται η απόγνωση όλου του κόσμου – σου τσακίζει τη καρδιά.

Η Ρι μένει σ’ ένα χαμόσπιτο, μαζί με τα δυο αδέλφια της και μια μητέρα που έχει από καιρό χάσει κάθε επαφή με την πραγματικότητα – μόνο κάθεται και παρατηρεί άλαλη τον κόσμο να αλλάζει. Όλα είναι στη πλάτη αυτού του κοριτσιού. Που τώρα, πρέπει να αφήσει το σπίτι και να αναζητήσει τον πατέρα της – από καιρό εξαφανισμένος, και μπλεγμένος με τον υπόκοσμο της περιοχής. Το κάθαρμα, βλέπετε, έβαλε ενέχυρο το σπίτι τους. Και η Ρι, κινδυνεύει να βρεθεί στο δρόμο, αν δεν τον βρει. Ζωντανό ή νεκρό, δεν έχει σημασία.

Σαν ηρωίδα σε έπος Ομηρικό, η Ρι, στο ταξίδι της, θα περάσει από πολλές δοκιμασίες. Και θα έρθει αντιμέτωπη με το θάνατο. Ούτως η άλλως, θάνατος είναι αυτό που την περικυκλώνει. Όλα γύρω της, σε αποσύνθεση. Μούχλα και σαράκι παντού. Και το μόνο που κάπως θυμίζει ελπίδα, είναι το πείσμα αυτού του κοριτσιού. Και η ακεραιότητα της. Που μέσα από τη δυστυχία, δοκιμάζεται διαρκώς. Αλλά ουδέποτε κάμπτεται. Kαι όταν μέσα από τη δυστυχία και το θάνατο αναδύεται η τρυφερότητα, η λάμψη της μοιάζει θαυματουργή, σαν το φυτό που ανθίζει στο τσιμεντένιο πεζοδρόμιο.

Σε ένα κλίμα βραχείας παραφροσύνης, νοτισμένο με υπόγειο σασπένς, η σκηνοθέτιδα Ντέμπρα Γκράνικ φιλμάρει το τοπίο της ιστορίας της με ανεπιτήδευτη ειλικρίνεια. Καμιά στουντιακή ευκολία, κανένα ψηφιακό παιχνίδισμα, όλα στο εδώ-και-τώρα. Το Winter’s Bone μυρίζει χώμα και νερό. Χώμα και νερό από το οποίο αναδύεται, όχι η επίταση του ιδεώδους, αλλά η εξιδανίκευση του αληθινού. Και η Ρι είναι αληθινή.

No Strings Attached (2011) (0)


Fuck buddy.
Άλλος ένας ορισμός που επέκτεινε το υπερατλαντικό μας λεξιλόγιο.

Φίλος δηλαδή με τον οποίο πηδιέμαι κιόλας, χωρίς καμία δέσμευση, άρα και χωρίς πόνο. Δεν είναι βέβαια απαραίτητα φυγόπονο το ζήτημα: μπορεί και να θες να πηδήξεις μια φίλη σου επειδή τη βρίσκεις ωραία, όχι επειδή τη βρίσκεις ενδιαφέρουσα. Εδώ όμως υπάρχει μια αντίφαση: γιατί να διατηρείς φιλικές σχέσεις με μια κοπέλα που δε βρίσκεις ενδιαφέρουσα; Μόνο και μόνο επειδή έχει ωραία βυζιά; Ερώτημα το οποίο, στη θηλυκή εκδοχή του, αποκρίνεται και στις γυναίκες αναγνώστριες αυτού του κειμένου. Γιατί αν είναι έτσι, εμπρός, ας γλυτώσουμε χρόνο, ας ξεφορτωθούμε την υποκρισία κι ας αρχίσουμε να πηδιόμαστε αδιακρίτως. Αρκεί να είμαστε έτοιμοι να φάμε και τη χυλόπιτα – υπάρχει πάντα κάποιος ομορφότερος. Κι επειδή υπάρχει πάντα κάποιος ομορφότερος, για να γλυτώσεις την παράνοια το δέχεσαι. Και ελπίζεις στην τωρινή ή την επόμενη σχέση να κριθείς γι αυτό που είσαι, όχι συγκριτικά με κάποιον άλλο. Ε και με τους φίλους αυτό γίνεται πιο εύκολα, καταλάβατε;

Αυτά αφήνοντας εντελώς απ'έξω το ζήτημα του έρωτα που όλα τα μπερδεύει και κάποιους μας τρομοκρατεί. Γιατί ο έρωτας προϋποθέτει εμπιστοσύνη που ο χρόνος και η ζωή λαβώνουν. Για τους ίδιους λόγους τρομοκρατεί και τους Νάταλι Πόρτμαν και Άστον Κάτσερ στην ολοκληρωτικά αδιάφορη  κωμωδιούλα αυτή που σκηνοθέτησε ο κάποτε δαιμόνιος και τώρα ασθμαίνων δημιουργικά Ιβάν Ρέιτμαν. Που κάνει μια προσπάθεια να ερμηνεύσει αυτό το φόβο, με απλοϊκές φροϋδικές αναφορές, από αυτές που συνηθίζονται στα φιλμ του είδους (του τύπου, «επειδή ο μπαμπάς δεν στέριωσε με καμία, ας μη στεριώσω κι εγώ», καταλαβαίνετε).

Φυσικά δεν πας να δεις μια ρομαντική κομεντί για να την πάρεις τόσο στα σοβαρά!

Πας και για να διασκεδάσεις, να σαγηνευτείς και να ελαφρύνεις. Και σε κάθε καλή rom-com αναζητάς το καλό πρωταγωνιστικό ζευγάρι που θα σε ξεμυαλίσει. Κρίμα που η ταινία δεν το διαθέτει: τα φιλιά των Άστον Κάτσερ και Νάταλι Πόρτμαν δείχνουν πιο πέτσινα και από γκολ του Ολυμπιακού. Όταν λοιπόν δεν υπάρχει χημεία, ε, να τα χέσεις τα υπόλοιπα. Α, και μια τελευταία παρατήρηση: Η Νάταλι Πόρτμαν είναι και γαμώ τις ηθοποιούς, αλλά τη χαριτωμένη δεν μπορεί να την παίξει. Κρίμα όμως που και η ταινία δεν απαιτεί κάτι περισσότερο απ’ αυτήν.

Κυριακή 20 Φεβρουαρίου 2011

Λίγες μέρες πριν τα Όσκαρ


Από τη στιγμή που οι ταινίες του Χόλιγουντ άρχισαν να μας λένε την Αλήθεια, ο Μύθος του άρχισε να ξεθωριάζει.

Και, ξέρετε, το Χόλιγουντ παλιά ήταν όντως τόπος μυθικός. Οι σταρ έδειχναν απρόσιτοι και “ευλογημένοι”. Ακόμη και η γνώριμη επωνυμία ενός στούντιο αποτελούσε από μόνη της μια εγγύηση. Και κάθε “νέο” από αυτό τον τόπο βρισκόταν με μιας στα στόματα όλων. Όλα αυτά, πριν το νέφος του lifestyle - που έφερε με τη σειρά του το έντυπο (και μετέπειτα το διαδικτυακό) κουτσομπολιό - αποκαθηλώσει τα αστέρια από το βάθρο τους, με την σιωπηλή “συγκατάβαση” του κοινού. Το οποίο κοινό όμως, δεν μπορεί χωρίς το παραμύθι του.

Τα Όσκαρ και, κυρίως, η τελετή τους, υπάρχουν για ικανοποιούν αυτή μας την αναγκαιότητα. Την αναγκαιότητα του να πιστέψουμε ξανά το Χολιγουντιανό παραμύθι έστω και μια μέρα το χρόνο. Γι αυτό, μην πολυγκρινιάζετε στο άκουσμα τους - το έκανα κι εγώ παλιότερα, λάθος μου. Αλληθώριζα μπροστά στο προφανές:

Τίποτα πιο ισχυρό από την ανθρώπινη ανάγκη.

Υ.Γ.: Ο Βασιλιάς θα τα πάρει
- ίσως ο Φίντσερ τσιμπήσει τη Σκηνοθεσία


Παρασκευή 18 Φεβρουαρίου 2011

"Οικόπεδα - δα - δα.... Στη Κερατέα - τέα - τέα..."


"Η Κερατέα είναι πόλη της Αττικής και έδρα του ομώνυμου δήμου. Βρίσκεται στα νότια της Αττικής, χτισμένη στους βόρειους πρόποδες του όρους Πάνειο σε υψόμετρο 190 μέτρων. Απέχει 40 χιλιόμετρα από την Αθήνα με την οποία συνδέεται μέσω της λεωφόρου Λαυρίου και 16 χιλιόμετρα από το Λαύριο. Επίσης απέχει περίπου οκτώ χιλιόμετρα από τις ανατολικές ακτές της Αττικής. Κοντινότερες παραλίες στην Κερατέα είναι η Παραλία Κακής Θάλασσας και η παραλία Δασκαλειού. Ο πληθυσμός της Κερατέας είναι 7.430 κάτοικοι ενώ ο πληθυσμός ολόκληρου του δήμου είναι 13.246"

"Ελάτε να σας "δώσουμε" κι άλλον Αλέξη"
φωνάζουν οι ΜΑΤατζήδες που ορμάνε στα εκεί γεροντάκια.

Η Κερατέα ψηφίζει Θανάση Μπούρα
και Θόδωρο Πάγκαλο.
Αλλά και επαναστατεί.
Ένα εκ των δύο δείχνει ότι έχουν χιούμορ.
Απλά δεν έχω ακόμα καταλάβει ποιό.

Αν κάποιος από εσάς θέλει να απαντήσει σε αυτό,
πριν το κάνει, θέλω πάρα πολύ να
ακούσει αυτό ΕΔΩ

Ο τίτλος παραπέμπει σε διαφημιστικές παρλάτες του Radio Blackman, μεγάλη η Χάρη του.

Πέμπτη 17 Φεβρουαρίου 2011

Pusher III (2005) ( * * )


Σκληρή δουλειά να ντιλάρεις πρέζα. Ακόμα σκληρότερη αν τυχαίνει να είσαι και πρεζάκιας. Ακροβατείς διαρκώς σε μια σπαστική ανάπαυλα της σκέψεως, δίχως να περιμένεις κάποιο πρόσταγμα λογικής – απαραίτητο γι αυτή τη δουλειά. Έτσι, καταντάς να κρεμάς ανάποδα Πολωνούς νταβατζήδες και να τους κόβεις το λαιμό, αφήνοντας τους να ξεματώσουν σαν τα γουρούνια. Και άντε μετά να μπουκώνεις το σκουπιδοφάγο σου με τα σπλάχνα τους…. Κωλοδουλειά σας λέω.

Αυτή είναι η μόνη αίσθηση που απεκόμισα από αυτό εδώ το τρίτο μέρος της διαδικτυακώς πολυσυζητημένης ταινίας του Νίκολας Βίντινγκ Ρεφν. Σκηνοθέτης αναμφίβολα ταλαντούχος. Η ταινία του, γυρισμένη «στο χέρι», διαθέτει μια αναντίρητη αμεσότητα, ενώ το φιλμογραφικό του timing σε κόβει φέτες: δεν υπάρχει δευτερόλεπτο για πέταμα στο Pusher 3. Γι αυτό και απογοητεύεσαι τόσο όταν, έχοντας συνέλθει από το σοκ, συνειδητοποιείς ότι δεν υπάρχει και καθόλου ψαχνό.

Εδώ, ένας μεσήλικας σέρβος πρεζέμπορας προσπαθεί να ξεφορτωθεί ένα φορτίο με χάπια Ecstasy, προσπαθώντας παράλληλα να διατηρήσει την κυρίαρχη θέση του στον υπόκοσμο της Κοπεγχάγης. Όταν όμως ο Τούρκος συνεργάτης του τον προδίδει, αναγκάζεται να προσφέρει τις υπηρεσίες του σε μια νεότερη «συμμορία» με βαρύ αντάλλαγμα. Όλος ο φιλμικός χρόνος αποτυπώνει ένα 24ωρο από τη ζωή του – βλέπετε, ο «ήρωας» μας προσπαθεί παράλληλα με όλα αυτά, να ετοιμάσει ένα πάρτι γενεθλίων για την κόρη του.

Όλα βέβαια μπορεί να δείχνουν σκατά, αλλά μέσα στη φούρια του, ο Ρεφν ξεχνά να μας πει το σημαντικότερο: ο εγκληματίας μπορεί να διαπράττει το έγκλημα, αλλά η κοινωνία το προετοιμάζει. Αυτό δεν υπάρχει ούτε ως αφηρημένη έννοια στο εντυπωσιακό, κατάμαυρο αλλά και κούφιο φιλμ του. Και μην ακούω περί συγκρίσεων με τον Σημαδεμένο! Η ταινία του Ντε Πάλμα είναι δομημένη σαν γνήσια τραγωδία! Εδώ δράμα δεν υπάρχει. Μόνο μια ρεαλιστική καταγραφή που όμως, εφόσον δεν έχει τίποτα πραγματικά να πει, μοιάζει με κινηματογραφική άσκηση ύφους και τίποτα παραπάνω. Life sucks, and then you're high.

Αυτά, λέει, σας άρεσαν:

Ετικέτες