Κυριακή 29 Μαΐου 2011
"Heil honey, I'm home"
Κι όμως κάποτε κάποιοι σκέφτηκαν να στήσουν ένα sitcom με θέμα
τη ζωή του Χίτλερ και της Εύα Μπράουν.
Ακυρώθηκε αμέσως μετά το πρώτο επεισόδιο.
Το κλιπάκι από το φοβερό και τρομερό "The Cinema Snob".
Πέμπτη 26 Μαΐου 2011
The Tree of Life (2011) ( * * * * * )
Ο κόσμος είναι αιώνιος. Ενιαίος. Κι όσο κατοικείται από τον Άνθρωπο, άλλο τόσο θα «εποπτεύεται» από το «Θεό» – κι ας μην προσπαθήσουμε να «σχολιάσουμε» το ποιος τελικά δημιούργησε ποιόν, ούτε το αν τελικά ήταν ο άνθρωπος που έπρεπε να τοποθετήσει τον, δικής του κατασκευής Θεό σ’ αυτό το πόστο, στην προκειμένη περίπτωση δεν έχει σημασία: ο καθένας μας «ακούει» κάτι διαφορετικό στο άκουσμα αυτής της «κακιάς» λέξης. Όπως κάποιοι, στον ίδιο μύθο, εντοπίζουν μια κωμωδία, ή ένα δράμα. Ο Λένιν άλλωστε τα διαχώρισε καλύτερα απ’ όλους όταν έλεγε πως «η παπαδοσύνη σκότωσε στον Αριστοτέλη το ζωντανό στοιχείο και διαιώνισε το νεκρό», εννοώντας πως όταν ο Αριστοτέλης μιλούσε για τον «ακίνητο πρωτοκινητήρα» μιλούσε για το θείο ως μια δύναμη που μεταβάλλει κάθε δυνατότητα σε πραγματικότητα, που ανακαλύπτει τη γνώση στις Αισθήσεις. Έλα όμως που η «παπαδοσύνη» αντικατέστησε αυτή τη μαγική δεξαμενή με τη κατασκευή ενός σοφού κυκλοθυμικού γέροντα που τιμωρεί / αδιαφορεί / σώζει κατά βούληση άναρχη και ακατανόητη, όσο χρειαζόταν δηλαδή, για να μπορεί να συντηρείται η επιχείρηση.
Το Δέντρο Της Ζωής του Τέρενς Μάλικ βγαίνει στις αίθουσες σήμερα, και ενδέχεται να φέρει πολύ κόσμο σε αμηχανία. Αυτοί που θα το παραδεχτούν βέβαια είναι απείρως πιο αξιοσέβαστοι από αυτούς που θα μασκαρέψουν την άγνοια τους απέναντι σε κάτι που τους ξεπερνά με φράσεις «χιουμοριστικά» κυνικές, λες και ο όγκος του φιλμ μπορεί να προβληθεί όχι πάνω σε μια μελέτη, αλλά σε μερικές ατάκες. Συμβαίνουν αυτά όταν η υπογραφή κάποιων είναι – στα μάτια τους – μεγαλύτερη κι από το σινεμά το ίδιο. Με το κοινό όμως τι γίνεται; Τι θα βρουν αυτοί που θα αναζητήσουν ένα δραματάκι με τον Μπραντ Πιτ; Και πόσοι θα είναι αυτοί που θα προσπαθήσουν να ανοίξουν ένα δρόμο μέσα τους για το φιλμ, αντί να ξεμπερδέψουν μαζί του χαρακτηρίζοντας το «κουλτουριάρικο»; (Πόσο καλύτερη άραγε θα ήταν αυτή η κοινωνία σε κάθε επίπεδο αν μπορούσε να πεταχτεί στα σκουπίδια αυτή η λέξη-πασπαρτού των κατ’ επιλογήν αμαθών και τεμπέληδων). Και φυσικά δεν είναι μονάχα αυτοί που θα αντιδράσουν. Γιατί ακολουθούν και οι επαγγελματίες άθεοι, αυτοί δηλαδή που κατέληξαν στην αθεΐα όπως τα γυμνασιόπαιδα ξεκινούν το κάπνισμα – λες και πρέπει να είσαι άθεος για να «ρουφήξεις» τον Μπονιουέλ ή θρήσκος για να γίνεσαι σμπαράλια από το σινεμά του Μπρεσόν, του Ταρκόφσκι ή του Ντράγιερ, όπου ο Θεός είναι πανταχού παρών.
Το φιλμ ξεκινά ουσιαστικά από έναν θάνατο: το θάνατο ενός εκ των τριών παιδιών μιας οικογένειας στον Αμερικάνικο Νότο του 1950. Και αντιμέτωπος με τη σκληρότητα που εξαπολύει ο θάνατος ενός παιδιού, ο – πτυχιούχος Φιλοσοφίας – Τέρενς Μάλικ κάνει το πιο ακραίο flash-back στην ιστορία του κινηματογράφου (το αντίστροφο δηλαδή από το ακραίο flash-forward του Κιουμπρικ-ικού 2001), πίσω στη παλαιολιθική εποχή, πίσω στο big-bang, που έρχεται αμέσως μετά το «παιχνίδι» δυο δεινοσαύρων: ο ένας, «κυρίαρχος», βρίσκει τον άλλο, αδύναμο και μικρό σε ηλικία, πεσμένο σε μια λίμνη και ο θεατής προετοιμάζεται για μια μάχη ή έστω έναν θάνατο – την επιβεβαίωση δηλαδή του κλισέ περί της επιβίωσης του ισχυρού. Εντέλει, ο δυνατός θα χαρίσει μια ζωή – αλλά τι νόημα έχει; Η καταστροφή ακολουθεί και τα δυο πλάσματα, μαζί με άλλα 60 εκατομμύρια, χάνονται σε μια στιγμή. Είναι σαν ο Μάλικ να ξαναδιαβάζει τον Εντγκάρ Μορέν που, πολύ ταιριαστά, έγραφε «Όλα αυτά που απείλησαν τους ανθρώπους των σπηλαίων - σκότος, καταστροφή, πείνα, δίψα, δαίμονες, φαντάσματα - ζουν ακόμα στις ψυχές μας και μας θλίβουν, μας απειλούν εκ των έσω». Η ταινία θα επιστρέψει στην οικογένεια και θα γνωρίσουμε από κοντά τα παιδιά και τους γονείς – ιδίως τον σκληρό πατέρα (ένας Μπραντ Πιτ πέρα από κάθε κριτική), σκληρό όχι επειδή δεν αγαπά αλλά επειδή δεν ξέρει πώς να το εκφράσει επειδή δεν του το έμαθε κανείς - τραύματα βαθιά που ο - ενήλικας πλέον - γιός του (Σον Πεν) προσπαθεί να διαχειριστεί. Ο φόβος και η ενοχή προχωρούν χέρι – χέρι στο Δέντρο Της Ζωής, μέσα και έξω από αυτήν, οι δυο ρόλοι που ισορροπούν στο ισοζύγιο του Εγωισμού μας, που μας ορίζουν και μας συνδέουν με τον κόσμο της πρωταρχικής αγάπης.
Ισορροπιστής και ο ίδιος ο Μάλικ, υφαίνει ένα νήμα που διαπερνά όλα αυτά που προαναφέραμε, και ακροβατεί σε ένα σύμπαν χωρίς… βαρύτητα. Γιατί εδώ, επιτέλους, η φόρμα οφείλει να ελευθερωθεί. Οφείλει να καταλύσει και να τεμαχίσει κανόνες χρηστικούς και θολούς διδακτισμούς. Οφείλει να ξεπεράσει το ρόλο της και να μην κοιτάξει ποτέ της πίσω. Γι αυτό ο Πάνος χρειάστηκε να παραθέσει δυο ορισμούς της ποίησης, έναν από τον Έλιοτ και έναν από τον Ελύτη για να μιλήσει για τον Μάλικ στο υπέροχο κείμενο του εδώ, γιατί αν ο δημιουργός είναι πραγματικά έτοιμος να κάνει αυτό το βήμα, να ξεπεράσει δηλαδή κάθε τι που τον ορίζει, πως είναι δυνατόν να μη συμπαρασύρει μαζί του όλα τα εκφραστικά του μέσα, όλες τις ανάσες και τις χειρονομίες του, όλη του τη θλίψη και την αγάπη, μετουσιωμένες όπως ήταν σε εικόνες «τακτοποιημένες» που τώρα επιστρέφουν ξανά στο τόπο που γεννήθηκαν για να λάμψουν στο κενό, για να συσσωρευτούν σε έναν μεγάλο άνεμο, στη μακάρια ενατένιση του ίδιου προσώπου όπου ο Θεός και ο Πατέρας επιστρέφουν στην αρχή του χρόνου. Γιατί ο άνθρωπος είναι κάτι που γκρεμίζεται συνεχώς για να ορθωθεί ξανά, κάτι που προκύπτει με κάθε ανάσα, μόνο και μόνο για να αιχμαλωτίσει ακαριαία τη Φύση και να υποκλιθεί στο τίποτα, δηλαδή στα πάντα.
Κι αν οι εικόνες αυτές λάμπουν στο κενό, το κάνουν γιατί το κενό είναι το μεγαλύτερο δώρο του ανθρώπου απέναντι στη Φύση. Γιατί ο Μάλικ ξέρει πως μόνο μέσα στον άνθρωπο υπάρχει το κενό, που ποτέ η Φύση δεν συμπεριέλαβε στο «πρόγραμμα» της, και αυτό είναι Όλο το Δράμα, γιατί όσο εύκολα γεμίζει με φως, άλλο τόσο χάνεται στο σκοτάδι. Και ο Μάλικ δε θέλει να μιλήσει στις αισθήσεις, αλλά να μιλήσει ΜΕ αισθήσεις. Χτίζει εικόνες μεγαλοπρεπείς (αυτοι που έχουν ως μοναδικό σημείο αναφοράς το National Geographic θα διαφωνήσουν - λες και δεν υπήρξαν άλλες μεγαλοπρεπείς εικόνες της Φύσης στην Ιστορία της Τέχνης....) καμωμένες από ύλη πνεύματος που κάνουν τα σώματα να δονούνται, γιατί δεν απευθύνονται στα σώματα αλλά σε κάτι που βγαίνει από τα σώματα, που ξαλαφρώνει από τη σάρκα, που εξορίζεται σαν ένα και μόνο Φως. Το Φως στο οποίο καταλήγουν οι ήρωες του στο φινάλε, στην τελευταία στροφή ενός ποιήματος βαθιά υπαρξιστικού, βαθιά ανθρωποκεντρικού που ξεδιπλώνεται καταλύοντας τα λόγια.
Παρασκευή 20 Μαΐου 2011
Το μίσος κατεβαίνει, με πράσινο φερετζέ.
Βρίσκομαι ακόμα στις Κάννες και διαβάζω για τις επιθέσεις και για τις δολοφονίες ελλήνων & μεταναστών, καθώς και για τις επιθέσεις ακροδεξιών (με κουκούλα) σε νόμιμες επιχειρήσεις αλλοδαπών. Και το στομάχι μου κόβει βόλτες, να σας πω την αλήθεια. Ο φόβος, φαίνεται, επιστρέφει για τα καλά στις ψυχές μας. Γιατί τώρα δεν έχεις να αντιμετωπίσεις μονάχα τους μετανάστες που εγκληματούν λόγω φτώχειας (ή και "ιδιότητας" - που, αν σε μαχαιρώνουν, ελάχιστη σημασία έχει) αλλά και τους επαγγελματίες Πατριώτες που την επόμενη φορά θα σκοτώσουν και κάποιον που απλά διαφωνεί μαζί τους (δεν ξεχωρίζουν και για την ικανότητα τους στο διάλογο). Και διαβάζω διάφορα άρθρα επ' αυτού, σε εφημερίδες και μπλογκ. Κάποια παθιασμένα, κάποια που προσπαθούν να εξηγήσουν σοβαρά το φαινόμενο, κάποια εντελώς σχιζοφρενικά.Πουθενά όμως δε διαβάζω το προφανές: πόσο βολικά είναι όλα αυτά για το Κράτος. Πόσο συμφέρει δηλαδή τη Κυβέρνηση να αφήνει αυτές τις περιοχές που πάσχουν, στη μοίρα τους, δίνοντας αβάντα στην ακροδεξιά (εκτός από τους βουλευτές της Κυβέρνησης, μόνο το ΛΆΟΣ - και η... Ντόρα - ψήφισαν το μνημόνιο) ώστε να εξασφαλίσει την άτυπη και σιωπηλή συνεργασία της (το ότι οι συλλήψεις των ακροδεξιών γίνονται για τα μάτια του κόσμου - "δικά τους παιδιά" είναι άλλωστε - αποτελεί πλέον κοινό μυστικό). Πιστεύει άραγε κανείς λογικός άνθρωπος έκει έξω πως το Κράτος δε θα μπορούσε να λύσει το πρόβλημα μέσα σε λίγες εβδομάδες; Ανέκαθεν μπορούσαν, και οι μεν και οι δε! Έλα όμως που αυτή η ποδοσφαιροποίηση ωφελεί σε τρομακτικό βαθμό τη κοινωνική συνοχή. Και τη δικαιολόγηση της άτυπης βίας. Για τον ίδιο λόγο οι ποδοσφαιρομανείς δρουν ανεξέλεγκτα άλλωστε. Επειδή τους αφήνουν, επειδή το επιτρέπουν, επειδή τους χρειάζονται.
Κάποια στιγμή, τα ακροδεξιά στοιχεία θα αρχίσουν να σφάζουν και έλληνες - είναι μαθηματικά βέβαιο. Και τότε, ίσως η κοινή γνώμη ευαισθητοποιηθεί. Να, διαβάστε ξανά αν θέλετε αυτή την φρικτή πρόταση που μόλις έγραψα.
Ζούμε φρικτούς καιρούς.
Δευτέρα 9 Μαΐου 2011
Θεατής ανύπαρκτος και τέλειος
Ήμασταν έξω για καφέ, τίποτα το σοβαρό, μια ανέμελη βόλτα και μια κουβέντα στα γρήγορα και η κουβέντα πήγε στο Million Dollar Baby και προσπαθούσα να της πω την τελευταία ατάκα της ταινίας. Μια χαρά ήταν η διάθεση μου, μια χαρά και η ατμόσφαιρα, όσο πιο όμορφο γίνεται το κλίμα. Και η φωνή μου έσπασε, μαζί με το φράγμα που κρύβω πίσω από τα μάτια, και όλα άλλαξαν. Δεν υπήρχε ατμόσφαιρα, δεν υπήρχε διάθεση, ούτε ανάσα δεν είχα. Κι όμως, μέχρι να πάει εκεί η κουβέντα, ήμουν μια χαρά.
Είναι κάποιες εικόνες, κάποιοι συνδυασμοί λέξεων, απλά και τα δυο, απλούστατα, που μπορούν να μου το κάνουν αυτό. Ο Τονιάτσι με τον Αντόλφο Τσέλι να κλαίνε και να γελάνε στα τελευταία καρέ του Amici Miei. Τα νερά που φουσκώνουν στο Lawn Dogs. Το σκυλί που επιστρέφει στο Umberto D. Όλα επιστρέφουν εμένα στον ίδιο τόπο αλλά δεν ξέρω ούτε πως έφτασα εκεί, ούτε πως να βρω την έξοδο. Δεν τη βρίσκω ποτέ. Μένω εκεί, μέχρι να ξεχάσω πως έφτασα και να επιστρέψω στο μουντό τώρα. Το τώρα πάντα είναι μουντό όταν επιστρέφεις από το σινεμά.
Αλλά δεν μπορείς να μείνεις και στο σινεμά. Όχι μόνο επειδή θα καταντήσεις αυτιστικός. Αλλά επειδή, δυστυχώς (ή ευτυχώς) δεν έχεις επιλογή. Είναι τόσα τα άχαρα διαλλείματα που πρέπει να αντιμετωπίσεις, και πρέπει να είσαι τόσο "παρών" σ' αυτά, που οι κινούμενες εικόνες γίνονται στάχτη. Που όμως, όπως μου απέδειξε - ξανά - εκείνος ο αθώος καφές, αναγεννιέται και ορθώνεται μπροστά σου, κρύβοντας το οπτικό πεδίο του πραγματικού και επειδή το σελιλόιντ τυγχάνει διαφανές, τελικά αυτό που βλέπεις και - το χειρότερο - βιώνεις είναι η διπλοτυπία του σινεμά και της ζωής. Τόσο δύσκολο είναι να συνηθίσεις το σώμα που σου επιβλήθηκε;
Γιατί αν βρισκόμαστε μια ωραία νύχτα στο σινεμά είναι επειδή υπάρχει κάτι που δεν το αντέξαμε. Μια άλλη οικονομία της ψυχής που βρίσκεται πάντα καθ' οδόν και εκτοπίζει την παλιά, αυτήν που μας φόρεσαν καπέλο. Γι αυτό υπάρχει πάντα μια φλέβα οδύνης στις ταινίες που αγαπώ, ακόμη και στις φωτεινές. Γι αυτό αφήνομαι και διακινδυνεύω, δήθεν εν αγνοία μου, ισορροπίες, δεδομένα, αμοιβαίες προσφορές και θερινές δροσιές.
Το σινεμά άλλωστε, μεταμορφώνει και αυτή τη θυσία σε χαρά.
Υ.Γ.: Σε λίγες ώρες, σε τρεις για την ακρίβεια, πετάω για Κάννες. Από αύριο και για δέκα μέρες θα τα λέμε από κει.
Παρασκευή 6 Μαΐου 2011
Balada Triste de Trompeta (2010) (* * * *)
Μια ματιά να ρίξει κανείς στην ιστορία της Ισπανίας θα ανακαλύψει πως, από τον 19ο αιώνα, βασανιζόταν από άπειρες επαναστάσεις και εσωτερικές συγκρούσεις. Δεν είναι λοιπόν δύσκολο να αντιληφθεί κανείς πως, μπορεί ο Ισπανικός Εμφύλιος Πόλεμος, που τόσο έχει απασχολήσει την Έβδομη Τέχνη (και όχι απαραίτητα Ισπανούς δημιουργούς – θυμηθείτε τον Βρετανό Κεν Λόουτς ή τον Μεξικανό Γκιγιέρμο Ντελ Τόρο) να ξεκίνησε σύμφωνα με τα ιστορικά συγγράμματα το 1936, το κλίμα ωστόσο είχε προετοιμαστεί καιρό πριν.
Ήταν με την «αποχώρηση» του Πρίμο δε Ριβέρα – και της δικτατορίας του – το 1931 που εγκαθιδρύθηκε η Δεύτερη Ισπανική Δημοκρατία, η οποία δε «μάσησε» ιδιαίτερα: οι μεταρρυθμίσεις της κατάφεραν βαθειά πλήγματα στα συμφέροντα των μεγάλων γαιοκτημόνων και της Καθολικής Εκκλησίας. Αυτό οπως καταλαβαίνετε ενόχλησε πολλούς. Ενόχληση που συσσωρεύτηκε μέχρι το momentum των εκλογών του 1936, που ανέδειξαν νικητή το Λαϊκό Μέτωπο, ένα νέο συνασπισμό Σοσιαλιστών, Δημοκρατικών, Κομμουνιστών και αυτονομιστικών ομάδων. Ακολούθησαν κάποιες «ανεξιχνίαστες» δολοφονίες και λίγο μετά, μαζεύτηκαν μερικοί εθνικιστές και κατέστρωσαν ένα ωραίο πραξικόπημα, με τη βοήθεια της φασιστικής Ιταλίας και της ναζιστικής Γερμανίας. Η Σοβιετική Ένωση στήριξε, όσο ήταν δυνατό, την Ισπανική Δημοκρατία, αλλά στο τέλος θα ήταν οι ακροδεξιοί αυτοί που θα κέρδιζαν τον πόλεμο, την πρωταπριλιά του 1939, λίγους μήνες πριν το ξέσπασμα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.
Η εξουσία θα έπεφτε στα χέρια του δικτάτορα Φρανθίσκο Φράνκο που, ξύπνιος ως ήταν, απαίτησε ολόκληρη τη Βόρεια Αφρική από τον Χίτλερ ώστε να του επιτρέψει τη διέλευση των ναζιστικών στρατευμάτων στο δρόμο τους για την Ευρώπη. Ο Αδόλφος, φυσικά αρνήθηκε, και ο Φράνκο μπορούσε έτσι να κρατήσει μακριά και τους φασίστες αλλά και τους κομμουνιστές, διατηρώντας ακέραια τη δύναμη του στο εσωτερικό της χώρας. Μιας χώρας που, κοινωνικά μιλώντας, βρέθηκε σε κατάσταση πλήρους αποσύνθεσης. Όλα τα σπουδαία μυαλά της (που ήταν και μέλη ή υποστηρικτές του Λαϊκού Μετώπου), καλλιτέχνες, αρχιτέκτονες, οικονομολόγοι, γιατροί, αναγκάστηκαν να την εγκαταλείψουν και έτσι, λιγότερο έμπειροι – ή εντελώς αγράμματοι – πήραν τις θέσεις τους, σε μια προσπάθεια να διατηρηθεί αλώβητή η ιδεολογική ηγεμονία του Φράνκο.
Οικονομικά όμως, οι προοπτικές ήταν καλές: σε μια νέα αγορά όπου οι μισθοί είναι χαμηλοί και οι απεργίες τιμωρούνται με θάνατο, οι «ελπίδες» για ανάπτυξη είναι πολλές. Και, σιγά – σιγά, η βία του καθεστώτος κατέβαζε την ένταση, Στα μέσα της δεκαετίας του 60, η οικονομία της ήταν η δεύτερη πιο δυνατή παγκοσμίως, πίσω από την Ιαπωνία. Και στα ραδιόφωνα, βασίλευε η φωνή του Ραφαέλ. Ποιος είναι ο Ραφαέλ, θα πείτε. Μια αρσενική εκδοχή της Μαρινέλλας, θα σας πω, που εκπροσώπησε τη χώρα στη Eurovision του 1962 και τραγουδούσε με τον πλέον ηχηρά δραματικό τρόπο κομμάτια σαν το Balada Triste de Trompeta. Που δίνει τον τίτλο του στην όχι και τόσο χαοτική τελικά ταινία που σκηνοθέτησε ο Άλεξ Ντε Λα Ιγκλέσια το 2010, κερδίζοντας το Μεγάλο Βραβείο στο περσινό Φεστιβάλ Βενετίας. Και ο τίτλος είναι σημαντικός ως προς αυτά που υπογραμμίζει.
Ο μύθος ξεκινά το 1937. Ένας παλιάτσος ξεκινά, με την αμφίεση της δουλειάς, ένα λουτρό αίματος εναντίον των εθνικιστών – ξεσκίζει με τη μαχαίρα του τουλάχιστον δυο ντουζίνες. Ισόβια. Το 1973, ο γιός του, τραυματισμένος από τις διδαχές του και στρουμπουλός θλιμμένος κλόουν, βρίσκει δουλειά ως… τέτοιος, σε ένα παρακμιακό τσίρκο. Εκεί θα ερωτευθεί τη Νατάλια (η κουκλάρα / κορμάρα Κάρολιν Μπανγκ) που όμως τυγχάνει ερωμένη του αστέρα Σέρτζιο – που την κοπανάει συχνά – πυκνά. Απελπισμένοι και ερωτευμένοι, οι δυο άντρες θα διεκδικήσουν με όσα μέσα διαθέτουν την «αποκλειστικότητα» και η έκβαση αυτής της μάχης θα οδηγήσει ολόκληρη τη χώρα σε πολιτική ανισορροπία. Οι δυο κλόουν, φρικτά παραμορφωμένοι (και οι δυο από τα χέρια του ενός, του θλιμμένου, που αφού πετσοκόβει τη μάπα του Σέρτζιο με μαχαίρι, στη συνέχεια, και σε κατάσταση πλήρους υστερίας, λιώνει τα μάγουλα του με ηλεκτρικό σίδερο) ντύνονται ως εκπρόσωποι της εκκλησίας και της μοναρχίας: ο ένας σαν Πάπας, ο άλλος σαν Βασιλιάς. Στη μέση, η Ισπανία, δηλαδή η πανέμορφη Ναταλία που φλερτάρει ανεύθυνα, πότε με τον ένα και πότε με τον άλλο, μέχρι που η καρδιά της χωρίζεται στα δύο. Ξάφνου, στο άκουσμα του τραγουδιού του Ραφαέλ «Θλιμμένη μπαλάντα μιας τρομπέτας / για ένα πεθαμένο παρελθόν», ο Θλιμμένος θα οδηγηθεί στο έσχατο σημείο της παράνοιας του, και η φωνή του τραγουδιστή στο κεφάλι του (που πλέον συναγωνίζεται αυτήν του νεκρού του πατέρα - γιατί ακόμα και η pop είναι ένοχη στα χρόνια της Φρανκ-ικής σαπίλας!) θα θέσουν τους όρους του τελικού μακελειού όπου όμως και πάλι η γυναίκα θα έχει την τελευταία, πικρή λέξη.
Ωραία, τώρα που έχουμε τη σημειολογία, δοκιμάστε να την φανταστείτε μετουσιωμένη σε σελιλόιντ όπου έχουμε ανακατέψει μελόδραμα δεκαετίας 50 της παράδοσης του Ντάγκλας Σερκ (αλλά και την Φασμπίντερ-ική εκδοχή του), Μπονιουέλ-ικό σουρεαλισμό πρώτης, φετιχιστική φιλμογραφή «κλεμμένη» από το σπαγγέτι-γουέστερν, σαρκοβόρο χιούμορ αλά Τζον Γουότερς και γλαφυρό σπλάτερ της σχολής Λούτσιο Φούλτσι. Το φοβερό δεν είναι το κοκτέιλ per se, αλλά το ότι ο Ιγκλέσια φροντίζει να χρησιμοποιήσει κάθε αισθητικό συστατικό σε πλήρη συνάρτηση με τις πολιτικές του σημάνσεις. Και αν, στο τελευταίο εικοσάλεπτο, οδηγείται στην υπερβολή, το κάνει μόνο και μόνο γιατί αναγκάζεται να αφήσει τις μεταφορές, και να «παίξει» κυριολεκτικά με τις Έννοιες που χαλιναγωγούν την πλοκή του – ελεύθερος από αυτές λοιπόν, μπορεί να ζωγραφίσει με τα πιο κραυγαλέα χρώματα τη θεαματική αυτοκτονία μιας χώρας που με αυτό τον τρόπο προσφέρει στους «πιστούς» της την ιδανικωτέρα ισότητα.
Ας είναι πάντως υποψιασμένοι οι θεατές. Ο ιδιος ο γραφων την πάτησε την πρώτη φορά που είδε το φιλμ, εισπράττοντας μονάχα μια πορφυρή και ξεκούρδιστη χάβρα. Μέγα λάθος μου.
Πέμπτη 5 Μαΐου 2011
Pieds nus sur les limaces / Lily sometimes (2010) ( 0 )

Υπάρχει μια πολύ ασαφής και θολή άποψη περί του τι είναι αποδεκτό και τι όχι. Ο γνώμονας βλέπετε, δεν είναι ποτέ σταθερός. Για μερικούς, μόνο αποδεκτό κριτήριο είναι αυτό που επιτάσσει η κοινωνία. Για κάποιους άλλους, τα πάντα είναι υποκειμενικά και συζητήσιμα, ειδικά σε ότι αφορά ζητήματα διαταραγμένων ψυχών.
Αυτό που δε σηκώνει κουβέντα πάντως είναι η ψυχική διαταραχή της ηρωίδας του φιλμ που σκάρωσε η Φαμπιέν Μπερτό, της Λίλι, μιας γυναίκας που συμπεριφέρεται με την ανευθυνότητα ενός 5χρονου αλλά γνωρίζει πολύ καλά τις συμβάσεις της ενήλικης ζωής τις οποίες και βάζει στην άκρη. Το δελτίο τύπου της ταινίας το βλέπει διαφορετικά. Είναι, μας λέει, «ελεύθερη, χωρίς συμβιβασμούς και αναστολές, ζει μόνο για τη στιγμή, σε αρμονία με τη φύση και δε δέχεται υποδείξεις από κανένα». Οι μέθοδοι που χρησιμοποιεί για να βροντοφωνάξει την ανεξαρτησία της; Να σας πω, μεταξύ άλλων, κάνει ελεύθερο έρωτα με όποιον προσφέρεται και δολοφονεί τα κατοικίδια αυτών που απεχθάνεται. Αλήθεια, δεν το βγάζω από το κεφάλι μου.
Το χαριτωμένο της υπόθεσης είναι ότι η σκηνοθέτιδα βλέπει στο πρόσωπο της δυστυχισμένης αυτής κοπέλας μια επαναστάτρια που τολμά να υψώσει το κεφάλι σε έναν σκληρό και άδικο κόσμο που, συνήθως, διοικείται από φρικτά καταπιεστικά αρσενικά. Πίσω από την φροντισμένη αισθητική, την μετρημένη – σε ότι αφορά τις αφηγηματικές τεχνικές της – σκηνοθεσία και τις συντονισμένες ερμηνείες, κρύβεται, όχι και τόσο προσεκτικά, μια δύσοσμη μισανδρία που αγκαλιάζει τις αφελείς απόψεις της Φαμπιέν περί «διαφορετικότητας». Το ζήτημα της αποδοχής όμως έχει δυο όψεις: όταν μου προβάλεις έντονα την «ιδιαιτερότητα» σου και εγώ την αποδέχομαι, σιωπηλά συμφωνείς να πράξεις το ίδιο. Στην αντίθετη περίπτωση, το ζήτημα δεν είναι η διαφορετικότητα, αλλά η επιβολή.
Έτσι, η Λίλι επιβάλλεται στη Κλάρα, τη μεγάλη αδελφή της που, μετά το θάνατο της μητέρας τους, προσπαθεί να φέρει βόλτα γάμο και δουλειά, παράλληλα με τις παραξενιές της αδελφής της, την οποία και αρνείται να κλείσει σε ψυχιατρικό ίδρυμα. Και, ως αποτέλεσμα αυτής της επιβολής, η Κλάρα θα πετάξει στο καλάθι των αχρήστων όλες τις συμβάσεις της καταπιεστικής δυτικής ζωής, όπως οι άνδρες της την επέβαλαν, και θα φύγει στο άγνωστο με τη Λίλι, πουλώντας χειροποίητες μαρμελάδες και παντόφλες. Αν αυτά σας φαίνονται σοβαρά, σηκώνω τα χέρια ψηλά.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
Αυτά, λέει, σας άρεσαν:
-
Νόστο έλεγαν οι αρχαίοι Έλληνες τον πόθο της επιστροφής στην πατρίδα. Η νοσταλγία συνεπώς είναι η ψυχολογική κατάσταση που δημιουργεί ο πόθ...
-
Απέτυχε εμπορικά στην εποχή του. Οι δε κριτικοί (στην Αμερική τουλάχιστον) δεν κατάλαβαν ποτέ περί τίνος πρόκειται. Κι όμως, σήμερα μι...
-
Ο Τέρι Χόκινς έχει μόλις αποφυλακιστεί. Αποφασίζει να παραδώσει το αριστούργημά του. Βαρέθηκε όλη του τη ζωή κατά παραγγελία – «κάνε ...
-
Τα παλιά παραμύθια διασώθηκαν όπως περίπου και τα δημοτικά τραγούδια. Από στόμα σε στόμα αρχικά, μέχρι που κάποιος αποφάσιζε να τα καταγ...
-
Τριάντα χρόνια αναζητούσε χρηματοδότες για τη «Σιωπή» ο Μάρτιν Σκορσέζε, αλλά η εποχιακή συγκυρία της ολοκλήρωσης αυτού του «έργου ζ...
-
Τα ονόματα που μεσουρανούσαν στις κινηματογραφικές οθόνες της δεκαετίας του ’80 ήταν πολύ συγκεκριμένα. Ανάμεσα τους, ο Τσακ Νόρις, ο ...
Ετικέτες
- 1975
- 1987
- 1991
- 2000
- 2005
- 2007
- 2008
- 2009
- 2010
- 2011
- 2012
- 2013
- 2014
- 2015
- 2016
- 2017
- Αθάνατη Ελληνική Δημοσιογραφία
- Αναδρομές
- Αντίο
- Αντίο. Peter O' Toole
- Απόψεις
- Βασίλης Ραφαηλίδης
- Βυζιά
- Γιάννης Οικονομίδης
- Γιώργος Τζιώτζιος
- Γραμματικός
- Δεν τον γουστάρω τον Οζόν
- Δεν Υπάρχει Ελπίς Στην Ελλάδα Ζεις
- Δουλειά δεν είχε ο Διάολος
- Δυάρι
- Δυόμιση
- Είδα μια ταινία
- Εισαγωγή
- Ελληνική διανόηση
- Ελληνικό Σινεμά
- Ένα
- Ένα και μισό
- Ένα ποίημα καληνύχτα
- ΕΡΤ
- Ευχαριστίες
- Ζακ Ντεμί
- Ζουλάφσκι
- Θέατρο Σκιών
- Θεσσαλονίκη
- Ισπανικό σινεμά
- Ιταλικό Σινεμά
- Κανένα tag δεν χωράει τον Τσακ Νόρις
- Κουλούρα
- κριτική
- Λάνθιμος
- Λαρς Φον Τρίερ
- Λότε Ρέϊνιγκερ.
- Μάριο Μονιτσέλι
- Μια ευχή
- Μικρά διαλεκτικά άλματα
- Μικρομηκάδικο
- Μίνως Αργυράκης
- Μοναξιές
- Μουσική
- Μπουκόφσκι
- Ντάριο Αρτζέντο
- Ντοκιμαντέρ
- Ξύπνησα στραβά
- Όσκαρ Όσκαρ
- Παναγιωτόπουλος Νίκος
- Παρα τρίχα αριστούργημα
- Πεντάρι
- Προβλήματα
- Ρομάν Πολάνσκι
- Ρωσία
- Ρώσοι
- Σκατίλα
- Σπίλμπεργκ
- Σταύρος Τορνές
- Τα'χω πάρει τώρα
- Τεσσάρι
- Τζον Κασσαβέτης
- Τιμ Μπάρτον
- Τομ Γουέιτς
- Τρία και μισό
- Τριάρι
- Φανταστικό
- Φίλιπ Ρίντλεϊ
- Φλυαρία
- Χρήστος Βακαλόπουλος
- Χρυσός Φοίνικας
- Amici Miei
- Animation
- Anton Corbijn
- Atom Egoyan
- Batman
- Béla Tarr
- Bellucci
- birthday man
- Bruce
- Cannon
- Celluloid Tales
- Childhood's end
- Chris Sarandon
- City Lights
- Classic is attitude
- Conversations with remarkable people
- David Lynch
- Demis Roussos
- Documentaries
- Dudley Moore
- E-Street Band
- Fincher
- George Clooney
- George Harrison
- George Miller
- Gin
- Godard
- Happy New Υear
- History Lessons
- Huston
- Ian Curtis
- images
- InstaNEA
- It's only a game
- It's you
- Jarmusch
- Jeff Nichols
- Jerry
- Johnny Hallyday
- Jonathan Glazer
- Joy Division
- Judi Dench
- Kane
- Ken Loach
- Kim Ki Duk
- Kinski
- Krzysztof Kieslowski
- Lang
- Lars Von Trier
- Leos Carax
- List
- love stories
- Marlon Brando
- Martin Scorsese
- Memory Lane
- Metal
- Michael Cimino
- Michael Haneke
- Monty Python
- Movida
- Movieworld
- Music
- Nagisa Oshima
- Nolan
- Nothing more than that
- Nuri Bilge Ceylan
- Parenthood
- Pasolini
- Payne
- Philip Seymour Hoffman
- Politics
- quotes
- Riz Ortolani
- Roger Ebert
- Russel Brand
- Scene of the crime
- Semih Kaplanoglu
- Sequels
- Servillo
- Shameless plug
- Sidney Lumet
- Snapshots
- Sofia Coppola
- Sokurov
- Sorrentino
- Spielberg
- Stephen Frears
- Steve Coogan
- Steven Soderbergh
- Stroheim
- Sunset Boulevard
- Tarantino
- Terrence Malick
- The Blues
- The Boy
- The only face
- Think big
- time
- Tony Curtis
- TV Hell
- Vincent Gallo
- Western
- With a little help
- Wonderings

