Τρίτη 19 Ιουνίου 2012

L (2011) ( * ½ )


Το να είσαι αρχάριος είναι μια μόνιμη ανθρώπινη κατάσταση. Όλοι είμαστε αρχάριοι σε κάτι. Μπορεί ένας πυρηνικός επιστήμονας να είναι αρχάριος στη μαγειρική, και ένας νταλικέρης στη κοπτοραπτική, δεν έχει και τόση σημασία. Γιατί από τη στιγμή που αποφασίζεις να κατακτήσεις μια μικρή κορφή, να κάνεις κτήμα σου μια γνώση, πρέπει να ακολουθήσεις πάνω – κάτω την ίδια διαδικασία. Μικρά βήματα στην αρχή, για να ενδυναμώσεις τα πατήματα σου, και στη συνέχεια η προσωπικότητα σου παίρνει το πάνω χέρι. Αρκεί να μην κουβαλάς τη βεβαιότητα της αποτυχίας. Σε μια τέτοια περίπτωση, όσα βήματα κι αν κάνεις, η απαραίτητη για να προχωρήσεις σιγουριά δεν φτάνει ποτέ.

Ο ήρωας της ταινίας που ενσαρκώνει ο Άρης Σερβετάλης (η ερμηνεία του ένα παράξενο μείγμα ψυχαναγκαστικής αποστασιοποίησης και καταπιεσμένης οργής – αυτό που για κάποιους μεταφράζεται... “ρομποτική”) είναι εξπέρ οδηγός αυτοκινήτων. Εργάζεται για έναν μυστηριώδη κύριο με αδυναμία στο μέλι (ο Γιάννης Μποσταντζόγλου που εδώ, στο πιο αφαιρετικό του παίξιμο έχει ένα βλέμμα γεμάτο γνήσια μελαγχολία – υπέροχο το casting), προβάρει αδιάκοπα τις τυπικές κουβέντες του με τους ανθρώπους, και στο ενδιάμεσο... ζει στο αυτοκίνητο του. Με μοναδικό φίλο ένα φάντασμα (στοιχείο που αισθητικά και δραματουργικά θυμίζει πάρα πολύ τη χρησιμότητα των εμφανίσεων της Ισαμπέλ Ατζανί στο “Μαμούθ”), εντελώς δηλαδή αρχάριος στην οποιαδήποτε έκφραση γνήσιου συναισθήματος με τους “ζωντανούς” (οπότε παραμένει παράξενο το πως έχει αποκτήσει δυο παιδιά, μιας και η ερμηνεία μας περί “αρχάριου” προκύπτει από τον τίτλο, άρα είναι επιθυμητή και από το σκηνοθέτη – εκτός κι αν ακόμη και η τεκνοποίηση τους τελέστηκε μηχανιστικά). Με τον καιρό, αλλάζει “ειδικότητες”, πότε λόγω μιας αποτυχίας, πότε φοβούμενος μιαν άλλη. Από τα αυτοκίνητα, στις μοτοσυκλέτες. Και από τις μοτοσυκλέτες στα θαλάσσια σκάφη. Σε μια κοινωνία που οι άνθρωποι φοβούνται να εκφραστούν λοιπόν, οι ήρωες αναπτύσσουν μηχανιστικής λογικής φιλίες, και μέσα στο πλαίσιο αυτών, ανταλλάσουν εξίσου μηχανιστικά “φιλικές” συμβουλές.

Πίσω όμως από αυτή την απεικόνιση, εγώ προσωπικά βλέπω και ένα άλλο είδος αυτισμού. Αυτό του σινεμά που μέσα στον άκρατο φορμαλισμό του αδυνατεί να βρει τη δική του, ξεχωριστή προσωπικότητα και να ανακαλύψει μια αλήθεια που μπορεί να κρύβεται έξω από τη φόρμα. Ακόμη και η χιουμοριστική απόπειρα που υπάρχει εδώ, αφήνει ένα μεγάλο μούδιασμα (σε αντίθεση, για παράδειγμα, με τα “χαζά” - γι αυτό και τόσο δροσερά - χορευτικά των πρωταγωνιστριών του Attengerg που, με τη σειρά τους, παρέπεμπαν στους Monty Python, ή τα γλωσσολογικά καλαμπούρια του Κυνόδοντα) γιατί μένει κι αυτή υπόδουλη στη φόρμα, και πως να κάνεις τον άλλο να γελάσει έχοντας πάρει διαζύγιο από την ανατροπή; Έτσι, το L στέκει ως ιδιάζουσα περίπτωση ταινίας. Αυτής που θέλοντας να σκιαγραφήσει την ατολμία των άλλων, καταντά άτολμη και η ίδια, παρασυρμένη θαρρείς από το σύμπαν που καταγράφει.

Δεν μπορώ να σας πω με βεβαιότητα πως αυτό δεν ήταν το ζητούμενο. Ίσως και να ήταν – και προφανώς πρέπει να είσαι ικανότατος σκηνοθέτης όταν οι περιορισμοί που θέτεις τηρούνται μέχρι τελευταίας λεπτομέρειας. Μπορώ να σας πω όμως ότι το αποτέλεσμα είναι υπερβολικά μονοσήμαντο, one-note που λένε. Και από αυτό, προκύπτει το εξής ερώτημα: για ποιά συναισθηματική αναπηρία να ενδιαφερθούμε (ούτε καν να στοχαστούμε), όταν η ίδια η ταινία δείχνει να αδιαφορεί; Θα μου απαντήσετε, μα πως αδιαφορεί, από τη στιγμή που κάποιος μπαίνει στον αγώνα του να γυρίσει μια ταινία στην... Ελλάδα προφανώς νοιάζεται. Προφανώς, αλλά αυτό δεν εκπέμπεται. Ακραίο παράδειγμα: και το Άλογο του Τορίνο είναι μια αβάσταχτα μονοσήμαντη ταινία, αλλά οι άνθρωποι σ' αυτήν παρέμεναν για μεγάλο διάστημα “τελετουργικά” βωβοί όχι επειδή το απαιτούσε η φόρμα αλλά επειδή, αντιθέτως, η ίδια η “αλήθεια” τους την όριζε. Η πορεία που διαγράφει το L είναι ακριβώς η αντίστροφη.

Δευτέρα 18 Ιουνίου 2012

Hey, Argento, we'll always have Tenebrae


Το "Tenebrae" ήταν η δεύτερη ταινία του Ντάριο Αρτζέντο που είδα. Πρώτη ήταν το "Suspiria", σε μια letterboxed (κακήν κακώς, η εικόνα ήταν και πάλι "τεντωμένη" οριζοντίως, κάνοντας τους πάντες να μοιάζουν με οδοντογλυφίδες) βιντεοκασέτα της Videosonic. Ουσιαστικά ήταν μια telecine μεταφορά της ταλαιπωρημένης εκείνης κόπιας που παιζόταν μέχρι το 2000 στις μεταμεσονύχτιες της Δεξαμενής ή στα αφιερώματα του Άλφαβιλ - πρέπει να είναι σκέτο ρετάλι τώρα, αν υπάρχει δηλαδή - με υπότιτλους σε πολυτονικό, κομμένους τους τίλους της αρχής και του τέλους, και ψαλιδισμένη μια μαχαιριά στη καρδιά στο πρώτο δεκάλεπτο.

Τωρα κάθομαι και το σκέφτομαι. Ναι οκ, γαμούν και δέρνουν τα dvd και τα blu-ray, αλλά πολλοί ανακαλύψαμε τις αγαπημένες μας ταινίες σε άθλιες μορφές, και το μεγαλείο τους έλαμπε ακόμα κι εκεί. A good film is a good film. Τέλος πάντων, το χεσα.

Ποιό είναι το point λοιπόν; Α ναι, αυτή εδώ η σκηνή. Που είναι ένα ιλιγγιώδες μονοπλάνο με γερανό - η κάμερα παρακολουθεί περιμετρικά το διαμέρισμα όπου πρόκειται να γίνει μια σφαγή. Όταν όμως το (εξαίσια συντονισμένο με την gothic disco των Goblin) μονοπλάνο φτάνει στο τέρμα του, βλέπουμε πως η όλη κίνηση δεν εξυπηρετούσε κανένα στοιχείο της πλοκής - ο δολοφόνος μπουκάρει "κανονικά" από ένα παράθυρο κάτω χαμηλά. Μέχρι που συνειδητοποιείς πως αυτή ακριβώς η υπερβολή είναι το νόημα της υπόθεσης: το "Tenebrae" είναι ένα οργιώδες whodunit, και ο Αρτζέντο, ιδιοφυώς ενορχηστρώνει το χορό της ατίθασης κάμερας του εντάσσοντας αυτή την υπερβολή κινητήρια δύναμη της δραματουργίας του. It's not just "style", it's a fuckin' statement!

Ο φωτογράφος εδώ είναι ο Λουτσιάνο Τόβολι, συνεργάτης επίσης του Αντονιόνι (δική του η φωτογραφία και στο "Suspiria" και στο, δυστυχώς, φρικτό "Δράκουλα" που παρουσίασε φέτος ο Ντάριο στις Κάννες). Νομίζω πως το "Tenebrae" ήταν και το τελευταίο πραγματικό αριστούργημα του Αρτζέντο. Όπως και να'χει, τι σκηνή Διάολε.

Κυριακή 17 Ιουνίου 2012

Ελλάς Ελλήνων Θλιβερών


Δυστυχώς, ανήκω στην κατηγορία των ανθρώπων που αν δεν έχουν κάτι να ονειρευτούν ξύπνιοι, βλέπουν το τίποτα και στον ύπνο τους. Αξίζει άραγε να πεις "τουλάχιστον υπάρχει το σινεμά"; Όχι, δεν αξίζει. Γιατί στις ταινίες του Γκοντάρ και του Τριφό και του Άβιλντσεν και του Κάπρα και του Κασσαβέτη έβλεπες ανθρώπους αποφασισμένους να διεκδικήσουν όνειρα που ενδεχομένως θα τους οδηγούσαν και στη καταστροφή - αλλά πίσω δεν έκαναν. Αυτό άλλωστε δεν είναι και αγαπημένο μας παιχνίδι; Ελάτε παραδεχτείτε το. Για την προβολή μιλάω. Όχι την προβολή μιας ταινίας, αλλά τη δική μας προβολή επάνω της.

Σε αυτό που θα με περιμένει αύριο πάντως, όταν θα ξυπνήσω από ένα κενό όνειρο, δεν έχω να προβάλω τίποτα άλλο εκτός από τις θλιβερές καρικατούρες ανθρώπων αποφασισμένων να διεκδικήσουν το μερίδιο τους από το φόβο. Σε κάθε του μορφή. Κακόμοιρη ("μου είπαν πως δεν θα κόψουν κι άλλο τη σύνταξη") ή και παραδομένη στη τρέλα του μεγαλείου ("μου είπαν πως κατάγομαι από το Σωκράτη"), δεν έχει στ'αλήθεια σημασία, η ήττα έχει καταγραφεί, οι "κρυφοί" ξεπετάχτηκαν.

Και το αστείο είναι πως δεν ξέρω αν θα προλάβει να ενεργοποιηθεί το κυνικό κομμάτι μας, αυτό που θα μας επιτρέψει ν'αρχίσουμε να κάνουμε πλάκα μ'αυτήν - πριν δηλαδή μας βρει η παγωμάρα που συνοδεύει κάθε απότομο φινάλε. Προς το παρόν, life sucks, and then you're Greek.

Παρασκευή 15 Ιουνίου 2012

Ένα ταξίδι στο Λονδίνο.



Ταξίδι για λόγους επαγγελματικούς (μια σειρά συνεντεύξεων με διάφορους για ένα μιούζικαλ που βγαίνει στις αίθουσες μέσα στο μήνα). Τέτοια ταξίδια φάνταζαν κουραστικά πριν κάνα δυο χρόνια. Τώρα λες «ναι» δίχως πολύ σκέψη. Τέσσερις μέρες μακριά από την επιθετικότητα. Τα λεφτά στη τσέπη ελάχιστα – με τη μετατροπή τους σε λίρες Αγγλίας λιγοστεύουν κιόλας. Αδιάφορο. Κατεβαίνω στη Λέστερ, με τα μπαγκάζια, και κάθομαι για καφέ. Άνθρωποι όλων των φυλών πηγαινοέρχονται, μερικοί εξ αυτών χέρι – χέρι, άλλοι βιαστικοί, άλλοι αδιάφοροι. Όλος ο σνομπισμός μου για τη Γηραιά Αλβιόνα έχει πάει περίπατο – είναι επειδή σκέφτομαι που ζω εγώ. Ακόμη και το κρύο απολαμβάνω – τη βροχή, λιγότερο.

Η Ελλάδα δείχνει εξαφανισμένη από τις εφημερίδες και τα δελτία ειδήσεων: πρώτες θέσεις έχουν η Ισπανία και το Euro. Πετυχαίνω όμως την Ελλάδα σε μια διαφήμιση στο τρένο. Βγάζω μια βιαστική φωτογραφία.


Πετυχαίνω και σένα, φίλη μου. Καμιά σχέση με το πώς σε θυμόμουν στην Ελλάδα, ένα χρόνο πίσω: όχι μόνο έχεις γίνει στυλάκι, αλλά δείχνεις να βρίσκεις και τις ισορροπίες σου. Μου λες για τη καινούργια σου δουλειά και για το νέο σου έρωτα, έναν «ασχημούλη αυτιστικό» και χαίρομαι – έστω κι αν, την επόμενη μέρα ο έρωτας σου έχει «περάσει». Βγαίνουμε το βράδυ και χαζολογούμε στο Prince Charles βλέποντας το αυθεντικό True Grit με τον Τζον Γουέιν. «Πόσο Θεός είναι» λες. Διάολε, έχεις δίκιο – το πιστεύεις πως δεν το χα σκεφτεί ποτέ;

Συναντώ και τον Αλέξανδρο, metal brotha από την Ελλάδα που ζει χρόνια στο Collindale και ανησυχεί για τη χώρα και για τη μητέρα του. Ακούμε μουσικές και χαζολογούμε μέχρι το ξημέρωμα. Είναι να παίξουμε σε ένα ενδιαφέρον project αλλά μια ξαφνική επιπλοκή στην υγεία μου τείνει να ακυρώσει τις επερχόμενες ηχογραφήσεις μας. Το βάζουμε στην άκρη, και πιάνουμε κουβέντα για τα τελευταία άλμπουμ των The One και των Liturgy. Ο υπολογιστής μένει ανοιχτός: έχω να γράψω τόνους κειμένων για την εφημερίδα.

Κλεφτές ματιές στο φατσαμπούκι. Τσακωμοί με φίλους, block-αρίσματα των φιλοναζιστών (που βρέθηκαν τόσοι πολλοί;), μάταιες λογομαχίες, λυπηρές ειδήσεις και τρομακτικές φάτσες, φάτσες βουλευτών, ψηφοφόρων, συμπολιτών μου. Σκέφτομαι το ταξίδι της επιστροφής και η καρδιά μου σφίγγεται. Στο τηλέφωνο η μπέμπα μου ζητάει κάθε μέρα ένα δώρο. Το λαχταράει τόσο πολύ που δε θέλω να την απογοητεύσω, μα το budget είναι μικρό. Αποφασίζω να μην πάρω τίποτα – και να της αγοράσω κάτι… εγχώριο την επομένη της αφίξεως μου. «Που είναι το δώρο μου;» «Θα έρθει αύριο, μόνο του». «Γιατί;». «Γιατί όπως πήγαμε ν’ανεβούμε στο αεροπλάνο, γύρισε και μου είπε πως δεν είχε προλάβει να χαιρετίσει τους φίλους του». Με κοιτάζει προσεκτικά. «Αλήθεια;». Τι να κάνω; «Αλήθεια!» της λέω. Η απόφαση  μου πυροδοτεί σύγκρουση στο σπίτι: «Ας της έπαιρνες μια σοκολάτα, να μάθει να μη περιμένει πολλά». 

Ξαφνικά έχω επιστρέψει στην Ελλάδα. 

Τετάρτη 14 Μαρτίου 2012

Dudley.


Όταν ήσουν πιτσιρίκι και συνειδητοποιούσες ότι σου άρεσε πολύ να βλέπεις ταινίες (ούτε καν "το σινεμά", τόσο πιτσιρίκι εννοώ), δε γινόταν να δεις ταινία με το Dudley Moore και να μην τον συμπαθήσεις. Είχε στο μέγιστο βαθμό αυτό που οι αμερικάνοι αποκαλούν "likable quality": με φάτσα παιδική, μικρό ανάστημα, και φωτεινό χαμόγελο, μπορούσε να παίξει ακόμη και έναν ανεύθυνο αλκοολικό δισεκατομυριούχο και να τον κάνει συμπαθή.

O Dudley Moore επίσης άρεσε πολύ στη νονά μου. Ευτυχές γεγονός, εκείνα τα χρόνια, για δυο λόγους: μου άρεσε πολύ ο Dudley Moore και επίσης μου άρεσε πολύ η νονά μου. Οπότε δε χάναμε ταινία του, είτε σε VHS, είτε στους κινηματογράφους. Στο θερινό "Γκρέκα" είχαμε δει το "Άρθουρ", σε βίντεο τα υπέροχα "Και τη μία και την άλλη" (Mickey + Maude) και "10" - αμφότερα σε σκηνοθεσία του Blake Edwards, μια συνεργασία που, σε ποιοτικό level ξεπερνά αυτή με τον Peter Sellers (αλήθεια είναι ρε παιδιά, σκεφτείτε το λίγο) και στο χειμερινό "Κάπιτολ" (εκεί που τώρα είναι το Marks & Spencer, στη Γρηγορίου Λαμπράκη) το "Μικρός πατέρας, μεγάλος γιός".

Το οποίο, εντάξει, μαλακία ταινία ήταν, αλλά και πάλι αυτός είχε πλάκα.

Ήταν εύκολο βλέπετε να μην αγαπήσεις μια ταινία απλά επειδή είχε τον Dudley Moore μέσα (έκανε αρκετές κακές επιλογές) αλλά ήταν αδύνατον να μην αγαπήσεις τον ίδιο, όπου κι αν τον έβλεπες. Δεν είχε όρους αυτή η αγάπη, τον αγαπούσες και στις κακές του ταινίες. Για απειροελάχιστους ηθοποιούς μπορεί κανείς να πει κάτι τέτοιο. Στις σελίδες του "Dudley Moore - an intimate portrait", n Rena Fruchter, η καλύτερη του φίλη και συγγραφέας του βιβλίου, περιγράφει έναν άνθρωπο πολύ κοντά σε αυτό που βλέπαμε στην οθόνη. Έναν άνθρωπο δηλαδή γεμάτο βαθιά καλοσύνη, που έκανε το ένα λάθος μετά το άλλο - ενίοτε πληγώνοντας άλλους - ακριβώς εξαιτίας της.

Ο Μουρ, εκτός από ηθοποιός, ήταν και σπουδαίος μουσικός (δεν είναι τυχαίος ο ρόλος του στο "10"), πιανίστας με κλασσική παιδία και τεράστιο ταλέντο στη jazz. Με πλούσια δισκογραφία και συνθετικές περγαμηνές αξιοθαύμαστες.Και πέρασε τα τελευταία χρονια της ζωής του χτυπημένος από προοδευτική υπερπυρηνική παράλυση, μια σπάνια ασθένεια, άγνωστου αιτιολογίας, που τη χαρακτηρίζουν αδυναμία κίνησης των ματιών, αταξία βάδισης και αυξημένη σπασμωδικότητα. Μοιάζει με το Πάρκινσον δηλαδή, αλλά είναι σαρωτικά εκφυλιστική. Σκέτη φρίκη δηλαδή. Περισσότερο απ' όλα τον στεναχωρούσε που δεν μπορούσε πια να παίξει μουσική. Στα 66 του χρόνια αποφάσισε να διακόψει τη φαρμακευτική αγωγή του, μην αντέχοντας τους πόνους αλλά και τη στεναχώρια του, και δυο μήνες μετά, πέθανε. Ο βρεττανικός τύπος, περιέργως, ποτέ δεν τον συμπάθησε ιδιαίτερα - και εννοώ τους άγγλους κριτικούς βασικά. Ακόμη και με την ασθένεια του έκαναν πλάκα, τα μοσχάρια.

Η κωμωδία σπάνια γνώρισε πιο ταλαντούχους ανθρώπους, πιο πολύπλευρους καλλιτέχνες - δείτε μόνο τα σκετς του με τον Πίτερ Κουκ (που κακώς χρεώνονται μονάχα στο τελευταίο) - και πιο γλυκούς ανθρώπους. Δείτε αυτό εδώ το βιντεάκι, λέει περισσότερα για τον ίδιο απ΄ότι όλες οι ταινίες του και τα κείμενα που γράφτηκαν γι αυτόν (συμπεριλαμβανομένου και αυτού εδώ, προφανώς) μαζί.


Δευτέρα 5 Μαρτίου 2012

Φωνή Νταλάρα, οργή τετράποδων.

Είναι κάπως δύσκολο να εξηγήσω σε κάποιον, μη μουσικό ή performer τέλος πάντων, πως είναι να ανεβαίνει κανείς στη σκηνή για να παίξει μπροστά σε κοινό. Οι πρόβες, οι προετοιμασίες, η αναμονή στα παρασκήνια, ένα κλιμακωμένο ενεργειακό σασπένς που κορυφώνεται όταν ακούγεται η πρώτη νότα, από την οποία ξεκινάει μια διαρκή κατάσταση έξαψης συνδυασμένης με ευθύνη – μετά από πέντε λεπτά αποχαιρετάς τον κόσμο μα μετά κοιτάζεις το ρολόι και συνειδητοποιείς ότι ξεκίνησες στις 15.00 το μεσημέρι και τώρα έχουμε Αύγουστο του 2014. Και πάλι δεν σας το περιγράφω καλά.

Κλικάροντας δεξιά κι αριστερά σήμερα το βράδυ, έπεσα πάνω στο βιντεάκι με τον Νταλάρα από τη συναυλία του στο Ίλιον. Να σας πω την αλήθεια, στην αρχή δεν κατάφερα να το δω ολόκληρο, ένοιωσα πολύ άσχημα. Μετά έγραψα στο facebook πόσο απαράδεκτη βρήκα αυτή την ενέργεια. Και ήρθα αντιμέτωπος με διάφορους αγανακτισμένους (ακούστηκαν και λογικές φωνές όμως).

Θέλω να πω δυο - τρία πραγματάκια.

Πρώτον: Καταλαβαίνω γιατί να θυμώνεις με το Νταλάρα. Μπορώ να σκεφτώ καμιά ντουζίνα λόγους για πλάκα, όλοι τους – για μένα τουλάχιστον – σοβαρότατοι. Είναι λόγοι γνωστοί και χιλιοακουσμένοι και δεν υπάρχει κανένας λόγος να αναφερθώ σε αυτούς. Ούτε εγω τον γουστάρω. Αυτή η πράξη όμως δεν ήταν επαναστατική. Μια ζωώδη και απωθητική καφρίλα ήταν και τίποτα παραπάνω. Whoever did this is less than a man. Και να σας πω και αυτό: αν είστε ένας από αυτούς που απαξιώνουν τη μεταπολιτευτική εκδοχή του (νεο)έλληνα όπως αυτή φωτίστηκε από τον ήλιο τον πράσινο, πρέπει να είστε θεόστραβοι - ηθικά τουλάχιστον - αν δεν την αναγνωρίζετε στα γιαούρτια του εξαγριωμένου "λαού".

Δεύτερον: Υπάρχουν χίλιοι τρόποι να δηλώσεις την αντίθεση σου σε έναν performer: διαδήλωσε έξω από το συναυλιακό του χώρο. Επίσης, μοίρασε φυλλάδια. Αντε, στα νεύρα σου, πέταξε και κανένα μπινελίκι, να το δικαιολογήσω κι αυτό κατανοώντας τον ανθρώπινο θυμό για τα πρόσφατα περί της «σύμφωνης γνώμης» του Γιώργου Νταλάρα, ή για τον, επί της ουσίας, προεκλογικό χαρακτήρα των εμφανίσεων του. Πάντως, εντάξει, στο δεύτερο ας του καταλογίσεις υποκρισία. Στο πρώτο όμως, γιατί να του το κάνεις; Σε περίπτωση που δεν απατώμαι, εφόσον ο τραγουδιστής λέει δημοσίως πως είναι υπέρ της απώλειας εθνικής κυριαρχίας, ποιόν κοροϊδεύει; Επίσης, αν ο Νταλάρας είναι υπεύθυνος για το πολιτιστικό χάλι της Ελλάδος, για τους pop σκυλάδες τι να πούμε; Α ξέχασα, εκεί πρέπει να πληρώσουμε είσοδο.

Τρίτον και σημαντικότερο: Κάποια στιγμή, είδα το βιντεάκι μέχρι τέλους. Και δεν μπορούσα να πιστέψω ούτε την ψυχραιμία αυτού του ανθρώπου, ούτε και τη τεχνική του κατάρτιση. Στ'αλήθεια, έμεινα με το στόμα ανοιχτό: Ό,τι κι αν συνέβαινε, ό,τι κι αν τον χτυπούσε, εκείνος δεν έχανε νότα. Και όχι μόνο δεν έχανε νότα, αλλά «έδινε» στο κάθε τραγούδι αυτό που έπρεπε να του «δώσει».

Μπράβο του από εμένα, λοιπόν, έστω και μόνο γι αυτό. Μάγκας. Κι αν συμφωνείτε με ό,τι συνέβη στο Ίλιον, τα συλλυπητήρια μου. Έχετε πιάσει πάτο.

Κυριακή 5 Φεβρουαρίου 2012

Μπεν Γκαζάρα (1930 - 2012)


Στο “Husbands” που σκηνοθέτησε ο Τζον Κασσαβέτης το 1970, τρείς άντρες, παντρεμένοι και σοκαρισμένοι από το ξαφνικό θάνατο του κολλητού τους, αποφασίζουν να αφήσουν τις συζυγικές τους εστίες και να περάσουν μια ξέφρενη εβδομάδα στο Λονδίνο. Στο τέλος, μονάχα οι δυο επιστρέφουν, φοβισμένοι, στις γυναίκες τους – ο τελευταίος της παρέας που επαναπατρίζεται στο Λονδίνο τους αποχαιρετά και, ειρωνικά τους λέει «αντίο, κ’ ίσως σας ξαναδώ». Τους μετανοούντες ενσάρκωναν οι Τζον Κασσαβέτης και Πίτερ Φολκ. Τον τρίτο, ο Μπεν Γκαζάρα, που έκλεβε την παράσταση. Οι Κασσαβέτης και Φολκ «έφυγαν» πρώτοι. Ο μεγάλος λάτρεις των γυναικών (παντρεύτηκε τρεις φορές και, ενδιαμέσως, έζησε ένα παθιασμένο ειδύλλιο με την Όντρεϊ Χέπμπορν) αλλά και των πούρων (φωτογραφήθηκε για το εξώφυλλο του φημισμένου “Cigar Aficionado”) προσεβλήθη από καρκίνο στο πνεύμονα το 1999 και έσβησε τελικά προχθές, σε ηλικία 81 έτους από μεταστατική επιπλοκή στο πάγκρεας.

Ο Γκαζάρα, γιος ιταλών μεταναστών, γεννήθηκε στη Νέα Υόρκη το 1930 και μεγάλωσε στις φτωχικές συνοικίες της πόλης. Οι επιλογές του ήταν δυο: ή να γίνει ηθοποιός, ή εγκληματίας. «Ευτυχώς, η αγάπη μου για την υποκριτική με έσωσε από μια τέτοια ζωή» δήλωνε ο ίδιος χαρακτηριστικά. Ήταν άλλος ένας ακόμη αμερικανός ηθοποιός που βρήκε καταφύγιο στην «αγκαλιά» του Λι Στράζμπεργκ, στο φημισμένο “Actor’s studio”, απ’όπου ξεπήδησαν όλα τα μεγάλα ταλέντα του αμερικανικού δράματος.

Οι πρώτες του εμφανίσεις, μικρά, ασήμαντα ρολάκια στη τηλεόραση. Στο θεατρικό σανίδι όμως, σύντομα είχε εξελιχθεί σε γίγαντα: κρατά τον πρώτο ανδρικό ρόλο στη Λυσσασμένη Γάτα του Τένεσι Γουίλιαμς στο Μπρόντγουέι , όταν όμως η παραγωγή μεταφέρεται στη μεγάλη οθόνη το 1958, ο Γκαζάρα αρνείται να συμμετάσχει και στη θέση του προσλαμβάνεται ο Πολ Νιούμαν, κίνηση που ο ίδιος θα χρεώσει στα λάθη της καριέρας του. «Απέρριψα άπειρους σπουδαίους ρόλους στο σινεμά όταν έγινα γνωστός ως θεατρικός ηθοποιός. Λες και εμένα περίμενε το “σανίδι” για να το υπερασπιστώ» θα πει αργότερα. Κερδίζει όμως τον ρόλο του νεαρού κατηγορούμενου στην «Ανατομία ενός εγκλήματος» του Ότο Πρέμινγκερ όπως και την προσοχή του μεγάλου κοινού. Η τηλεόραση θα τον αναδείξει στη δεκαετία του 60. Και κάπου εκεί συναντά τον Τζον Κασσαβέτη. Μια στενή φιλία θα αναπτυχθεί ανάμεσα στους δυο άντρες, που θα οδηγήσει στις εμφανίσεις του Γκαζάρα στα “Husbands”, “Ο θάνατος ενός κινέζου πράκτορα στοιχημάτων” και “Νύχτα πρεμιέρας”, όλα σκηνοθετημένα και γυρισμένα με κόπο από τον Κασσαβέτη, τον καλύτερο σκηνοθέτη και άνθρωπο που γνώρισε ποτέ, σύμφωνα με τα λόγια του. Και οι μεγάλοι δημιουργοί του σινεμά τίμησαν την ιστορία του, επιλέγοντας τον σε καίριους ρόλους. Θυμηθείτε το Dogville του Λαρς Φον Τρίερ, τον Μεγάλο Λεμπόφσκι των αδελφών Κοέν ή το Καλοκαίρι του Σαμ, του Σπάικ Λι – και τις παλιότερες ακόμα Ιστορίες Καθημερινής Τρέλας του Μάρκο Φερέρι όπου ενσάρκωνε τον Τσαρλς Μπουκόφσκι. Και φυσικά στο Happiness του Τοντ Σόλονζ. Πάντα σε ρόλους δύσκολους, από αυτούς που οι περισσότεροι ηθοποιοί φοβούνται. Ο Γκαζάρα όμως παρέμεινε άφοβος μέχρι τέλους.

Έτσι θα τον θυμάμαι κι εγώ.

Αυτά, λέει, σας άρεσαν:

Ετικέτες