Πέμπτη 6 Δεκεμβρίου 2012

The Master (2012) ( * * * * )


To “The master” του Πολ Τόμας Άντερσον παραθέτει τα ψυχολογικά προφίλ δυο ανδρών που δείχνουν άρρηκτα συνδεδεμένοι, πλησιάζοντας τους αρκετά για να τους καταστήσει ανθρώπινους, και πίσω απ' αυτά επιχειρεί να μιλήσει για τη νεότερη Αμερικάνικη ιστορία και τις ρωγμές στα θεμέλια του Δυτικού πολιτισμού, όπως αυτός ανοικοδομήθηκε μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Το ότι το σε συγκινεί βαθειά πετυχαίνοντας το πρώτο, ενώ ταυτόχρονα σου παραθέτει όλα εκείνα τα στοιχεία που θα «φουσκώσουν» μέσα σου το δράμα – και τις σημάνσεις του – είναι ένα αθόρυβο κατόρθωμα, μια επίδειξη απόλυτου ελέγχου πάνω στο μέσο. Κι όμως, το φιλμ δείχνει να φρενάρει μόλις χιλιοστά πριν το στόχο του - εντύπωση που όμως είναι τελικά λανθασμένη. Και όχι μόνον αυτό: Το Master είναι η πρώτη ουσιαστική φυγόκεντρη ταινία στην ιστορία του σύγχρονου κινηματογράφου. Μια ταινία που όσο αγγίζει την ουσία σημειολογικά, τόσο την απωθεί δραματουργικά, και το αντίστροφο - πολλές φορές μέσα στο ίδιο κάδρο. Ο δε Άντερσον αρνείται στο θεατή την προσδοκώμενη κορύφωση, θεωρώντας (στην καλύτερη περίπτωση) πως έτσι θα τον υποχρεώσει να ανατρέξει σ’ αυτό που μόλις είδε, αναζητώντας το μεγάλο «γιατί» (στη χειρότερη περίπτωση, δεν ενδιαφέρεται καθόλου – αλλά αυτό δεν θα’χε νόημα, σωστά;).

Όπως σ’ όλες σχεδόν τις ταινίες του, έτσι κι εδώ, μια σχέση «πατέρα» και «γιού» τοποθετείται σε μια ιδιαίτερη χρονική περίοδο της Αμερικανικής ιστορίας. «Γιός», ο Χόακιν Φίνιξ στο ρόλο του Φρέντι Κουέιλ. Επιστρέφει από τον Πόλεμο και τον βλέπουμε να αδειάζει καύσιμα από τα πυρομαχικά για να παρασκευάσει ένα… κοκτέιλ (τι εικόνα κι αυτή, και πόσα πράγματα λέει!). Ένα «υγρό πυρ» δηλαδή που, λογικά, θα πρέπει να του τρώει τα σωθικά αν και, όπως μαθαίνουμε από τον ίδιο «δεν σε σκοτώνει αν το πιείς έξυπνα» (λίγο αργότερα, μια από τις «δημιουργίες» του θα σκοτώσει έναν απερίσκεπτο πότη). Στο κεφάλι του δείχνει να υπάρχει μονάχα το αλκοόλ και το σεξ. Σε μια παραλία κάνει έρωτα σε μια γυναίκα φτιαγμένη από άμμο και, στη συνέχεια, μοιάζει να προσπαθεί να «σκάψει» μέσα της, να επιστρέψει στη μήτρα. Με λίγα λόγια, είναι στον πάτο και σέρνεται.

Κάπου εκεί, συναντά τον «πατέρα», τον Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν στο ρόλο του Λάνκαστερ Ντοντ. Επικεφαλής μιας παραθρησκευτικής αίρεσης που μόλις έχει αρχίσει να αποκτά «πιστούς». Είναι αρκετά έξυπνος για να παίξει με το μυαλό των περισσότερων εκεί έξω, και αρκετά επικίνδυνος ώστε να «παραβλέπει» τα ξεσπάσματα βίας του Φρέντι εναντίων των «απίστων» (όπως κάθε καλός φασίστας: φέρτε στο νου τους μπράβους μιας δικής μας εκλεγμένης συμμορίας, και την σχέση του Λάνκαστερ με τον Φρέντι και έχετε έναν, νομίζω, αρκετά δικαιολογημένο παραλληλισμό). Είναι και τυχερός: η μεταπολεμική Αμερική της δεκαετίας του ’50 αναζητά μια φωτεινή πυξίδα. Ο κύριος Ντοντ είναι διαθέσιμος.

Εδώ «κλειδώνει» και ο δεσμός τους. Γιατί μονάχα δαμάζοντας τον πρώτο θα μπορέσει ο Λάνκαστερ να επικυρώσει την αποτελεσματικότητα των λεγόμενων του, αλλά και να αποδείξει πάνω στον εαυτό του πως είναι ικανός να «μαγέψει» και τον πλέον ανυπόταχτο. Βλέπετε, έχει κι αυτός μια δόση οργής να διαχειριστεί: κάθε φορά που κάποιος επικρίνει ή ειρωνεύεται τις διδασκαλίες του, ο Λάνκαστερ αντιδρά με μικρά ξεσπάσματα σχεδόν Ορσον-Γουελικής ισχύος, ερμηνευμένα εξόχως από τον Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν.

Τσαρλατάνος πρώτης κατηγορίας λοιπόν ο κύριος Λάνκαστερ Ντοντ (που, οι περισσότερες από τις «φιλοσοφίες» του συγγενεύουν ξεκάθαρα με τις αρχές της σαϊεντολογίας), αλλά τι συμβαίνει με τον Φρέντι; Το ψυχικό αυτό ρετάλι (μια ερμηνεία από τον Φίνιξ που σου στέλνει το σαγόνι στο πάτωμα, παρά τον ούτως ή άλλως αβανταδόρικο «πάτημα» της) δείχνει να πηγαινοέρχεται ανάμεσα στο υπαρκτό και το φανταστικό. Σε μια συνεστίαση του Ντοντ βλέπει όλες τις γυναίκες στο χώρο γυμνές, ενώ ένα τηλεφώνημα που δέχεται κατά τη διάρκεια μιας κινηματογραφικής προβολής αποδεικνύεται όνειρο. Σχεδόν κάθε κίνηση, κάθε νεύμα του Φρέντι μοιάζει να προκύπτει ως αποτέλεσμα μιας κατάστασης εκστατικής, στην πιο σκοτεινή της έκφανση.

Αυτή η σκιαγράφηση της μεταξύ τους σχέσης, που ξεκινώντας από το τυπικό δίπολο εξουσιαστή – εξουσιαζόμενου πλησιάζει και άλλα, παράξενα χωράφια, τοποθετείται ως σημειολογική διπλοτυπία πάνω στο χάρτη μιας κοινωνίας που αλλάζει στροφές και πετά την αθωότητα της στα λασπόνερα. Κι όταν το φιλμ αποφασίζει να κλείσει, το κάνει επιστρέφοντας στη σεκανς της παραλίας: ο Φίνιξ δίπλα στο χωματένιο γυναικείο σώμα, γαληνευμένος και οικιοθελώς εξαπατημένος, σαν τους πιστούς του Λάνκαστερ Ντοντ ή τους όποιους πιστούς. Είναι μια σεναριακή μαγκιά που ο Άντερσον υπηρετεί με μια εξίσου στιβαρή κινηματογράφηση: σε επίπεδο φωτογραφίας, καλλιτεχνικής διεύθυνσης, ερμηνειών και μουσικής υπόκρουσης, το “The Master” βάζει τα γυαλιά σε οποιοδήποτε άλλο αμερικάνικο φιλμ έχω δει φέτος. Έστω κι αν το δράμα του, τελικά, αποτελεί μονάχα την αφορμή για το "φύτεμα" μιας νάρκης στο ασυνείδητο.


Πέμπτη 22 Νοεμβρίου 2012

Holy Motors ( * * * * * )


Υπάρχουν αυτοί που τους αρέσει το σινεμά. Και υπάρχουν κι αυτοί που του χρωστούν – και το ξέρουν. Του χρωστούν το πρώτο τους φιλί (στο σινεμά βέβαια χρωστούν όλοι το πρώτο τους φιλί, αλλά μονάχα εκείνοι οι λίγοι το αντιλαμβάνονται), αλλά και την πρώτη τους ουσιαστική ματιά στο καθρέπτη. Είναι αυτοί που ξυπνούν και κοιμούνται αντιλαμβανόμενοι τα πάντα ως ένα σινεμασκόπ κάδρο, αυτοί που ζούσαν στο σινεμά πριν καν το ανακαλύψουν.

Υπάρχουν βεβαίως και οι υπόλοιποι, αλλά αυτοί δεν μας απασχολούν γιατί δεν τους ενδιαφέρει στ' αλήθεια ούτε το σινεμά, ούτε το “Holy Motors”. Η νέα ταινία του Λεό Καράξ. Που ζει και αναπνέει σινεμά, και τώρα έκανε μια ταινία για να μας μιλήσει γι αυτόν τον μεγάλο έρωτα. Η πλοκή είναι απλούστατη: Παρακολουθούμε μία μέρα από τη ζωή ενός ανθρώπου, δουλειά του οποίου είναι να αλλάζει αδιάκοπα ρόλους και ζωές. Όλα αυτά, ο κύριος Οσκάρ, που τον ενσαρκώνει ο Ντενίς Λεβάντ, ένας άνθρωπος που λες και γεννήθηκε για το σινεμά. Κάθε μυς του κορμιού του κινείται και συσπάται μαγικά, και κάθε του κοντινό πλάνο είναι και μια μικρή ανακάλυψη, καθώς ο κύριος Οσκάρ χάνεται στους δρόμους του Παρισιού, ενσαρκώνοντας μια πλειάδα χαρακτήρων, πρωταγωνιστής θαρρείς σε μια ταινία που φιλμάρεται ερήμην των άλλων γύρω του. Οι κάμερες όμως υπάρχουν παντού, ακόμη κι όταν δεν τις βλέπουμε. Δεν είναι το σινεμά, βλέπετε, που μιμείται τη ζωή.

Ο Καράξ έχει συχνά δηλώσει πως η μεγαλύτερη χαρά για τον ίδιο, ως σκηνοθέτη, είναι η συνεργασία με τον ηθοποιό. Στον ηθοποιό, ο Καράξ βλέπει έναν μοναχικό καλλιτέχνη, γιατί ο ίδιος βρίσκεται ακόμη στην αρχή του κινηματογράφου, στο σημείο μηδέν της δημιουργίας του, όχι από καπρίτσιο ή από εστετισμό αλλά από την ανάγκη να παγιωθεί αυτή η φρεσκάδα του πρώτου βλέμματος. Και η ταινία του, το υπέροχο “Holy Motors” υπερβαίνει τον σινεφιλικό της χαρακτήρα ακριβώς επειδή απουσιάζει εδώ η οποιαδήποτε «πονηριά». Δεν έχει διάθεση να μας κλείσει πονηρά το μάτι ο κύριος Καράξ, κι ας επιλέγει την Εντίθ Σκομπ στο ρόλο της ηλικιωμένης πλην γοητευτικής σοφέρ του ήρωα που, λίγο πριν το τέλος, φορά την ίδια μάσκα που φορούσε σχεδόν πενήντα χρόνια πριν στο αριστούργημα του Ζορζ Φρανζού «Les yeux sans visage». Το μόνο που μένει είναι η αθωότητα. Και μαζί της η τρέλα. Γιατί δε παλεύεται ούτε το σινεμά, ούτε η ζωή χωρίς αυτήν.


Και δεν γίνεται να αγαπάς το σινεμά και να μην αγαπάς το “Holy Motors”. Γιατί μέσα από το σινεμά «φορέσαμε» χιλιάδες φορεσιές, παίξαμε ταυτόχρονα τον πάμπλουτο τραπεζίτη και τον αντιεξουσιαστή που τον εκτέλεσε, νιώσαμε άνετα στη μικροαστική μας ρουτίνα και ζήσαμε το μεγάλο μας έρωτα, ξανά και ξανά, για να γυρίσουμε στο τέλος της βραδιάς στη μουδιασμένη ασφάλεια μιας εστίας (το φινάλε του Holy Motors πρέπει να είναι ένα από τα πιο συγκλονιστικά στην ιστορία του νεότερου σινεμά). Κι αν, σε μερικούς απ’ αυτούς τους ρόλους του Monsieur Oscar κρύβονται οι μύχιες επιθυμίες μας, στη μεγάλη οθόνη της ζωής ο εαυτός μας θα περιμένει να μεταμορφωθεί ξανά, για να της δώσει νόημα.

Μέχρι τους, οριστικούς, τίτλους τέλους.

Κυριακή 21 Οκτωβρίου 2012

Γράμμα στους φίλους μου.


Έχω καιρό να γράψω, το ξέρω. Κάτι οι μαζεμένες δουλειές, κάτι τα ταξιδάκια, κάτι οι στεναχώριες του να ζεις σε μια χώρα που έχει πλέον ξεφλουδιστεί πλήρως για να αποκαλύψει τη σκατίλα που ανέκαθεν υπήρχε στο κέντρο της ύπαρξης της, ε, δε θελει κανείς και πολύ για να παραιτηθεί. Όχι ηχηρά, όχι δραματικά, αλλά δίχως να το καταλάβει καν ο ίδιος.

Σας γράφω από την Αγγλία και ο ίδιος μόλις πριν λίγες μέρες συνειδητοποίησα πως αυτό είναι που έχει κάνει τη συγγραφή τόσο δύσκολη τον τελευταίο καιρό. Όλα δείχνουν να με βαραίνουν, εκτός της μικρής βεβαίως, αλλά κάθε μορφή "ευθύνης" δείχνει μάταιη και χωρίς αντίκρυσμα.

Όλα αλλάζουν μόλις βρεθείς σε ένα περιβάλλον στοιχειώδους σεβασμού, νομιμότητας, αποδοχής. Στο φαστουντάδικο στη γωνία, μια αφίσσα διαφημίζει ένα θεατρικό του Τέρενς Μακ Νάλι, ναι, αυτού του Corpus Christi. Ο κόσμος - κόσμος απλός, καθημερινός - διαβάζει, σημειώνει, αδιαφορεί, χλαπακιάζει. Διαβάζω για τους ναζιστικούς χαιρετισμούς αρχηγού νομίμου κόμματος στην Κρατική Ελληνική τηλεόραση. Οι φίλοι μου εδώ, ξένοι και έλληνες, με ρωτούν "τι συμβαίνει στη χώρα;" και σε κάποιους ξεφεύγουν ματιές χρωματισμένες με λίγο οίκτο. Τους κατανοώ, έτσι κοιτούσα κι εγω πριν κάτι χρόνια, συναδέλφους μου από χώρες που στα μάτια μου φάνταζαν τριτοκοσμικές. Κούνια που με κούναγε.

Είδα το "Seven Psychopaths" του Martin MacDonough, του τυπά που είχε σκίζει με την "Αποστολή στη Μπριζ". Μοναδικός συνδιασμός Φελινικού προβληματισμού αλα Οκτώμιση, Ταραντινικού κυνικού χιούμορ και προχωρημένης σινελατρείας που κάνει στάσεις ακόμα και στον Βιμ Βέντερς. Επιτέλους κάποιος δίνει έναν μεγάλο, ζουμερό ρόλο στον Christopher Walken - added bonus για την εμφάνιση του Tom Waits, σκίζουν και οι Colin Farell, Woody Harelson και Sam Rockwell. Βγαίνω από την αίθουσα ενθουσιασμένος. Επίσης βλέπω επιτέλους live τον Johnny Hallyday στο Royal Albert Hall - αλλά γι αυτό, αξίζει ένα ξεχωριστό κείμενο.

Σύντομα αφήνω το Λονδίνο και ετοιμάζομαι για την επιστροφή στη χώρα. Κάθε φορά, όλο και πιο δύσκολο αυτό το τελευταίο.


Πέμπτη 4 Οκτωβρίου 2012

Η κόρη (2012) ( * * )


«Στου καλότυχου την πόρτα, θηλυκό γεννιέται πρώτα» λέει μια παροιμία. Σε καμιά περίπτωση δε θα με χαρακτήριζα καλότυχο, αλλά δε σας κρύβω πως χάρηκα πολύ όταν έμαθα πως περιμέναμε κορίτσι. Ακούστηκε κάπως αυτό; Τι να σας πω, σκέφτεσαι λίγο την αγριάδα των αγοριών, το άτσαλο τους τρέξιμο, θυμάσαι λίγο και την άχαρη θολούρα της εφηβείας σου και βάζεις δίπλα απ’ όλα αυτά την τρυφερότητα ενός κοριτσιού, που μέσα απ’ αυτήν όλα αλλάζουν. Θα μου πεις και με το αγόρι δεν αλλάζουν; Προφανώς. Εγώ όμως ήθελα κορίτσι. Πιθανότατα και να ήθελα να αγαπηθώ. Λένε πως τα κοριτσάκια αγαπούν πολύ τους μπαμπάδες τους.

Έλα όμως που αυτό δε σημαίνει πως οι μπαμπάδες έχουν το αλάθητο: μπορεί το αγόρι με το κορίτσι να διαφέρουν, το παιδί όμως είναι παιδί. Και έχει ανάγκη πολύ συγκεκριμένα πράγματα, από την προσφορά ή τη στέρηση των οποίων, αργά ή γρήγορα θα κριθείς. Και η ευθύνη της κοινωνίας; Τεράστια. Οι ανισότητες που την διέπουν ανετότατα σε «πετάνε» στη λάθος μεριά, την μεριά εκείνη από την οποία δύσκολα ξεφεύγεις. Και εκεί, ναι, γίνονται λάθη. Υπάρχει όμως πάντα ένα όριο. Γράφω αυτό το κείμενο και φέρνω στο νου μου το φινάλε του Κλέφτη Ποδηλάτων. Μέσα στην δραματική απελπισία αυτής της κατάστασης, σε διαλύει να ξέρεις πως οι δυο αυτοί άνθρωποι, αυτός ο πατέρας και αυτό το παιδί, είναι ανίκητοι – και η αγάπη τους αυτή είναι η μόνη ελπίδα που έχουμε.

Η Μυρτώ, η 14χρονη ηρωίδα της ταινίας αναζητά έναν απόντα πατέρα, που δείχνει να αντιμετωπίζει κάθε σοβαρό πρόβλημα με τη μέθοδο της φυγής. Η ίδια, που τόσο τον αγαπά, αποδίδει στον εαυτό της ένα πολύ μεγαλύτερο κομμάτι ευθύνης απ’ αυτό που της αντιστοιχεί, αλλά δεν το ομολογεί ποτέ. Ζόρικο φορτίο η απόρριψη του πατέρα. Αφήνει άσχημα κουσούρια. Και Η Κόρη του Θάνου Αναστόπουλου βασανίζεται από την άρνηση μιας σκληρής αλήθειας, την αποδοχή της οποίας αναβάλει μέχρι την τελευταία σεκάνς. Μια σειρά γεγονότων, αναλαμβάνει να την οδηγήσει εκεί, στο κλείσιμο αυτού του κύκλου ο οποίος ξεκινάει με την απαγωγή ενός μικρότερου αγοριού από τη Μυρτώ. Βλέπεις την ταινία και παγώνεις: σε ποιο από τα δυο παιδία να δώσεις άδικο;

Δυστυχώς, άλλο πράγμα ο στοχασμός πάνω στη δράση, και άλλο η δράση η ίδια. Κι ενώ, σκηνοθετικά, ο Θάνος Αναστόπουλος δείχνει να φιλμογραφεί την δεύτερη με έμπνευση και νεύρο – ο ρυθμός του παραπέμπει σ’ αυτό τον αδελφών Νταρντέν – το σενάριο του σκοντάφτει σε μια σχηματικότητα που έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τον, στυλιζαρισμένο αλλά απολύτως πειστικό ρεαλισμό της εικόνας. Γιατί η Μυρτώ δε χρειάζεται να διαβάζει λήμματα λεξικών (για τις λέξεις – κλειδιά «χρέος» και «ευθύνη»): Τα νοήματα αλλά και τα ερωτήματα που προκύπτουν απ’ αυτές οφείλουν να αναδύονται από το δράμα. Το δράμα όμως μοιάζει δευτερευούσης σημασίας σε επίπεδο σύλληψης, και εκεί βραχυκυκλώνεις. Όταν πλέον φτάνεις στη προτελευταία σκηνή, η δράση φαντάζει εντελώς παράλογη, στημένη για να εξυπηρετήσει τα θέματα που ναι μεν θέλει να θίξει Η Κόρη, εις βάρος όμως της ίδιας της ταινίας καθώς αυτό που προκύπτει φοβάμαι πως φλερτάρει πολύ με τον διδακτισμό. Ακόμη χειρότερα, έναν διδακτισμό που έχω την αίσθηση πως δεν ήταν καθόλου μέσα στις προθέσεις των δημιουργών της.

Απομένουν κάποιες ειλικρινείς στιγμές ανάμεσα στα δυο παιδιά πρωταγωνιστές, οι Γιώργος Συμεωνίδης και Ιερώνυμος Καλετσάνος που δίνουν ερμηνείες στιβαρές και απολύτως ισορροπημένες μέσα στο φιλμικό σύμπαν που τις εμπεριέχει (κάτι που δυστυχώς δεν συμβαίνει με την πλειονότητα του καστ) και μια τελική σεκάνς που, παρά τον προφανή της συμβολισμό, αποτυπώνει μια εικόνα τόσο δυνατή, που από τη δύναμη της και μόνο απελευθερώνεται από τον βραχνά του κλισέ.

Τρίτη 2 Οκτωβρίου 2012

Vincere (2009) ( * * * * )


Στην Ιταλία γεννήθηκε η Όπερα - κάπου στο τέλος του 16ου αιώνα. Θα έπρεπε να εφευρεθεί το σινεμά για να δούμε μια πιο σύνθετη τέχνη απ’ αυτήν: λόγος, υποκριτική, τραγούδι, μουσική, σκηνικά, κοστούμια, χορός – για εκατοντάδες χρόνια αυτός έδειχνε να είναι ο απόλυτος συγκερασμός όλων των τεχνών. Στη συνέχεια, βέβαια, η Όπερα, ως τέχνη, έδειξε να «μεταφέρεται» στη Γερμανία. Και εκεί έπεσε και στα χέρια του πρώτου μεγάλου αναθεωρητή της, του Βάγκνερ. Που «πείραξε» τις δομές, τις μελωδίες και τις τονικότητες της, δημιουργώντας κάτι ολότελα ξεχωριστό. 

Στην Ιταλία γεννήθηκε ο άθεος και αριστερός Μπενίτο Μουσολίνι. Ορθώς διαβάσατε: ο μετέπειτα συνεργάτης του Χίτλερ, υπήρξε μέλος του σοσιαλιστικού κόμματος όταν αυτό βρισκόταν στα σπάργανα (μιλάμε για τις αρχές του 20ου αιώνα) για να εκδιωχθεί απ’ αυτό μόλις το 1914. Πληγωμένος, αλλά και πεπεισμένος για το δίκιο του, θα επιστρέψει από τον 1ο Παγκόσμιο Πόλεμο, και θα ιδρύσει το «Fasci Italiani di Combattimento», το φασιστικό κόμμα που μέσα σε λίγα χρόνια θα πάρει την εξουσία. Η Ίντα Ντέσλερ, - ιταλίδα και αυτή, παρά το όχι και τόσο λατινικό της όνομα - γνώρισε, και αγάπησε τον Μουσολίνι. Έκανε μαζί του και ένα παιδί. Και, στη συνέχεια, φυλακίστηκε για δέκα χρόνια, και αυτή, και το παιδί της. Η αγάπη της, ντρόπιαζε τον δικτάτορα. Του οποίου οπαδός θα σπεύσει να δηλώσει ο Αδόλφος Χίτλερ. Που θα «πειράξει» τις δομές και τις τονικότητες του φασισμού, δημιουργώντας και αυτός, ένα κίνημα με ταυτότητα ξεχωριστή. 

Στην Ιταλία γεννήθηκε και ο Μάρκο Μπελόκιο που επιχειρεί να μιλήσει για αυτό το «θολό» ιστορικό κεφάλαιο, πατώντας στην Οπερατική δομή την οποία όμως και ανατρέπει, παραβιάζοντας τον κανόνα της γραμμικής αφήγησης. Γιατί συνδέει, με μια εντυπωσιακή σκηνοθετική σιγουριά, την αισθητική μετάλλαξη με την πολιτιστική, για να οδηγηθούμε από την πολιτιστική στην κοινωνική καί από την κοινωνική στην ατομική. Ως μεγάλος τραγωδός, τοποθετεί στο επίκεντρο την Ίντα Ντέσλερ που ενσαρκώνει σπαρακτικά η Τζιοβάνα Μετσοτζιόρνιο. Και η ερμηνεία της, καρδιά αυτού του υπέροχου φιλμ, που μονάχα στην Ιταλία θα μπορούσε να είχε συλληφθεί και ολοκληρωθεί. Μόνο στην Ιταλία το λαϊκό σινεμά μπορεί ταυτόχρονα να σου προσφέρει μια τέτοια αισθητική απόλαυση.

Σάββατο 29 Σεπτεμβρίου 2012

Amour (2012) ( * * * * * )


«Δε θυμάμαι την ιστορία. Θυμάμαι το συναίσθημα»: Ο Ζορζ διηγείται ένα περιστατικό από την εφηβεία του στη σύζυγο του, την Αν. Ένα βράδυ, μας λέει, προσπαθούσε να περιγράψει σ’ έναν άγνωστο τις εντυπώσεις του από μια ταινία που τον είχε συγκινήσει βαθιά, και δεν μπορούσε να κρατήσει τα δάκρυα του. Έχουν περάσει πολλά χρόνια από τότε και οι δυο τους είναι πια ηλικιωμένοι - μοιάζουν να έχουν μονάχα ο ένας τον άλλο, παρά τις μάλλον αραιές επισκέψεις της κόρης τους ή του κοινωνικού τους περίγυρου. Αυτό δεν εμποδίζει τον Ζορζ να την παρατηρεί γοητευμένος: «Ξέρεις πόσο όμορφη δείχνεις σήμερα;» της λέει σε μια αβίαστα τρυφερή στιγμή κι εμείς χαμογελάμε έχοντας σχεδόν ξεχάσει τη μακάβρια αφετηρία του Amour, της νέας ταινίας του Michael Haneke: Μια ομάδα αστυνομικών σπάει την πόρτα ενός διαμερίσματος για να ανακαλύψει, στολισμένο με λουλούδια, το πτώμα της Αν σε προχωρημένη αποσύνθεση.

Κι εμείς παρακολουθούμε τις τελευταίες μέρες της Αν και του Ζορζ καθώς δίνουν δυο αγώνες που, ο καθένας χωριστά, θα απαιτούσε δυνάμεις μιας ζωής: του έρωτα και της αξιοπρέπειας. Του έρωτα γιατί η διαρκώς επιδεινωμένη κατάσταση της Αν – που έχει χτυπηθεί από εγκεφαλικό – θα φέρει και τους δυο στα όρια τους, και της αξιοπρέπειας, καθώς αποφασίζουν να περάσουν αυτή τη δοκιμασία μόνοι, μακριά από τα νοσοκομεία αλλά και από την ενοχλητική ανησυχία φίλων και συγγενών.

Η ελληνική μεταφραστική διχοτόμηση του “Amour” αποτελεί ένα κατάλοιπο κουλτούρας χριστιανικής καθώς, στο λεξιλόγιο μας, μέχρι τότε πρωταγωνιστούσε η λέξη «έρωτας». Η εκκλησία αναγκάστηκε να «οριστικοποιήσει» την «αγάπη» που αν και προϋπήρχε ιστορικά, «λανσάρεται» ουσιαστικά από τον Απόστολο Παύλο. Οι λόγοι είναι προφανείς: η λέξη «αγάπη» μπορεί να εμπεριέχεται στη Καινή Διαθήκη (οι αναφορές σ’ αυτήν είναι υπεράριθμες) δίχως ταυτόχρονα να σκανδαλίζει τους μέλλοντες πιστούς. Γιατί έρωτας σημαίνει και πάθος. Που ως πάθος, στοχεύει στην αποκοπή από το Όλον. Και η Αν δεν θέλει να βλέπει πια την κόρη της. Ούτε να ακούει τις ηχογραφήσεις του καλύτερου της μαθητή που εκφράζει την ταπεινωτική του λύπηση δια αλληλογραφίας (η Αν είναι καθηγήτρια μουσικής, όπως και ο σύζυγος της). Θέλει μονάχα τον Ζορζ. Ακόμη και στο τελευταίο στάδιο της ασθένειας της, θυμάται, γοητεύεται, φλερτάρει, τραγουδά.

Για τον μέχρι πρότινος «κυνικό» Haneke, ο έρωτας αυτός είναι η αφορμή για κάποιες μικρές ποιητικές στιγμές, μοναδικές στη μέχρι τώρα φιλμογραφία του: Ο Ζορζ και η Αν εκτελούν μια παράξενη, άτυπη χορογραφία καθώς ο πρώτος αγκαλιάζει τη δεύτερη για να την αφήσει στο αναπηρικό της κάθισμα, ένα ανατριχιαστικό όνειρο ταράζει τον ύπνο του, ένα λευκό περιστέρι «εισβάλει» στο διαμέρισμα, αυτή η προτελευταία σκηνή. Στο μεταξύ, καταγράφει την ιστορία του Ζορζ και της Αν με το πάγιο, «παρατηρητικό» του ύφος. Ολοκληρωτική απουσία κινηματογραφικού score, μεγάλα σε διάρκεια μονοπλάνα (ο χώρος, μοναδικά κατακερματισμένος από την κάμερα του Darius Khondji), προτίμηση στα μεσαία και κοντινά κάδρα. Οι ρυτίδες στα πρόσωπα του Jean Louis Trintignant και της Emmanuelle Riva (που δίνουν ερμηνείες απαράμιλλης ευαισθησίας και γενναιότητας) γεμίζουν συχνά την οθόνη, αν κι εμείς δίνουμε σημασία μονάχα στα βλέμματα τους. Οι ρυτίδες βλέπετε, μπορεί να κουβαλούν τη δική τους ιστορία. Εμάς όμως μας ενδιαφέρει το συναίσθημα.

Γιατί ο Ζορζ και η Αν δεν είναι μονάχα ερωτευμένοι. Αγαπιούνται κιόλας, και η αγάπη τους είναι μια αγάπη άσβεστη, μίλια μακριά από αυτή που ο χριστιανισμός αναφέρει: Η εκκλησία δε θα συγχωρούσε πολλά από τα «αμαρτήματα» που καταγράφονται στο φιλμ – ένα εξ αυτών, "σοβαρό". Ο Michael Haneke όμως αδιαφορεί. Κι εμείς, καθώς η Isabelle Huppert τριγυρνά μόνη στο πατρικό που τώρα πια της "ανήκει", συμφωνούμε. Καλύτερα να σ’ αγαπούν στην Κόλαση παρά να ‘σαι χωρίς αγάπη στον Παράδεισο.

Πέμπτη 27 Σεπτεμβρίου 2012

Cosmopolis (2012) ( * * )


Αρχοντας ενός αμοραλιστικού σύμπαντος που επηρεάζει τα ανά την υφήλιο χρηματιστήρια με τις εμπορικές συμφωνίες και τις χρηματοοικονομικές προβλέψεις του, ο 28χρονος χρηματιστής που ελέγχει το μέλλον χωρών και νομισμάτων από το καταφύγιό του, την τεράστια λευκή λιμουζίνα του, αναζητά ένα μέρος να κουρευτεί.

Και να ηρεμήσει. Παρά τα φράγκα και τις ανέσεις – δεν θα λέγαμε πως έχει δα και σοβαρά προβλήματα ο ήρωας, πέραν ίσως της ασσυμετρίας του προστάτη του. Κι όμως τις νύχτες ο πανίσχυρος Έρικ δεν μπορεί να κοιμηθεί. Η διαδρομή του στην πόλη ανακόπτεται κάθε τόσο από την κίνηση στους δρόμους, την επίσκεψη του προέδρου των ΗΠΑ, μια διαδήλωση κατά της παγκοσμιοποίησης, την κηδεία ενός διάσημου ράπερ, αλλά και από τους συχνούς επισκέπτες της λιμουζίνας του (τον οικονομικό αναλυτή του, τον γιατρό του, τον σωματοφύλακά του, την ερωμένη του). Και πριν από το τέλος όμως της βραδιάς, συνειδητοποιεί την αποτυχία του οράματός του.

Επειδή όμως όλο αυτό θα μπορούσε και να «βρωμάει» ρητορεία, ο Ντέιβιντ Κρόνενμπεργκ τονίζει τον σαρκαστικό τόνο του βιβλίου του Ντον Ντε Λίλο με μια quirky κινηματογράφιση που ακολουθεί τη μονότονη διαδρομή του ήρωα (που ενσαρκώνει εξαιρετικά ο Ρόμπερτ Πάτισον). Η μουσική υπόκρουση αμβλύνει την ειρωνεία, οι κοινωνικές αναντιστοιχίες, έρχονται σχεδόν από μόνες τους και οι ατάκες φεύγουν σα σφαίρες. Σφαίρες που όμως σύντομα αδρανούν και εντέλει, στόχο δε βρίσκουν.

Γιατί η φιλμική φόρμα που επέλεξε ο Καναδός κινηματογραφιστής κλωθογυρίζει γύρω από τις σημάνσεις της με μια σχεδόν ambient επαναληπτικότητα που μπορεί να σε βυθίζει έτσι πιο γοργά στο σύμπαν της, σου αφαιρεί όμως τη πρόσβαση στην επεξεργασία αυτών που ακούγονται εδώ, στέλνοντας το όλο δράμα στο μηδέν – ένα «μηδέν» όμως που και πάλι δείχνει να σε περιμένει χαιρέκακα στο φινάλε (με τη σύγκρουση των Πάτισον / Τζιαμάτι) σε σημείο του ν' αναρωτιέσαι τελικά μήπως όλη αυτή η ιστορία ήταν ένα intellectual καλαμπούρι.

Ε και να’ ταν…

Αυτά, λέει, σας άρεσαν:

Ετικέτες