Πέμπτη 17 Μαρτίου 2011

Αφιερωμένο σε όσους υποστηρίζουν ότι οι κριτικοί ""τα παίρνουν"".


Νέο:

η κριτική του Τάσου Θεοδωρόπουλου για το υπέροχο
Μια Φορά Κι Ένα Μωρό δεν θα δημοσιευτεί στο
Πρώτο Θέμα αυτής της Κυριακής.
Η γνώμη του για την ταινία
δεν συμπίπτει με αυτή της διευθύνσεως.
Η οποία, νομίζω, είχε κάνει κι ένα πέρασμά από το
αριστουργηματικό Φιλί Της Ζωής.

Λογοκρισία το λένε αυτό.

Αναρωτιέμαι τι σκέπτεται γι αυτό η ΠΕΚΚ κι αν θα κάνει κάτι.
Όπως "έκανε" για τη μήνυση εναντίον του Γιάννη Ζουμπουλάκη (που βεβαίως είχε τη στήριξη του νομικού τμήματος της εφημερίδας του - η μήνυση έγινε μάλλον για να φοβηθούν αυτοί που δεν την έχουν) ή για την απόλυση του Ηλία Φραγκούλη από την Athens Voice....

Αναρωτιέμαι αν ο σκηνοθέτης της ταινίας το γνωρίζει αυτό, και αν λυπάται
(όλοι γράφουν πόσο καλός άνθρωπος είναι).

Επίσης αναρωτιέμαι
αν μια τέτοια ταινία θα κόψει λιγότερα μπιλιέτα αν εγώ,
ο Τάσος, ο Χρήστος, ο Δημήτρης και άλλοι γράψουμε αρνητική κριτική.
Από τη μιά, σκέφτομαι, χέστηκε η φοράδα στ' αλώνι.
Από την άλλη απορώ: για να μας τρέχουν έτσι, μήπως ο λόγος μας έχει κάποια δύναμη;

Συμφωνείτε / διαφωνείτε με αυτά που γράφει ο Τάσος, δεν έχει σημασία. Σημασία έχει να αντιληφθείτε πόσο δύσκολο είναι μερικές φορές να διατηρήσεις την ακεραιότητα της φωνής σου. Σε παλαιότερο έντυπο που έγραφα - θέση στην οποία βρέθηκα μετά από παραίτηση του.. Τάσου Θεοδωρόπουλου πριν από δεκαπέντε χρόνια (θυμάσαι Τάσο την πρώτη μας συνάντηση και την πάρλα μας για τους Laibach ενώ πηγαίναμε να δούμε το Lost Highway σε δημοσιογραφική προβολή στο Studio;) - στο Exodos ντε, τα αστεράκια... πολλαπλασιαζόντουσαν στις ταινίες των φίλων σκηνοθετών της εκάστοτε διευθύνσεως, κι έτσι τσίμπαγε Η Καρδιά Του Κτήνους... τέσσερα αστεράκια και πολλές φορές αναγκάστηκα να... παραιτηθώ για να ξαναπροσληφθώ την επόμενη μέρα ώστε να δω τα κείμενα μου ακέραια.

Πολλοί σε αυτή τη δουλειά έχουμε μια τέτοια ιστορία να αφηγηθούμε. Και φυσικά μερικές φορές, εκτός από κάποιους διευθυντές που παίζουν παιχνίδι δημοσίων σχέσεων πάνω στην πλάτη σου, έχεις να αντιμετωπίσεις κάποιον οργισμένο διανομέα (που απειλεί το διαφημιστικό τμήμα) ή κάποιους σφουγκοκωλάριους του Κέντρου που πρέπει πάση θυσία να προστατέψουν τους κολλητούς τους στήνοντας τη δική τους χυδαία τρομοκρατία εναντίον των συντακτών που τυχαίνει να μην παίζουν παιχνίδια διαδρόμων ή απλά να μην βάζουν τις φιλίες τους πανω απο το λειτούργημα τους
(και μετά τους έφταιγε ο Σέκκερης εκεί στην "ομίχλη").

Αυτό για όλους εκείνους που λένε πως οι κριτικοί "τα παίρνουν".

Μάθετε λοιπόν πως τελικά δεν κάνουμε και τόσο εύκολη δουλειά όσο φαντάζεστε.
Και πως πρέπει να περάσεις από πολλούς εσωτερικούς διαδρόμους
και να φας πολλά σκατά για να παραμείνεις ο εαυτός σου.

Ο Τάσος είναι ένας από αυτούς τους συναδελφους.

Όλοι όσοι κάνουμε αυτή τη δουλειά, πρέπει να δηλώσουμε την αντίθεση μας.
Οτιδήποτε διαφορετικό μου φαντάζει ολοκληρωτικά ακατανόητο.

Τετάρτη 16 Μαρτίου 2011

Route Irish (2010) ( * * * * ½ )


Το μεγαλείο της σκηνοθετικής γραφής του Κεν Λόουτς έγκειται στην άμεση συμμετοχή του θεατή στη δράση. Είτε καταπιάνεται με την ιστορία καθαριστών πολυεθνικής, είτε με τον αγώνα μιας μητέρας να κρατήσει τη κηδεμονία του παιδιού της κόντρα σε ένα εχθρικό κράτος, είτε – όπως τώρα – με την ιστορία του Φέργκους, μισθοφόρου των Ειδικών Δυνάμεων της Αγγλίας που αναζητά τα πραγματικά αίτια πίσω από τη δολοφονία του καλύτερου του φίλου.

Και γινόμαστε συμμέτοχοι όχι μόνο επειδή οι χαρακτήρες του μας κερδίζουν αλλά επειδή, μέσα από την ιστορία τους, ενωνόμαστε στους αγώνες τους. Το μερίδιο της συλλογικής ευθύνης που μας αντιστοιχεί απέναντι σε ένα σύστημα απάνθρωπο γίνεται αμέσως αντιληπτό, δίχως φασαριόζικες ρητορείες και προφανείς διδακτισμούς (μεγάλο πρόβλημα με πολλές ταινίες ανάλογης πολιτικής κατεύθυνσης). Βλέπετε, ποτέ δεν αμφισβητείς τα κίνητρα του Κεν Λόουτς. Ποτέ δε νιώθεις ότι πάει να σου «τη φέρει». Αυτό δεν είναι απλώς επίτευγμα: είναι σκέτη κινηματογραφική μαγεία.

«Ιρλανδέζικος δρόμος» είναι το «παρατσούκλι» της πιο επικίνδυνης διαδρομής του κόσμου. Βρίσκεται στη Βαγδάτη: ο δρόμος που ενώνει το αεροδρόμιο με την Πράσινη Γραμμή (δηλαδή τη νεκρή ζώνη του Πολέμου). Ο αριθμός των ανθρώπων που έχουν αφήσει τις ζωές τους εκεί, παραμένει ανυπολόγιστος. Για σκεφτείτε λίγο αυτή την τελευταία λέξη. Τι πάει να πει «ανυπολόγιστος»; Πως είναι δυνατόν κάποιοι άνθρωποι να πέθαναν δίχως να μάθουμε έστω το όνομα τους, σαν να μην υπήρξαν ποτέ; Ο Λόουτς δεν μπορεί να καταλάβει το γιατί. Και θυμώνει. Μας αποκαλύπτει, μέσω μιας περίτεχνης αφήγησης που συνδυάζει έντονο σασπένς με καθαρό δράμα, πως πολλοί στρατιώτες των Ειδικών Δυνάμεων έγιναν υπάλληλοι εταιρίας security στην Βαγδάτη. Εταιρίας που σαφώς και έχει οφέλη από τον πόλεμο στο Ιράκ και σαφώς επηρέασε την Βρετανική Κυβέρνηση στην κήρυξη του. Εταιρίας Πολυεθνικής που αναμοχλεύει συρράξεις στο Ιράκ όπως το έκανε στο παρελθόν με τη Γιουγκοσλαβία – και φυσικά οι υπάλληλοι της περιφέρονται στον κόσμο με carte blanche. Οι χώρες δεν έχουν σημασία άλλωστε.

Γι αυτό και ο Λόουτς φέρνει τον Πόλεμο του Ιράκ στην Αγγλία, στο εργατικό Λίβερπουλ, όπου ο οργισμένος Φέργκους ξεκινά τη δική του έρευνα. Η αφήγηση στεγνή. Facts are facts. Δεν μπορείς να τα αμφισβητήσεις, μόνο να στρέψεις το βλέμμα σου αλλού και να αφήσεις την αίθουσα, αν θες πάση θυσία να μείνεις αμέτοχος. Γιατί ο πιο σκληρός πόλεμος είναι αυτός που μαίνεται μέσα μας – και αν κάποιοι από εσάς τον φοβόσαστε, προσπαθήστε να φανταστείτε τι τραβάει ο Φέργκος. Γιατί, δηλαδή, είναι συνέχεια θυμωμένος, γιατί δεν μπορεί να έρθει ποτέ στα συγκαλά του, γιατί, στο δρόμο του για την αλήθεια θα σκοτώσει και αθώους: Είναι η ρεαλιστική εκδοχή του Τζον Ράμπο, του πολεμιστή δηλαδή που, πάντα, θα επιστρέφει σε ένα πεδίο μάχης, δίχως όμως να υπακούει σε κάποιον ανώτερο ηθικό κώδικα. Παρά μόνο στο δικό του.

Που νοσεί εξίσου βαριά με το σύστημα που μας περιβάλλει.

Wasted youth (2011) ( * * ½ )


Ο Μπέρναρντ Σο έλεγε πως «η νιότη είναι κάτι υπέροχο για να σπαταλιέται στους νέους». Εννοούσε πως οι νέοι που έχουν χρόνο να ξεκινήσουν κάτι σπουδαίο, δεν τον αξιοποιούν, και οι ενήλικες που έχουν όλη τη καλή πρόθεση, δεν τον διαθέτουν. Από την άλλη, έχω σχεδόν κλείσει τα 35 και ακούω τον πατέρα μου να λέει ακόμη και σήμερα, να «μην χαραμίζω τα νιάτα μου» – και φαντάζομαι θα τον ακούω μέχρι (ελπίζω) τα βαθιά μου γεράματα όπου, και πάλι, θα είμαι νεότερος του, κι έτσι, θα έχει ούτως η άλλως δίκιο. Γιατί, πέραν της εξ αίματος σχέσης που μας συνδέει, ανησυχεί και για τη νιότη που ενδεχομένως σπατάλησε. Κι αυτός, κι εσείς, και όλοι μας. Γι αυτό άλλωστε είναι η νιότη: για σπατάλη. Όπως και τα χρήματα, θα μπορούσε να πει κάποιος, μόνο που τα χρήματα μπορείς και να τα αποταμιεύσεις – που βεβαίως αν το κάνεις αυτό, συμπεριφέρεσαι σαν ώριμος ενήλικας κι όχι σαν ελεύθερος από τα πάντα δεκαεξάρης, όπως ο Χάρης που αλωνίζει την Αθήνα με το σκέιτ του, ζώντας για τη στιγμή και μόνο γι αυτήν, κάνοντας πλάκες, διασκεδάζοντας και φιλώντας τις κοπέλες που τον γουστάρουν γι αυτό.

Το Wasted Youth δεν έχει πρόθεση να κάνει κήρυγμα, ούτε να υψώσει διδακτικά τον δείκτη του απέναντι σ’ εμάς κατακεραυνώνοντας τις συνθήκες εκείνες που οδηγούν μια κοινωνία σε γεωμετρικώς αυξανόμενη αποσύνθεση – αυτό όμως δεν σημαίνει πως μένει αμέτοχο: και μόνο που μπαίνει στον κόπο να καταγράψει μια πραγματικότητα σε «πραγματικούς» όρους, αρκεί για να αποδείξει πως οι Αργύρης Παπαδημητρόπουλος και Γιαν Βόγκελ αναζητούν κάτι άλλο κάτω από την επιφάνεια. Ευτυχώς: αν ταινίες που πραγματεύονται ένα τέτοιο θέμα δεν αποτελούν και αφετηρία ενός επίμονου διαλόγου, είναι δειλές και αποτυχημένες. Το Wasted Youth δεν είναι τίποτα από τα δύο - τουλάχιστον στο μεγαλύτερο κομμάτι του (διαβάστε μέχρι το τέλος και θα καταλάβετε τι εννοώ). Όχι μόνο σε χώνει με τα μπούνια στο σύμπαν του (που είναι και το σύμπαν μας, όσο κι αν αυτό μας διαφεύγει έτσι πελαγωμένοι που είμαστε στη χάβρα της προσωπικής μας ρουτίνας) αλλά μας σκάβει και ένα παράλληλο λαγούμι, αυτό της ιστορίας του Βασίλη, του 40άρη αστυνομικού που είναι παγιδευμένος ανάμεσα σε μια δουλειά που απεχθάνεται, και σε μια άλλη που διστάζει να βάλει μπρος, φοβούμενος να μη χάσει τη θέση του σε μια κοινωνία σαν την Ελληνική. Που κοστολογεί τα μέλη της αναλόγως με το μέγεθος της προσφοράς τους στην (μικρο)αστική μηχανή – όχι την κοινωνική, και εδώ ίσως να «κρύβεται» ένα από τα πολλά προβλήματα της. Βλέποντας την ταινία, τοποθέτησα αυτούς τους «ήρωες» σε δυο εναλλακτικές πραγματικότητες, όπου και οι δυό αποτελούν την 16χρονη και την 40χρονη εκδοχή του ίδιου χαρακτήρα. Η ξεγνοιασιά του πρώτου, το άγχος του δεύτερου, η σπατάλη των δεκάξι που οδηγεί στην απογοήτευση των σαράντα, μαζί με τον κοινό δεσμευτικό ρόλο της Ελληνικής Οικογένειας. Μαζί και η ματαιότητα ολόκληρης της ζωής, έτσι όπως αυτή περνά γοργά μπροστά από τα μάτια μας, και ακόμη περισσότερο μπροστά από την κάμερα του ρυθμικά μονταρισμένου φιλμ - αν και, δυο - τρεις σεκανς ίσως να χρειαζόντουσαν περισσότερο "χώρο" για να αναπτυχθούν.

Για όλους αυτούς τους λόγους που προαναφέραμε λοιπόν, οι ιστορίες αυτών των ανθρώπων, έτσι, σε παράλληλη βάση, αρκούσαν. Έπρεπε άραγε να επιλεχθεί, με το στανιό, ένα τέτοιο συζευκτικό φινάλε που με την τραγική κατάληξη του να κουτσουρεύει την διαλεκτική του Wasted Youth και (άθελα του;) να το κλείνει με ένα statement πλήρως σχηματικό; Ή έστω, αφού επιλέχθηκε μια τέτοια εξέλιξη, γιατί την τραγωδία να επιφέρει το χέρι ενός χαρακτήρα άσχετου με τις πορείες αυτών των δυο ανθρώπων, σκιαγραφημένου με τόσο μα τόσο απλοϊκές πινελιές; Με όλο το σεβασμό απέναντι στη δουλειά των δυο σκηνοθετών, είναι κι αυτό μιας μορφής σπατάλη: να ξεκινάς από τον κοινωνικό προβληματισμό και να καταλήγεις στο shock value.

Η φυσική δύναμη του φιλμ δεν χρειαζόταν μια τόσο φτηνιάρικη ντόπα.


Τρίτη 15 Μαρτίου 2011

Who would have noticed another madman round here?



Edmund: (hangs up the phone, turns) Captain Darling...

Darling: Captain Blackadder.

Edmund: Here to join us for the last waltz?

Darling: (nervous) Erm, yes -- tired of folding the general's pyjamas.

George: Well, this is splendid, comradely news! Together, we'll fight for king and country, and be sucking sausages in Berlin by teatime.

Edmund: Yes, I hope their cafes are well stocked; everyone seems determined to eat out the moment they arrive.

George: No, really, this is brave, splendid and noble! Sir?

Edmund: Yes, Lieutenant?

George: I'm scared, sir.

Baldrick: I'm scared too, sir.

George: I mean, I'm the last of the tiddlywinking leapfroggers from the Golden Summer of 1914. I don't want to die. I'm really not overkeen on dying at all, sir.

Edmund: How are you feeling, Darling?

Darling: Erm, not all that good, Blackadder -- rather hoped I'd get through the whole show; go back to work at Pratt & Sons; keep wicket for the Croydon gentlemen; marry Doris... Made a note in my diary on my way here. Simply says, "Bugger."

Edmund: Well, quite.

(a voice outside gives orders)

Edmund: Ah well, come on. Let's move.

Voice: Fix bayonets!

(They start to go outside)

Edmund: Don't forget your stick, Lieutenant.

George: Oh no, sir -- wouldn't want to face a machine gun without this!

(outside, they all line up as the shelling stops)

Darling: Listen! Our guns have stopped.

George: You don't think...?

Baldrick: Maybe the war's over. Maybe it's peace!

George: Well, hurrah! The big knobs have gone round the table and yanked the iron out of the fire!

Darling: Thank God! We lived through it! The Great War: 1914-1917.

George: Hip hip!

All but Edmund: Hurray!

Edmund: (loading his revolver) I'm afraid not. The guns have stopped because we're about to attack. Not even our generals are mad enough to shell their own men. They think it's far more sporting to let the Germans do it.

George: So we are, in fact, going over. This is, as they say, it.

Edmund: I'm afraid so, unless I think of something very quickly.

Voice: Company, one pace forward!

(everyone steps forward)

Baldrick: Ooh, there's a nasty splinter on that ladder, sir! A bloke could hurt himself on that.

Voice: Stand ready!

(everyone puts a foot forward)

Baldrick: I have a plan, sir.

Edmund: Really, Baldrick? A cunning and subtle one?

Baldrick: Yes, sir.

Edmund: As cunning as a fox who's just been appointed Professor of Cunning at Oxford University?

Baldrick: Yes, sir.

Voice: On the signal, company will advance!

Edmund: Well, I'm afraid it'll have to wait. Whatever it was, I'm sure it was better than my plan to get out of this by pretending to be mad. I mean, who would have noticed another madman round here?

(whistle blows)

Edmund: Good luck, everyone. (blows his whistle)

(Everyone yells as they go over the top. German guns fire before they're even off the ladders. The scene changes to slow motion, and explosions happen all around them. [An echoed piano slowly plays the Blackadder theme.] The smoke and flying earth begins to obscure vision as the view changes to the battlefield moments later: empty and silent with barbed wire, guns and bodies strewn across it. [A bass drum beats slowly.] That view in turn changes to the same field as it is today: overgrown with grasses and flowers, peaceful, with chirping birds.)

The End

Κυριακή 13 Μαρτίου 2011

Με φουρτουνιάζει ο έρωτας.



Με φουρτουνιάζει ο έρωτας
Φοβάμαι μη βουλιάξω
Στης αγκαλιάς σου το βυθό
Παντοτινά ν' αράξω.

Γίνε βαρκού- βαρκούλα να σωθώ
Νησάκι για ν' ανέβω
Και Ροβινσώνας να γενώ
Την πλάση ν' αγναντεύω.

Με φουρτουνιάζει ο έρωτας
Και το μουράγιο σπάει
Οι γλάροι πέταξαν μακριά
Το ψάρι θα με φάει.


Γειά σου Μανώλη.


Τετάρτη 9 Μαρτίου 2011

Incendies (2010) ( * * * * )



Να το γράψω πριν απ’ οτιδήποτε άλλο: το χτύπημα που σου καταφέρνουν τα τελευταία δέκα λεπτά του Μέσα Από Τις Φλόγες έχει ισχύ πυρηνικού οπλοστάσιου. Μιλάμε για μελοδραματικό ντιρέκτ από τα λίγα. Το ότι ο σκηνοθέτης Ντενίς Βιλνέβ κατορθώνει να το εντάξει σε ένα φιλμικό πλαίσιο άκρως ρεαλιστικό, είναι πραγματικό κατόρθωμα. Στα χέρια ενός λιγότερο ικανού σκηνοθέτη, ο μύθος θα είχε πνιγεί στην ηχηρή υστερία – στοιχείο που απουσιάζει ολοκληρωτικά από την αφήγηση αυτού του συγκλονιστικού φιλμ.

Δυο δίδυμα αδέλφια, ο Σιμόν και η Ζαν, λιβανέζικης καταγωγής, έχουν μια αποστολή από τη νεκρή τους μητέρα. Να ανακαλύψουν τον πατέρα τους (που θεωρούσαν νεκρό) και τον χαμένο αδελφό τους (του οποίου την ύπαρξη αγνοούσαν). Ειδάλλως, η μάνα θα ταφεί γυμνή, μπρούμυτα στο χώμα, και δίχως μια ταφόπλακα – δίχως δηλαδή τις τιμές που αρμόζουν σε ένα νεκρό. Έτσι, με αυτό το τέχνασμα, κατευθείαν παρμένο από τον Σοφοκλή, το φιλμ ξεκινά να ανοίγει τα χαρτιά του.

Χωροχρόνος δράσης, ο Λιβανέζικος εμφύλιος και οι αντανακλάσεις του στο σήμερα. Ο οποίος κράτησε από το 1975 μέχρι το 1990: δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια. Κατά τη διάρκεια των οποίων, το Ισραήλ μπούκαρε τουλάχιστον δυο φορές, έτσι για να «ξεκαθαρίσει» το τοπίο: η γεωγραφική θέση του Λιβάνου, το έφερε πολλές φορές αντιμέτωπο με την καταστροφή. Οι δε εντός του θρησκευτικές και (χριστιανικού προσανατολισμού!) εθνικιστικές εντάσεις, το καταδίκασαν στην αστάθεια ενώ, το 1982, ο τότε στρατιωτικός και μετέπειτα πρωθυπουργός του Ισραήλ, Αριέλ Σαρόν παρέα με την πολιτιφυλακή των Λιβανέζων Φαλαγγιτών επιτίθεται σε… προσφυγικούς καταυλισμούς στη Βηρυτό, όπου χιλιάδες άοπλοι σκοτώθηκαν και βιάστηκαν. Συνολικά, τα νούμερα των νεκρών αγγίζουν τους τριακόσιους χιλιάδες. Υποτίθεται πως τα Ηνωμένα Έθνη «διόρθωσαν» κάπως την κατάσταση όταν αποφάσισαν να επέμβουν, αλλά κανείς δεν πείθεται. Και καλά κάνει: η χώρα σήμερα, βρίσκεται στο χείλος ενός νέου εμφύλιου.

Η αδελφή λοιπόν ταξιδεύει στη Μέση Ανατολή για να αναζητήσει την ιστορία της οικογένειας της. Και ανακαλύπτει την ιστορία μιας χώρας διαλυμένης, διχασμένης, βουτηγμένης στο μίσος και την αδιαλλαξία. Με την αθωότητα να αποτελεί την πιο σκληρή απώλεια – η κάμερα του Βιλνέβ δεν διστάζει να αποτυπώσει τον χαμό παιδιών, εικόνα που συνήθως με εξοργίζει. Εδώ όμως, αν και απέστρεψα το βλέμμα φρικαρισμένος, δεν βγήκα ούτε πόντο έξω από το δραματουργικό τερέν. Η ιστορική αλήθεια κουβαλά το δικό της φορτίο, ειδικά αυτή που σπανίως καταγράφεται σε φιλμ.

Ο Βιλνέβ μιλά για όλα αυτά λοιπόν. Αλλά πάνω απ’ όλα, στήνει ένα μελόδραμα. Και ως τέτοιο, το Incendies, είναι από τα λίγα. Θα το διαπιστώσετε όταν θα μαζεύετε τα κομμάτια σας, στους τίτλους τέλους.

Just go with it (2011) ( 0 )



Αν δεν διάβαζα κάπου πως το Just Go With It βασίζεται στο «Λουλούδι του κάκτου» δεν θα το έπαιρνα πρέφα με τη καμία. Λογικό – προσέξτε διαδρομή: οι Πιέρ Μπαριγιέ και Ζαν-Πιέρ Γκρεντί έγραψαν το πρωτότυπο θεατρικό έργο. Το οποίο διασκεύασε ο Έιμπ Μπάροους για τα αμερικάνικα σανίδια. Στη συνέχεια, ο σεναριογράφος Ι.Α.Λ. Ντάιμοντ σκάρωσε ένα σενάριο για τη μεγάλη οθόνη (σε μια ταινία όπου πρωταγωνιστούσαν οι Γουόλτερ Ματάου, Γκόλντι Χον και Ίνγκριντ Μπέγκμαν). Και τώρα, οι βασικοί συνεργάτες του Σάντλερ υπογράφουν μια νέα εκδοχή του. Περίπου σαν τα 5ης και 6ης γενιάς VHS αντίγραφα σπάνιων ταινιών τρόμου που χαζεύαμε στην εφηβεία μας , τρίβοντας τα μάτια μας από τον πόνο, χρόνια πριν την έλευση του dvd.

Έτσι, όποια φρεσκάδα είχε απομείνει στο έργο, εδώ έχει πάει περίπατο. Το σκηνικό της Χαβάης, ξένοιαστο και χαλαρό, είναι ο πλέον ακατάλληλος καμβάς για μια κωμωδία τέτοιου τύπου, όπου τα πάντα πρέπει να είναι ελεγχόμενα. Τα καλαμπούρια, χοντροκομμένα και αφελή και η Νικόλ Κίντμαν αξιολύπητη στην κυριολεξία, έτσι όπως παριστάνει το σπαστικό καρτούν, προσπαθώντας η καημένη να συντονιστεί με τις απαιτήσεις του παραγωγού Άνταμ Σάντλερ, που όμως ξέρει πολύ καλά που απευθύνεται: η ταινία σημείωσε περίπου 90 εκατομμύρια δολάρια σε εισπράξεις στις ΗΠΑ και αναμένεται να τα πάει εξίσου καλά και στον υπόλοιπο κόσμο.

Ο Σάντλερ είναι περίπου σαν το μπέιζμπολ – ένα καθαρά αμερικάνικο φαινόμενο (αν δεν υπήρχαν τα multiplex, οι ταινίες του δεν θα έκαναν εισιτήρια στην Ευρώπη – ένας λόγος παραπάνω για να σταθείτε σκεπτικοί απέναντι στη φύση της αναγκαιότητας τους). Διαθέτει την κοψιά και το ύφος του καπάτσου guy-next-door, του λαϊκού Αμερικάνου που χλευάζει οτιδήποτε «κουλτουριάρικο», ακριβώς επειδή έχει «πιάσει το νόημα της ζωής». Όταν λοιπόν, στη σκηνή του δείπνου, χτυπά το κινητό του Ντέιβ Μάθιους με ring-tone το… Κάρμινα Μπουράνα και ο Σάντλερ του λέει για πλάκα «σε ψάχνει ο τύπος από την “Προφητεία”», το αστείο λειτουργεί ακριβώς επειδή ο χαρακτήρας του αγνοεί τον Καρλ Ορφ και πιάνεται από μια αναφορά στην Αμερικάνικη κουλτούρα. Ο Σάντλερ ξέρει ότι το κοινό του θα προτιμούσε να μην μάθει ποτέ ποιος είναι ο Καρλ Ορφ – και δεν έχει καμία διάθεση να το διδάξει. Σε κάθε του κωμωδία επιθυμεί να αναδείξει την καλοσύνη και την σοφία του whiter-than-white-male-American που θριαμβεύει σε πείσμα των κομπλεξικών, ξιπασμένων, καλοντυμένων, καλλιεργημένων, Ευρωπαίων, μουσουλμάνων (θυμηθείτε το Dont Mess With The Zohan), και γενικώς όλων των υπολοίπων, σε παγκόσμια κλίμακα.

Και αυτό είναι που έρχεται να ισοπεδώσει, σαν οδοστρωτήρας, ότι όμορφο θα μπορούσε να μείνει από τις στιγμές του με την Τζένιφερ Άνιστον, η οποία μόλις και μετά βίας σώζεται από αυτήν εδώ τη νερόβραστη σαχλαμάρα.

Αυτά, λέει, σας άρεσαν:

Ετικέτες