Παρασκευή 4 Οκτωβρίου 2013

Pina (2011) ( * * * * )



"Κάθε σκέψη που δεν χορεύεται είναι πλαστή.
Κάθε σκέψη άρρυθμη, που δεν ανακάλυψε τα πόδια της.
Όλες οι σκέψεις από τις κνήμες ανεβαίνουν και θυμούνται
ότι από το σώμα εκπορεύονται, θυμούνται ότι
υπέστησαν τη δοκιμασία των παθών και εξήλθαν της σαρκός
για να μας αιχμαλωτίσουν, να μας πεθάνουν, να μας κινήσουν.
Διότι το σώμα οφείλει να επαληθεύει ότι του λέει το πνεύμα."


Valere Novarina, "Lettre Aux Acteurs / Pour Louis De Funes", P.O.L., 1989("Γράμμα στους ηθοποιούς / Υπέρ Λουί Ντε Φυνές", Εκδόσεις ΆΓΡΑ, 2003)


Ο χορός είναι έκφραση, μπορεί όμως να γίνει και στοχασμός; Δεν ξέρω αν η απορία μου γίνεται αντιληπτή, εμένα όμως με βασανίζει καιρό. Πως δηλαδή ο χορός μπορεί, εκτός από μέσο έκφρασης αφηρημένων, ή πολύ "γενικών" συναισθημάτων ("μοναξιά", "αγάπη", "χαρά", "στεναχώρια") να στοχαστεί πάνω στη ίδια του τη "δράση". Γιατί ο χορός είναι μια τέχνη που, στα μάτια του θεατή, έρχεται δίχως διαμεσολαβητή. Στο σινεμά, φυσικά υπάρχει η διαμεσολάβηση της κάμερας, αφήστε δε που ο ηθοποιός είναι μονάχα ένα από τα "εργαλεία" που χρησιμοποιεί ο δημιουργός για να μας μιλήσει (σκηνικά, φωτισμοί, μοντάζ, ντεκουπάζ, μουσική κ.ο.κ.) -  ακόμα και στο θέατρο υπάρχει το κείμενο: ο θεατής δεν ξεχνά ποτέ πως ο ηθοποιός επί σκηνής έχει ένα κείμενο να υπηρετήσει, που πολλές φορές είναι και κλασσικό. Στον χορό όμως, η "δράση" φτάνει στο θεατή πριν από την ιδέα, ακριβώς επειδή δεν υπάρχει διαμεσολαβητής (ο χορογράφος έχει κάνει τη δουλειά, αλλά στον θεατή αυτό περνά, ατυχώς, σε δεύτερη μοίρα, μιας και έχει ένα ολόκληρο σώμα να αντιμετωπίσει) και έτσι, λίγα πράγματα μπορούν να περάσουν πίσω απ' αυτήν, εκτός κι αν είναι, όπως είπαμε, "γενικά" και "αφηρημένα".

 Όχι στο χορό της Πίνα Μπάους. Η ταινία του, για πολλούς (και για μένα) "τελειωμένου" Βιμ Βέντερς, με οδήγησε σε ένα άλλο επίπεδο αντίληψης πάνω στο αντικείμενο. Είναι ένα απρόσμενο δώρο για τον ενημερωμένο αλλά και για τον... όχι και τόσο ενημερωμένο θεατή που μέσα από το φιλμ ανακαλύπτει την αληθινή μαγεία που κρύβεται πίσω από τους ζογκλερισμούς των σωμάτων που εκτελούν, εδώ, χορογραφίες της Μπάους, ενίοτε μπροστά από έναν καθαρά αστικό καμβά - ένα ιδιοφυές εύρημα! Γιατί μέσα από αυτό ακριβώς το εύρημα η ουσία μένει καθαρή και αναλλοίωτη, καθώς όλα τα prop της σκηνής έχουν αφαιρεθεί, μόνο και μόνο για να επαναφέρουν το σώμα στην "κανονική" του θέση και να υπογραμμίσουν πως, τελικά, όχι, δεν μπορεί να είναι αυτή η "κανονική" μας θέση, δεν μπορεί το σώμα μας να ζει τόσα χρόνια υποταγμένο κι εμείς να μην το ακούμε, να μην το αφουγκραζόμαστε, να το κρατάμε ναρκωμένο, και μαζί του κι εμάς μαζί.

 Μέσα από τις συνεντεύξεις των χορευτών της, ο Βέντερς στήνει δραματουργία. Δεν κάνει ανούσιες ερωτήσεις τεχνικού περιεχομένου (δεν είμαστε άλλωστε όλοι... χορευτές) αλλά ζητά να ανακαλύψει τον άνθρωπο πίσω από τον καλλιτέχνη που ένωσε το θέατρο με τον χορό, προκαλώντας την οργή των "συναδέλφων", για να οδηγήσει την τέχνη της πέρα από τα όρια του εφικτού. Η Μπάους έστησε, μέσα στο τερέν του χορού (το οποίο φιλμογραφείται σε "ουσιαστικό" 3D), μια διαλεκτική. Αφαίρεσε το μονοσήμαντο από τη "δράση". Αυτό μαθαίνουμε για την "τεχνική" της, και αυτό μονάχα αρκεί - αλλά το μαθαίνουμε και μέσα από τις χορογραφίες της και, κυρίως, μέσα από τα βλέμματα των χορευτών της, που χρόνια μετά, αναλαμβάνουν να δώσουν ζωή στις κινήσεις εκείνες που έδωσαν ζωή και στους ίδιους, έτσι όπως τους άγγιξε η χάρη μιας καλλιτέχνιδας που έφυγε νωρίς.

 Ένας λόγος παραπάνω για να της αξίζει μια τόσο όμορφη ταινία σαν κι αυτή.

Τετάρτη 2 Οκτωβρίου 2013

Iron lady (2011) ( 0 )


Οι Σοβιετικοί υπήρξαν μετρημένοι στα λόγια τους - γενικώς δεν μιλάμε για έναν από τους πλέον "ομιλητικούς" λαούς. Ως εκ τούτου, κάθε τους λέξη είχε τη δική της βαρύτητα. Όταν λοιπόν έβγαζαν το παρατσούκλι "Σιδηρά Κυρία" για την Μάργκαρετ Θάτσερ ήξεραν καλά τι εννοούσαν: Στα χρόνια που βάστηξε η πρωθυπουργία της (από το 1979 μέχρι το 1990!), η χώρα άλλαξε πρόσωπο: Στα μάτια των οπαδών της, είναι η ηρωϊδα των Φόλκλαντς, η γυναίκα που κατατρόπωσε τον παγκόσμιο κομμουνισμό, η υπέρμαχος της ελεύθερης αγοράς, η πολιτικός που συνέτριψε τα πανίσχυρα συνδικάτα. Υπήρχε όμως και ένα πλήθος Βρετανών που είδε τις ζωές του να καταστρέφονται. Γι αυτούς, η Θάτσερ θα είναι, δικαίως, η αιώνια "σκύλα" που διέλυσε το κοινωνικό κράτος, βύθισε χιλιάδες Βρετανούς στην απόλυτη φτώχεια και ανεργία, και… ενέπνευσε άπειρους καλλιτέχνες: Από τους punks “Exploited” που την απεικόνισαν αγκαλιά με το… Χάρο, στο δίσκο τους “Death before dishonor”, τον Morrisey που την ίδια χρονιά έγραψε το "Margaret on the Guillotine" μέχρι το θεατρικό μιούζικαλ "Billy Elliot", όπου οι πρωταγωνιστές τραγουδούν: "Καλά Χριστούγεννα, Μάγκι Θάτσερ, σήμερα γιορτάζουμε γιατί είναι μια μέρα πιο κοντά στο θάνατό σου".

Η Φιλίντα Λόιντ λοιπόν, αποφάσισε να γυρίσει μια ταινία γι αυτήν. «Εξαρχής για μένα η ταινία αυτή δεν ήταν πολιτική» δηλώνει η ίδια, «αλλά σχεδόν σεξπηρική, με την έννοια του μεγάλου ηγέτη που είναι ταυτόχρονα γεμάτος με τόσα ελαττώματα, μια ιστορία για το τί συμβαίνει σ’ έναν άνθρωπο που σφύζει κι ολοκληρώνεται μέσω της δουλειάς του, όταν αυτή φτάνει ξαφνικά σ' ένα τέλος ταυτόχρονα όμως καθρεφτίζει τις ζωές μας - ακόμη κι αν δεν έχουμε ζήσει μια ζωή σαν της ηρωίδας - γιατί μιλάει για το τί θα μας συμβεί όταν βρεθούμε ξαφνικά γερασμένοι και ανήμποροι».Τρίχες κατσαρές. Πρώτον γιατί, ό,τι και να κάνεις ρε Φιλίντα, όλες οι ταινίες είναι πολιτικές, είτε το θέλουν, είτε όχι. Τι να κάνουμε, δεν κουνιέται αυτό! Κάθε ταινία έχει το δικό της πολιτικό αποτύπωμα, και το να δηλώνει κάποιος πως το "αγνοεί", κάνοντας σινεμά, είναι σαν να καταπιάνεται με τη Φυσική και να αγνοεί τη βαρύτητα. Εσύ όμως Φιλίντα τυγχάνει να είσαι επίτιμη διδακτόρισσα του Σύγχρονου Θεάτρου στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης. Οπότε μας δουλεύεις κανονικά - ξέρεις πολύ καλά και τη σημασία του δράματος και τις αναπόφευκτες πολιτικές του προεκτάσεις. Είσαι δηλαδή ψεύτρα.

Τι λέει λοιπόν η Σιδηρά Κυρία; Για την ακρίβεια, τι κατορθώνει να πει. Μόνο ένα πράγμα: ότι ο κόσμος είναι αχάριστος. Κοιτάχτε καλέ πως παράτησαν μόνη της την καημένη τη γυναικούλα που παλεύει με το αλσχάιμερ. Κοιτάχτε πως παλεύει με τις αναμνήσεις τις, χαζεύοντας βιντεάκια των αχάριστων παιδιών της. Κοιτάχτε πως προσπαθεί να ξεφύγει απο την τρέλα, αυτή η γυναίκα που κάποτε ήταν ο φόβος και ο τρόμος του Βρετανικού Κοινοβουλίου. Και - το σημαντικότερο - κοιτάχτε πως είναι να δίνεις αγώνα για τα Πιστεύω σου!

Δηλαδή, η Θάτσερ ήταν ιδεολόγος.

Ε, όπως παρουσιάζεται εδώ, ναι, ιδεολόγος δείχνει η γυναίκα. Έλα όμως που για να το δείξεις αυτό, πρέπει να αποκρύψεις από τους θεατές το ότι η οικογένεια της "τσέπωσε" 20 εκατομμύρια λίρες από τις εμφύλιες διαμάχες της Σαουδικής Αραβίας - ο γιος της βλέπετε διατηρούσε εργοστάσιο όπλων στη Νότιο Αφρική. Για παρόμοιους λόγους δεν σήκωσε το δαχτυλάκι της όταν ένας βρετανός δημοσιογράφος της Observer εκτελέστηκε από τον Σαντάμ Χουσείν το 1989 - ενώ την άκουσαν μέχρι το Κρεμλίνο όταν τα'χωνε στους Σοβιετικούς που τόλμησαν να την πέσουν στο Αφγανιστάν. Και, την ίδια στιγμή, παρουσιαζόταν στον Τύπο ως άμεμπτη, ακέραιη και καλή νοικοκυρά (έκανε μόνη της τις δουλειές του σπιτιού πλην ελαχίστων εξαιρέσεων). Και φυσικά για να διατηρείς τη θέση σου σε ένα κόλπο, πρέπει ενίοτε να κάνεις τα στραβά μάτια απέναντι σε δικτάτορες κολλητούς, στις τράπεζες που κερδίζουν απ'αυτούς και στους βιομήχανους από τους οποίους ζουν. Αυτό βρε Φιλίντα δεν είναι ιδεολογία, απάτη είναι.

Μήπως μαθαίνουμε, τουλάχιστον, κάτι για τη Θάτσερ ως άνθρωπο; Σας το ορκίζομαι, τιποτα απολύτως. Δεν έχουμε καμία ιδέα περί του τι μητέρα ή σύζυγος υπήρξε η Θάτσερ, τίποτα απ'όλα αυτά δεν απασχολεί την Λόιντ. Σου λέει, ήταν ένα πλάσμα αντιθέσεων. Ε, παρ'το και βγάλε νόημα. Την βλέπεις να μειώνει τον Υπουργό Οικονομικών της, από το πουθενά (δεν έχει προηγηθεί καμία σκηνή που να εκθέτει την εριστική συμπεριφορά της) και σου λέει, ήταν και αυτό. Οπότε τι απομένει; Η μελοδραματική κλάψα. Η Θάτσερ και το φάντασμα του νεκρού της, πολυαγαπημένου άντρα. "Μη φύγεις" του λέει, καθώς η παραίσθηση χάνεται στο φως. Λίγο μετά σκέφτεσαι πως, μερικές φορές, όντως το δάκρυ σου στην αίθουσα πουλιέται πολύ φτηνά. Και στο τέλος, σου "σκάει" και η κοινωνική συγκυρία: σε μια περίοδο οικονομικής κρίσης όπου τα εργασιακά δικαιώματα καταργούνται το ένα μετά το άλλο, οι φόροι ανεβαίνουν σε δυσθεώρητα - σε σχέση με τους μισθούς μας - ύψη, και οι μεγαλοχρηματιστές τσεπώνουν δισεκατομμύρια εις βάρος μας, να σου και ένα φιλμ που σου λέει "μην αντιδράς ρε, είναι καλό να σε πηδάνε και να σε εκμηδενίζουν κοινωνικά, γιατί έτσι δυναμώνουν οι εθνικές οικονομίες - δες τι κατάφερε η Θάτσερ!". Και βγαίνεις από την αίθουσα βρίζοντας.

Τι είπατε; Ναι, η ερμηνεία της Μέριλ Στριπ είναι πολύ καλή. 

Ε, στ'αρχίδια μου.

Τρίτη 1 Οκτωβρίου 2013

The Rite (2010) ( * )


Ο Διάολος θα σε πάρει αν δεν είσαι καλός Χριστιανός. «Να με πάει που;» είναι το λογικό ερώτημα, αλλά σπανίως ο άνθρωπος σκέφτεται λογικά. Και έτσι, για να αντιμετωπίσει τον φόβο του Θανάτου, ή την απόρριψη ενός Πατέρα που δεν τον δέχτηκε ποτέ, διαλέγει έναν Θεό και τον ακολουθεί, προσέχοντας να κρατά τη νοημοσύνη του σε θεμιτά όρια και ενίοτε ακροβατώντας ανάμεσα στο ένστικτο και τις διδαχές Του, ελπίζοντας πως Αυτός δεν θα τον πάρει μυρωδιά. Γιατί άλλο το Θείο και άλλο η καθημερινότητα μου: μπορεί ο Παράδεισος να είναι μια εξαιρετικά υποσχόμενη προοπτική αλλά εξίσου υποσχόμενα φαίνονται και τα υπέροχα στήθια της κοπελιάς απέναντι που επιθυμεί να βγάλουμε τα μάτια μας, παρά το ότι δεν είμαστε ακόμα παντρεμένοι (ή, ακόμη χειρότερα, είμαστε παντρεμένοι κι οι δυο που λέει και το άσμα).

Το μεγάλο θαύμα του Εξορκιστή είναι ότι πήρε το Θείο και το καθημερινό, και τα έκανε ένα. Οι επισκέψεις του Παζούζου στο διαμέρισμα της Έλεν Μπέρστιν (και, ακολούθως, στο κορμί της Λίντα Μπλαιρ) δεν εντυπωσίαζαν λόγω της ποιότητας των εφέ τους, αλλά επειδή τα εφέ αυτά ήταν τοποθετημένα σε ένα περιβάλλον απόλυτα ρεαλιστικό – η κινηματογραφική αφήγηση του Φρίτκιν, σε ό,τι αφορά γωνίες λήψεως, travelling, μοντάζ, παραπέμπει περισσότερο σε σοβαρό Κασσαβετικό δράμα, παρά σε ταινία τρόμου. Ακόμη κι αυτό το φιλμ βέβαια, αν το έπαιρνες στα σοβαρά, γινόταν θρύψαλα. Τι έλεγε δηλαδή ο Εξορκιστής το 1973 που η Αμερική ακόμη ταλανιζόταν από το Βιετνάμ; "Μάγκες, δεν ξέρω αν δεν υπάρχει Θεός, αλλά Διάολος υπάρχει και είναι εδώ, οπότε, για να τον ξεφορτωθούμε, ας βρούμε το Θεό ή, αν δεν μπορούμε, ας εμπιστευθούμε τουλάχιστον αυτούς που τον Έχουν βρει". Μια βαθμίδα πιο σκοταδιστής και έχεις κάψει σαράντα χωριά. Μόνο που ο Φρίτκιν ήταν τόσο μεγάλος μάστορας που στιγμή δεν σκεφτόσουν να παρακολουθήσεις τη σημειολογία του φιλμ. Καθηλωμένος ήσουν, και δεν έβγαζες μιλιά. Και όταν έκανε «τσα» ο Σατανάς, σου πήγαινε τρεις και μία, κι ας μην Πίστευες καν!

Ο Μίκαελ Χάφστρομ που πάει εδώ να διηγηθεί μια τέτοια ιστορία, στήνει το μύθο του σαν τρενάκι του τρόμου σε Λούνα Παρκ του Βατικανού. Η μουσική και τα ηχητικά ειδικά εφέ είναι στη διαπασών απ’ όπου και βροντοφωνάζουν τις «δαιμονικές παρουσίες» σε περίπτωση που δεν ακούσει και ο τελευταίος στο εξώστη. Παρέα με το γυαλιστερό – και ψηφιακώς επεξεργασμένο – look της σινεμασκόπ φωτογραφίας, πετσοκόβουν την αποτελεσματικότητα της Τελετής. Ο Άντονι Χόπκινς πάντως δε καταφεύγει σε over-the-top μανιέρες, αν και ο ρόλος του το επιτρέπει. Κάποιες σκηνές του – μαζί με το γρήγορο πέρασμα του Φράνκο Νέρο - είναι που δίνουν στο “Rite” την όποια υπόσταση του. Αλλά τι να το κάνεις; Το μεγαλύτερο κόλπο βλέπετε που πρέπει να επιτελέσει αυτό το σινεμά, είναι να μας πείσει πως ο Διάβολος... υπάρχει.

(Μη σας παραξενεύει η - διόλου επίκαιρη ή αναγκαία - προσθήκη μιας τέτοιας ταινίας καθώς φιλοδοξώ σιγά - σιγά να περάσω ο,τι μπορώ από το σκόρπιο αρχείο μου)

Κυριακή 29 Σεπτεμβρίου 2013

Γνήσιοι απόγονοι του Σισύφου


Ένας κοντόχοντρος και μελαμψός αρχηγός της «άριας φυλής» σηκώνει τις χειροπέδες του. Δίπλα του, ορκισμένοι «εθνικοσοσιαλιστές» σε παροξυσμό. Εκατό άτομα τους καταχειροκροτούν – εκατό από το ενάμιση εκατομμύριο που, κατά τους αριθμούς, τους υποστήριζαν. Οι εφημερίδες και τα τηλεοπτικά κανάλια θριαμβολογούν, πιστοί στη συνέπεια που επιτάσσει ο παραπάνω σκηνοθετικός τόνος των συλληφθέντων. Ο Αραμπάλ κρυφοκοιτά από μια γωνιά, παρέα με τον Μπέκετ και τον Κάφκα. Και οι τρεις τους στα πατώματα, έτοιμοι να πεθάνουν και μια δεύτερη φορά, από τα γέλια.

Το Θέατρο του Παραλόγου ξεκινά από μια πολύ βασική αρχή: Η ανθρώπινη ζωή είναι εντελώς μάταιη, η γλώσσα ένα ολοκληρωτικά ανεπαρκές μέσο επικοινωνίας και το μόνο καταφύγιο του ανθρώπινου είδους είναι το γέλιο. Πάρτε το γκραν-σουξέ του ιδιώματος, το «Περιμένοντας τον Γκοντό»: οι κύριοι Βλαντιμίρ και Εστραγκόν καταργούν τη σημασία του χρόνου και της αιωνιότητας αμφισβητώντας την ίδια τους την ύπαρξη. Το «σκηνικό» πίσω, λιτό και αδιάφορο: Ένας επαρχιακός δρόμος. Ένα δέντρο. Θα μπορούσαν να βρίσκονται οπουδήποτε, τραγικοί εκπρόσωποι ενός πολιτισμού που αποδίδει νόημα σε τυχαία γεγονότα μέσω της φιλοσοφίας ή (ακόμη χειρότερα) της θρησκείας, με την "αλήθεια" και κάθε άλλη ηθική και ακαδημαϊκή στάση να κοντοστέκεται σαν άλλο ένα ανθρώπινο κατασκεύασμα. Τόσο παράλογη η ύπαρξη, τόσο παράλογοι κι εμείς.

Και ποτέ άλλοτε δεν υπήρξαν τόσες αφορμές για γέλιο σ’ αυτή τη χώρα, απ’ ότι στα χρόνια της κρίσης. Οι πρώην θαμώνες των απαστραπτόντων σκυλάδικων με τις δημοφιλείς  φιλλιπένεζες «οικιακές», τις διακοπές στις Σεϋχέλλες, τα δυο και τρία αμάξια ανά οικογένεια και τις πανάκριβες (και κακόγουστες) φίρμες, ενώθηκαν με τους ιδιωτικούς υπαλλήλους των τριών-κι-εξήντα, τους απεγνωσμένους εργάτες και τους λιμασμένους συνταξιούχους. Πρώτα στους δρόμους, και μετά στους σκουπιδοτενεκέδες. Πέμπτη, 26 Σεπτεμβρίου, συναντιέμαι με την σκηνοθέτιδα Σόνια Λίζα Άκερμαν, που στο Φεστιβάλ της Δράμας παρουσίασε το φιλμ «Νικολέτα», την ιστορία ενός οκτάχρονου παιδιού που αναλαμβάνει την ευθύνη της μικρής αδελφής του στη μετεμφυλιακή Ελλάδα του 1951, κάπου στην Ήπειρο. «Έφυγα με το που ξεκίνησε η κρίση, για τις σπουδές μου στο Λονδίνο και ερχόμουν δυο φορές το χρόνο», μου λέει. «Το σκηνικό γινόταν κάθε φορά και πιο τρομακτικό. Στο Πολύγωνο μένω, δεν περίμενα να δω τους γείτονες μου να ψάχνουν στα σκουπίδια. Μια φίλη μου χρειάστηκε να πάει στο νοσοκομείο και της είπαν να φέρει βαμβάκι και γάζες από το σπίτι».

Το Σάββατο ξυπνώ από ένα μήνυμα στο κινητό. «Όπως το είχες προβλέψει», μου γράφεις και μέχρι να το διαβάσω ολόκληρο, ξανακοιμάμαι. Λίγο μετά που συνειδητοποιώ τι έχει συμβεί, σέρνομαι μέχρι τον υπολογιστή και διαβάζω τα νέα. Ένας ακόμη λόγος για τον Πρωθυπουργό της χώρας να χαίρεται, σκέφτομαι, γιατί τη νύχτα της δολοφονίας του Φύσσα, ο άνθρωπος πρέπει να ξημερώθηκε ρίχνοντας βεγγαλικά. Και πολύ άργησαν! Τόση ελευθερία, τόση άνεση, τόσος άπλετος χώρος τους είχε δοθεί, κι αυτοί τον κατασπαταλούσαν σε  παιχνιδιάρικους ξυλοδαρμούς, αδερφίστικα μαχαιρώματα, μετριοπαθείς βιασμούς και κάτι αδιάφορες δολοφονίες μεταναστών. Επιτέλους, εδόθη στην Κυβέρνηση η αφορμή για να «κάνει τη δουλειά της» και να βγάλει λόγο για τα ανθρώπινα δικαιώματα ο κύριος Δένδιας, ο άνθρωπος που μήνυσε την Guardian για τους ίδιους λόγους που θα έπρεπε σήμερα τουλάχιστον να μηνύσει και τον εαυτό του.

Στο «Μύθο του Σισύφου», ο Αλμπέρτ Καμί ισχυρίζεται ότι υπάρχει μια θεμελιώδης σύγκρουση μεταξύ του τι θέλουμε από το σύμπαν (ένα νόημα, έναν σκοπό, μία αιτία), και αυτό που τελικά βρίσκουμε. Δεν έχουμε και πολλές επιλογές – δύο είναι όλες κι όλες. Είτε θα ανακαλύψουμε αυτό το νόημα μέσα από την Πίστη (αν δηλαδή είμαστε αρκετά τυχεροί να έχουμε γεννηθεί μ’ αυτό το χάρισμα), είτε θα οδηγηθούμε στο συμπέρασμα πως η ζωή δεν έχει νόημα. Και γιατί να μην αυτοκτονήσουμε εμείς οι άπιστοι λοιπόν; Μα, υπάρχει και τρίτη επιλογή, μας λέει ο Καμί. Να δεχθούμε τη ζωή σ΄ έναν κόσμο που στερείται νοήματος και σκοπού. Ζώντας με το παράλογο, παραμένουμε ευαίσθητοι. Αντιμετωπίζοντας το παράλογο, ζούμε τη ζωή μας στο έπακρο. Δε ξέρω λοιπόν αν είμαστε απόγονοι του Σωκράτη ή του Αριστοτέλη, έτσι βιαστικά όπως μαζεύτηκαν (και εμαθαν τα "ελληνικά" με το ζόρι) τόσες εθνικότητες μέσα στη "κλούβα" της "Μεγάλης Ελλάδας". Αλλά γι αυτόν εδώ τον τύπο είμαι 100% σίγουρος. 

Κι αν θέλετε, βρείτε μου μια δεύτερη αφορμή για εθνική υπερηφάνεια.

Πέμπτη 12 Σεπτεμβρίου 2013

The Bling Ring (2013) ( * * * )


Υλισμός: η θεωρία σύμφωνα με την οποία η φυσική ύλη είναι η μόνη θεμελιώδης πραγματικότητα. Και το να είναι κανείς υλιστής, τον φέρνει αντιμέτωπο με τα καλά και τα κακά της επιλογής του. Το δε μεγαλύτερο κακό, είναι η πλήρης αποκοπή του από την ηθική, μια αξία που, όπως όλες, περιστρέφεται στο χώρο της σκέψης, και όχι της ύλης. Στη σημερινή κοινωνία βέβαια, ο υλισμός παίρνει μέρος στη ζωή του καθενός ανεξαρτήτως σε ποια κοινωνική τάξη ανήκει. Απλά άλλο να αγοράζεις μερικά ωραία ρούχα μία στο τόσο, και άλλο να βρίσκεσαι την επόμενη μέρα με δύο σπορ αυτοκίνητα, τα οποία μάλιστα αγόρασες με δάνεια ή ακόμη πιο επιλήψιμες μεθόδους. Η απληστία όμως είναι μεγάλη ντρόγκα.

Το Bling Ring (όπως είναι ο αυθεντικός τίτλος της νέας ταινίας της Σοφία Κόπολα) είναι μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα όσο και διεισδυτική ματιά στην αιρετική λατρεία των celebrities όπως αυτή εκφράζεται μέσα από την αληθινή ιστορία μιας παρέας παιδιών του Μπέβερλι Χιλς που μπουκάρουν σε σπίτια διασημοτήτων, απαλλάσσοντας τα από τα πολυτελή περιεχόμενα τους. Και είναι διεισδυτική ακριβώς επειδή η Κόπολα δε διστάζει να φιλμογραφήσει τις περιπέτειες τους όντας δίπλα τους, όχι ως συνένοχος (αυτό θα ήταν υπερβολικά εύκολο, όσο και απλοϊκό) αλλά ως ηδονοβλεψίας, ως κάποιος που θέλει να τις βλέπει να κλέβουν όσο θέλει να τις βλέπει και να μπουζουριάζονται: οι σκηνές της σύλληψης τους παρουσιάζονται μέσω τηλεοπτικής συχνότητας μεν, αλλά καταλαμβάνουν το ίδιο ακριβώς κινηματογραφικό κάδρο, και δείχνουν απολύτως ενσωματωμένες στην αισθητική "γραμμή" του φιλμ: Η σκηνοθέτιδα δίνει στους θεατές αυτά ακριβώς που θέλουν να δουν.

Kι αν αυτοί είναι συνένοχοι, είναι όχι επειδή διψούν για πλούτο, αλλά επειδή τον βλέπουν σαν μια «αμαρτία» που πρέπει να «πληρωθεί». Αυτή η επιπολαιότητα της ανώτερης τάξης που η Κόπολα σταθερά κινηματογραφεί (ήρθε άραγε ο καιρός να επανεκτιμήσουμε τη «Μαρία Αντουανέτα» της;), είναι το προσωπικό σχόλιο μιας γυναίκας που μεγάλωσε στο ίδιο σύμπαν, αλλά φιλμογραφημένο με τέτοια περίτεχνη λάμψη που γοητεύει κι εμάς: Μια καλοστημένη καρικατούρα ζωής, που ίσως και κάποιοι να προτιμούμε από τον ρεαλισμό της δικής μας.

Και αυτό είναι όλο το δράμα.

Κυριακή 1 Σεπτεμβρίου 2013

Conversations with remarkable people, v.11: Sir David Frost


Δεν είναι λίγα τα ερεθίσματα που έχει δώσει η δημοσιογραφία στον κινηματογράφο. Η ζωή και οι-όποιες- δραστηριότητες των ανθρώπων του Τύπου αποτελούσαν ανέκαθεν μια από τις προσφιλείς προσεγγίσεις των διακόνων της ΄Εβδομης Τέχνης. Από τον «Πολίτη Κέην», την «Πρώτη σελίδα», μέχρι το «Ολοι οι άνθρωποι του Προέδρου», η δημοσιογραφία «δίνει αίμα» στον κινηματογράφο. Η περίπτωση, όμως, του κυρίου Φροστ, διαφέρει. Εδώ δεν δίνει το ερέθισμα η δημοσιογραφία, αλλά ο λειτουργός της και ο τρόπος με τον οποίο έχει επιλέξει-και πετυχαίνει- να την ασκεί. Ο κύριος Φροστ είναι ο λίθος πάνω στον οποίο οικοδομείται η ταινία «Φροστ / Νίξον». Γιατί ο Νίξον υπήρχε και πριν από τη συνέντευξη στον δημοσιογράφο, Ο Φροστ, όμως, είναι εκείνος που «ξεκλείδωσε» το πορτάκι απ’ το οποίο βγήκαν σκελετοί και φαντάσματα.

O Φροστ έσβησε σήμερα το μεσημέρι, έμαθα. 

Και η ταινία αποτέλεσε μια βαθιά υπόκλιση στη δημοσιογραφία που εκλείπει. Στη δημοσιογραφία του «τετ-α-τετ», τη δημοσιογραφία της αποκάλυψης, τη δημοσιογραφία που «ξύνει τον τοίχο» και δεν περιορίζεται σε δυο ατάκες για να βγάλει τίτλο. Μόνο που ο ίδιος ο Φροστ ξεκίνησε όχι μέσα από την δημοσιογραφία, αλλά από την σάτιρα, σχεδόν πυροδοτώντας το μεγάλο σατιρικό «κύμα» της Βρετανίας, στις αρχές της δεκαετίας του 60, με το τηλεοπτικό σόου “This was the week that was” το οποίο και γέμιζε με αστεία... άλλων κωμικών τους οποίους σπανίως μνημόνευε. Ίσως γι αυτό να τον διακωμώδησαν τόσο χοντροκομμένα οι Monty Pythons, παρουσιάζοντας τον ως ένα αδίστακτο, φιλόδοξο και εντελώς κενό καριερίστα. Ο οποίος όμως, σε μια σειρά συνεντεύξεων που βάστηξαν εικοσιοκτώ ώρες (!), απέσπασε από τον Νίξον μια ομολογία δίχως προηγούμενο, και, ταυτόχρονα, το υψηλότερο νούμερο τηλεθέασης δημοσιογραφικής εκπομπής σε παγκόσμια κλίμακα. Πέτυχε δηλαδή αυτό που δεν μπορούσαν να πράξουν τα αμερικανικά δικαστήρια.

Τον συνάντησα... τηλεφωνικώς, το 2009 για μια κουβέντα που κράτησε μόλις 20 περίπου λεπτά. Ήταν τόσο πληθωρικός ο λόγος του, που η συνέντευξη δεν "χώρεσε" ολόκληρη τότε, στον Ταχυδρόμο. Ως ελάχιστο φόρο τιμής, την παραθέτω εδώ. RIP Sir David. You'll be missed.



Καλησπέρα κύριε Φροστ.

Καλησπέρα και σ’εσάς, χτυπήστε στο ψαχνό!

Πως νιώσατε μετά την πρώτη σας ερώτηση στον Ρίτσαρντ Νίξον;

Κοιτάξτε, στην αρχή η συνέντευξη κυλούσε πολύ άνετα, πολύ όμορφα.

Άλλα φαίνονται στην ταινία.

Ναι, στην ταινία παρουσιάζουν τα πρώτα είκοσι λεπτά της συνέντευξης με έναν μάλλον καταστροφικό τρόπο... Αλλά δεν τα πήγαινα τόσο χάλια.

Σας ενόχλησε αυτό;

Να σας πω την αλήθεια, καθόλου. Κατάλαβα πως αυτός ήταν ο τρόπος του Ρον Χάουαρντ (σ.σ.:σκηνοθέτης του φιλμ) να χτίσει ένα απαραίτητο σασπένς, να οδηγήσει το φιλμ στην κορύφωση. Οπότε, όχι, δεν είχα κανένα πρόβλημα. Πάντως δεν θα καταλαβαίνατε ότι είχα κάνει τέσσερις χιλιάδες συνεντεύξεις πριν μιλήσω με τον Νίξον, αν βασιζόσασταν μονάχα στην ταινία. Μάλιστα αρνήθηκα να έχω  οποιαδήποτε ανάμιξη στο σενάριο, αν και μου ζητήθηκε. Μπορώ να κάνω πολλά πράγματα, αλλά δεν μπορώ να γράφω σενάρια!

Ασχοληθήκατε όμως με την σάτιρα. Η εκπομπή σας “That was the week that was” σημείωσε μεγάλη επιτυχία και πολλοί λένε ότι αποτέλεσε την βάση για το διάσημο “Flying circus” των Monty Python.

Μα, ο Τζον Κλιζ ξεκίνησε την καριέρα του μέσα από μια δική μου εκπομπή, το Frost Report.

Οι Pythons σας σατίρισαν και αυτοί με την σειρά τους σε ένα σκετσάκι τους. Μάλλον αυστηρά.

Α, όλα είναι ένα αστείο, δεν κάθομαι να πάρω στα σοβαρά το σατιρικό χιούμορ. Και κανείς δεν θα έπρεπε να το κάνει. Η σάτιρα έχει την χρησιμότητα που έχει. Η κοινωνία μας «ανασαίνει» μέσω αυτής. Αλοίμονο...

Τι χρειάζεται ένας δημοσιογράφος λίγο πριν την έναρξη μιας συνέντευξης, πέρα από την καλή προετοιμασία;

Ένστικτο. Υπάρχει πάντα μια στιγμή χαλάρωσης η οποία μπορεί να φτιάξει μια τέλεια συνέντευξη, ή να την καταστρέψει. Ο δημοσιογράφος πρέπει να είναι ένα ευγενές αρπαχτικό. Το οφείλει. Θα μου πείτε, πόσο καλό άνθρωπο τον κάνει αυτό. Όχι και τόσο, είναι η αλήθεια. Αλλά η δεξιοτεχνία οφείλει να είναι πάνω απ' τον αμοραλισμό. Εν αντιθέσει με σήμερα.

Σας λείπουν οι «παλιές μέρες» της τηλεοπτικής δημοσιογραφίας;

Χμμμ... και ναι, και όχι. Σε κάποιους τομείς, η τηλεόραση έχει σαφώς εξελιχθεί. Αν μη τι άλλο, τώρα υπάρχουν κανάλια για όλα τα γούστα. Υπάρχει ένα κάναλι για τον καθένα, μια πολυφωνία που έχει προεκτείνει κατά πολύ την φωνή της τηλεόρασης. Το οποίο βέβαια δημιουργεί ένα άλλο πρόβλημα: με τόσα κανάλια που να βρεθεί ένας παραγωγός διαθετιμένος να ρίξει χοντρά λεφτά σε μια ποιοτική εκπομπή; Γιατί, από την άλλη υπάρχει μια εμφανής τάση για χαζομάρα. Δεν ξέρω, είστε και στην Ελλάδα «προικισμένοι» με το Big Brother;

Με πολύ χειρότερα δυστυχώς.

Οπότε καταλαβαίνετε τι εννοώ.

Εσείς τώρα εργάζεστε για το αγγλικό Al Jazeera.

Σωστά.

Τι συμβαίνει; Οι άραβες «εξαγοράζουν» την Αγγλία σιγά-σιγά; Ακόμη και η Μάντσεστερ Σίτι βρίσκεται σε αραβικά χέρια.

(Γέλια) Ενημερωμένο σας βρίσκω. Είμαι περίεργος να δω πόσα λεφτά θα «πέσουν» για μεταγραφές! Το αγγλικό Al Jazeera πάντως είναι, στην πραγματικότητα, ένα διεθνές κανάλι. Δεν έχει «αραβικές» ειδήσεις, δεν έχει υπότιτλους, δεν έχει περιορισμένη «ατζέντα». Μάλλον το αντίθετο. Θέλω να πω πως ασχολούμαστε περισσότερο με την Αφρική ή την Ασία, καταλαβαίνετε. Για το κανάλι αυτό είχα πάρει την, δυστυχώς, τελευταία συνέντευξη της Μπεναζιρ Μπούτο... Την ήξερα καλά, πρέπει να σας πω.

Ο θάνατος της φαντάζομαι θα ήταν ένα ισχυρό σοκ.

Ήμουν συντετριμμένος για μέρες. Ήξερε ομως τον κίνδυνο όταν επέστρεφε στο Πακιστάν. Ήταν μια πραγματικά γενναία γυναίκα. Έζησε μια απίστευτη ζωή, από την φυλακή στην Ευρώπη και αντιστρόφως, πραγματικό rollercoaster, γεμάτο ανατροπές και συνταρακτικά γεγονότα. Απορώ πως κάποιος σεναριογράφος δεν έχει ασχοληθεί ακόμη μαζί της. Να αποδώσει κάποιας μορφής "δικαιοσύνη".

Για πολλούς, η συνέντευξη σας με τον Νίξον ήταν, ουσιαστικά, η δίκη που ποτέ δεν έγινε. Ήταν δηλαδή μια μορφή αποκατάστασης της Δικαιοσύνης.

Κοιτάξτε, όταν ένας πρώην Πρόεδρος λέει πως «αυτά που πράτει ο Πρόεδρος της χώρας είναι νόμιμα εξ’ορισμού», εκεί καταλαβαίνει κανείς τι πρόβλημα υπήρχε. Ξέρετε ότι στην κηδεία του υπήρξαν πολιτικοί που είπαν «δεν πρέπει να αφήσουμε ένα μεμονωμένο συμβάν να αμαυρώσει την εικόνα ενός σπουδαίου Προέδρου»; «Μεμονωμένο συμβάν» (γέλια)! Ήταν κλασικό δείγμα παράνοιας, μανίας καταδίωξης και ότι άλλο θέλετε. Δεν πρέπει να έχει περάσει πιο αντι-δημοκρατικός Πρόεδρος από τις ΗΠΑ. Ως προσωπικότητα όμως ήταν από τις πιο συναρπαστικές της νεότερης ιστορίας μας.

Γιατί τον Νίξον;

Ήταν ο αποχαιρετιστήριος λόγος του προς τον αμερικανικό λαό που με ιντρίγκαρε. Βλέποντάς τον μπορούσα να σκεφτώ μονάχα ένα πράγμα: Πρέπει να μιλήσω με αυτό τον άνθρωπο! Πρώτον: είναι ο μόνος Πρόεδρος στην ιστορία των ΗΠΑ που αναγκάστηκε να παραιτηθεί. Δεύτερον: είναι, από μόνος του, ένα ζωντανό αίνιγμα. Ως ιδέα και ως πρόκληση ήταν κάτι το ακαταμάχητο. Κυριολεκτικά. Γιατί ουσιαστικά ο Νίξον δεν ήταν ένας αλλά δύο: υπήρχε ο «καλός» Νίξον και ο «κακός» Νίξον.

Ναι, αλλά ένας «νίκησε» στο τέλος.

Και αυτός ήταν ο «κακός», δυστυχώς. Έκανε βέβαια και σπουδαία πράγματα. Δείτε πως χειρίστηκε τις σχέσεις Κίνας και Σοβιετικής Ενώσεως. Πως τις εξισορόπησε σε μια μάλλον επικίνδυνη εποχή. Αλλά φυσικά αυτό τώρα κανείς δεν το θυμάται. Και πως να το θυμάται, μετά το Γουότεργκεϊτ;

Να υποθέσω πως από όλους τους αμερικανούς Προέδρους με τους οποίους έχετε μιλήσει, ο Νίξον ήταν ο «αγαπημένος» σας;

Έχω πάρει συνεντεύξεις από όλους τους αμερικανούς Προέδρους των τελευταίων τριανταπέντε ετών, αλλά αν ήταν να ξεχωρίσω μερικούς, οπωσδήποτε θα έπρεπε να αναφέρω τον Τζορτζ Μπους, τον πρεσβύτερο. Ήταν ο πλέον ευθύς άνθρωπος με τον οποίο μίλησα ποτέ. Είναι μια ιδιότητα που θαυμάζω στους ανθρώπους - όταν απαντούν γρήγορα, δίνοντας τη καλύτερη δυνατή απάντηση.  Ο γιός του είχε περιπαικτική διάθεση, έκανε διαρκώς χιούμορ, όχι σπουδαίο χιούμορ... Είστε Έλληνας, ε; Σε μια συνέντευξη μου με τον υποψήφιο των Δημοκρατικών Μάικλ Δουκάκη, θυμάμαι πως πάγωσε - έκανε 26 δευτερόλεπτα για να μου απαντήσει σε μια μάλλον απλή απάντηση. Την οποία ούτε που θυμάμαι τώρα, ακριβώς επειδή αυτή η παύση μου είχε φανεί τρομακτική.

Έχετε μιλήσει με χιλιάδες διάσημους τραγουδιστές, ηθοποιούς, καλλιτέχνες γενικότερα. Με τους πολιτικούς πως λειτουργεί το «παιχνίδι»;

Είναι ακριβώς αυτό που είπατε. «Παιχνίδι». Για την ακρίβεια, σκάκι. Κάνεις την κίνηση σου και ο αντίπαλος σου κάνει την δική του σκεπτόμενος τι έκανες πριν και πως θα ελιχθεί ώστε να σε αποφύγει. Είναι μια συνεχής αναμέτρηση στο τραπέζι του σκακιού. Γιατί όταν ένας πολιτικός λέει «δεν έχω τίποτα να κρύψω», συνήθως εννοεί «έχω προλάβει να κρύψω τα πάντα».

Δεν υπήρχε κανείς που να σας εντυπωσίασε με το χάρισμα του; Που να σας έπεισε ότι όντως δεν είχε τίποτα να κρύψει;

Ναι, και μάλλον αυτός είναι ο «αγαπημένος» μου, που είπατε πριν, μόνο που δεν πρόλαβε να γίνει Πρόεδρος. Ο Ρόμπερτ Κένεντι. Ποτέ, μα ποτέ μου δεν γνώρισα πιο χαρισματικό άνθρωπο απ’αυτόν. Η θετική του αύρα, το βλέμμα του, ο τρόπος μου μιλούσε και διατύπωνε τις απόψεις του... Κυριολεκτικά κρεμόσουν από τα χείλη του. Μόνο με τον Νέλσον Μαντέλα θα μπορούσα να τον συγκρίνω.

Και για τον Ομπάμα το λένε αυτό, πάντως. (σ.σ.: Η συνέντευξη έγινε λίγες ώρες πριν από τις αμερικανικές εκλογές του 2009)

Ναι, και ίσως να έχουν δίκιο. Κατ’αρχάς, είναι σπουδαίος ρήτορας. Χρόνια έχει να δει η Αμερική έναν τέτοιον χειριστή του λόγου. Έναν άνθρωπο που ξέρει πως να απευθύνεται στα πλήθη. Και, ξέρετε, ένας καλός ρήτορας, συνήθως παίρνει και τις σωστές αποφάσεις. Γιατί το να έχεις οργανωτική δομήστη σκέψη και στον λόγο σου δεν είναι λίγο πράγμα. Αν η Αμερική είναι έτοιμη για μια αλλαγή, θα φανεί στο πρόσωπο του. Αν όχι, δε θα φταίει τόσο ο ίδιος...

Πέμπτη 20 Ιουνίου 2013

Man of Steel (2013) ( * * * )


Η τελευταία φορά που είδαμε τον Σούπερμαν στην οθόνη ήταν το 2006, στο “Superman Returns” του Μπράιαν Σίνγκερ. Όπου ο φιλόδοξος δημιουργός τόνιζε με το παραπάνω τη μεσσιανική διάσταση του ήρωα που έδειχνε να κουβαλά στους σούπερ-ώμους του τις αμαρτίες ολάκερης της ανθρωπότητας. Η ταινία εκείνη έκανε άνοιγμα 52 εκατομμυρίων δολαρίων το πρώτο της Σαββατοκύριακο και έκλεισε μάλλον απογοητευτικά την εισπρακτική της πορεία.

Το νέο πόνημα του κυρίου Σνάιντερ τώρα (σε παραγωγή Κρίστοφερ Νόλαν των «Dark Knight»), πηγαίνει προς την αντίθετη κατεύθυνση: Ο Σούπερμαν εδώ, είναι ένας ήρωας με ηθικές αναστολές, διχασμένος ανάμεσα στην ανθρώπινη και την… υπέρανθρωπινη του φύση. Επιλογή που «μέτρησε» στα ταμεία: Η ταινία τσίμπησε, στο εναρκτήριο weekend 116 εκατομμύρια δολάρια και πάει για γκραν σουξέ.

Δε θέλει και πολύ ανάλυση: Όσο οι «πιστοί» εθελοτυφλούν τρομαγμένοι μπροστά στο δυισμό του Θεανθρώπου τους, τόσο τον αγκαλιάζουν στο πρόσωπο μιας κόμικ φιγούρας, με την πρόφαση μιας ταινίας λιγότερο «σοβαρής» που δε θίγει ευθέως τα «ιερά». Η δε συμμετοχή του Νόλαν στη παραγωγή είναι πανταχού παρούσα στη μεγάλη οθόνη: υπήρχε ούτως ή άλλως ένας μεγαλοϊδεατισμός στον πρωτότυπο ήρωα, αλλά ο Νόλαν (που συν-υπογράφει και το σενάριο) τον υπογραμμίζει με σοβαρότητα.

Εδώ υπάρχει ένα μικρό πρόβλημα – η ολοκληρωτική απουσία του χιούμορ δηλαδή, που μπορεί στον Μπατμαν να μην ενοχλεί (άλλωστε η Gotham City είναι μια πόλη γκρίζα και μουντή), εδώ όμως θα μπορούσε και να νοστιμίσει λίγο το comic αυτό θέαμα. Πάντως, το πρώτο μισό του φιλμ είναι απείρως καλύτερο απ’ ότι επακολουθεί. Τα flashbacks συμπληρώνουν τα κενά, ενώ η παρουσία του Κέβιν Κόστνερ (μυθική επιλογή casting) προσδίδει ένα κύρος παλαιάς σχολής που, από μόνος του, ο Σνάιντερ δε θα μπορούσε καν να το πλησιάσει.

Μεταξύ μας τώρα, έχω πεθυμήσει την οικονομία ενός καλού b-movie. Βαρέθηκα λίγο να βλέπω «φουσκωμένους» κόμικ ήρωες – και δεν εννοώ φουσκωμένους με αναβολικά, αλλά με «νοήματα». Ο Σούπερμαν είναι, όχι οι Αδελφοί Καραμαζόφ! Γιατί μια τέτοια ταινία (ή και άλλες, όπως τα «Iron Man», ή το «Avengers») πρέπει σώνει και καλά να ξεπερνα τόσο πολύ το δίωρο; Αφήστε δε που στα τελευταία 40 λεπτά του «Ανθρώπου από ατσάλι» μας περιμένει το ίδιο επαναλαμβανόμενο εκρηκτικό τουρλουμπούκι, όπου πρωταγωνιστούν τα ψηφιακά (δηλαδή, κατασκευασμένα σε υπολογιστή) εφέ που φυσικά δεν προκαλούν το παραμικρό δέος.

Δε θα κλείσω όμως γκρινιάζοντας, γιατί ομολογώ πως παραδέχτηκα την πολιτική θέση της ταινίας απέναντι στον ολοκληρωτισμό - όπως αυτός εκφράζεται από τον «κακό» Ζοντ (ερμηνευμένος από τον πάντοτε συνεπή Μάικλ Σάνον). Η τελική αναμέτρηση – και, κυρίως, η κατάληξη της – λέει όλα όσα πρέπει να ειπωθούν.

Αυτά, λέει, σας άρεσαν:

Ετικέτες