Παρασκευή 6 Μαΐου 2016

Ο Πολίτης Κέιν κλείνει τα εβδομήντα πέντε.

Ακόμα και οι κινηματογραφόφιλοι που ενδεχομένως δεν έχουν δει τον Πολίτη Κέιν γνωρίζουν πως πρόκειται για μια από τις καλύτερες (αν όχι την καλύτερη) ταινία όλων των εποχών. Το αριστούργημα του Όρσον Γουέλς, που σήμερα κλείνει 75 χρόνια, παραμένει ένα σημείο αναφοράς – όπως, ας πούμε, το «Πόλεμος και Ειρήνη» για τη λογοτεχνία ή το «Sgt. Peppers» των Beatles για την pop μουσική. Ο «Πολίτης Κέιν» μας υπενθυμίζει πως κάποτε, οι αφηγηματικές δυνατότητες του μέσου ήταν υπεράριθμες. Και σήμερα είναι, σαφώς, αλλά ελάχιστοι σήμερα δείχνουν να έχουν την έμπνευση. Ή το κουράγιο.


Η ιστορία

Από την πρώτη στιγμή, οι κριτικοί στάθηκαν στο πλευρό του Γουέλς – τουλάχιστον οι κριτικοί εκείνοι που δεν είχαν την ατυχία να δουλεύουν σε κάποιο από τα έντυπα του Γουίλιαμ Ράντολφ Χιρστ, του μεγιστάνα που αποτέλεσε, άθελα του, πηγή έμπνευσης για τον μόλις 25χρονο (!) σκηνοθέτη. Το έμπαργκο αυτό (που επεκτάθηκε και στις διαφημιστικές καταχωρήσεις για το φιλμ) έπληξε σοβαρά την εμπορική δυναμική της ταινίας, που αποτέλεσε εμπορική αποτυχία. Στις υπόλοιπες εφημερίδες όμως, οι διθύραμβοι κυριαρχούν: «Δεν έχουμε δει πιο εντυπωσιακή, πιο κινηματογραφικά συναρπαστική ταινία – πιθανότατα είναι ό,τι καλύτερο παρήγαγε ποτέ το Χόλιγουντ» διαβάζουμε στους New York Times της εποχής, ενώ άλλοι κριτικοί τοποθετούν τον Γουέλς στην ίδια κλάση με σκηνοθέτες σαν τον Τσάρλι Τσάπλιν ή τον Ντέιβιντ Γ. Γκρίφιθ. Δυστυχώς όμως, στο Χόλιγουντ αξίζεις όσο η τελευταία σου ταινία – ακόμη κι αν αυτή είναι «η καλύτερη ταινία όλων των εποχών».

«Πάλι καλά» να λέτε που την είδαμε. Γιατί παραλίγο να μη τη δούμε ποτέ: Πρόσφατα αποκαλύφθηκε πως κατά τη διάρκεια «διαπραγματεύσεων» του Χιρστ με την παραγωγό εταιρία RKO, ο πρώτος προσέφερε ένα εξαιρετικά ελκυστικό ποσό προκειμένου να καταστραφεί ολοσχερώς το φιλμ. Αλλά ήταν πλέον αργά: Ο Γουέλς είχε κάνει ήδη κάποιες δοκιμαστικές προβολές για πολλούς ισχυρούς διαμορφωτές της κοινής γνώμης. Όχι πως δεν «θάφτηκε» ο Κέιν. Δεν προβλήθηκε ποτέ στις πολυτελείς αίθουσες των μεγαλουπόλεων, και από τις εννέα υποψηφιότητες για Όσκαρ, μόνο μία κατέληξε σε βράβευση (για το αυθεντικό σενάριο που ο Γουέλς συνυπέγραψε με τον Χέρμαν Μάνκιεβιτς).


Η κληρονομιά

Τα σημάδια της επιρροής του «Κέιν» έγιναν ορατά την ίδια μόλις χρονιά, όταν δηλαδή ο Τζον Χιούστον ξεκίνησε τα γυρίσματα ενός κλασσικού σήμερα νουάρ, γνωστού με τον τίτλο «Το γεράκι της Μάλτας» όπου αξιοποιήθηκαν όλες οι πρωτοποριακές τεχνικές φιλμογράφησης που ο Διευθυντής Φωτογραφίας Γκρεγκ Τόλαντ σκαρφίστηκε παρέα με τον Όρσον Γουέλς. Λίγα χρόνια αργότερα, ο Ιάπωνας φωτογράφος Κάζουο Μιγιαγκάγια χρησιμοποιεί, σχεδόν κατά γράμμα, όλες τις τεχνικές του Τόλαντ για τη νέα ταινία ενός πολλά υποσχόμενου σκηνοθέτη. Η ταινία ήταν το «Ρασομόν» - σκηνοθέτης ο Ακίρα Κουροσάβα. Πολλοί κριτικοί, λανθασμένα, καταλογίζουν στον Μιγιαγκάγια επιρροές από την Ιαπωνική ζωγραφική, ο ίδιος όμως δεν έπαψε να τους «διορθώνει» μέχρι το τέλος της καριέρας του!

Κανείς πριν τον Γουέλς δεν αξιοποίησε το φως και τη σκιά τόσο εφευρετικά, μα και ουσιαστικά. Μέχρι τότε (και με τη μοναδική ίσως εξαίρεση των ταινιών που εντάσσονται στο ρεύμα του Γερμανικού Εξπρεσιονισμού όπου όμως εκεί το φως αποκτά ρόλο κεντρικού χαρακτήρα) τα στούντιο φρόντιζαν να φωτίζουν ευκρινώς τα πάντα, προκειμένου να δείξουν στο κοινό «που πήγαν τα λεφτά» - όχι όμως και για να τους υποδείξουν αυτό που θα έπρεπε να προσέξουν. Από τον «Πολίτη Κέιν» και μετά όμως, το κοινό συνειδητοποιεί πως το φως και τη σκιά αποτελούν πλέον σοβαρά εκφραστικά μέσα ή, με άλλα λόγια, φορείς νοημάτων. Ολόκληρη η σχολή των φιλμ νουάρ «πατά» ουσιαστικά πάνω σ’ αυτή τη διδαχή.

Πέραν της αισθητικής όμως υπάρχει και η αφήγηση. Και κανείς, μέχρι τότε, δεν είχε το θράσος του να τοποθετήσει το τέλος μιας ιστορίας (τον θάνατο του κεντρικού ήρωα) στην αρχή της: Ο Κέιν αφήνει την τελευταία του πνοή στην εναρκτήρια σεκάνς, και αυτό που ακολουθεί είναι μια μακρά σειρά από flashback που μας οδηγούν στο τέλος – δηλαδή, ξανά στην αρχή. Σκεφτείτε τώρα όλες εκείνες τις σπουδαίες ταινίες που βασίστηκαν πάνω σ’ αυτό το εύρημα, από τον «Λόρενς της Αραβίας» του Ντέιβιντ Λιν μέχρι το «Οργισμένο Είδωλο» του Μάρτιν Σκορσέζε, το "Pulp Fiction" του Ταραντίνο και το «Memento» του Κρίστοφερ Νόλαν. Όπως είπε και ο σκηνοθέτης του «Εξορκιστή» Γουίλιαμ Φρίτκιν, «Ο Πολίτης Κέιν αποτέλεσε έναν οδηγό δημιουργικής φιλμογράφισης, όπως ακριβώς και ο Οδυσσέας του Τζόις για τη Λογοτεχνία».

Πίσω απ’ όλα αυτά βέβαια υπάρχει και η ίδια η ιστορία του Όρσον Γουέλς. Σκεφτείτε το λίγο: Για μία και μοναδική φορά, το Σύστημα έδωσε, σε έναν 25χρονο, την απόλυτη καλλιτεχνική (και οικονομική) ελευθερία, και εκείνος τους παρέδωσε… την καλύτερη ταινία όλων των εποχών, μόνο και μόνο για να καταστραφεί απ’ αυτό. Εδώ υπάρχει μια άλλη ταινία – που όμως κανένας σκηνοθέτης, μέχρι σήμερα, δεν βρήκε το θάρρος να παρουσιάσει στη Μεγάλη Οθόνη στις σωστές τις διαστάσεις. Αυτό φοβάμαι πως λέει πολλά – ειδικά σε μια εποχή σαν τη σημερινή όπου ο πιο δημοφιλής υποψήφιος για το χρίσμα της Αμερικάνικης Προεδρίας μοιάζει να έχει ανησυχητικές ομοιότητες με τον Ράντολφ Χιρστ. Δηλαδή τον Πολίτη Κέιν. Και δυστυχώς, δεν διαφαίνεται κανείς άξιος διάδοχος του Γουέλς στον ορίζοντα. 

Πέμπτη 5 Μαΐου 2016

Snapshot #3


"Vozvrashcheniye" 
του Andrey Zvyagintsev 
(2003)

Η ηθική της επαγωγής.

Οι αδελφοί Μέισλς ακολούθησαν το 1969 τους Rolling Stones στην αμερικάνικη περιοδεία τους, από την Νέα Υόρκη μέχρι το φινάλε - στην διάσημη συναυλία στον Αυτοκινητόδρομο Άλταμοντ, όπου η είσοδος ήταν ελεύθερη σε όλους. Και τα κινηματογράφησαν για το ντοκιμαντέρ "Gimme Shelter". 300 χιλιάδες οπαδοί πηγαινοέρχονται ανάμεσα σε δυο χώρους (οι υπεύθυνοι του πρώτου πήραν πίσω την «έγκριση» λίγες ώρες πριν τη προγραμματισμένη εμφάνιση), φορτωμένοι με χόρτο αλλά και νεύρα, και η μπάντα έχει – άγνωστο το γιατί – επιλέξει για security τους “Hells Angels”, που δεν τους λες και ψύχραιμους.


Τα επεισόδια ξεσπούν από τη πρώτη νότα, οι διακοπές ανάμεσα στα τραγούδια πολλές. Και ξαφνικά, βρισκόμαστε στην αίθουσα του μοντάζ: οι αδελφοί Μέισλς παρακολουθούν αποσπάσματα της συναυλίας παρέα με τους Stones. Μια κάμερα έχει καταγράψει κάτι που δεν έπρεπε: μια δολοφονία. Στην αρχή, δε προσέχεις τίποτα. Μετά όμως, όταν ξαναβλέπεις τη  φάση σε αργή κίνηση, παρατηρείς έναν αφροαμερικάνο με πράσινο κοστούμι να βγάζει όπλο (μοιάζει σα να μην το έχει ξανακάνει στη ζωή του), και γρήγορα – γρήγορα, ένα μαχαίρι να κατεβαίνει. Μία φορά. Δυο φορές. Ο Μικ Τζάγκερ παρακολουθεί και χάνει τα λόγια του. Κοιτάζει τη κάμερα θυμωμένος. Γιατί; Μα, καταγράφοντας το γεγονός, οι Μέισλς το κάνουν πιο αληθινό. Υπάρχει.

Αυτή η σημασία του καταγεγραμμένου γεγονότος μοιάζει σήμερα με μια ηθική αξία που έχει ξεθωριάσει στο πέρασμα του χρόνου, μετά από άπειρα refresh στις πιο αιματηρές σελίδες του youtube, εκεί όπου οι κινηματογραφιστές "αναπαράγουν" την πιο θεαματική εικόνα, όχι για να κάνουν κάποιου είδους statement, αλλά για να κερδίσουν περισσότερα clicks (ή likes ή whatever). Σήμερα, τις τελείες υποτίθεται πως τις ενώνουμε εμείς. "Ελεύθεροι", δίχως "καθοδηγητές". Και εντελώς άοπλοι. Βλέπετε, δεν έχει σημασία πόσα βιβλία έχεις ξεφυλλίσει και πόσα τσιτάτα μπορείς να αραδιάσεις. Σημασία έχει να συναισθάνεσαι την βαθιά ηθική της επαγωγής.

Τζάμπα κόπος στο διαδίκτυο, αυτό το τελευταίο. 
Όπου γίνεται πολύς λόγος περί ηθικής. Αλλά κανείς δεν συναισθάνεται κανέναν. 

Conversations with remarkable people, v.25: Dame Judi Dench


Ενσάρκωσε τη βασίλισσα Βικτωρία στη «Η Μεγαλειοτάτη Κυρία Μπράουν» (1997), την Ίρις Μέρντοχ στο «Iris» (2002) και φυσικά την Ελισάβετ Α’ στον «Ερωτευµένο Σαίξπηρ» (1998), όπου για οκτώ λεπτά εμφάνισης, κέρδισε Οσκαρ Β’ Γυναικείου Ρόλου. . «Για κάθε μια από αυτές τις γυναίκες είχα αίσθημα ευθύνης. Πάντοτε το κουβαλώ όταν ενσαρκώνω ένα αληθινό πρόσωπο. Είτε πρόκειται για την Μέρντοχ, που την θυμόντουσαν πολλοί, είτε πρόκειται για τη βασίλισσα Βικτώρια, που μάλλον δε τη θυμάται κανείς πια», λέει και χαμογελά.

Η ιστορία της Φιλομίνα Λι – για την προώθηση της οποίας "έκλεισα" αυτήν εδώ τη συνέντευξη, το 2013 - είναι επίσης αληθινή. Και σχεδόν ανατριχιαστική: Η Φιλομίνα Λι είδε το μικρό της παιδί να φεύγει οριστικά από την αγκαλιά της, όταν εκείνη ήταν κλεισμένη σε Καθολικό Μοναστήρι ως «αμαρτωλή» μητέρα (ο πατέρας βλέπετε ήταν άφαντος και εκείνη ανύπαντρη). Το αναζήτησε για όλη της τη ζωή, βασισμένη σε πλαστά στοιχεία που οι καλόγριες φρόντισαν να αποκρύψουν. Έμαθε την θλιβερή αλήθεια πενήντα χρόνια μετά, με τη βοήθεια του δημοσιογράφου Μάρτιν Σιξσμιθ («πρώην εργαζόμενος του BBC, πρώην Καθολικός» όπως ακούγεται να λέει στο φιλμ) που στάθηκε στο πλευρό της – κι όμως, τις συγχώρεσε. Δίχως να χάσει ποτέ την Πίστη της, μια Πίστη βαθιά ριζωμένη στη συγχώρεση.

Παίρνω το θάρρος να την ρωτήσω για τη δική της Πίστη. «Όλη η ταινία πατάει πάνω στη συγχώρεση. Για τη Φιλομίνα, ακόμη και η πιο βαριά τραγωδία μοιάζει πάνω της σαν ένα... ελαφρό φόρεμα. Ασύλληπτο, το ξέρω. Προσπαθείστε να σκεφτείτε τι πέρασε αυτός ο άνθρωπος. Τη στεναχώρια του να χάνεις για πάντα το παιδί σου, να βιώνεις ένα τέτοιο τραύμα και να κρατάς μέχρι τέλους μια αξιοπρέπεια που δεν έχει να κάνει με, ας πούμε, εκείνη των... αριστοκρατών. Και μέσα από την όλη διαδικασία, αυτή της αναζήτησης, να κερδίζει κατά κάποιο τρόπο έναν “δεύτερο” γιο, τον Μάρτιν. Με ρωτάτε αν διαθέτω αυτό το χάρισμα; Όχι, σίγουρα όχι. Η Πίστη έχει σημασία και για μένα. Αλλά δε διαθέτω τόση ανθρωπιά. Σε καμία περίπτωση δε θα συγχωρούσα αυτούς που θα μου έκαναν ένα τέτοιο κακό».

Αν και το γεγονός είναι αληθινό, το φιλμ βασίζεται εξίσου στο μυθιστόρημα «The Lost Child of Philomena Lee: A Mother, Her Son and a 50 Year Search» που είναι εμπνευσμένο από την ιστορία της – και έφυγε από το Φεστιβάλ Βενετίας με το βραβείο καλύτερου σεναρίου. «Συνήθως μου παίρνει λίγη ώρα να αποφασίσω αν θα επιλέξω έναν ρόλο ή όχι. Εδώ, είπα το ναι σχεδόν από τις πρώτες σελίδες, δίχως καν να μάθω την εξέλιξη της ιστορίας. Καμιά ηθοποιός δε θα έλεγε όχι σε αυτό το ρόλο. Παλαιότερα, ο σύζυγος μου διάβαζε κάθε σενάριο που μου πρότειναν. Η απουσία του εξακολουθεί να με δυσκολεύει» λέει, και καταλαβαίνεις πως αντί για «με δυσκολεύει» εννοεί «μου στοιχίζει». Αλλά η Τζούντι Ντεντς δε θα χρησιμοποιούσε ποτέ αυτή την έκφραση. Λέει όμως δυο λόγια για την φημολογούμενη ασθένεια που μέρα με τη μέρα «κλέβει» την ορασή της. «Οι δημοσιογράφοι λίγο το παράκαναν με αυτή την ιστορία, δε πρόκειται να τυφλωθώ κιόλας, ούτε χρειάζομαι μπαστούνι όπως βλέπετε! Σκοπεύω δε να μείνω σταθερά μάχιμη, μέχρι το τέλος».

Με την αναφορά στο «τέλος», η Ντεντς, σχεδόν αντανακλαστικά, επιστρέφει την κουβέντα στον εκλειπόντα σύζυγο της: «Όταν έχασα τον Μάικλ, έπεσα με τα μούτρα στη δουλειά. Ο ατζέντης μου, μου έλεγε “δεν γίνεται να αναλάβεις όλους αυτούς τους ρόλους”. Και εγώ του απαντούσα “πρέπει να προσπαθήσω”». Τη ρωτώ αν της διαβάζει κάποιος τα σενάρια της σήμερα. «Ναι, η κόρη μου. Ή κάποιος φίλος. Το συγκεκριμένο μου το διάβασε ο Στιβ Κούγκαν (σ.σ.: ο εξαίσιος συμπρωταγωνιστής της που έχει βάλει την υπογραφή του και στο σενάριο), αν και όπως σας είπα, δε χρειάστηκε να διαβάσει πολύ».

Την ταινία σκηνοθετεί ένας παλιός αγαπημένος, ο Στίβεν Φρίαρς που – μυστικό δεν είναι – είχε χρόνια να κάνει καλή ταινία. Η «Φιλομίνα» του όμως, τον επαναφέρει ξανά στο προσκήνιο καθώς αυτό το τόσο μαεστρικά ισορροπημένο ανάμεσα στη κομεντί και το δράμα φιλμ (ο ίδιος το χαρακτηρίζει... «ρομαντική κωμωδία χαρακτήρων») συγκινεί χωρίς να κλαψουρίζει, κουβαλώντας κάτι από την αξιοπρέπεια της ηρωίδας που το ενέμπνευσε, και της γυναίκας που την ενσάρκωσε. «Δεν ήθελα να “πουλήσω” την Φιλομίνα ξέρετε. Την γνώρισα, την ξέρω. Είναι εξαιρετική παρέα επίσης, έχει εξαιρετικό χιούμορ. Και δεν έχει δει ακόμη το φιλμ. Ούτε στη Βενετία μπόρεσε να έρθει, ούτε ήταν παρούσα στη δημοσιογραφική προβολή – θα το δει στη νυχτερινή πρεμιέρα. Η αγωνία μου είναι μεγάλη. Ελπίζω να της αρέσει».

Την ρωτώ αν της αρέσει να βλέπει τον εαυτό της στη μεγάλη οθόνη, και η ματιά της παγώνει. «Με τίποτα», μου λέει, και η απάντηση της με πιάνει εντελώς απροετοίμαστο: «Μη σας εκπλήσει καθόλου, νοιώθω τρομερά άβολα βλέποντας τον εαυτό μου εκεί (σ.σ.: στη μεγάλη οθόνη). Κάποιοι ηθοποιοί, ας πούμε “του κινηματογράφου” δεν έχουν τέτοια προβλήματα. Αλλά εγώ, το μόνο που βλέπω είναι τα λάθη μου»


Snapshot #2


"Christ in concrete"
του Edward Dmytryk
(1949)

Les chevaliers blancs (2015)


Η ανέχεια φέρνει τη βία, η βία τον πόλεμο, ο πόλεμος την ορφάνια. Μια αληθινή τραγωδία, πέραν των ορίων της όποιας φαντασίας – ειδικά της δικής μας, έτσι όπως διαμορφώθηκε από τις αρχές του Δυτικού πολιτισμού. Ως εκπρόσωποι του, δε μπορούμε να ζούμε με την ιδέα πως κάποια παιδιά, σε χώρες μακρινές, βιώνουν το θάνατο και τον ξεριζωμό. Για τους λόγους αυτούς, κάποιοι εξ’ ημών αναλαμβάνουν να καλύψουν το χρέος όλων: Ο αγγλικός όρος “white man’s burden” («το χρέος των λευκών») παραμένει άκρως διαφωτιστικός. Τα προβλήματα που συναντούν στο διάβα τους, αμέτρητα. Πολλές φορές αναγκάζονται να ταξιδέψουν σε ζώνες εμπόλεμες, και να συγκρουστούν με τις Αρχές, ρισκάροντας τις ζωές τους. Και, σα να μην έφταναν όλα τα άλλα, υπάρχουν και τα παιδιά που αρνούνται την όποια βοήθεια, όπως αυτά της Αφρικής που παρουσιάζονται στους «Λευκούς Ιππότες», την ταινία που σκηνοθέτησε ο Βέλγος Γιοακίμ Λαφός βασισμένος σε μια αληθινή ιστορία. Ποιος ξέρει γιατί.

Ίσως αδυνατούν, απαίδευτα καθώς είναι, να καταλάβουν πως αυτό που τους προσφέρουμε, αποτελεί τη μοναδική τους σωτηρία. Ίσως να φταίνε και οι Βρετανοί, που εγκατέλειψαν την Αφρική, αφήνοντας αποικίες παρατημένες, χωριά και τόπους κατακερματισμένους. Έμεινε εντέλει ακάλυπτο το «χρέος των λευκών» - μα τι προτεσταντικός όρος κι αυτός, και πόσο διαφέρει από τη δική μας «καθ’ ημάς Ανατολή» που πασχίσαμε να διασώσουμε, ή ακόμα περισσότερο από την “mission civilisatrice” («πολιτιστική αποστολή») των Γάλλων που, όπως καταγράφει το φιλμ, ακόμα συνεχίζεται. Κι αν αμφιβάλετε γι αυτό, τσεκάρετε τον ορισμό που δίνει η Παγκόσμια Τράπεζα για τις ΜΚΟ: «Ιδιωτικοί οργανισμοί που ασκούν δραστηριότητα ούτως ώστε να απαλύνουν τον πόνο, να προωθήσουν τα συμφέροντα των φτωχών, να προστατέψουν το περιβάλλον, να συνεισφέρουν στην παροχή βασικών κοινωνικών υπηρεσιών και να αναλάβουν την ανάπτυξη της κοινότητας».

Λοιπόν, ο Γιοακίμ Λαφός διαφωνεί με την Παγκόσμια Τράπεζα. Διαφωνεί σχεδόν με όλα τα παραπάνω που παραθέσαμε με ελαφρώς ειρωνική διάθεση. Και φυσικά, διαφωνεί με το ρόλο των ΜΚΟ σε χώρες, ούτως ή άλλως υποβαθμισμένες από τη Δύση, μια Δύση που προσπαθεί να καλύψει την προκύπτουσα ανισορροπία πόρων με μια επίπλαστη ισορροπία συναισθημάτων και πρόνοιας. Πότε με Χολιγουντιανές υπερπαραγωγές εκατομμυρίων για τους πτωχούς και αδυνάτους αυτού του κόσμου, πότε με πασαρέλες διασήμων εκπροσώπων ανθρωπιστικών οργανισμών που ελάχιστα συνεισφέρουν στην όποια Λύση και πότε, καταφεύγοντας στην παλιά και πάντοτε λειτουργική μέθοδο της αποικιοκρατίας. Που εύκολα μασκαρεύεται ως «χρέος των λευκών», «πολιτιστική αποστολή» ή και «φιλανθρωπία», προσφερόμενη ως ενοχικό αντίδωρο στους «λευκούς» αδαείς και ως καταναγκαστική «θεραπεία» στους πάσης φύσεως ιθαγενείς. Και το συγκλονιστικό αυτό δράμα, έτη φωτός μακριά από την κονσερβαρισμένη «ηθική» του κινηματογράφου σήμερα, με πρωταγωνιστή έναν, και πάλι σπουδαίο Βενσάν Λιντόν, μιλά για όλα αυτά, με φιλμική γραφή που κόβει σα ξυράφι.

Αυτά, λέει, σας άρεσαν:

Ετικέτες