Δευτέρα 21 Μαρτίου 2011

Pull A String, A Puppet Moves


each man must realize
that it can all disappear very
quickly:
the cat, the woman, the job,
the front tire,
the bed, the walls, the
room; all our necessities
including love,
rest on foundations of sand -
and any given cause,
no matter how unrelated:
the death of a boy in Hong Kong
or a blizzard in Omaha ...
can serve as your undoing.
all your chinaware crashing to the
kitchen floor, your girl will enter
and you'll be standing, drunk,
in the center of it and she'll ask:
my god, what's the matter?
and you'll answer: I don't know,
I don't know ...


Conversations with remarkable people, v.10: Ken Loach




2007: ο καλύτερος φίλος του Φέργκους, μέλος των Βρετανικών Ειδικών Δυνάμεων, πεθαίνει στη Βαγδάτη. Στην διαδρομή μεταξύ Πράσινης Γραμμής και αεροδρομίου. Μια διαδρομή που ονομάζεται “Ιρλανδέζικος Δρόμος”. Και που θεωρείται η πιο επικίνδυνη στον κόσμο. Ο ήρωας της τελευταίας ταινίας του Λόουτς βάζει στην άκρη την επίσημη εκδοχή του «ατυχήματος». Και πίσω από αυτόν, ανακαλύπτει μια σκοτεινή συνομωσία, την οποία ο Λόουτς βασίζει σε πραγματικά γεγονότα. Κάποια από αυτά, τα είχες φανταστεί. Κάποια σε ξεπερνούν. Βγαίνεις από την αίθουσα τρέμοντας. Ο πιο πολιτικοποιημένος σκηνοθέτης της εποχής μας, και ένας από τους σημαντικότερους κινηματογραφιστές εν ζωή, ο Κεν Λόουτς, μου μίλησε στο Λονδίνο για το νέο του φιλμ που διαγωνίστηκε στο τελευταίο Φεστιβάλ Καννών, όπου και είχε βραβευτεί το 2006 με τον Χρυσό Φοίνικα για το «Ο άνεμος χορεύει το κριθάρι».




Σπάνια συναντά κανείς σε μια ταινία σας εκρήξεις και επικίνδυνες σκηνές.

Ναι, αλλά εδώ η ιστορία το απαιτούσε. Να σας πω την αλήθεια, ήμουν κι εγώ λίγο διστακτικός. Όχι σε ότι αφορά το σενάριο του Πολ, αυτό ήταν υπέροχο. Αλλά σε ότι αφορά τη δική μου δουλειά. Τα ειδικά εφέ απαιτούν χρήματα. Και συνήθως, όσο περισσότερα χρήματα έχεις, τόσο δυσκολεύεσαι να κάνεις την ταινία που εσύ θέλεις.

Κάποιος θα έλεγε ότι όσο ο προϋπολογισμός μεγαλώνει, τόσο λύνονται τα χέρια σας. Αυτό θα ήταν το λογικό τουλάχιστον.

Ευτυχώς, βρήκαμε λεφτά από αρκετές χώρες, τη Γερμανία, το Βέλγιο, την Ισπανία… Ένα μικρό μερίδιο από κάθε μία. Κάπως έτσι στήθηκε ο προϋπολογισμός μας. Για μένα η αντιστοιχία που «παίζει» είναι πολύ κοντά στη μαγειρική. Θέλω να πω, τα McDonalds για παράδειγμα είναι μια γιγαντιαία επιχείρηση, τα κέρδη τους μεταφράζονται σε εκατομμύρια δολάρια ημερησίως ενώ τα έσοδα μιας μικρής τρατορίας πιθανότατα να είναι… πενιχρά. Πείτε μου όμως, πόσο «ελεύθερος» να δημιουργήσει είναι ο ένας μάγειρας, και πόσο ο άλλος. Φυσικά μετά τη χρηματοδότηση, ξεκινά ο Γολγοθάς των αιθουσών. Και τα ανεξάρτητα φιλμ, σαν το δικό μου, δύσκολα βρίσκουν το κοινό τους εκεί.

Το κοινό όμως δεν γεμίζει πια τις αίθουσες. Σε περιόδους κρίσης, σαν κι αυτή, οι παραγωγοί είναι λογικό να απαιτούν ταινίες πιο «προσβάσιμες», πιο εύπεπτες.

Ευτυχώς όμως υπάρχει ακόμη μια κινηματογραφική κουλτούρα στην Ευρώπη. Αν και βρίσκεται υπό διωγμό κι αυτή. Περίπου 85% των ταινιών που προβάλλονται τώρα στις αίθουσες, προέρχονται από την Αμερική. Αυτό είναι μια γκροτέσκα συνθήκη που όμως έχει επικρατήσει. Φαντάσου να συναντήσεις κάτι ανάλογο σε ένα βιβλιοπωλείο! Θα πεις, αυτό είναι παράλογο, τι σόι βιβλιοθήκη είναι αυτή! Στο σινεμά όμως το έχουμε δεχτεί, η αμερικάνικη βιομηχανία έχει στήσει μια αποικιοκρατία στο ασυνείδητο μας. Κάποιες από αυτές τις ταινίες ενδεχομένως να είναι πολύ καλές – δεν είναι αυτό το πρόβλημα μου. Το θέμα είναι η επιβολή τους. Υπάρχουν εκεί έξω ταινίες που πραγματικά αξίζουν να ειδωθούν, αλλά δεν διαθέτουν αυτή την γιγαντιαία υποστήριξη. Και ταινίες που έχουν να πουν κάτι σημαντικό. Μιλάμε βέβαια για ταινίες, κι εσείς αναφερθήκατε στην οικονομική κρίση…

Θα προτιμούσατε να μιλήσουμε γι αυτήν;

(Χαμογελάει) Μερικές φορές σκέφτομαι ότι δίνω όλες αυτές τις συνεντεύξεις στον παγκόσμιο τύπο για την προώθηση του φιλμ, ενώ θα μπορούσα να μιλώ για κάτι πραγματικά σημαντικό. Το σύστημα υγείας μας, για παράδειγμα, τείνει να ιδιωτικοποιηθεί πλήρως. Οι μισθοί των ανθρώπων που εργάζονται στην υγεία, σε πανεπιστήμια, σε σχολεία, οι μισθοί των δασονόμων, των αστυνομικών, κατακρεουργούνται. Άνθρωποι που βλέπω να αποκαλούνται περιφρονητικά «δημόσιοι υπάλληλοι» ή, ακόμη χειρότερα, «γραφειοκράτες». Ξέρετε, κάποτε μας ένωνε μια συλλογική ευθύνη – για την υγεία, για τη στέγαση, για οτιδήποτε «κοινό». Τώρα αυτή υπαγορεύεται από τα εκάστοτε οικονομικά συμφέροντα.

Οι ταινίες σας πάντως είναι προσβάσιμες σε όλους. Πρόσφατα, «ανεβάσατε» το μεγαλύτερο κομμάτι της φιλμογραφίας σας στο youtube.

Να, βλέπετε που οι μικρές παραγωγές είναι πιο ευέλικτες; Αν οι ταινίες μου στοίχιζαν δεκάδες εκατομμύρια, δεν θα μπορούσα να το κάνω αυτό! Από τη στιγμή όμως που έχουν φέρει με το παραπάνω κέρδος στους παραγωγούς μου, που δεν είχαν και πολλά λεφτά να «κλάψουν» σε αντίθετη περίπτωση ούτως η άλλως, δεν βρίσκω το λόγο να μένουν κλεισμένες σε κουτιά, αθέατες από τον κόσμο.

Μου έκανε εντύπωση η βιαιότητα του φιλμ, βιαιότητα διόλου «φωτογενής» όπως αυτή που συναντάς στα χολιγουντιανά τρόμου.

Όχι «γραφική» εννοείτε. Είναι κινηματογραφημένη ψυχρά, ξερά, όπως θα έπρεπε να είναι οι βίαιες σκηνές. Αυτό σημαίνει «βία» άλλωστε. Σε καμία περίπτωση δεν θα άφηνα μια τέτοια σκηνή να δείχνει στυλιζαρισμένη ή «ενδυναμωμένη» από οποιουδήποτε είδους εφέ.

Γι αυτό και οι σκηνές Εικονικού Πνιγμού είναι αληθινές; (Σ.σ.: «Εικονικός πνιγμός»: μορφή βασανιστηρίου που πραγματοποιείται ακινητοποιώντας το θύμα ανάσκελα με το κεφάλι προς τα κάτω - ο βασανιστής ρίχνει νερό με μπουκάλι στην πετσέτα που καλύπτει τη μύτη και στο στόμα του θύματος).

Προσπαθήσαμε να στήσουμε μια αναπαράσταση βασισμένοι σε διάφορες τεχνικές. Καμιά δεν «έβγαινε» πειστική, και στο τέλος ο ηθοποιός μας, ο Τρέβορ Γουίλιαμς αποφάσισε να υποβληθεί πραγματικά στο μαρτύριο. Είχε εφιάλτες για μέρες μετά. Κι όμως, για τους κυρίους Μπους και Ράμσφελντ, αυτό αποτελεί μια «εναλλακτική μέθοδο ανάκρισης». Εδώ, αυτές οι σκηνές, όσο ενοχλητικές κι αν είναι, εξυπηρετούν την ιστορία.

Η οποία μιλά για τι;

Μιλά πρώτα απ’ όλα για τη φρίκη ενός πολέμου που διεξάγεται πολύ μακριά από εμάς. Κι εμείς δεν αντιλαμβανόμαστε την αγριότητα του.

Αυτός είναι ο λόγος που το φιλμ διεξάγεται στη Βρετανία;

Ναι, ήταν μια εξαιρετική ιδέα του σεναριογράφου μου, του Πολ Λάβερτι. Το να φέρουμε δηλαδή τον Πόλεμο του Ιράκ στο Ηνωμένο Βασίλειο. Και να στρέψουμε το κοινό μας εκεί, σε έναν πόλεμο όπου κανείς δεν γνωρίζει τα εγκλήματα που διαπράττονται, κανείς δεν λογοδοτεί για τίποτα. Οι μισθοφόροι των Ειδικών Δυνάμεων έχουν πλήρη ασυλία. Η «Συνθήκη της Γενεύης» δεν ίσχυσε ποτέ. Τα βρετανικά στρατεύματα έχουν αποσυρθεί, κατά μεγάλο ποσοστό, και ο κόσμος εδώ νομίζει πως όλα έχουν τελειώσει. 

Στη συνέντευξη τύπου παρατηρούσα τους δημοσιογράφους συμπατριώτες σας να δυσανασχετούν μόλις η κουβέντα πήγε στις πολιτικές πτυχές της ιστορίας σας, λες και δεν κάνετε πολιτικό σινεμά.

Λες και είμαι ένας γραφικός τύπος με ντουντούκα, ε; (μου χαμογελάει με νόημα)

Λες και δεν τους αφορούσε, βασικά.

Ας μην τους αφορά, δεν με αφορούν και οι ίδιοι άλλωστε. Η αλήθεια όμως είναι, και δεν θα κουραστώ να το λέω αυτό, ότι οι κύριοι Μπους και Μπλερ, όπως και όσοι τους στήριξαν ενεργά σ’ αυτή την ιστορία, είναι εγκληματίες πολέμου. Και πρέπει να λογοδοτήσουν γι αυτό. Όπως πρέπει να αποζημιωθούν και οι Ιρακινοί για τη καταστροφή που σπείραμε στον τόπο τους. Δεν είναι κάτι που μπορείς να βάλεις στην άκρη και να συνεχίσεις τη ζωή σου. Οι στρατιώτες που πολέμησαν εκεί δεν μπορούν, οι ιρακινοί σίγουρα δεν μπορούν, οι μόνοι που μπορούν είναι αυτοί που έχουν επωφεληθεί. Τι θέλουν δηλαδή, να μη μιλάει κανείς;

Πέμπτη 17 Μαρτίου 2011

Αφιερωμένο σε όσους υποστηρίζουν ότι οι κριτικοί ""τα παίρνουν"".


Νέο:

η κριτική του Τάσου Θεοδωρόπουλου για το υπέροχο
Μια Φορά Κι Ένα Μωρό δεν θα δημοσιευτεί στο
Πρώτο Θέμα αυτής της Κυριακής.
Η γνώμη του για την ταινία
δεν συμπίπτει με αυτή της διευθύνσεως.
Η οποία, νομίζω, είχε κάνει κι ένα πέρασμά από το
αριστουργηματικό Φιλί Της Ζωής.

Λογοκρισία το λένε αυτό.

Αναρωτιέμαι τι σκέπτεται γι αυτό η ΠΕΚΚ κι αν θα κάνει κάτι.
Όπως "έκανε" για τη μήνυση εναντίον του Γιάννη Ζουμπουλάκη (που βεβαίως είχε τη στήριξη του νομικού τμήματος της εφημερίδας του - η μήνυση έγινε μάλλον για να φοβηθούν αυτοί που δεν την έχουν) ή για την απόλυση του Ηλία Φραγκούλη από την Athens Voice....

Αναρωτιέμαι αν ο σκηνοθέτης της ταινίας το γνωρίζει αυτό, και αν λυπάται
(όλοι γράφουν πόσο καλός άνθρωπος είναι).

Επίσης αναρωτιέμαι
αν μια τέτοια ταινία θα κόψει λιγότερα μπιλιέτα αν εγώ,
ο Τάσος, ο Χρήστος, ο Δημήτρης και άλλοι γράψουμε αρνητική κριτική.
Από τη μιά, σκέφτομαι, χέστηκε η φοράδα στ' αλώνι.
Από την άλλη απορώ: για να μας τρέχουν έτσι, μήπως ο λόγος μας έχει κάποια δύναμη;

Συμφωνείτε / διαφωνείτε με αυτά που γράφει ο Τάσος, δεν έχει σημασία. Σημασία έχει να αντιληφθείτε πόσο δύσκολο είναι μερικές φορές να διατηρήσεις την ακεραιότητα της φωνής σου. Σε παλαιότερο έντυπο που έγραφα - θέση στην οποία βρέθηκα μετά από παραίτηση του.. Τάσου Θεοδωρόπουλου πριν από δεκαπέντε χρόνια (θυμάσαι Τάσο την πρώτη μας συνάντηση και την πάρλα μας για τους Laibach ενώ πηγαίναμε να δούμε το Lost Highway σε δημοσιογραφική προβολή στο Studio;) - στο Exodos ντε, τα αστεράκια... πολλαπλασιαζόντουσαν στις ταινίες των φίλων σκηνοθετών της εκάστοτε διευθύνσεως, κι έτσι τσίμπαγε Η Καρδιά Του Κτήνους... τέσσερα αστεράκια και πολλές φορές αναγκάστηκα να... παραιτηθώ για να ξαναπροσληφθώ την επόμενη μέρα ώστε να δω τα κείμενα μου ακέραια.

Πολλοί σε αυτή τη δουλειά έχουμε μια τέτοια ιστορία να αφηγηθούμε. Και φυσικά μερικές φορές, εκτός από κάποιους διευθυντές που παίζουν παιχνίδι δημοσίων σχέσεων πάνω στην πλάτη σου, έχεις να αντιμετωπίσεις κάποιον οργισμένο διανομέα (που απειλεί το διαφημιστικό τμήμα) ή κάποιους σφουγκοκωλάριους του Κέντρου που πρέπει πάση θυσία να προστατέψουν τους κολλητούς τους στήνοντας τη δική τους χυδαία τρομοκρατία εναντίον των συντακτών που τυχαίνει να μην παίζουν παιχνίδια διαδρόμων ή απλά να μην βάζουν τις φιλίες τους πανω απο το λειτούργημα τους
(και μετά τους έφταιγε ο Σέκκερης εκεί στην "ομίχλη").

Αυτό για όλους εκείνους που λένε πως οι κριτικοί "τα παίρνουν".

Μάθετε λοιπόν πως τελικά δεν κάνουμε και τόσο εύκολη δουλειά όσο φαντάζεστε.
Και πως πρέπει να περάσεις από πολλούς εσωτερικούς διαδρόμους
και να φας πολλά σκατά για να παραμείνεις ο εαυτός σου.

Ο Τάσος είναι ένας από αυτούς τους συναδελφους.

Όλοι όσοι κάνουμε αυτή τη δουλειά, πρέπει να δηλώσουμε την αντίθεση μας.
Οτιδήποτε διαφορετικό μου φαντάζει ολοκληρωτικά ακατανόητο.

Τετάρτη 16 Μαρτίου 2011

Route Irish (2010) ( * * * * ½ )


Το μεγαλείο της σκηνοθετικής γραφής του Κεν Λόουτς έγκειται στην άμεση συμμετοχή του θεατή στη δράση. Είτε καταπιάνεται με την ιστορία καθαριστών πολυεθνικής, είτε με τον αγώνα μιας μητέρας να κρατήσει τη κηδεμονία του παιδιού της κόντρα σε ένα εχθρικό κράτος, είτε – όπως τώρα – με την ιστορία του Φέργκους, μισθοφόρου των Ειδικών Δυνάμεων της Αγγλίας που αναζητά τα πραγματικά αίτια πίσω από τη δολοφονία του καλύτερου του φίλου.

Και γινόμαστε συμμέτοχοι όχι μόνο επειδή οι χαρακτήρες του μας κερδίζουν αλλά επειδή, μέσα από την ιστορία τους, ενωνόμαστε στους αγώνες τους. Το μερίδιο της συλλογικής ευθύνης που μας αντιστοιχεί απέναντι σε ένα σύστημα απάνθρωπο γίνεται αμέσως αντιληπτό, δίχως φασαριόζικες ρητορείες και προφανείς διδακτισμούς (μεγάλο πρόβλημα με πολλές ταινίες ανάλογης πολιτικής κατεύθυνσης). Βλέπετε, ποτέ δεν αμφισβητείς τα κίνητρα του Κεν Λόουτς. Ποτέ δε νιώθεις ότι πάει να σου «τη φέρει». Αυτό δεν είναι απλώς επίτευγμα: είναι σκέτη κινηματογραφική μαγεία.

«Ιρλανδέζικος δρόμος» είναι το «παρατσούκλι» της πιο επικίνδυνης διαδρομής του κόσμου. Βρίσκεται στη Βαγδάτη: ο δρόμος που ενώνει το αεροδρόμιο με την Πράσινη Γραμμή (δηλαδή τη νεκρή ζώνη του Πολέμου). Ο αριθμός των ανθρώπων που έχουν αφήσει τις ζωές τους εκεί, παραμένει ανυπολόγιστος. Για σκεφτείτε λίγο αυτή την τελευταία λέξη. Τι πάει να πει «ανυπολόγιστος»; Πως είναι δυνατόν κάποιοι άνθρωποι να πέθαναν δίχως να μάθουμε έστω το όνομα τους, σαν να μην υπήρξαν ποτέ; Ο Λόουτς δεν μπορεί να καταλάβει το γιατί. Και θυμώνει. Μας αποκαλύπτει, μέσω μιας περίτεχνης αφήγησης που συνδυάζει έντονο σασπένς με καθαρό δράμα, πως πολλοί στρατιώτες των Ειδικών Δυνάμεων έγιναν υπάλληλοι εταιρίας security στην Βαγδάτη. Εταιρίας που σαφώς και έχει οφέλη από τον πόλεμο στο Ιράκ και σαφώς επηρέασε την Βρετανική Κυβέρνηση στην κήρυξη του. Εταιρίας Πολυεθνικής που αναμοχλεύει συρράξεις στο Ιράκ όπως το έκανε στο παρελθόν με τη Γιουγκοσλαβία – και φυσικά οι υπάλληλοι της περιφέρονται στον κόσμο με carte blanche. Οι χώρες δεν έχουν σημασία άλλωστε.

Γι αυτό και ο Λόουτς φέρνει τον Πόλεμο του Ιράκ στην Αγγλία, στο εργατικό Λίβερπουλ, όπου ο οργισμένος Φέργκους ξεκινά τη δική του έρευνα. Η αφήγηση στεγνή. Facts are facts. Δεν μπορείς να τα αμφισβητήσεις, μόνο να στρέψεις το βλέμμα σου αλλού και να αφήσεις την αίθουσα, αν θες πάση θυσία να μείνεις αμέτοχος. Γιατί ο πιο σκληρός πόλεμος είναι αυτός που μαίνεται μέσα μας – και αν κάποιοι από εσάς τον φοβόσαστε, προσπαθήστε να φανταστείτε τι τραβάει ο Φέργκος. Γιατί, δηλαδή, είναι συνέχεια θυμωμένος, γιατί δεν μπορεί να έρθει ποτέ στα συγκαλά του, γιατί, στο δρόμο του για την αλήθεια θα σκοτώσει και αθώους: Είναι η ρεαλιστική εκδοχή του Τζον Ράμπο, του πολεμιστή δηλαδή που, πάντα, θα επιστρέφει σε ένα πεδίο μάχης, δίχως όμως να υπακούει σε κάποιον ανώτερο ηθικό κώδικα. Παρά μόνο στο δικό του.

Που νοσεί εξίσου βαριά με το σύστημα που μας περιβάλλει.

Wasted youth (2011) ( * * ½ )


Ο Μπέρναρντ Σο έλεγε πως «η νιότη είναι κάτι υπέροχο για να σπαταλιέται στους νέους». Εννοούσε πως οι νέοι που έχουν χρόνο να ξεκινήσουν κάτι σπουδαίο, δεν τον αξιοποιούν, και οι ενήλικες που έχουν όλη τη καλή πρόθεση, δεν τον διαθέτουν. Από την άλλη, έχω σχεδόν κλείσει τα 35 και ακούω τον πατέρα μου να λέει ακόμη και σήμερα, να «μην χαραμίζω τα νιάτα μου» – και φαντάζομαι θα τον ακούω μέχρι (ελπίζω) τα βαθιά μου γεράματα όπου, και πάλι, θα είμαι νεότερος του, κι έτσι, θα έχει ούτως η άλλως δίκιο. Γιατί, πέραν της εξ αίματος σχέσης που μας συνδέει, ανησυχεί και για τη νιότη που ενδεχομένως σπατάλησε. Κι αυτός, κι εσείς, και όλοι μας. Γι αυτό άλλωστε είναι η νιότη: για σπατάλη. Όπως και τα χρήματα, θα μπορούσε να πει κάποιος, μόνο που τα χρήματα μπορείς και να τα αποταμιεύσεις – που βεβαίως αν το κάνεις αυτό, συμπεριφέρεσαι σαν ώριμος ενήλικας κι όχι σαν ελεύθερος από τα πάντα δεκαεξάρης, όπως ο Χάρης που αλωνίζει την Αθήνα με το σκέιτ του, ζώντας για τη στιγμή και μόνο γι αυτήν, κάνοντας πλάκες, διασκεδάζοντας και φιλώντας τις κοπέλες που τον γουστάρουν γι αυτό.

Το Wasted Youth δεν έχει πρόθεση να κάνει κήρυγμα, ούτε να υψώσει διδακτικά τον δείκτη του απέναντι σ’ εμάς κατακεραυνώνοντας τις συνθήκες εκείνες που οδηγούν μια κοινωνία σε γεωμετρικώς αυξανόμενη αποσύνθεση – αυτό όμως δεν σημαίνει πως μένει αμέτοχο: και μόνο που μπαίνει στον κόπο να καταγράψει μια πραγματικότητα σε «πραγματικούς» όρους, αρκεί για να αποδείξει πως οι Αργύρης Παπαδημητρόπουλος και Γιαν Βόγκελ αναζητούν κάτι άλλο κάτω από την επιφάνεια. Ευτυχώς: αν ταινίες που πραγματεύονται ένα τέτοιο θέμα δεν αποτελούν και αφετηρία ενός επίμονου διαλόγου, είναι δειλές και αποτυχημένες. Το Wasted Youth δεν είναι τίποτα από τα δύο - τουλάχιστον στο μεγαλύτερο κομμάτι του (διαβάστε μέχρι το τέλος και θα καταλάβετε τι εννοώ). Όχι μόνο σε χώνει με τα μπούνια στο σύμπαν του (που είναι και το σύμπαν μας, όσο κι αν αυτό μας διαφεύγει έτσι πελαγωμένοι που είμαστε στη χάβρα της προσωπικής μας ρουτίνας) αλλά μας σκάβει και ένα παράλληλο λαγούμι, αυτό της ιστορίας του Βασίλη, του 40άρη αστυνομικού που είναι παγιδευμένος ανάμεσα σε μια δουλειά που απεχθάνεται, και σε μια άλλη που διστάζει να βάλει μπρος, φοβούμενος να μη χάσει τη θέση του σε μια κοινωνία σαν την Ελληνική. Που κοστολογεί τα μέλη της αναλόγως με το μέγεθος της προσφοράς τους στην (μικρο)αστική μηχανή – όχι την κοινωνική, και εδώ ίσως να «κρύβεται» ένα από τα πολλά προβλήματα της. Βλέποντας την ταινία, τοποθέτησα αυτούς τους «ήρωες» σε δυο εναλλακτικές πραγματικότητες, όπου και οι δυό αποτελούν την 16χρονη και την 40χρονη εκδοχή του ίδιου χαρακτήρα. Η ξεγνοιασιά του πρώτου, το άγχος του δεύτερου, η σπατάλη των δεκάξι που οδηγεί στην απογοήτευση των σαράντα, μαζί με τον κοινό δεσμευτικό ρόλο της Ελληνικής Οικογένειας. Μαζί και η ματαιότητα ολόκληρης της ζωής, έτσι όπως αυτή περνά γοργά μπροστά από τα μάτια μας, και ακόμη περισσότερο μπροστά από την κάμερα του ρυθμικά μονταρισμένου φιλμ - αν και, δυο - τρεις σεκανς ίσως να χρειαζόντουσαν περισσότερο "χώρο" για να αναπτυχθούν.

Για όλους αυτούς τους λόγους που προαναφέραμε λοιπόν, οι ιστορίες αυτών των ανθρώπων, έτσι, σε παράλληλη βάση, αρκούσαν. Έπρεπε άραγε να επιλεχθεί, με το στανιό, ένα τέτοιο συζευκτικό φινάλε που με την τραγική κατάληξη του να κουτσουρεύει την διαλεκτική του Wasted Youth και (άθελα του;) να το κλείνει με ένα statement πλήρως σχηματικό; Ή έστω, αφού επιλέχθηκε μια τέτοια εξέλιξη, γιατί την τραγωδία να επιφέρει το χέρι ενός χαρακτήρα άσχετου με τις πορείες αυτών των δυο ανθρώπων, σκιαγραφημένου με τόσο μα τόσο απλοϊκές πινελιές; Με όλο το σεβασμό απέναντι στη δουλειά των δυο σκηνοθετών, είναι κι αυτό μιας μορφής σπατάλη: να ξεκινάς από τον κοινωνικό προβληματισμό και να καταλήγεις στο shock value.

Η φυσική δύναμη του φιλμ δεν χρειαζόταν μια τόσο φτηνιάρικη ντόπα.


Τρίτη 15 Μαρτίου 2011

Who would have noticed another madman round here?



Edmund: (hangs up the phone, turns) Captain Darling...

Darling: Captain Blackadder.

Edmund: Here to join us for the last waltz?

Darling: (nervous) Erm, yes -- tired of folding the general's pyjamas.

George: Well, this is splendid, comradely news! Together, we'll fight for king and country, and be sucking sausages in Berlin by teatime.

Edmund: Yes, I hope their cafes are well stocked; everyone seems determined to eat out the moment they arrive.

George: No, really, this is brave, splendid and noble! Sir?

Edmund: Yes, Lieutenant?

George: I'm scared, sir.

Baldrick: I'm scared too, sir.

George: I mean, I'm the last of the tiddlywinking leapfroggers from the Golden Summer of 1914. I don't want to die. I'm really not overkeen on dying at all, sir.

Edmund: How are you feeling, Darling?

Darling: Erm, not all that good, Blackadder -- rather hoped I'd get through the whole show; go back to work at Pratt & Sons; keep wicket for the Croydon gentlemen; marry Doris... Made a note in my diary on my way here. Simply says, "Bugger."

Edmund: Well, quite.

(a voice outside gives orders)

Edmund: Ah well, come on. Let's move.

Voice: Fix bayonets!

(They start to go outside)

Edmund: Don't forget your stick, Lieutenant.

George: Oh no, sir -- wouldn't want to face a machine gun without this!

(outside, they all line up as the shelling stops)

Darling: Listen! Our guns have stopped.

George: You don't think...?

Baldrick: Maybe the war's over. Maybe it's peace!

George: Well, hurrah! The big knobs have gone round the table and yanked the iron out of the fire!

Darling: Thank God! We lived through it! The Great War: 1914-1917.

George: Hip hip!

All but Edmund: Hurray!

Edmund: (loading his revolver) I'm afraid not. The guns have stopped because we're about to attack. Not even our generals are mad enough to shell their own men. They think it's far more sporting to let the Germans do it.

George: So we are, in fact, going over. This is, as they say, it.

Edmund: I'm afraid so, unless I think of something very quickly.

Voice: Company, one pace forward!

(everyone steps forward)

Baldrick: Ooh, there's a nasty splinter on that ladder, sir! A bloke could hurt himself on that.

Voice: Stand ready!

(everyone puts a foot forward)

Baldrick: I have a plan, sir.

Edmund: Really, Baldrick? A cunning and subtle one?

Baldrick: Yes, sir.

Edmund: As cunning as a fox who's just been appointed Professor of Cunning at Oxford University?

Baldrick: Yes, sir.

Voice: On the signal, company will advance!

Edmund: Well, I'm afraid it'll have to wait. Whatever it was, I'm sure it was better than my plan to get out of this by pretending to be mad. I mean, who would have noticed another madman round here?

(whistle blows)

Edmund: Good luck, everyone. (blows his whistle)

(Everyone yells as they go over the top. German guns fire before they're even off the ladders. The scene changes to slow motion, and explosions happen all around them. [An echoed piano slowly plays the Blackadder theme.] The smoke and flying earth begins to obscure vision as the view changes to the battlefield moments later: empty and silent with barbed wire, guns and bodies strewn across it. [A bass drum beats slowly.] That view in turn changes to the same field as it is today: overgrown with grasses and flowers, peaceful, with chirping birds.)

The End

Κυριακή 13 Μαρτίου 2011

Με φουρτουνιάζει ο έρωτας.



Με φουρτουνιάζει ο έρωτας
Φοβάμαι μη βουλιάξω
Στης αγκαλιάς σου το βυθό
Παντοτινά ν' αράξω.

Γίνε βαρκού- βαρκούλα να σωθώ
Νησάκι για ν' ανέβω
Και Ροβινσώνας να γενώ
Την πλάση ν' αγναντεύω.

Με φουρτουνιάζει ο έρωτας
Και το μουράγιο σπάει
Οι γλάροι πέταξαν μακριά
Το ψάρι θα με φάει.


Γειά σου Μανώλη.


Αυτά, λέει, σας άρεσαν:

Ετικέτες