Δευτέρα, 28 Φεβρουαρίου 2011

Girardot.

Τότε που νοικιάζαμε δέκα - δέκα τις βιντεοταινίες, και που ανακαλύπταμε, δίχως να έχουμε καν την πρόθεση, όλες τις κλασσικές φάτσες του Αμερικάνικου και του Ευρωπαϊκού κινηματογράφου. Τότε έπεσα πάνω στη γλυκιά της φατσούλα με το χαρακτηριστικό κοντό μαλλάκι. Ήταν σε ένα θρίλερ με τον Αλέν Ντελόν - ο τελευταίος ήταν γιατρός σε μια χλιδάτη κλινική για πλουσίους που τους ανανέωναν, λέει, τα κύτταρα, σκοτώνοντας... φτωχους θνητούς. Αδιάφορη η ταινία. Αλλά η φάτσα της είχε "κάτι". Με τραβούσε αυτό το στυλ από μικρό (που να ξερα...).

Αργότερα ανακαλύπτω το "Δεν υπάρχει καπνός χωρίς φωτιά", του Αντρέ Καγιάτ (με τον οποίο γύρισε πολλές ταινίες) - πρώτα σε μια κριτική του Μπάμπη Ακτσόγλου και μετά στο VHS της εταιρίας Νεα Κίνηση. Εχω κολλήσει μαζί της και την αναζητώ παντού: σε κωμωδιούλες με την Μπριζίτ Μπαρντό, σε φάρσες με τον Λουί Ντε Φινές, στο Βισκοντι-κό Ρόκο, σε τυπικά ευρωπαϊκές δραματικές περιπέτειες σαν τον Τσιγγάνο, πάλι με τον Ντελόν, σε ιταλικές πικρές κωμωδίες όπως το Μεγάλο Μποτιλιάρισμα, ακόμη και σε μια περιπέτεια τύπου Τσαρλς Μπρόνσον, με την ίδια να φορά δερμάτινο μπουφάν και να ξεπαστρεύει κακοποιούς στα 50 της - δε θυμαμαι με τίποτα τον τίτλο. Οι Γάλλοι την λάτρεψαν. Και μετά την ξέχασαν.

Μέχρι που τη θυμήθηκε ο Μίκαελ Χάνεκε. Ήταν η μητέρα της Ιζαμπέλ Ιπέρ στη Δασκάλα Του Πιάνου. Και του Ντανιέλ Οτέιγ, στον Κρυμμένο. Μανάδες που τραυμάτισαν τα παιδιά τους - αυτό έβλεπε στο σκαμμένο, αδυσώπητα γερασμένο πρόσωπο της ο Αυστριακός.

Εγώ πάλι έβλεπα το γλυκό εκείνο κορίτσι που ανακάλυψα στα εφηβικά μου χρόνια. Σήμερα έμαθα ότι πέθανε. Μαζί μ'αυτήν, και κάτι δικό μου. Ήταν λέει 80 ετών, "πλήρης ημερών" που λένε κάποιοι. Λες και αυτό σημαίνει κάτι. Η ανυπαρξία είναι ανυπαρξία. Ο χαμός είναι χαμός.

Εχω την εντύπωση πως αυτο το τραγούδι του Αζναβούρ θα της άρεσε.
Έτσι, αυθαίρετα. Οπότε, αυθαίρετα της το αφιερώνω.

A bientôt, ma biche.



Σάββατο, 26 Φεβρουαρίου 2011

MEGA ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ

Conversations with remarkable people, v.7: Μαρία Μπέικου



Πριν από πέντε περίπου χρόνια έπεσε στα χέρια μου η πτυχιακή ταινία του Αντρέι Ταρκόφσκι, μια μεταφορά του The Killers του Χέμινγκγουέι. Ένα φιλμ νουάρ 17 λεπτών, μικρό αριστούργημα. Στο τέλος των τίτλων όμως, ένα ελληνικό όνομα φιγούραρε δίπλα στο σκηνοθετικό credit, παρέα με αυτό του Pώσου κινηματογραφιστή: αυτό της Μαρίας Μπέικου. Παθαίνω σοκ. Ποιά Μαρία Μπέικου; Η γνωστή Μαρία Μπέικου; Τελικά ανακαλύπτω πως, ναι, επρόκειτο για το ίδιο πρόσωπο. Μυθική φιγούρα της Ελληνικής Αντίστασης και, στη συνέχεια, του ΕΛΑΣ, που μετά το τέλος του Εμφυλίου, βρίσκεται στη Μόσχα ως ελληνική φωνή της Σοβιετικής Ραδιοφωνίας, διαγράφοντας μια πορεία που διασχίζει την νεώτερη ελληνική ιστορία απ'άκρη σ'άκρη.

Η κουβέντα μου μαζί της, από τις πιο ευχάριστες στιγμές αυτής της δουλειάς.
(Αποσπάσματα δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό Ταχυδρόμος)


Με τη λήξη του Β Παγκοσμίου, εσείς βρίσκεστε πάλι στα βουνά.

Ήμουν μαθήτρια γυμνασίου όταν οργανώθηκα στην Αντίσταση και, με το τέλος του πολέμου, ξεκίνησαν οι διωγμοί, η λευκή τρομοκρατία. Έφυγα για Ρούμελη. Η αποστολή μας ήταν να κρατάμε τον εχθρό στις κάτω περιοχές, ώστε οι άλλες μάχες μας να είναι νικηφόρες. Επί τρεις μήνες πολεμούσαμε το πρωί, με τα πιο σύγχρονα όπλα απέναντι μας, που δε μας άφηναν σε χλωρό κλαρί. Και το βράδυ πορεία. Τρεις μήνες χωρίς σταματημό. Και ο Εθνικός Στρατός περνώντας από τα χωριά, έμπαινε στα σπίτια και πυροβολούσε τους τεντζερέδες.... Η πείνα και η ξυπολυσιά δεν περιγράφεται.

Ήσασταν τυχερή που επιβιώσατε.

Ήταν τυχαίο . Έχετε δίκιο. Πήραμε βέβαια το Καρπενήσι και μετά έγινε και η πανελλαδική συνδιάσκεψη γυναικών στο Βίτσι.

Ήσασταν παρούσα εκεί;

Ναι, φυσικά και πήγα. Αρρώστησα όμως. Δεν μπορούσα να επιστρέψω στη Ρούμελη. Είχε αρχίσει άλλωστε να... φθείρεται το πράγμα. Και στο τέλος του '49 ήρθε η ήττα. Η πιο θλιβερή στιγμή της ζωής μου, τότε που παρέδωσα τα όπλα. Στη Βάρκιζα ήταν... Μας έβαλαν σε πλοία και αφού περάσαμε τα Δαρδανέλια και την Κασπία φτάσαμε, με τρένο, στη Τασκένδη.

Δύσκολη η προσαρμογή;

Ε, ήταν κάτι το άγνωστο για εμάς. Δύσκολα χρόνια – εργαζόμουν σε ένα εργοστάσιο τότε. Ζούσαμε σε θαλάμους, δίπλα στα εργοστάσια - νομίζω ότι είχαν κατασκευασθεί από τους Ιάπωνες, τα χρόνια του Πολέμου. Ήμουν στην 4η Πολιτεία και η δουλειά μου ήταν να επενδύω ηλεκτρικά καλώδια με λάστιχο. Αλλά ο κόσμος μας αγκάλιασε. Ήμασταν μαθημένοι στη δουλειά κι εμείς, αλλά μας περιποιήθηκαν πάρα πολύ. Θυμάμαι, μας ρωτούσαν, τι θέλετε να φάτε; “Φασόλια” τους λέγαμε, αλλά δεν ήξεραν πως να τα φτιάξουν οι άνθρωποι. Ε, μετά ζητήσαμε και μάγειρα, και μας τον έφεραν! Που και που έβλεπα στα χωράφια κάτι ραδίκια τεράστια που τα λιμπιζόμουν... Αλλά δεν μ' άφηναν να τα κόψω. “θα πάθεις τίποτα” μου έλεγαν. Δεν ήξεραν ότι εμείς τα τρώγαμε... Από την άλλη βέβαια, κάποιες κοπέλες δεν έβγαιναν από τους θαλάμους τους. “Γιατί μας φέρατε εδώ;” έλεγαν... Κι όμως, στο τέλος ο κόσμος προσαρμόστηκε, Πολλοί σπούδασαν έγιναν σπουδαίοι επιστήμονες σε όλους τους τομείς. Ήμασταν και είμαστε περήφανοι γι αυτό. Για όλα είμαστε περήφανοι...

Και πως βρεθήκατε στη Μόσχα;

Χάρη στη φωνή μου! Η Ραδιοφωνία χρειαζόταν μια γυναικεία φωνή. Έτσι, μετά από διαγωνισμό, με επέλεξαν για να παρουσιάζω την ελληνική εκπομπή του Σοβιετικού ραδιοφώνου.

Ποιά γεγονότα κάλυπτε αυτή η εκπομπή;

Τα πάντα. Ότι συνέβαινε στον κόσμο. Συνολικά μεταδίδαμε τρεισήμισι ώρες ελληνικού προγράμματος κάθε μέρα. Εκεί, δύο πράγματα τους ζήτησα. Να γραφτώ στο κινηματογραφικό ινστιτούτο, και να μπορώ να στέλνω λεφτά στον άνδρα μου, τον Γεωργούλα Μπέικο, που ήταν φυλακισμένος.

Πόσο καιρό πέρασε στη φυλακή;

Τον άνδρα μου έκανα να τον δω πολλά χρόνια – δεκατέσσερα από αυτά ήταν φυλακισμένος. Και όταν βγήκε, τον διαπίστευσαν στη Μόσχα γιατί εγώ δεν είχα διαβατήριο – κανένας από εμάς τους πολιτικούς πρόσφυγες δεν είχε – αλλά ευτυχώς, ο Λεωνίδας Κύρκος, με τον οποίο ήταν στο ίδιο κελί, βοήθησε και τον διαπίστευσαν ως ανταποκριτή της Αυγής. Τον παίδεψαν ενάμισι χρόνο όμως. Δεν του έδιναν διαβατήριο. Του έλεγαν “να φύγεις και να μην ξανάρθεις”. Και εκείνος έλεγε “εγώ είμαι έλληνας πολίτης”. Και μια μέρα έλαβα το τηλεγράφημα από τον Λεωνίδα που έλεγε “έρχεται με το τάδε πλοίο στην Οδησσό, να πας να τον συναντήσεις”. Πολύ αργότερα έμαθα ότι ο άνδρας μου ήταν καταδικασμένος σε θάνατο...

Απερίγραπτη η συγκίνηση φαντάζομαι.

Θα ανταμώναμε ύστερα από δεκάξι χρόνια, καταλαβαίνετε. Το πρωί της 6ης Απριλίου θα έφτανε το καράβι. Και, το προηγούμενο βράδυ, με πήγαν ο Αντρέι (Ταρκόφσκι) και η γυναίκα του η Ήρα, σε ένα γεωργιανό εστιατόριο. Έτρεχαν τα δάκρυα, έκλαιγε και η Ήρα. “Μάσα, όλα θα πάνε καλά” μου έλεγε ο Αντρέι. Ο οποίος είχε μια... “συνήθεια”. Όπου πήγαινε, έπαιρνε κάτι. Ένα σταχτοδοχείο, ένα κλειδί, τέτοια μικροπράγματα.

“Ενθύμια”, ας πούμε.

Ναι, ενθύμια! Είχε γεμίσει το σπίτι του με αυτά. Και πήρε ένα πιρούνι και... μου το χάρισε για γούρι, αντί να το κρατήσει. Με πήγαν στο αεροδρόμιο, με έβαλαν στο αεροπλάνο και έφυγαν... Και όταν γυρίσαμε μαζί στη Μόσχα, φτάνω στο σπίτι και βλέπω μια παροικία ελληνική: ο Γιώργος Σεβαστίκογλου με τη γυναίκα του, ο Μάνος ο Ζαχαρίας, ο Δημήτρης ο Σπάθης, ένα τραπέζι γεμάτο με ότι μπορούσε να βρεθεί εκείνα τα χρόνια... Και ο Αντρέι φυσικά.

Πως πρωτογνωριστήκατε με τον Ταρκόφσκι;

Την πρώτη μέρα που μαζευτήκαμε στη σχολή κινηματογράφου. Ο σπουδαίος Μιχαήλ Ρομ συγκέντρωσε δεκαπέντε μαθητές για εκείνη τη χρονιά. Ήμασταν πέντε κορίτσια και δέκα αγόρια. Και ζήτησε από τον καθένα μας να πει δυο λόγια για τον εαυτό του. Από που κρατάει η σκούφια του, που λέμε. Ήρθε και η σειρά μου, και άρχισα να μιλώ για την Ελλάδα, την αντίσταση, τις δυσκολίες που πέρασε η χώρα μας στη διάρκεια της Κατοχής, για τα χρόνια μου στον ΕΛΑΣ και στον Δημοκρατικό Στρατό, αλλά και για όλα αυτά που τραβήξαμε μετά. Τις επεμβάσεις, τον εμφύλιο... Τα έχασαν! Συνειδητοποίησα εκείνη τη στιγμή ότι δεν είχαν γνώριζαν τίποτα για την Ελλάδα, κι ας πέρασαν το ίδιο πόλεμο που περάσαμε κι εμείς... Ο Ρομ με συμπάθησε αμέσως. Και έλεγε στα παιδιά: “την Μαρία να την προσέχετε!”.Πο συμμαθητές μου με πολιόρκησαν. Όλοι ήθελαν να μάθουν για την Ελλάδα. Και περισσότερο απ'όλους, ο Αντρέι. Γίναμε αμέσως φίλοι. Όπως και με την μετέπειτα γυναίκα του, την Ίρμα. Με βοηθούσαν πολύ και με τα διαβάσματα μου, γιατί δεν γνώριζα ακόμη τόσο καλά τη γλώσσα. Ο Αντρέι που λέτε, ενδιαφέρθηκε πολύ για την Ελλάδα. Ήξερε τους αρχαίους συγγραφείς βέβαια, ήταν πολύ διαβασμένος, αλλά τον ενδιέφερε πολύ η σύγχρονη Ελλάδα. Τέλος πάντων, έτσι ξεκίνησαν οι σπουδές μου.

Με την δουλειά στο ραδιόφωνο πως τα φέρνατε βόλτα;

Μου έφτιαξαν ένα πρόγραμμα κάπως ελαστικό, αρκετά έτσι ώστε να μην χάνω τα μαθήματα και να βρίσκομαι εγκαίρως στο ραδιόφωνο για την ελληνική εκπομπή. Ούτε πρόβες έχανα, ούτε εξετάσεις. Με βοήθησαν πολύ οι συμμαθητές μου.

Ήταν δημοφιλής στη σχολή ο Ταρκόφσκι;

Πάρα πολύ. Γιατί είχε χιούμορ! Ήταν από τα πειραχτήρια, που λέμε... Αλλά και φίλος καλός. Με ρωτούσε συχνά για τον άνδρα μου, τον Γεωργούλα Μπέικο

Και πως αποφασίσατε να γυρίσετε μαζί μια μικρού μήκους ταινία;

Κοιτάξτε, στο τρίτο έτος της σχολής, o καθένας μας έπρεπε να γυρίσει από μια ταινία μικρού μήκους. Για την ακρίβεια, ο όρος ήταν “100 μέτρα φιλμ”. Τότε είχε μόλις μεταφραστεί ο Χέμινγκγουέι στη Μόσχα και οι “Φονιάδες” 'ήταν ένα διήγημα που γοήτευσε τον Αντρέι. Ο οποίος ήρθε και με βρήκε λέγοντας μου “Μάσα, από το να κάνουμε ο καθένας τα δικά του, θα ήταν καλό να μαζευτούμε τρεις και να γυρίσουμε αυτό”. Πήγαμε στον Ρομ, του ζητήσαμε την άδεια και αυτός μας το επέτρεψε. Θυμάμαι ότι έψαχνα να βρω μπουκάλια με δυτικές ετικέτες και όχι με σοβιετικές, για να διαμορφώσω τον χώρο του μπαρ – ζήτησα βοήθεια απ'όλους τους συναδέλφους μου στο ραδιόφωνο!

Η φιλία σας όμως συνεχίστηκε και μετά την αποφοίτηση σας.

Ναι, βέβαια. Ερωτεύτηκε άλλωστε τόσο πολύ την Ίρμα... Μόνο εγώ το ήξερα! Και προσπαθούσα να πείσω την Ίρμα να... ανταποκριθεί κάπως. Τον φοβόταν τον Αντρέι, όμως τελικά ενέδωσε. Εμείς βέβαια νομίζαμε ότι μονάχα οι τρεις μας το γνωρίζαμε, αλλά ο κόσμος το'χε τύμπανο... Μετά γύρισε τα Παιδικά Χρόνια του Ιβάν και ήρθε η παγκόσμια αναγνώριση με το βραβείο στη Βενετία.

Τα χρόνια που ακολούθησαν, πως ζήσατε εσείς τον Ταρκόφσκι;

Μαζευόμασταν σπίτι μου για καιρό. Ήμουν η μόνη που είχε διαμέρισμα στην παρέα, ο Αντρέϊ έμενε με την μητέρα του και την αδελφή του. Καταπληκτική γυναίκα η μάνα του, έκανε τα πάντα για τα παιδιά της. Οι γονείς του ήταν χωρισμένοι, ξέρετε. Και η αγάπη προς την μάνα “έγραψε” στον Ιβάν. Και στον Καθρέφτη ακόμη περισσότερο. Μετά τον Ιβάν πάντως συγκεντρωνόμασταν στο διαμέρισμα μου, και εκεί έγινε η προετοιμασία για τον Αντρέι Ρουμπλιόφ. Είχε φέρει ο Αντρέι παράνομα στη χώρα μία Βίβλο από τη Βενετία! Ταλαιπωρήθηκε πολύ με αυτή την ταινία...

Δεν άρεσε καθόλου στο καθεστώς.

Του ζητούσαν συνεχώς να την κόψει και αυτός αρνιόταν. Έτσι έμεινε δυο χρόνια η ταινία στο ράφι. Τους ενοχλούσαν πολύ οι παγανιστικές νύξεις, το θρησκευτικό της συναίσθημα... Λες και δεν ήταν η εποχή τέτοια! Δεν καταλάβαιναν το κακό που έκαναν....

Μέχρι που αναγνωρίστηκε η αξία της στο εξωτερικό.

Μα μονάχα τότε υποχωρούσαν! Αλλά και τότε τι έκαναν; Έθαβαν την ταινία στη κυριολεξία, ακόμη και όταν επέτρεπαν την προβολή της. Γιατί κάθε έξοδο μιας ταινίας οφείλει να συνοδεύεται από κάποια διαφημιστική προπαγάνδα. Ε, για τον Ρουμπλιόφ δεν ακούστηκε λέξη. Βγήκε η ταινία σε ελάχιστες, απόμακρες αίθουσες, δίχως να γραφτεί το παραμικρό στις εφημερίδες, ούτε λέξη για το ποια είναι αυτή η ταινία!

Είχε και με τις επόμενες ταινίες του ανάλογα προβλήματα;

Όχι, όχι τόσο σημαντικά τουλάχιστον.

Αναγκάστηκε όμως να αφήσει τη Ρωσία. Ή κάνω λάθος;

Δεν αναγκάστηκε! Απλά, όταν η ταινία του, η Νοσταλγία, προτάθηκε για βραβείο στις Κάννες, ο Σεργκέι Μποντρατσούκ (σ.σ. του επικού “Πόλεμος και Ειρήνη”) ψήφισε εναντίον του. Και αυτός ένιωσε προσβεβλημένος που ένας ρώσος συνάδελφος τον “έριξε” έτσι. Με παρακίνηση της δεύτερης γυναίκας του, την οποία ποτέ δεν γνώρισα, άφησε την Ρωσία. Και ήταν δυστυχισμένος γι'αυτό. Η ασθένεια που τον χτύπησε, για μένα, οφείλεται και στο μαράζι του αυτό. Με είχε πάρει τηλέφωνο όταν γύριζε τη Θυσία και μου είχε πεί “ετοιμάζω μια ταινία που θα σου αρέσει πολύ”. Και θυμόμασταν τα χρόνια μας στη σχολή, τότε που δουλεύαμε αυτοσχεδιαστικά, πάνω σε ιστορίες που τους έλεγα από τα χρόνια μου στην Αντίσταση...

Σκέφτομαι συχνά το πως αξιοποίησε κινηματογραφικά το τραύμα του Β Παγκοσμίου Πολέμου το ιταλικό σινεμά, με τα νεορεαλιστικά αριστουργήματα του (“Ρώμη, ανοχύρωτη πόλη”, “Κλέφτης ποδηλάτων”) σε σχέση μ'εμάς.

Ούτε κι εγώ το κατάλαβα! Αυτή η πλήρης απαξίωση... Είναι μεγάλο παράπονο μου αυτό. Για όλους μας είναι. Για όλους εμάς που μείναμε ζωντανοί, που βιώσαμε αυτή την περιπέτεια. Ελάχιστες οι εξαιρέσεις, με κυριότερη το “Ξυπόλυτο Τάγμα”. Γύρισε βέβαια ο Αγγελόπουλος εκείνη την τριλογία που αναφέρεται σ'αυτά τα γεγονότα αλλά αυτό είναι σταγόνα του ωκεανού.

Έστω... Σας καλύπτουν εσάς αυτές οι ταινίες; Του Αγγελόπουλου εννοώ.

Όχι, δεν με καλύπτουν. Πως να σας το πω... Είναι περισσότερο ένα άλλο βλέμμα πάνω στην Ιστορία, αλλά την ίδια την Ιστορία, όχι, δεν αισθάνομαι ότι την αξιοποίησε. Εμείς, οι Έλληνες, είχαμε την πιο δυνατή αντίσταση σε σχέση με όλους τους άλλους Ευρωπαίους. (Σ.σ.: την πιάνω να χαμογελάει)

Γιατί χαμογελάτε;

Ξέρετε, άνοιξα την τηλεόραση τις προάλλες, και έπεσα πάνω στον Μητσοτάκη. Τον έπιασα να μιλά για την ξεχωριστή δράση των Ελλήνων, των Ρώσων και των Γιουγκοσλάβων. Και τα έχασα. Ήταν λίγο περίεργο. “Μωρέ μπράβο”, σκέφτηκα. Ακόμη και ο Μητσοτάκης το παραδέχεται...


Σήμερα

Πέμπτη, 24 Φεβρουαρίου 2011

Conversations with remarkable people, v.6: Τζόελ & Ίθαν Κόεν

Ο ένας κόβει, ο άλλος ράβει. Όπως στις ταινίες τους, έτσι και στις συνεντεύξεις. Οι Τζόελ και Ίθαν Κόεν, το δίδυμο που άλλαξε το πρόσωπο του ανεξάρτητου αμερικανικού κινηματογράφου με το Μόνο Αίμα το 1984, για να γνωρίσει την παγκόσμια καταξίωση με διαμάντια όπως το “Barton Fink” και ο “Μεγάλος Λεμπόφσκι” (διασκεδάζοντας πάντα με την ανθρώπινη βλακεία) και, εντέλει, την αναγνώριση της αμερικανικής ακαδημίας κινηματογράφου με την οσκαρική βράβευση του Καμμιά Πατρίδα Για Τους Μελοθάνατους. Βρίσκονται απέναντι μου, για το“A serious man” : Φιλμ γραμμικό αλλά και γεμάτο ερωτηματικά. Tους πέτυχα στο Λονδίνο, τον Οκτώβριο του 2009 με αφορμή την προβολή της ταινίας τους στο BFI Festival. Ο Τζόελ είναι ο πιο σοβαρός. Το χαμόγελο του, όποτε εμφανίζεται, άκρως ειρωνικό. Ο Ίθαν είναι ο “κοινωνικός”. Έχει σαφώς περισσότερη όρεξη από τον αδελφό του, και πιο παιχνιδιάρικη διάθεση. Αλληλοσυμπληρώνονται όμως μαγικά. Μετά από δέκα λεπτά κουβέντας μαζί τους, δεν θα μπορούσες να φανταστείς τον έναν χωρίς τον άλλο.


Διάβαζα την κριτική για το A Serious Man στο Variety. Γράφει: “όταν έχεις κερδίσει Όσκαρ καλύτερης ταινίας, τότε γυρίζεις ένα φιλμ σαν αυτό”. Εννοούσε πως, μετά την “αβάντα” του βραβείου είχατε την άνεση να κάνετε ότι θέλατε. Πάντα αυτό δεν κάνατε όμως;

Τζόελ
: Στην πραγματικότητα το σενάριο του Serious Man γράφτηκε πρίν αυτό του Καμιά Πατρίδα Για Τους Μελοθάνατους και απλά από τύχη προέκυψε οι ταινίες να γυριστούν με τη σειρά που γυρίστηκαν. Ξέρεις, υπάρχουν χιλιάδες λόγοι που μια ταινία γυρίζεται φέτος και η άλλη μετά απο δέκα χρόνια. Λόγοι που έχουν να κάνουν με την διαθεσιμότητα των ηθοποιών, με το κομμάτι της παραγωγής, τα logistics που λέμε... Να σου πω την αλήθεια, και σε μένα φάνηκε πολύ περίεργο αυτό το κείμενο, δεν το πολυκατάλαβα.

Καλά, έχουν γραφτεί και χειρότερα. Διάβαζα μια συνέντευξη του Γκοντάρ για παράδειγμα. Λέει ότι σιχαίνεται τις ταινίες σας.

Ίθαν
: Αλήθεια, είπε τέτοιο πράγμα;

Ναι. Σας αναφέρει μάλιστα μαζί με τον Έιμπελ Φεράρα. Τον σιχαίνεται κι αυτόν. Θεωρεί ότι οι ταινίες σας δεν έχουν τίποτε ουσιαστικό να πουν, και, ως εκ τούτου, δεν έχουν κανένα λόγο ύπαρξης.

Ίθαν
: Και χρησιμοποίησε αυτήν ακριβώς τη λέξη;

Ορίστε, σας έχω φυλάξει το απόσπασμα.

(το διαβάζουν)

Τζόελ (κοιτάζοντας τον Ίθαν): Πως σου φαίνεται;

Ίθαν: Ε... Δεν ξέρω. Είναι λίγο αστείο, δεν είναι; Θέλω να πω, το να σε θάβει ένας τόσο σπουδαίος σκηνοθέτης σαν τον Γκοντάρ, σου προσδίδει μιαν αξία, σωστά; (Σ.σ.: αρχίζει να τον πιάνει νευρικό γέλιο!). Τα βάζει και με τον Φεράρα. Τι του έφταιξε ο κακομοίρης ο Φεράρα; The poor bastard! Σκέφτομαι, στην επόμενη ταινία μας να έχουμε και μια σκηνή με τον Γκοντάρ! Στους τίτλους τέλους! Θα τους βλέπει σε μια κινηματογραφική αίθουσα, και καλά ως θεατής, και θα κατεβάζει μπινελίκια!

Τζόελ: Πάντως δεν είναι και τόσο περίεργο. Όχι το ότι μας σιχαίνεται, αλλά το ότι χρησιμοποίησε αυτή την έκφραση. Είναι παθιασμένος άνθρωπος. Το βλέπεις στις δηλώσεις του, το βλέπεις στο σινεμά του. Συχνά βλέπω ταινίες που δεν μου λένε τίποτα, αλλά δεν νιώθω “σιχαμάρα” γι αυτές. Ένας άνθρωπος σαν τον Γκοντάρ, φαντάζομαι, δεν έχει άλλη επιλογή. Είναι πάντα θετικό να τσαντίζεις κάποιον όμως. Και όσο πιο μεγάλο κεφάλι είναι αυτός που τσαντίζεις, τόσο το καλύτερο!

Γελάτε συχνά με αυτά που λένε για τις δουλειές σας;

Τζόελ
: Εμμ... μερικές φορές. Κυρίως με το πόσο αλλόκοτα φαντάζουν σε σχέση με αυτό που είχαμε στο μυαλό μας. Γελάμε όχι επειδή κάποιες κριτικές μας φαίνονται γελοίες, αλλά επειδή είναι λίγο σουρεαλιστικές για μας.

Για τη νέα σας ταινία, τι έχουν γράψει;

Ίθαν
: Κάποιοι είπαν ότι είναι η πιο “σοβαρή” μας ταινία. Που, αν το σκεφτείς, έχει πολλές χιουμοριστικές στιγμές, σε αντίθεση με το “οσκαρικό” μας φιλμ.

Τζόελ: Και το Πέρασμα Του Μίλερ μου φαίνεται πιο “σοβαρό”.

Ίθαν: Α, ναι, έχεις δίκιο.

Τζόελ: Ίσως είναι η πιο προσωπική μας ταινία. Βασίζεται πολύ σε δικά μας βιώματα. Μεγαλώσαμε σε ένα τέτοιο εβραϊκό προάστειο στη δεκαετία του 60 (σ.σ.: την περίοδο που διαδραμματίζεται και το φιλμ). Και στηρίξαμε το σενάριο μας σε πρόσωπα και αναμνήσεις από εκείνα τα χρόνια.

Γυρνάτε συχνά στις παιδικές σας αναμνήσεις;

Ίθαν
: Νομίζω πως όχι... Είναι ίσως η πρώτη φορά που κάνουμε κάτι τέτοιο. Αν και μας κάνουν συχνά αυτη την ερώτηση. Υπάρχουν πάντως εδώ κάποιοι χαρακτήρες που μεταφέρθηκαν ατόφιοι στην οθόνη. Ο ηλικιωμένος ραβίνος στο τέλος για παράδειγμα είναι μια τέτοια μορφή. Και το σύστημα melticolous (σ.σ.: σύστημα poker που εφευρίσκει ένας εκ των χαρακτήρων) υπάρχει πραγματικά. Το είχε γράψει ένας τύπος εξίσου “κουνημένος” με αυτόν στο φιλμ. Παράξενο, ε;

Πάντως, η τραγωδία και φάρσα λειτουργούν σαν συγκοινωνούντα δοχεία στα έργα σας.

Τζόελ
(μουρμουράει): “Τραγωδία και φάρσα”...

Ίθαν: Δεν το σκεφτόμαστε έτσι. Και δεν νομίζω ότι τα διαχωρίζουμε καν. Απλά σκεφτόμαστε την ιστορία, η ιδέα έρχεται πρώτη. Τα υπόλοιπα σχεδόν προκύπτουν από μόνα τους.

Τζόελ: Μπορώ να σου πω πως δεν είμαστε δογματικοί. Καθόλου. Δεν θέτουμε κανέναν φραγμό. Δεν θα μας ακούσεις ποτέ να λέμε ο ένας στον άλλο, “όχι, δεν μπορείς να κάνεις χαβαλέ με αυτό”, ή, “μην χαλάσεις αυτή τη δραματική στιγμή”!

Αγαπάτε τους ήρωες σας;

Ίθαν
: Τι παράξενη ερώτηση! Δεν ξέρω τι να σου απαντήσω, θέλω να πω πως δεν πρόκειται για υπαρκτά πρόσωπα και έτσι δεν θα μπορούσαμε να τους αγαπήσουμε όπως, λόγου χάρη, τους φίλους μας.

Μήπως τότε είστε απλά μισάνθρωποι;

Ίθαν
: Δεν ξέρω, είμαστε;

Τζόελ: Το έχουν γράψει και αυτό για εμάς. Hey, πόσα αρνητικά δημοσιεύματα έχεις μελετήσει;

Αρκετά, αλλά μου έχουν μείνει μάλλον τα πιο "χτυπητά".

Τζόελ
: Δεν καταλαβαίνω την λογική πίσω από έναν τέτοιο χαρακτηρισμό. Τι, επειδή δεν έχουμε δηλώσει ότι αγαπάμε τους ήρωες μας; Γι αυτό λες να “τ'ακούμε”;

Ίθαν: Επειδή δεν σου λέμε ότι τους αγαπάμε, δεν σημαίνει ότι τους μισούμε κιόλας. Ούτε αυτό είναι αλήθεια. Μας ενδιαφέρει να λειτουργούν δραματουργικά, αυτό είναι το βασικότερο.

Γι αυτό τους βασανίζετε τόσο;

Ίθαν
: Ε, ναι, γι αυτό! Αν δεν συμβεί κάτι στους χαρακτήρες σου, αν δεν “πάθουν” κάτι, η ιστορία δεν θα “τσουλήσει”!

Τον Μάικλ πάντως εδώ τον λυπήθηκα. Και θέλει τόσο πολύ να τον πάρουν επιτέλους στα σοβαρά, να γίνει ο Serious Man του τίτλου σας. Τι σημαίνει αλήθεια να είναι κανείς “σοβαρός”;

Ίθαν
: Δεν μπορείς να είσαι σίγουρος σε ποιον αναφέρεται ο τίτλος. Υπάρχει μια αμφισημία σ'αυτό. Όπως υπάρχει αμφισημία και στο τι σημαίνει να είναι κανείς σοβαρός.

Ε, γι αυτό σας τα χώνει ο Γκοντάρ.

Τζόελ
: Ίσως τελικά αυτός να είναι πιο δογματικός απ'ότι φανταζόμασταν.

Και τα σενάρια σας δεν είναι. Και να μην ξέρει κάποιος ότι παρακολουθεί ταινία σας, άνετα μπορεί να το μαντέψει. Η γραφή σας είναι άκρως αναγνωρίσημη, και το αμερικανικό σινεμά σήμερα δείχνει τόσο ομογενοποιημένο. Πείτε μου, σας βάζουν καθόλου “χέρι” τα στούντο που συνεργάζεστε;

Ίθαν
: Ευτυχώς όχι. Εμείς τους πηγαίνουμε το σενάριο, και αυτοί είτε το εγκρίνουν, είτε όχι. Από τη στιγμή που θα πουν το ok πάντως, εμείς προχωράμε με την κεντρική μας ιδέα, δίχως ιδιαίτερες παρεμβάσεις. Θα μπορούσες να πεις ότι είμαστε τυχεροί. Τα πράγματα όμως γίνονται όλο και πιο συντηριτικά στο Χόλιγουντ. Δεν ξέρω αν θα έχουμε για πάντα αυτή την άνεση.

Έχετε κάνει όμως και “παραγγελιές” για στούντιο. Τα “Ακαταμάχητη Γοητεία” και “Η συμμορία των πέντε” είναι αντιπροσωπευτικά παραδείγματα. Θεωρούνται μάλιστα και τα “στραβοπατήματα” της καριέρας σας.

Τζόελ
: Ναι, αλλά είναι οι αγαπημένες του Γκοντάρ (γέλια).

Ίθαν: Για εμάς είναι άλλες δυο ταινίες μας. Η μία εξ αυτών βέβαια δεν τα πήγε και τόσο καλά στα ταμεία, αλλά τι να κάνεις; Συμβαίνει. Κάποιες ταινίες σου θα κάνουν εισιτήρια, κάποιες όχι. Επίσης, όπως ανέφερες, είναι δύο ταινίες που δεν βασίστηκαν σε δικά μας σενάρια. Και στις δυο περιπτώσεις μας προσσέγγισαν κάποια στούντιο που θεώρησαν πως εμείς θα μπορούσαμε να προσθέσουμε “κάτι” παραπάνω.

Τζόελ: Κάθε ταινία ξεκινάει με τον δικό της τρόπο. Απλά έτσι έτυχε σ'αυτες. Είναι όμως δικές μας ταινίες, φέρουν την υπογραφή μας. Το ότι ο κόσμος δείχνει να τις διαχωρίζει είναι κάτι που δεν με βρίσκει σύμφωνο. Η “Συμμορία των Πέντε” δεν είναι λιγότερο ταινία των αδελφών Κοέν από το “Καμιά Πατρίδα Για Τους Μελοθάνατους” ή το “Barton Fink”.

Υπερασπίζεστε τις ταινίες σας; Σας αρέσουν όλες;

Τζόελ
: Όχι. Δεν μας αρέσει καθόλου η πρώτη μας ταινία, για παράδειγμα, το “Μόνο Αίμα”. Προσωπικά, θεωρώ ότι είναι μια πραγματικά κακή ταινία! Μου φαντάζει προχειροφτιαγμένη, και είναι γεμάτη λάθη. Δεν είχαμε και εμπειρία όμως, είναι λογικό να της λείπει κάποια φινέτσα.

Θα κάνατε ποτέ μια ταινία τρόμου; Μια “καθαρή” ταινία, ένα genre film όπως λένε.

Τζόελ
: Ναι, εγώ προσωπικά θα γούσταρα να γυρίσω ένα καθαρόαιμο horror. Είμαστε και κολλητοί με τον Σαμ Ρέιμι (σ.σ.: σκηνοθέτη του Spiderman αλλά και των Evil Dead και Drag Me To Hell), θα μπορούσαμε να δουλέψουμε μαζί κάτι τέτοιο.

Ίθαν: Βασικά υπάρχει μια ιδέα που μας απασχολεί εδώ και λίγο καιρό. Έχει να κάνει με μια Ακαδημία όπου συμβαίνουν δάφορα παράλογα. Αλλά δεν έχουμε γράψει λέξη, απλά το κουβεντιάζουμε.

Τέλος, πότε σκοπεύετε θα γυρίσετε ένα σίκουελ του Μεγάλου Λεμπόφσκι;

Ίθαν
: (γέλια) Αυτό κι αν το ακούμε συχνά. Και η απάντηση είναι πάντοτε η ίδια: ποτέ. Οι χαρακτήρες αυτοί έκαναν τον κύκλο τους, η ιστορία τους έχει ειπωθεί. Sorry guys, that's that.

Winter's Bone (2010) ( * * * * ½ )


Η Αμερικάνικη επαρχία παραμένει ένας τόπος απροσδιόριστος για το Αμερικανικό σινεμά. Πότε είναι μαγικός και γεμάτος φιλόξενους ανθρώπους, και πότε εχθρικός, βάρβαρος και αρρωστημένος. Το Winter’s Bone τον χρησιμοποιεί σαν καμβά, για να αφηγηθεί την ιστορία της Ρι. Το όνομα της μπορεί να μη σας λέει πολλά. Αλλά είναι μια από τις πιο σπαρακτικές ηρωϊκές φιγούρες που ξεπήδησαν από την Αμερικάνικη οθόνη τα τελευταία 20 και πλέον χρόνια. Την ενσαρκώνει η Τζένιφερ Λόρενς. Πιτσιρίκα – δεν την κάνεις πάνω από 19 χρονών. Στο βλέμμα της όμως καθρεφτίζεται η απόγνωση όλου του κόσμου – σου τσακίζει τη καρδιά.

Η Ρι μένει σ’ ένα χαμόσπιτο, μαζί με τα δυο αδέλφια της και μια μητέρα που έχει από καιρό χάσει κάθε επαφή με την πραγματικότητα – μόνο κάθεται και παρατηρεί άλαλη τον κόσμο να αλλάζει. Όλα είναι στη πλάτη αυτού του κοριτσιού. Που τώρα, πρέπει να αφήσει το σπίτι και να αναζητήσει τον πατέρα της – από καιρό εξαφανισμένος, και μπλεγμένος με τον υπόκοσμο της περιοχής. Το κάθαρμα, βλέπετε, έβαλε ενέχυρο το σπίτι τους. Και η Ρι, κινδυνεύει να βρεθεί στο δρόμο, αν δεν τον βρει. Ζωντανό ή νεκρό, δεν έχει σημασία.

Σαν ηρωίδα σε έπος Ομηρικό, η Ρι, στο ταξίδι της, θα περάσει από πολλές δοκιμασίες. Και θα έρθει αντιμέτωπη με το θάνατο. Ούτως η άλλως, θάνατος είναι αυτό που την περικυκλώνει. Όλα γύρω της, σε αποσύνθεση. Μούχλα και σαράκι παντού. Και το μόνο που κάπως θυμίζει ελπίδα, είναι το πείσμα αυτού του κοριτσιού. Και η ακεραιότητα της. Που μέσα από τη δυστυχία, δοκιμάζεται διαρκώς. Αλλά ουδέποτε κάμπτεται. Kαι όταν μέσα από τη δυστυχία και το θάνατο αναδύεται η τρυφερότητα, η λάμψη της μοιάζει θαυματουργή, σαν το φυτό που ανθίζει στο τσιμεντένιο πεζοδρόμιο.

Σε ένα κλίμα βραχείας παραφροσύνης, νοτισμένο με υπόγειο σασπένς, η σκηνοθέτιδα Ντέμπρα Γκράνικ φιλμάρει το τοπίο της ιστορίας της με ανεπιτήδευτη ειλικρίνεια. Καμιά στουντιακή ευκολία, κανένα ψηφιακό παιχνίδισμα, όλα στο εδώ-και-τώρα. Το Winter’s Bone μυρίζει χώμα και νερό. Χώμα και νερό από το οποίο αναδύεται, όχι η επίταση του ιδεώδους, αλλά η εξιδανίκευση του αληθινού. Και η Ρι είναι αληθινή.

No Strings Attached (2011) (0)


Fuck buddy.
Άλλος ένας ορισμός που επέκτεινε το υπερατλαντικό μας λεξιλόγιο.

Φίλος δηλαδή με τον οποίο πηδιέμαι κιόλας, χωρίς καμία δέσμευση, άρα και χωρίς πόνο. Δεν είναι βέβαια απαραίτητα φυγόπονο το ζήτημα: μπορεί και να θες να πηδήξεις μια φίλη σου επειδή τη βρίσκεις ωραία, όχι επειδή τη βρίσκεις ενδιαφέρουσα. Εδώ όμως υπάρχει μια αντίφαση: γιατί να διατηρείς φιλικές σχέσεις με μια κοπέλα που δε βρίσκεις ενδιαφέρουσα; Μόνο και μόνο επειδή έχει ωραία βυζιά; Ερώτημα το οποίο, στη θηλυκή εκδοχή του, αποκρίνεται και στις γυναίκες αναγνώστριες αυτού του κειμένου. Γιατί αν είναι έτσι, εμπρός, ας γλυτώσουμε χρόνο, ας ξεφορτωθούμε την υποκρισία κι ας αρχίσουμε να πηδιόμαστε αδιακρίτως. Αρκεί να είμαστε έτοιμοι να φάμε και τη χυλόπιτα – υπάρχει πάντα κάποιος ομορφότερος. Κι επειδή υπάρχει πάντα κάποιος ομορφότερος, για να γλυτώσεις την παράνοια το δέχεσαι. Και ελπίζεις στην τωρινή ή την επόμενη σχέση να κριθείς γι αυτό που είσαι, όχι συγκριτικά με κάποιον άλλο. Ε και με τους φίλους αυτό γίνεται πιο εύκολα, καταλάβατε;

Αυτά αφήνοντας εντελώς απ'έξω το ζήτημα του έρωτα που όλα τα μπερδεύει και κάποιους μας τρομοκρατεί. Γιατί ο έρωτας προϋποθέτει εμπιστοσύνη που ο χρόνος και η ζωή λαβώνουν. Για τους ίδιους λόγους τρομοκρατεί και τους Νάταλι Πόρτμαν και Άστον Κάτσερ στην ολοκληρωτικά αδιάφορη  κωμωδιούλα αυτή που σκηνοθέτησε ο κάποτε δαιμόνιος και τώρα ασθμαίνων δημιουργικά Ιβάν Ρέιτμαν. Που κάνει μια προσπάθεια να ερμηνεύσει αυτό το φόβο, με απλοϊκές φροϋδικές αναφορές, από αυτές που συνηθίζονται στα φιλμ του είδους (του τύπου, «επειδή ο μπαμπάς δεν στέριωσε με καμία, ας μη στεριώσω κι εγώ», καταλαβαίνετε).

Φυσικά δεν πας να δεις μια ρομαντική κομεντί για να την πάρεις τόσο στα σοβαρά!

Πας και για να διασκεδάσεις, να σαγηνευτείς και να ελαφρύνεις. Και σε κάθε καλή rom-com αναζητάς το καλό πρωταγωνιστικό ζευγάρι που θα σε ξεμυαλίσει. Κρίμα που η ταινία δεν το διαθέτει: τα φιλιά των Άστον Κάτσερ και Νάταλι Πόρτμαν δείχνουν πιο πέτσινα και από γκολ του Ολυμπιακού. Όταν λοιπόν δεν υπάρχει χημεία, ε, να τα χέσεις τα υπόλοιπα. Α, και μια τελευταία παρατήρηση: Η Νάταλι Πόρτμαν είναι και γαμώ τις ηθοποιούς, αλλά τη χαριτωμένη δεν μπορεί να την παίξει. Κρίμα όμως που και η ταινία δεν απαιτεί κάτι περισσότερο απ’ αυτήν.

Κυριακή, 20 Φεβρουαρίου 2011

Λίγες μέρες πριν τα Όσκαρ


Από τη στιγμή που οι ταινίες του Χόλιγουντ άρχισαν να μας λένε την Αλήθεια, ο Μύθος του άρχισε να ξεθωριάζει.

Και, ξέρετε, το Χόλιγουντ παλιά ήταν όντως τόπος μυθικός. Οι σταρ έδειχναν απρόσιτοι και “ευλογημένοι”. Ακόμη και η γνώριμη επωνυμία ενός στούντιο αποτελούσε από μόνη της μια εγγύηση. Και κάθε “νέο” από αυτό τον τόπο βρισκόταν με μιας στα στόματα όλων. Όλα αυτά, πριν το νέφος του lifestyle - που έφερε με τη σειρά του το έντυπο (και μετέπειτα το διαδικτυακό) κουτσομπολιό - αποκαθηλώσει τα αστέρια από το βάθρο τους, με την σιωπηλή “συγκατάβαση” του κοινού. Το οποίο κοινό όμως, δεν μπορεί χωρίς το παραμύθι του.

Τα Όσκαρ και, κυρίως, η τελετή τους, υπάρχουν για ικανοποιούν αυτή μας την αναγκαιότητα. Την αναγκαιότητα του να πιστέψουμε ξανά το Χολιγουντιανό παραμύθι έστω και μια μέρα το χρόνο. Γι αυτό, μην πολυγκρινιάζετε στο άκουσμα τους - το έκανα κι εγώ παλιότερα, λάθος μου. Αλληθώριζα μπροστά στο προφανές:

Τίποτα πιο ισχυρό από την ανθρώπινη ανάγκη.

Υ.Γ.: Ο Βασιλιάς θα τα πάρει
- ίσως ο Φίντσερ τσιμπήσει τη Σκηνοθεσία


Παρασκευή, 18 Φεβρουαρίου 2011

"Οικόπεδα - δα - δα.... Στη Κερατέα - τέα - τέα..."


"Η Κερατέα είναι πόλη της Αττικής και έδρα του ομώνυμου δήμου. Βρίσκεται στα νότια της Αττικής, χτισμένη στους βόρειους πρόποδες του όρους Πάνειο σε υψόμετρο 190 μέτρων. Απέχει 40 χιλιόμετρα από την Αθήνα με την οποία συνδέεται μέσω της λεωφόρου Λαυρίου και 16 χιλιόμετρα από το Λαύριο. Επίσης απέχει περίπου οκτώ χιλιόμετρα από τις ανατολικές ακτές της Αττικής. Κοντινότερες παραλίες στην Κερατέα είναι η Παραλία Κακής Θάλασσας και η παραλία Δασκαλειού. Ο πληθυσμός της Κερατέας είναι 7.430 κάτοικοι ενώ ο πληθυσμός ολόκληρου του δήμου είναι 13.246"

"Ελάτε να σας "δώσουμε" κι άλλον Αλέξη"
φωνάζουν οι ΜΑΤατζήδες που ορμάνε στα εκεί γεροντάκια.

Η Κερατέα ψηφίζει Θανάση Μπούρα
και Θόδωρο Πάγκαλο.
Αλλά και επαναστατεί.
Ένα εκ των δύο δείχνει ότι έχουν χιούμορ.
Απλά δεν έχω ακόμα καταλάβει ποιό.

Αν κάποιος από εσάς θέλει να απαντήσει σε αυτό,
πριν το κάνει, θέλω πάρα πολύ να
ακούσει αυτό ΕΔΩ

Ο τίτλος παραπέμπει σε διαφημιστικές παρλάτες του Radio Blackman, μεγάλη η Χάρη του.

Πέμπτη, 17 Φεβρουαρίου 2011

Pusher III (2005) ( * * )


Σκληρή δουλειά να ντιλάρεις πρέζα. Ακόμα σκληρότερη αν τυχαίνει να είσαι και πρεζάκιας. Ακροβατείς διαρκώς σε μια σπαστική ανάπαυλα της σκέψεως, δίχως να περιμένεις κάποιο πρόσταγμα λογικής – απαραίτητο γι αυτή τη δουλειά. Έτσι, καταντάς να κρεμάς ανάποδα Πολωνούς νταβατζήδες και να τους κόβεις το λαιμό, αφήνοντας τους να ξεματώσουν σαν τα γουρούνια. Και άντε μετά να μπουκώνεις το σκουπιδοφάγο σου με τα σπλάχνα τους…. Κωλοδουλειά σας λέω.

Αυτή είναι η μόνη αίσθηση που απεκόμισα από αυτό εδώ το τρίτο μέρος της διαδικτυακώς πολυσυζητημένης ταινίας του Νίκολας Βίντινγκ Ρεφν. Σκηνοθέτης αναμφίβολα ταλαντούχος. Η ταινία του, γυρισμένη «στο χέρι», διαθέτει μια αναντίρητη αμεσότητα, ενώ το φιλμογραφικό του timing σε κόβει φέτες: δεν υπάρχει δευτερόλεπτο για πέταμα στο Pusher 3. Γι αυτό και απογοητεύεσαι τόσο όταν, έχοντας συνέλθει από το σοκ, συνειδητοποιείς ότι δεν υπάρχει και καθόλου ψαχνό.

Εδώ, ένας μεσήλικας σέρβος πρεζέμπορας προσπαθεί να ξεφορτωθεί ένα φορτίο με χάπια Ecstasy, προσπαθώντας παράλληλα να διατηρήσει την κυρίαρχη θέση του στον υπόκοσμο της Κοπεγχάγης. Όταν όμως ο Τούρκος συνεργάτης του τον προδίδει, αναγκάζεται να προσφέρει τις υπηρεσίες του σε μια νεότερη «συμμορία» με βαρύ αντάλλαγμα. Όλος ο φιλμικός χρόνος αποτυπώνει ένα 24ωρο από τη ζωή του – βλέπετε, ο «ήρωας» μας προσπαθεί παράλληλα με όλα αυτά, να ετοιμάσει ένα πάρτι γενεθλίων για την κόρη του.

Όλα βέβαια μπορεί να δείχνουν σκατά, αλλά μέσα στη φούρια του, ο Ρεφν ξεχνά να μας πει το σημαντικότερο: ο εγκληματίας μπορεί να διαπράττει το έγκλημα, αλλά η κοινωνία το προετοιμάζει. Αυτό δεν υπάρχει ούτε ως αφηρημένη έννοια στο εντυπωσιακό, κατάμαυρο αλλά και κούφιο φιλμ του. Και μην ακούω περί συγκρίσεων με τον Σημαδεμένο! Η ταινία του Ντε Πάλμα είναι δομημένη σαν γνήσια τραγωδία! Εδώ δράμα δεν υπάρχει. Μόνο μια ρεαλιστική καταγραφή που όμως, εφόσον δεν έχει τίποτα πραγματικά να πει, μοιάζει με κινηματογραφική άσκηση ύφους και τίποτα παραπάνω. Life sucks, and then you're high.

True Grit (2010) ( * * * * * )


Το Αληθινό Θράσος αποτελεί ριμέικ μιας μεγάλης επιτυχίας του Γουέιν, με τον ίδιο τίτλο, παραγωγής 1969 - όπου ο Τζον Γουέιν κέρδισε το Όσκαρ Α' Ανδρικού Ρόλου ενσαρκώνοντας τον... Τζον Γουέιν. Ένα παραδοσιακό, «δεξιό» που λέει κι ο Δημόπουλος western, στιβαρό και αγέρωχο σαν την όμορφα παλαιωμένη θήκη ενός revolver. Μην φανταστείτε ότι οι Κοέν του αλλάζουν τα φώτα με καφρίλα χουλιγκάνου. Το True Grit των Κοέν διαφέρει από τον προκάτοχο του σε ένα κομβικό σημείο: στο πως δηλαδή απαξιώνει, πλαγίως, ότι φάνταζε ένδοξο και «αρχιδάτο» στον κόσμο του Γουέστ, όπως τον μάθαμε (και) μέσα από τα western του , δίχως όμως και να το χλευάζει.

Και αυτή είναι μια ισορροπία λεπτή, εξόχως σχεδιασμένη και ιδιοφυώς εκτελεσμένη από τους δαιμόνιους Αμερικανοεβραίους που εδώ παίζουν στα δάχτυλα τις συμβάσεις του είδους τις οποίες και φιλτράρουν μέσα από το προσωπικό τους κυνικό πρίσμα. Δρουν δηλαδή με την ακρίβεια ενός ακαδημαϊκού και την αποτελεσματικότητα ενός «μάστορα», εντυπωσιακό αν αναλογιστεί κανείς πως αυτή εδώ είναι ουσιαστικά η πρώτη τους αυστηρώς προσδιορισμένη ταινία (μπορείς δηλαδή απλώς να την κατατάξεις στο genre του “western”, κάτι όχι ιδιαίτερα εύκολο με τις υπόλοιπες ταινίες τους – αν θέλετε, κάντε μια προσπάθεια).

Όλα ξεκινούν από τη Μάτι Ρος, που φτάνει στο Αρκάνσας με σκοπό να βρει το δειλό Τομ Τσέινι που λέγεται πως σκότωσε τον πατέρα της. Ζητά τη βοήθεια του μονόφθαλμου, ομοσπονδιακού αστυνομικού Κόγκμπερν – του παίρνει λίγη ώρα να την πάρει στα σοβαρά, αλλά εντέλει δέχεται να τη βοηθήσει, και να τον καταδιώξει. Τον Τσέινι όμως καταδιώκει και ένας άλλος αστυνομικός, ο Λα Μπιφ, που θέλει κι αυτός από την πλευρά του να τον συλλάβει και να τον παραδώσει στις αρχές του Τέξας, ώστε να τσιμπήσει την αμοιβή της επικήρυξής του.

Όπως σε κάθε ταινία των Κοέν, έτσι κι εδώ, η ανθρώπινη βλακεία είναι πρωταγωνιστής – σιωπηλός πρωταγωνιστής αυτή τη φορά. Και το βαρόμετρο (ή, αν προτιμάτε, το βλακόμετρο) είναι η πανέξυπνη μικρή Μάτι, ο δορυφόρος γύρω από τον οποίο περιστρέφονται (και κρίνονται) όλοι οι χαρακτήρες του φιλμ (όχι τυχαία, η ταινία ξεκινά και «κλείνει» με ένα δικό της voice-over, όπως και στο πρωτότυπο βιβλίο – στοιχείο απών από την ταινία του 1969). Καθόλου παράξενη λοιπόν η υποψηφιότητα της Χάιλι Στάινφιλντ: η ερμηνεία της έχει τσαγανό αλλά και «περιεχόμενο», ένα κινηματογραφικό performance καθηλωτικό και άκρως λειτουργικό. Δίπλα της, ο Τζεφ Μπρίτζες ακροβατεί ανάμεσα στην αυτοπαρωδία και τη μοχθηρότητα – όταν βγαίνουν τα «σιδερικά», το βλέμμα του μόνο απειλή αποπνέει.

Όλα αυτά, τοποθετημένα σε έναν παράδοξο καμβά: η φωτογραφία του Ρότζερ Ντίκινς, μόνιμου συνεργάτη των Κοέν, American gothic απόσταγμα, παραπέμπει, ενίοτε, στη Νύχτα Του Κυνηγού. Στο αριστούργημα του Τσαρλς Λότον βέβαια, η απόσταση που χώριζε το Καλό από το Κακό ήταν, αν μη τι άλλο, ευδιάκριτη. Εδώ όχι και τόσο . Η Μάτι θα πιέσει τη σκανδάλη. Και η «κλωτσιά» του δίκανου θα τη βυθίσει σε μια σκοτεινή χαράδρα, τοπίο κατευθείαν παρμένο από εφιάλτη παιδικό. Στο πρώτο φιλμ ναι, η εκδίκηση ήταν πράξη ανδρείας. Τίποτα όμως πιο σαφές από την αλήθεια. Και εδώ, σ'αυτη την πραγματικά υπέροχη ταινία, οι Κοέν μας θυμίζουν πως, ο άνθρωπος, εκδικείται για τη μετριότητα του, για την ατυχία του και για την τύχη των άλλων.

And that’s how the west was won...

Τετάρτη, 16 Φεβρουαρίου 2011

El Mal Ajeno (2010) ( * * )



Σιχαίνομαι τα νοσοκομεία. Φαντάζομαι όλοι σας τα σιχαινόσαστε. Την ασπρίλα, την αρρώστια, τη μυρωδιά αμμωνίας, τα βογκητά που βγαίνουν από τα δωμάτια, τις αναμνήσεις από δικούς μας ανθρώπους ή φίλους που χάθηκαν, τη διεκπεραιωτική αδιαφορία στα βλέμματα των γιατρών, fuck, θα μπορούσα να γράφω μέχρι αύριο. Κι όμως, οι σειρές που διαδραματίζονται σ’ αυτά, σημειώνουν ρεκόρ θεαματικότητας – και το αναφέρω αυτό επειδή η εναρκτήρια σεκάνς του Για Το Καλό Των Άλλων μοιάζει με outtake από το E.R.. Και αναρωτιέμαι λοιπόν, γιατί καθόμαστε και τις χαζεύουμε; Η απάντηση έρχεται σε κλάσματα δευτερολέπτου: για τους ίδιους λόγους που επιβραδύνω το αυτοκίνητο ώστε να ρίξω μια κλεφτή ματιά σε ένα αυτοκινητιστικό δυστύχημα. Για να σιγουρευτώ ότι εγώ είμαι ακόμα ζωντανός. Το… Κακό Των Άλλων λοιπόν είναι αυτό που επιβεβαιώνει το δικό μου Καλό, ότι δηλαδή η καρδιά μου είναι στη θέση της, τα πόδια μου πατούν γερά στη Γη, βιώνω το εδώ-και-τώρα και έχω μπροστά μου μια ζωή να ζήσω, το υπόλοιπο της ζωής που μου αντιστοιχεί βεβαίως, μόνο που αυτό το τελευταίο το διαγράφω εντελώς από τη μνήμη μου μιας και ο θάνατος του διπλανού μου έχει μηδενίσει μαγικά το κοντέρ.

Αυτό λοιπόν ενοχλεί τον κύριο Όσκαρ Σάντας που υπογράφει την ταινία. Και επειδή τον ενοχλεί για λόγους καθαρά θρησκευτικής φύσεως («Σάντας», δηλαδή «Άγιος», τι επώνυμο κι αυτό!), αποφάσισε να μαστορέψει μια ταινία που σκοπός της είναι να μας κάνει καλούς Χριστιανούς, για λόγους που σπεύδουμε να εξηγήσουμε.

Στο El Mal Ajeno, ο κεντρικός ήρωας είναι ένας νοσοκομειακός γιατρός με ζωή διαλυμένη. Ένα διαζύγιο, μια κόρη αποξενωμένη, μια διαρκής αποχαύνωση. Στην Εντατική όμως λειτουργεί άψογα. Γιατρός δωρικός, που λέμε, από αυτούς που κάνουν τη δουλειά τους δίχως ρανίδα μιζέριας να λερώνει την κάτασπρη τους συνείδηση. Οι νεκροί με τους νεκρούς, οι ζωντανοί με τους ζωντανούς. Ένα παράξενο συμβάν όμως, που καταλήγει με μια αυτοκτονία, θα του αφήσει ένα «θαυματουργό» κουσούρι: μπορεί πλέον να «γιατρέψει» όλους αυτούς που κουράρει, μόνο με ένα απλό άγγιγμα. Προσέξτε όμως: μπορεί να γιατρέψει μόνο αυτούς που δεν αγαπά! Αντιθέτως, και επειδή κάθε χάρισμα κρύβει πίσω του μια κατάρα, όλα τα αγαπημένα του πρόσωπα αρρωσταίνουν βαριά: ο πατέρας του, το μονάκριβο παιδί του, η εν διαστάσει σύζυγος του.

Σε αυτό το πανέξυπνο εύρημα όμως, υπάρχει ένα μεγάλο πρόβλημα. Ο Σάντας απαιτεί από εμάς να αφουγκραστούμε τον ουμανισμό του μύθου του. Να δεχτούμε δηλαδή ότι, ναι, πόσο σπουδαίο είναι που τόσοι άνθρωποι θα μπορέσουν να πετάξουν από πάνω τους το θάνατο και να ζήσουν την ευτυχία που δικαιούνται. Μέχρι και νιόπαντρο ζευγάρι στέλνει ο άτιμος στην εντατική, για να μη πάει χαμένη η Θεία Ευλογία και να τους δοθεί το μεγάλο δώρο της ζωής από τον δύσμοιρο ήρωα μας. Την ίδια ώρα που η κόρη του μαραζώνει από μια φαινομενικά μικρής σημασίας αδιαθεσία που επεκτείνεται με τον χειρότερο τρόπο σε όλο της το κορμί.

Ε λοιπόν κύριε Σάντας, λυπάμαι αλλά, όπως ο φίλος μου ο Τάσος, ούτε κι εγώ είμαι καλός Χριστιανός. Βλέποντας το φιλμ θαύμασα τις καλές ερμηνείες, γέλασα με έναν-δυο καλογραμμένους διαλόγους, εκτίμησα το timing – αν και η προέλευση του μύριζε τηλεόραση σε περισσότερες από μία περιπτώσεις – και ένιωσα το πάθος σας πίσω από το δράμα, ακόμη κι όταν αυτό γινόταν ένα με την ισοπεδωτική μουσική υπόκρουση που κραυγάζει εκνευριστικά αυτά που θα έπρεπε να είχατε αφήσει υπογραμμισμένα. Αλλά βγήκα από την αίθουσα φτύνοντας και βλαστημώντας. Γιατί αν το δικό μου παιδί ήταν σ’ αυτό το κρεβάτι, θα προτιμούσα ειλικρινά να ήσασταν εσείς στη θέση του. Και αυτό σημαίνει πως αποτύχατε. Μπορεί η πίστη να μην σας λείπει, την καταντήσατε όμως μονοσήμαντη και βαρύγδουπη. Ίσως μια ματιά στο έργο του Μπρεσόν ή του Ντράγιερ (που άνετα θα μπορούσαν να με είχαν "ψήσει" αν άγγιζαν το ίδιο θέμα) να "γέμιζε" κάπως τις φιλμογραφικές σας μπαταρίες.

Η βαθμολογία που βλέπετε πάντως, εκφράζει αυστηρά την τεχνική κατασκευή της ταινίας, και όχι τα συναισθήματα που προκάλεσε σε μένα. Κάτι τέτοιο θα ήταν άδικο απέναντι στην ταινία και εσάς τους ίδιους που αυτή τη στιγμή με διαβάζετε. Τελικά, σε ότι αφορά το σινεμά, ίσως και να είμαι συνετός Πιστός, αλλά και ποιος δεν θα ήταν σε ένα σύμπαν τόσο ιδανικά πολυθεϊστικό;

Τρίτη, 15 Φεβρουαρίου 2011

Cult Πανελ για ντέρτια και κέφια.


ΤΕΤΑΡΤΗ 16 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ
20.00-22.00
ΚΟΛΑΣΜΕΝΟ ΠΑΝΕΛ ΣΤΑ ΔΙΧΤΥΑ ΤΗΣ ΔΙΑΝΟΗΣΗΣ
"Cult : παρασύνθημα, πολιτιστικό φαινόμενο ή κανιβαλισμός?"
Άκης Καπράνος, Ηλίας Φραγκούλης, Νίκος Τριανταφυλλίδης,
Νίκος Αλευράς, Φαίδων Γεωργίτσης
και άλλοι εντιμότατοι φίλοι σε μιά συνεδρία σοκ!

(Έτσι τα λέει ο Νίκος Τριανταφυλλίδης στην facebook-ική σελίδα του, έτσι περίπου σας τα μεταφέρω. Δεν ξέρω τι θα πούμε αλλά ελπίζω να περάσουμε όλοι καλά, και να πούμε και τίποτα το αξιομνημόνευτο. Ακούγεται ότι η συζήτηση θα καταγραφεί και φωτογραφικώς, και έχω αγχωθεί λίγο, το μπλουζάκι μου με τον Bud Spencer είναι στο καθαριστήριο).

Τετάρτη, 9 Φεβρουαρίου 2011

Conversations with remarkable people, v.5: Δημήτρης Πουλικάκος


«Πέτρα που κυλάει, χόρτο δεν μαζεύει» λεγόταν η εκπομπή που παρουσίαζε (αμέσως μετά τη Μεταπολίτευση) το κρατικό ραδιόφωνο, που διαφέντευε ο Μάνος Χατζιδάκις. Σαφής η αναφορά στο “Like a rolling stone” του Dylan αλλά και στους Stones του Jagger. Στο μικρόφωνο, με τη βραχνή και βαριά (από τα άφιλτρα Gitanes) φωνή, ο «Θείος Νώντας», κατά κόσμον Δημήτρης Πουλικάκος. Mια ζωή σκληρή, χωρίς φτιασίδια, με τα δύσκολα και τα πολύ δύσκολα πολύ περισσότερα από τα καλά, με την «καλή κοινωνία» απέναντι μέχρι ακρότητας αλλά με βαθιά προσήλωση σ’ αυτό που οι αληθινοί μύστες αποκαλούν «rock-τρόπος ζωής». Ο Δημήτης Πουλικάκος, που τραγούδησε Foxy Lady του Hendrix σε 45άρι της Pan-Vox, στα sixties, με τους Μοdern Greek Combo (Ντόβας, Κατσαδωράκης, Πολύτιμος, Πουλικάκος), «Εξαδάχτυλο» αλλά και «Πολύ ωραίο στυλ» και «Πάρε μου μια πίπα» στο «ΕΛΛΑΔΕΞ» των Λογοθέτη-Κιουρτσόγλου, που πέρασε και άφησε σημάδια στο σινεμά και την τηλεόραση, που άφησε εποχή με το «Live στου Ζωγράφου» με τον αξέχαστο Δήμη Παπαχρήστου, κάθεται απέναντί μου, στα πλατώ της ταινίας "Στο Βάθος Κήπος", το 2009, ήρεμος, καπνιστής από πεποίθηση και μετρημένος στα λόγια του. Βλέπετε, δεν ασπάσθηκε άλλον τρόπο ζωής εκτός από εκείνον που έμαθε να ζει απ’ το Γυμνάσιο. Μέχρι τέλους αυθεντικός. Μετά τη συνέντευξη σηκώνεται και στηρίζεται στην καρέκλα του η οποία όμως και σπάει. Φοβούμενος ότι θα πέσει, κάνω να τον πιάσω - μέγα λάθος! Μου καρφώνει ένα βλέμμα αρκετό για να χέζομαι για 2 δεκαετίες σερί.

H συνέντευξη δημοσιεύτηκε στον ΤΑΧΥΔΡΟΜΟ



Πρώτο rock’n’roll άκουσμα;

Little Richards. Και βεβαίως έπαθα την πλάκα της ζωής μου. Σκέψου ότι εγώ ήθελα να γίνω μαέστρος και ξαφνικά βλέπω το The Girl Can’t Help It και ακούω Heebie Jeebies! Είναι σα να σε βαράνε με βαριοπούλα στο κούτελο. Μπαμ!

Σε τι περιβάλλον μεγάλωσες;

Με δυο γιατρούς. Σπουδαγμένοι το ’30 στη Γερμανία, καταλαβαίνεις, «γεια σου». Υπήρχαν όμως δυο καλά. Από μη μία ήταν δεξιοί αλλά όχι από τους σκληροπυρηνικούς. Σκέψου, ήταν αντιβασιλικοί! Τον Παυλό ο πατέρας μου τον έλεγε «το Μεγάλο Γουρούνι» - και δεν είχαν και πολλά-πολλά με εκκλησίες. Θυμάμαι τον πατέρα μου να τρελαίνεται βλέποντας μας να αλλάζουμε ρούχα μεταξύ μας – ξέρεις έπαιρνε ο ένας το μπουφάν του άλλου και ο άλλος έδινε δυο πουκάμισα. Ε, Γερμανοτραφής ο πατέρας μου... Τα πήγαμε καλά πάντως, αυτό έχει σημασία.

Ξεκίνησες με τους M.G.C., χάρη στους οποίους πρωτοακούστηκε ο Χέντριξ στην Ελλάδα.

Και όχι μόνο... Εμφανιζόμασταν τότε στο Λεωνίδα θυμάμαι, ένα υπόγειο που βρισκόταν απέναντι από την Παλιά Αθήνα. Είχε περάσει από πολλά χέρια, πριν ήταν μπουάτ – το «Συμπόσιο» αν έχεις ακουστά. Το είχαν δυο αδέλφια. Εκείνα τα χρόνια δούλευε εκεί ο Γιώργος Νταλάρας. Τον οποίον, όταν οι γιεγιέδες το τράβαγαν μέχρι το πρωί, τον κατέβαζαν να παίξει κάνα λαϊκό να φύγει ο κόσμος. Τέλος πάντων, εγώ τους MGC τους βρήκα το καλοκαίρι μετά το πραξικόπημα. Έπαιζε ακόμη ο Δημήτρης ο Πολύτιμος εκεί. Μετά ήρθε ο Εξαδάχτυλος.

Σου λείπει κάτι απο εκείνα τα χρόνια;

Τι να σου πω τώρα...

Εκτός από ανθρώπους.

(μικρή παύση)... Το μόνο που λείπει είναι η ευκινησία εκείνης της εποχής. Σε μικρότερες ηλικίες μπορείς να κινείσαι πιο άνετα. Τίποτε άλλο δε μου λείπει. Κάθε εποχή έχει και τα δικά της. Μου λείπει όμως και η οικονομία στη μουσική σήμερα.

Εννοείς σε ότι αφορά τους μουσικούς;

Ε μα τους τα λέω χρόνια αλλά δεν με πολυκαταλαβαίνουν. Εντάξει, η κάντρι είναι στα 2/4 αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι μπορείς να βάλεις ένα τζαζ μπρέικ εκεί μέσα! Κάποτε, ένας πολύ γνωστός μουσικός μου είχε πει «μα καλά, αυτός ο Ντίλαν δεν μπορεί να βρει καλύτερους μουσικούς να παίζουν μαζί του;». Έμεινα... άναυδος. Τι να σου πεις; Ότι μιλάμε για την crème-de-la-crème της Νάσβιλ;

Είχες γενικά πολλά προβλήματα με φλύαρους παίχτες;

Πάντα.. Δυστυχώς αυτή την κίνηση (σ.σ.: ...μιμείται την κίνηση του αυνανισμού) την περνάμε και στην ταστιέρα.

Ο αγαπημένος μου δίσκος σου πάντως παραμένει το Crazy Live στου Ζωγράφου. Ηχητικά δεν ακούγεται καθόλου ελληνικός...

Δεν είχαμε κανένα σπουδαίο εξοπλισμό. Με ένα άθλιο οχτακάναλο δουλέψαμε και στήθηκαν όλα σε μιάμιση ώρα. Ήταν τόσο πολύς κόσμος πάνω στη σκηνή... ο ένας σκέπαζε τη μαλακία του άλλου, ευτυχώς. Δεκαοκτώ άτομα επι σκηνής και όλοι μαζί δεν είχαμε κάνει ποτέ πρόβα!

Πλάκα μου κάνεις!

Όχι, σοβαρολογώ. Είχα μάλιστα και μια αγωνία οπότε είχα πάρει κάτι χαρτόνια με ενδείξεις «μπρέικ», «κουπλέ», «ρεφρέν» και τους τα έδειχνα ενώ παίζαμε! Ξέρεις, αυτό το live στήθηκε για να μαζευτούν κάποια λεφτά. Είχα δικηγόρους να πληρώσω – μια ιστορία με τα πρώην πεθερικά μου που κράτησε καμιά δεκαριά χρόνια και, στο τέλος, μπήκε και στη διδακτέα ύλη της Νομικής.

Είχες κατηγορηθεί για φόνο.

"Ηθική αυτουργία στην εκ προθέσεως ανθρωποκτονία" της πρώην συζύγου μου παρακαλώ. Σκέψου ότι η Λίλυ είχε πεθάνει στην Ολλανδία, στον ύπνο της από αναρρόφηση κι εγώ ήμουν εδώ. Αλλά ως σατανικός εγκέφαλος διεθνούς σπείρας εμπόρων ναρκωτικών «τακτοποίησα» τα πράγματα, καταλαβαίνεις. Μέχρι και εφημερίδα έβγαλαν για να στηρίξουν αυτή την κατηγορία, την «Ελεύθερη Ώρα». Τα δυο πρώτα φύλα της ασχολήθηκαν μόνο με την υπόθεση μου!

Ο κόσμος σε στήριξε όμως

Εν πολλοίς, ναι. Με ορισμένους δημοσιογράφους χαλάστηκα όμως. Αυτούς που δεν δέχτηκαν ν’ ακούσουν την άλλη πλευρά. ‘Νταξει, τέλος πάντων, έχωσαν πολλά λεφτά σ’αυτή την ιστορία μέσω των μοναδικών εντύπων που εξάλλου διαβάζανε, τον Οικογενειακό Θησαυρό και την Απογευματινή συγκεκριμένα. Ούτε βιβλίο δεν έβρισκες στο σπίτι θυμάμαι, μόνο μια εγκυκλοπαίδεια κι αυτό ήταν. Δε βαριέσαι...

Τι κάνεις σε αυτό το πλατό;

Ας πούμε ότι ενσαρκώνω έναν τύπο... λίγο στην παρακμή του. Επαμεινώνδα τον λένε, χωμένος στη νύχτα, σε μπουρδέλα και τα ρέστα – έβγαζε γυναίκες στο κλαρί και, κάποια στιγμή με μια απ’αυτές έκανα κι έναν γιο

Κάτι μου θυμίζει το όνομα του χαρακτήρα.

Ναι, είναι ένα όνομα που έχω χρησιμοποιήσει πολλά χρόνια πριν, ως ραδιοφωνικό nom-de-plume. Είχα ξεκινήσει θυμάμαι το 1972 – αλλά είχα χρησιμοποιήσει το όνομα και στο Μεταφοραί Ο Μήτσος. Αναφέρομαι στον Επαμεινώνδα δηλαδή από το 1967...

Αισθάνομαι πως το ελληνικό ροκ εκείνης της εποχής άφησε μιαν ανεκπλήρωτη υπόσχεση.

Λογικό δεν ήταν; Δες πόσο μικρή είναι η αγορά μας, πως να τραφεί κάποιος; Ας πούμε ότι ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου μπορεί και να έχει αποκτήσει κάποια άνεση αλλά έπιασε μια κατάσταση που περισσότερο έχει να κάνει με ποδόσφαιρο παρά με τη μουσική την ίδια ας πούμε. Έχω την εντύπωση ότι ψιλο-υποφέρει απ’αυτό, δεν νομίζω να του αρέσει και τόσο πολύ.

Υπάρχουν και χειρότερα.

Ναι, σωστά, ο Σαββόπουλος βγήκε και δήλωνε ότι θα ψηφίσει Μητσοτάκη. Και μετά πήγαινε με τη σημαία στα στρατόπεδα! Μα είναι δυνατόν να κάνεις παιδί και το βγάζεις Κορνήλιο; Δεν σκέφτεσαι τι ζόρι θα τραβήξει στο σχολείο; Και τον αναγκάζεις να πάει και φαντάρος ενώ εσύ δεν έχεις πάει – και το κάνεις και τραγούδι! Ε, ο καθένας είναι υπεύθυνος... και ανεύθυνος βέβαια. Γιατί κανείς δεν ευθύνεται για το κεφάλι που κουβαλάει. Σε πάει από μονο του – η χημεία σε κυβερνάει. Αλλά σου δίνει και κάποιες επιλογές...

Ας πάμε στο σινεμά: η υποκριτική πως προέκυψε στη ζωή σου;

Μαζί με τη μουσική. Με τα δυο μαζί μεγάλωσα: μουσική και σινεμά. Φυσικά στη μουσική είναι πιο ελεύθερος. Το σινεμά είναι πιο σφιχτό πράγμα, κάνεις κάτι επι παραγγελία. Ενώ στη μουσική, γράφεις αυτά που παίζεις – σε κάποιο ποσοστό έστω – και κάνεις αυτό που θέλεις εκεί.

Σε θυμάμαι σε πολλές σημαντικές ταινίες του Νέου Ελληνικού Κινηματογράφου.

Βέβαια, στο Αλδεβαράν, στη Φόννισα, στο Κελί Μηδέν του Γιάννη Σμαραγδή, πριν τις δόξες του Ελ Γκρέκο, στους Τεμπέληδες της Εύφορης Κοιλάδας...

Και στο Μια Ζωή Σε Θυμάμαι Να Φεύγεις, της Φρίντας Λιάπα.

Την οποία την είχα, ας πούμε γνωρίσει στη Μπουμπουλίνας, στην ασφάλεια το 68, τότε που ήμουν κι εγώ μέσα – για άλλα πράγματα βέβαια. Ήταν όλα τα παιδιά του Ρήγα Φεραίου μαζεμένα και σε ένα από τα κελιά ήταν και η Φρίντα.

Με τον Παναγιωτόπουλο ξαναβρεθήκατε πέρσι στο Αθήνα-Θεσσαλονίκη. Πως ήταν σαν εμπειρία;

Ε, και μόνο ο χρονος που περνάει, αρκεί...

Είναι πάντα ένα θέμα ο χρόνος: Οι Απέναντι στην εποχή τους σημείωσαν αξιοσημείωτη εμπορική επιτυχία, έχω όμως την αίσθηση ότι αν έβγαιναν σήμερα – ή μια οποιαδήποτε άλλη εξίσου πετυχημένη ταινία της εποχής – θα έκαναν ελάχιστα εισητήρια.

Συντηρητικοποιείται πιο πολύ η κοινωνία με το πέρασμα του χρόνου.

Πήγες να ψηφίσεις;

Όχι. Δυστυχώς, η πολιτική αυτή τη στιγμή, η εικόνα της δηλαδή, μοιάζει με τη Σκύλα και τη Χάρυβδη. Τέλος πάντων, αν καταφέρεις να περάσεις, πέφτεις στις συμπληγάδες πέτρες, και μετά πέφτεις στη Μέδουσα και μένεις άγαλμα. Συμπληγάδες είναι το ΚΚΕ και Μέδουσα το ΛΑ.Ο.Σ έτσι; Ο οποίος σε αφήνει κάγκελο και τελείωσε... Είναι ο μόνος κερδισμένος βέβαια. Ενώ, αν θέλεις, πιο πολύς είναι ο κόσμος που είναι – ας πούμε – δημοκρατικός (η συντηρητικά ανεκτικός), ο φασισμός ανεβαίνει. Βλέπεις νέους ανθρώπους και όταν ανοίγουν το στόμα τους να μιλήσουν, ακούγεται η φωνή ενός 50αρη... Ευτυχώς, από την άλλη υπάρχει και η θεωρία του χάους που βράζει από κάτω. Παλιά ήταν δεκα άτομα σε όλη την Αθήνα που γνωριζόμασταν, έτσι, απο «κεραίες» ας πούμε. Τώρα είναι πολλά περισσότερα... Το ’65 δεν θα υπήρχε περίπτωση να διοργανωθεί ένα B-Fest για παράδειγμα (σ.σ: τσεκάρετε το http://babyloniafest.blogspot.com/).

Το ελληνικό σινεμά σήμερα...

...πάσχει από θέμα ταυτότητας. Οι ταινίες μας δεν έχουν ακόμη μια ξεκάθαρη στάμπα ας πούμε. Όχι πως αυτό έχει και ιδιαίτερη σημασία. Περισσότερο σημασία έχει για το κοινό παρά για τους δημιουργούς. Εμένα ποτέ δεν με απασχόλησε το να λέω ξένα κομμάτια – αν σου αρέσει αυτό που λες, γίνεται δικό σου. Το My Way από Sid Vicious είναι δικό του κομμάτι – σιγά τώρα μην άκουγαν Σινάτρα οι πανκς!

Παρεπιπτόντως, ο Τζον Λίντον εμφανίστηκε να διαφημίζει βούτυρο στην βρεττανική τηλεόραση.

Ίσως αλλά έχουμε δει και το Τελευταίο Ταγκό στο Παρίσι. Έχει λοιπόν κι άλλες χρήσεις το βούτυρο.

Έκανες και τηλεόραση.

Ναι αλλά δεν την έχω και τόσο στην καρδιά μου ας πούμε. Θέλω να πω, εκεί έχεις να κάνεις με ένα κοινό ανεξέλεγκτο. Καλό είναι να ξέρεις που απευθύνεσαι...

Ξαναγυρνάμε στο σινεμά τότε. Πρώτη ταινία που θυμάσαι να βλέπεις σε αίθουσα;

Ένας Ταρζάν με Τζόνι Βάισμιλερ. Και βέβαια λίγο αργότερα ανακάλυψα το νουάρ. Τις ταινίες του Ρόμπερτ Μίτσαμ, Ρίτσαρντ Γουίντμαρκ – είδα ξανά τον Πορτοφολά του Φούλερ, τι ταινιάρα... Αλλά και γαλλικές! Με Εντι Κονσταντέν, Ρομπέρ Ροζέν, Φρανσουά Ζανού... Και Μπαρντό βέβαια! Για να δούμε το Ο Θεός Έπλασε Τη Γυναίκα την κοπανήσαμε από το σχολείο και ευτυχώς είχαμε έναν συμμαθητή του οποίου οι γονείς είχαν τη βιομηχανία Άριστον. Το ψευδώνυμο του ήταν «το παπάκι», γιατί περπάταγε κάπως περίεργα, ήταν και χοντρούλης... Τον οποίο και είδα τώρα πρόσφατα και ήπιαμε κάτι τσιγάρα εδώ στον Πειραιά. Ήταν ακόμη μέσα σ’όλα! Ε, τον πήραμε μαζί για να μας βγάλει τα εισητήρια. Βέβαια εμείς θέλαμε Πλατεία αλλά αυτός δεν «μάσησε» μέχρι εκεί – μας έβγαλε Θεωρείο. Αλλά εντάξει, είμασταν 7-8 άτομα παρέα. Μεγάλη υπόθεση αυτό τότε... Μόλις είχαμε ανακαλύψει και το ροκ’ν’ρολ...

Είχε και μουσικούς η παρέα;

Είχε αν και, να σου πω την αλήθεια, οι παρέες μου δεν έχουν καμιά σχέση ούτε με καλλιτεχνίες ούτε με τίποτα. Εϊναι αλλοπρόσαλοι από επαγγελματικής και κοινωνικής θέσης. Που μου αρέσει πιο πολύ. Δεν αντέχω το άλλο παιχνίδι: ξέρεις αν είσαι ηθοποιός πρέπει να κάνεις παρέα με τους άλλους ηθοποιούς, να πηγαίνεις στον «Ιανό» και του κώλου τα εννιάμερα. Αυτές οι αλυσίδες πολυτισμού εμένα δεν μου λένε απολύτως τίποτα. Αν ήμουν τρομοκράτης δηλαδή, τα πρώτα που θα φυτίλιαζα θα ήταν αυτά: Metropolis, Ιανός και κάτι τέτοια να πούμε...

Μύρισε μπαρούτι η Αθήνα τον περασμένο Δεκέμβριο

Μυρίζει ακόμη μπαρούτι και τα χειρότερα έπονται. Αυτή η γενιά η οποία ουσιαστικά είναι τώρα στα πράγματα, τα’χει κάνει κώλο…

Τρίτη, 8 Φεβρουαρίου 2011

Η Μέριλ Στριπ είναι η Μάργκαρετ Θάτσερ.


How does it look?

Από το deadline.com μαθαίνω ότι το Iron Lady βρίσκεται στη δεύτερη εβδομάδα των γυρισμάτων. Για το θέμα, να σας πω την αλήθεια, λίγο - πολύ χέστηκα. Αλλά για τη Μέριλ και μόνο...

Η φωτογραφία πάντως είναι σχεδόν σοκαριστική. Το βλέμμα ρε πούστη μου, το βλέμμα.


Σκέψεις για το Inglorious Basterds

(o κύριος Ταραντίνο παρέα με την πρωταγωνίστρια του, Ντάιαν Κρούγκερ)


Υπάρχουν σκηνοθέτες που δεν μιλούν πολύ. Που αφήνουν τη δουλειά τους να μιλήσει γι αυτούς. Υπάρχουν κι άλλοι που αυτοθαυμάζονται και όταν μιλούν, κουβαλάνε αέρα χιλίων καρδιναλιων. Και υπάρχει και ο Ταραντίνο. Που όχι μόνο δεν βάζει γλώσσα μέσα του, αλλά αντι να μιλήσει για το σινεμά του, μιλάει με γουρλωμένα εφηβικά μάτια για το σινεμά που αγαπάει. Το ίδιο συμβαίνει και με το Basterds, την πολεμική περιπέτεια που διαδραματίζεται την περίοδο του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου όπου μια ομάδα κομάντος ξεπαστρέβουν Γκέμπελς και Χίτλερ (!) μέσα σε έναν παριζιάνικο κινηματογράφο.

Όμως το «Inglorious Basterds» δε μιλά ούτε για τους ναζί, ούτε για τόν Β’ Παγκόσμιο. Μιλά για το Αιώνιο Σινεμά, το σινεμά που ανασταίνει αλλά και που διασώζεται, ένας φιλμικός τόπος που υπάρχει μόνο στο μυαλό του Κουέντιν Ταραντίνο, με μάλλον αταίριαστους συγκάτοικους: ο Ρομέρ παρέα με τον Ρομέρο, ο Μπρεσόν με τον Μπεσόν, η σινεφιλική ευρωπαϊκή διανόηση – δηλαδή, το σινεμά των σαλονιών – αγκαλιά με τιο σινεμά εκείνο που ευδοκίμησε στο περιθώριο των φτηνών αιθουσών και των drive-in. Γιατί οι ιστορίες που ανέσυρε από την πολυκαιρισμένη μούχλα των μυθιστορημάτων τσέπης δεν θα είχαν κανένα ενδιαφέρον δίχως τα Γκονταρ-ικά αφηγηματικά παιχνιδίσματα του Pulp Fiction. Και γιατί το φινάλε του «Άδοξοι Μπάσταρδη» (ευφυής μετάφραση του ανορθόγραφου αυθεντικού τίτλου) θα ήταν γυμνό δίχως την μουσική υπόκρουση του «Αλοζανφάν» των Ταβιάνι, την οποία ο Ταραντίνο ξεδιάντροπα χρησιμοποιεί. Αντιδραστικός; Εκκεντρικός; Έφηβος; Ή απλά, μεγάλος απατεώνας; Λίγο απ’όλα μάλλον. Κυρίως όμως, αμετανόητος κινηματογραφόφιλος. Ε, γι αυτό και μόνο, πολλά του συγχωρείς.

Δεν είναι δα και δύσκολο να συμμεριστείς την αγάπη του για τα b-movies. Αν είσαι φίλος τους, είσαι πραγματικός φίλος του κινηματογράφου! Γιατί εκεί συναντάς την αλφάβητο του αφηγηματικού σινεμά, έτσι πίσω που σε πάνε στην εποχή όπου σκηνοθέτες και παραγωγοί μάθαιναν σιγά-σιγά να αφηγούνται μια ιστορία, ακολουθώντας τη δομή ενός παραμυθιού. Από αυτή την αποθήκη λοιπόν, ο Ταραντίνο έχει «σηκώσει» πολύ πράγμα. Δίχως όμως ο ίδιος ποτέ να το αρνηθεί! Αυτή ακριβώς η ιδιαιτερότητα είναι που τον προσδιορίζει τόσο έντονα. Η κίτρινη φόρμα της Ούμα Θέρμαν του «Kill Bill» παραπέμπει στο «Παιχνίδι του θανάτου» με τον Μπρους Λι, ο στρατιώτης Ούγκο Στίγκλιτς του «Inglorious Basterds» παραπέμπει στον ισπανό ηθοποιό ταινιών τρόμου με το ίδιο όνομα κ.ο.κ.

Οι σκηνοθέτες βέβαια ανέκαθεν «έκλεβαν». Ποτέ άλλοτε όμως το κοινό δεν αποθέωσε τόσο έναν... δηλωμένο κλέφτη.

Η τελευταία του ταινία αποτελεί και το αποκορύφωμα αυτής της διεστραμένης σινεφιλίας του, ένα γιγαντιαίο χωνευτήρι όπου χωράνε οι ιταλικές πολεμικές ταινίες των 70s, τα γουέστερν, ο Τζούλιο Ποντεκόρβο (σκηνοθέτης του μυθικού φιλμ «Η μάχη της Αλγερίας», μουσική του οποίου ακούγεται συχνά στο φιλμ), το σπλάτερ και ο... Μπέκετ! Γιατί με τέτοια αποστασιοποίηση κοιτάζει αυτή τη φορά τους ήρωες του ο σκηνοθέτης, κι ας ακούγονται πάντοτε αστείοι οι χαβαλεδιάρικοι διάλογοι του. Η δε δράση, ελάχιστη σε σχέση με τη διάρκεια του φιλμ (διόμησι ώρες). Σε μια σκηνή όμως συνειδητοποιείς τι ακριβώς προσπαθεί να κάνει όταν, μετά την φονική αναμέτρηση δυο χαρακτήρων σε αίθουσα προβολατζή (που αφήνει και τους δύο στον τόπο), η οθόνη του σινεμά προβάλλει διαδοχικά τις μορφές τους. Οι ταινίες, μας λέει, ανασταίνουν μονάχα όταν προβάλλονται, όταν οι άνθρωποι τις βλέπουν. Και γι αυτό ο ίδιος προσπαθεί χρόνια τώρα να αναστήσει νεκρά κινηματογραφικά είδη, πάντα με στυλ. Όπως ο Χέρτζοκ προσπαθεί να αναστήσει νεκρούς πολιτισμούς. Όπως ο Γκίμπσον - διόλου τυχαία η αναφορά του δίπλα στο θεόμουρλο Γερμανό - ανασταίνει νεκρές γλώσσες.

Φυσικά, δεν πρέπει να μπερδεύουμε τις αμερικάνικες πολεμικές παραγωγές με τα ανάλογα φιλμ που γύριζαν οι Ιταλοί στα 70s. Σύγκριση καμιά. Χάρη στο κίνημα του νεορεαλισμού που με το «Ρώμη, ανοχύρωτη πόλη» «ξελάσπωσε» τη χώρα από τη φασιστική ρετσινιά στα μάτια ολόκληρου του κόσμου (λίγες ταινίες στην ιστορία του σινεμά μπορούν να παινεύονται για ένα τέτοιο επίτευγμα – για να μην πω καμία), μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν ανετότατα την ναζιστική φιγούρα και σε πείσμα της καθολικής τους παιδείας (ή ακριβώς λόγω αυτής) φιλμογράφησαν οργιώδεις εκρήξεις σαδομαζοχισμού, διανθισμένες με ανθρώπινα μέλη και κρουνους αίματος. Οι γείτονες μας βλέπετε ήξεραν πως δεν θα μπορούσαν να ανταγωνιστουν τους γιάνκηδες σε επίπεδο προϋπολογισμού. Έτσι, για να κάνουν τις ταινίες τους πιο εμπορεύσιμες, τις τίγκαραν στο σεξ και τη βία – δυο παράγοντες που έκαναν τα φιλμ αυτά προσοδοφόρα στην ευρωπαϊκή αγορά. Υπάρχει στην αφίσα μια – τουλάχιστον – γυμνόστηθη γυναίκα; Καλή αρχή. Υπάρχουν σκηνές διαστροφικού σεξ; Ακόμη καλύτερα. Προσθέστε και μερικά γραφικά ξεκοιλιάσματα και τα πιάσαμε τα λεφτά μας. Πάρτε και μερικούς τίτλους: «Ίλσα, η σκύλα των SS», «Ερωτικές νύχτες της Γκεστάπο», «Διαστροφές σε στρατόπεδο σαδιστών», όλοι τους πλήρως ενδεικτικοί.

Το μέγα ερώτημα που προκύπτει όμως είναι άλλο:

Άραγε, σε είκοσι, τριάντα χρόνια από τώρα, πως θα φαίνονται οι ταινίες του Ταραντίνο στο διψασμένο για cult σκουπιδαριό σινεφιλικό κοινό; Θα περνάει ακόμη η γοητεία της αναφοράς; Ή μήπως καταχωρηθούν ως φιλμικά αξιοπερίεργα λόγω της έντονης προσωπικότητας του δημιουργού τους, που επιβάλλει την δική του γραμμή στα επί της οθόνης δρώμενα; Σκεφτείτε το πιο απλό: τα γνήσια «σκουπίδια», οι πραγματικές exploitation ταινίες, σπανίως ξεχώριζαν για την ιδιαίτερη γραφή των εκάστοτε σκηνοθετών τους.


ΤΕΣΣΕΡΑ ΙΤΑΛΙΚΑ ΦΙΛΜ ΑΝΑΦΟΡΑΣ

Ilsa She-Wolf of the SS
Από τα πιο φημισμένα φιλμ του «ιδιώματος», με πρωταγωνίστρια την Ίλσα, μια σαδίστρια ναζί που βασανίζει τις αιχμάλωτες της με διάφορους ευφάνταστους τρόπους (που αν τους περιγράψουμε εδώ, θα σας γυρίσουν τ΄άντερα). Απίστευτη η εμπορική επιτυχία του ανά τον κόσμο, οδήγησε στη δημιουργία τριών (!) sequel.



Inglorious Bastards
Με σωστή ορθογραφία αυτή τη φορά, μιας και πρόκειται για το ομώνυμο φιλμ του Ένζο Καστελάρι με πρωταγωνιστές τους Φρεντ Γουίλιαμσον και Μπο Σβένσον (ο οποίος έχει και έναν μικρό ρόλο στο φιλμ του Ταραντίνο). Κομιξάδικος machismo, φτηνές (αλλά εντυπωσιακές) εκρήξεις και ζούμερη βία.



Ο θυρωρός της Νύχτας
Αν δεν ήταν η ταινία της Λιλιάνα Καβάνι, και ο θόρυβος που προκάλεσε, να είστε σίγουροι πως οι Ιταλοί παραγωγοί θα είχαν αφήσει στην ησυχία τους τους ναζί κατακτητές και τα κατορθώματα τους. Η συλλογική ενοχική συνείδηση απέναντι τους κλονίστηκε με τις ερωτικές περιπτύξεις των Ντερκ Μπόγκαρτ και Σάρλοτ Ράμπλινγκ και το ερωτικό σινεμά δεν θα ήταν ποτέ ξανα το ίδιο.



SS Girls
Σε σκηνοθεσία Μπρούνο Ματέι (που διέπρεψε στο είδος), το SS girls έχει μείνει στην ιστορία ως το πλέον άρρωστο nazisploitation φιλμ. Εδώ η υπόθεση δείχνει παντελώς προσχηματική, έως και ανύπαρκτη. Το μόνο που απομένει είναι μια συρραφή από σαδομαζοχιστικές σκηνές αποσπασματικού χαρακτήρα, δωσμένες κακότεχνα – δηλαδή «ψευτο-ντοκιμαντερίστικα».

Conversations with remarkable people, v.4: Clint Eastwood



Λονδίνο, 2003. Δεκαπέντε λεπτά με τον Κλιντ Ίστγουντ για το Mystic River - που γίνονται είκοσι κατα τη διάρκεια της κουβέντας. Τα γόνατα κομμένα. Κι όμως: O πανύψηλος Κλιντ, έχει τα πιο γλυκά γαλανά μάτια του κόσμου, μιλά χαμηλόφωνα με απόλυτη ηρεμία και, αποδεικνύει πως γνωρίζει πολλά περισσότερα για το δράμα από πολλούς ευρωπαίους auteurs.


Συνηθίζετε να δουλεύετε και ο ίδιος την μουσική στις ταινίες σας αλλά εδώ είναι η πρώτη φορά που υπογράφετε εξ'ολοκλήρου το soundtrack.


Κινηματογράφος και μουσική είναι στο μυαλό μου δυο πράγματα αλληλένδετα. Η αλήθεια είναι ότι ίσως και να εγκατέλειψα κάπως πρόωρα τις μουσικές σπουδές μου, αλλά ως σκηνοθέτης θεωρώ ότι κάθε ταινία έχει τον ρυθμό της. Και η συγκεκριμένη ταινία, το Σκοτεινό Ποτάμι, έχει δύο ρυθμούς: το "ζευγάρι" των Λόρενς Φίσμπερν και Κέβιν Μπέικον υπαγορεύει τον δικό του και αναλόγως η τριάδα Τιμ Ρόμπινς, Μάρσα Γκέι Χάρντεν και Σων Πεν επιβάλλει έναν άλλο. Η ιστορία όμως πρέπει να εξελιχθεί και έτσι ο σκηνοθέτης πρέπει να παίξει όσο πιο περίτεχνα αλλά και διακριτικά γίνεται με αυτά τα δύο μοτίβα, σαν να χτίζει μια μουσική σύνθεση.

Πως δουλέψατε τη μουσική εδώ;

Στο πιάνο συνέθεσα τα βασικά θέματα του soundtrack, χρησιμοποίησα και κάποιες κιθάρες, τα πέρασα όλα σ'εναν υπολογιστή και μετά τα έδωσα σε έναν φίλο μου, έναν θεόμουρλο Ρώσο πιανίστα με κλασσική παιδεία! Η τελική μορφή των συνθέσεων όμως ορίστηκε από το μοντάζ – μοντάζ ίσον ρυθμός, ρυθμός ίσον μουσική.

Σας αρέσει ο τρόπος με τον οποίο το Hollywood σήμερα αντιμετωπίζει τη μουσική επένδυση;

Όχι. Καθόλου. Και δεν γίνεται καθόλου λόγος γι αυτό πια. Ας πούμε, πολλές φορές προσλαμβάνουν έναν συνθέτη αφού το φιλμ έχει ήδη ολοκληρωθεί και του λένε απλά να το "ντύσει"! Απαράδεκτο! Σε κάθε ταινία μου δούλευα με τους συνθέτες από το πρώτο στάδιο της προ-παραγωγής. Συζητούσα μαζί τους για τους χαρακτήρες, αναζητούσαμε τα κίνητρα τους, διαβάζαμε και ξαναδιαβάζαμε το σενάριο ώστε η μουσική να αποκτήσει μια "οργανική" σχέση με την ταινία. Με ενοχλεί επίσης που οι σκηνοθέτες φοβούνται τις σιωπές. Δείτε για παράδειγμα την σκηνή που ο Σον Πεν πρέπει να αναγνωρίσει το πτώμα της κόρης του. Δεν θα μπορούσα να χρησιμοποιήσω μουσική εκεί - θα ήταν ολοκληρωτικά κακόγουστο και θα "πλάκωνα" την ερμηνεία του Πεν. Πάντως, αρκετές φορές σκέφτομαι ότι χαίρομαι που μεγάλωσα μέσα στην δεκαετία του 40 - η μουσική με την οποία μεγάλωσα ήταν δημιουργική και μόλις είχε ξεκινήσει να αλλάζει τον κόσμο.

Έχετε βέβαια αποτυπώσει την αγάπη σας για την τζαζ στο Bird.

Ναι, η Jazz παραμένει η μεγάλη αδυναμία μου. Ξέρετε, αν βρεθείτε ποτέ σε ένα session κλασσικής μουσικής, θα δείτε ότι με το που κάθονται στις θέσεις τους οι μουσικοί είναι αμέσως έτοιμοι να παίξουν. Ξέρουν τι πρέπει να κάνουν και το μόνο που μπορεί να τους αλλάξει ρότα είναι ο μαέστρος που κοιτά να φέρει στην επιφάνεια τα στοιχεία που τον ενδιαφέρουν περισσότερο. Κανείς τους όμως δεν κάνει τίποτα στην τύχη. Εγώ πάλι, όταν ξεκινούσα την καριέρα μου ως σκηνοθέτης, δεν ένοιωθα καθόλου σίγουρος για τις ικανότητες μου - πολλές φορές γύριζα μέχρι και 20 φορές μια σκηνή μέχρι να καταλάβω τι ακριβώς ήθελα να δω στο βιζέρ. Κάποια στιγμή όμως στη ζωή σου πρέπει να σταματάς να μαντεύεις και, απλά, να αρχίσεις να πιστεύεις.

Μετά το Ένοχο Αίμα, αυτή τη φορά προτιμήσατε να μείνετε πίσω απο την κάμερα.

Η αλήθεια είναι ότι που και που σκέφτομαι να αποσυρθώ - αλλά ποτέ δεν φτάνω τόσο μακριά ώστε να το αποφασίσω. Προτιμώ την σκηνοθεσία πάντως - πολύ περισσότερο απο την υποκριτική. Μου αρέσει να παρατηρώ, να βλέπω τους ηθοποιούς να αναπτύσσουν τους χαρακτήρες τους - το βρίσκω συναρπαστικό! Σίγουρα προτιμότερο από το να βρίσκεσαι, ως ηθοποιός στο σετ και να πρέπει να κάνεις this ‘n ‘ that και να πηγαίνεις στην γκαρνταρόμπα και να φορέσεις αυτά τα ρούχα ενώ κάποιος που τρέχει πίσω σου προσπαθεί να σε μακιγιάρει και κάποιος άλλος ασχολείται με τα μαλλιά σου...

Αναθεωρείτε τις ταινίες σας; Τις ξαναβλέπετε;

Συμβαίνει. Συμβαίνει αρκετά συχνά, αλλά ξέρετε κάτι; Δεν είχα αυτό το πρόβλημα με το Σκοτεινό Ποτάμι. Είχα τους καλύτερους ηθοποιούς, το καλύτερο καστ που είχα ποτέ, ήταν όλοι τους επαγγελματίες και ξαφνικά η δουλειά μου έγινε πάρα πολύ εύκολη. Έτσι, ο μόνος που θα μπορούσε να ήταν υπεύθυνος για την αποτυχία της ταινίας ήμουν εγώ. Υπάρχουν ταινίες που θα προτιμούσα να μην είχα σκηνοθετήσει, και ταινίες στις οποίες θα προτιμούσα να μην είχα εμφανιστεί, αλλά στο τέλος, "ό,τι εγινε, έγινε".

Αναρωτιέμαι αν συναντά τη λύτρωση στο φινάλε ο Τιμ Ρόμπινς. Είναι ένα ζήτημα.

Δεν θα ήθελα να σας απαντήσω, θα αποκαλύψουμε και το φινάλε στους αναγνώστες σας. Κατά έναν τρόπο όμως ναι. Και έχετε δίκιο, αποτελεί βασικό ζήτημα, αν και ο χρόνος είναι ο βασικός πρωταγωνιστής της ταινίας. Γι αυτό και κινηματογραφώ την παρέλαση από ψηλά, στο τέλος, σαν ένα ποτάμι που κυλά δίχως να επηρεάζεται από κανέναν, σαν τον χρόνο που αποδίδει την δική του δικαιοσύνη. Κάπου ανάμεσα στο Σεξπιρ και την Αρχαία Τραγωδία – περισσότερο κοντά στον Αισχύλο και λιγότερο στον Ευριπίδη. Ο μονόλογος της Λόρα Λίνεϊ για παράδειγμα, παραπέμπει ευθέως στην Λαίδη Μακβέθ.

Και η παρέλαση παραπέμπει στις Ικέτιδες;

Πολύ πιθανό…

Ε, τόσα έχουμε "ξεκαθαρίσει", αυτό θα το αφήσουμε;

(Γέλια) Ξέρετε, ίσως και να συζητήσαμε πολλά για την ταινία ήδη – δεν μου αρέσει να πολυαναλύω τη δουλειά μου. Κάναμε μια προβολή της ταινίας πρόσφατα και κάποιος κριτικός άρχισε να λέει τη γνώμη του για την ταινία. Μιλούσε ασταμάτητα, πιάνοντας το φιλμ από μια εντελώς διαφορετική βάση από αυτή που είχα στο μυαλό μου όταν το έκανα. Και, να σας πω κάτι; Είχε απόλυτο δίκιο σε ότι είπε. Ας μένουν οι ταινίες λίγο «ανοιχτές»…

Είπαμε πάντως ήδη αρκετά.

Είστε από την Ελλάδα, σωστά;

Ναι.

Πάντα προτιμούσα τον Αισχύλο. Ή αν θέλετε, μου "πήγαινε" περισσότερο. Έχετε διαβάσει το πρωτότυπο βιβλίο; Αν πέσει στα χέρια σας, κάντε τον κόπο. Ο τρόπος που η μοίρα επεμβαίνει στις ζωές των ανθρώπων εδώ, χρωστάει σχεδόν τα πάντα στην αρχαία τραγωδία. Αλλά έχω την αίσθηση πως αυτές οι "λεπτομέρειες" ενδιαφέρουν όλο και λιγότερους σήμερα.

Γιατί το λέτε αυτό;

Θα δεχόταν ο αρχισυντάκτης σας μια ολόκληρη συνέντευξη για το "Mystic River" σε σχέση με την αρχαία τραγωδία; Μην απαντήσετε καν, δε θελω να σας φέρω σε δύσκολη θέση. Αν θέλετε, λέμε δυο κουβέντες γι αυτό, μετά τη συνέντευξη, πέντε λεπτά παραπάνω δε θα πειράξουν κανέναν.

Όπως θέλετε. Ας μιλήσουμε λοιπόν για πολιτική. Οι Σον Πεν και Τιμ Ρόμπινς μιλούν με τα καλύτερα λόγια για σας. Συζητήσατε καθόλου περι πολιτικής στα γυρίσματα;

(Χαμογελάει) Νομίζω πως εντυπωσιάστηκαν όταν τους είπα ότι ήμουν κατά της εισβολής στο Ιρακ. Δεν καταλαβαίνω γιατί. Κάποτε μπορούσες να συζητήσεις με τους φίλους σου, ακόμη κι αν ψηφίζατε κάτι διαφορετικό, και μπορούσες να ανταλλάξεις απόψεις, να συμφωνήσεις και να διαφωνήσεις μαζί τους, να κερδίσεις κάτι απ’ αυτούς, και εκείνοι από εσένα. Τώρα, όλοι έχουν υψώσει τείχη, όλα έχουν χωριστεί σε στρατόπεδα, όλοι είναι έτοιμοι να «φαγωθούν» και δεν το καταλαβαίνω. Το ρεπουμπλικανικό κόμμα βέβαια, όπως και το δημοκρατικό, έχουν αλλάξει πολύ τα τελευταία 50 χρόνια. Και, να σας πω την αλήθεια, δεν ξέρω αν θα ήθελα πλέον να θεωρούμαι ρεπουμπλικάνος. Αν και δεν βρίσκω καμιά χρησιμότητα στο δικομματισμό. Όλοι υπόσχονται τα πάντα στο λαό… είναι ο μόνος τρόπος για να κλέψουν τη ψήφο του.

Σήμερα, που μιλάμε, ο Άρνολντ Σβαρτσενέγκερ μόλις εκλέχτηκε κυβερνήτης της Καλιφόρνια.

Του δίνω τα συγχαρητήρια μου. Αμφιβάλω αν ξέρει που μπλέκει βέβαια...

Έχετε θητεύσει ως δήμαρχος. Γιατί οι ηθοποιοί θέλουν να ασχοληθούν με την πολιτική;

Γιατί είναι καλύτεροι στην υποκριτική από πολλούς πολιτικούς.


Αυτά, λέει, σας άρεσαν:

Ετικέτες