Παρασκευή, 31 Δεκεμβρίου 2010

Τετάρτη, 29 Δεκεμβρίου 2010

Ze Return

H καλή διάθεση είναι μια ευθεία γραμμή. Χωρίς διακυμάνσεις και σκαμπανεβάσματα. Η κακή διάθεση είναι μια χιονόμπαλα που τρέχει και μεγεθύνεται στην κατηφόρα μιας βουνοπλαγιάς σε χιονοδρομικό κέντρο – και όλα αυτά σε σύμπαν cartoon. Ετοιμαζόμουν να γράψω κείμενο για τον Jean Rollin όταν πληροφορήθηκα τον θάνατο του Blake Edwards. Ε, αυτό ήταν. Μπλόκαρα. Λίγο μετά πέθανε και ο Beefheart – όσοι παρακολουθούν το blog ξέρουν ότι τον λάτρευα (και αυτό το χρωστώ στον Γιάννη Οικονομίδη που μου τον «έμαθε»).

Και απομακρύνθηκα. Σχεδόν απ’όλα.

Η μπέμπα είναι μεγάλο φάρμακο. Αντί να κάθομαι, αποφάσισα να περνώ τον χρόνο μου σε έναν κοντινό παιδότοπο, μαζί της. Τσουλήθρες, γιγαντιαία lego, παιδικά τραγούδια, χάχανα και τρυφερές αγκαλιές. Δεν είχε νόημα να κάτσω να σκεφτώ αν είμαι καλά ή άσχημα. Απλά ΗΜΟΥΝ. Και μόνο όταν φεύγει αυτή η καταπραϋντική ασημαντότητα συνειδητοποιείς τη σημασία της. Όταν δηλαδή το στομάχι ξαναρχίζει να πρήζεται και οι σκέψεις σχηματίζουν διαδρόμους που κάνουν τον λαβύρινθο του The Shining να μοιάζει με το φουαγιέ του Ιντεάλ.

Τέλος πάντων, συγγνώμη για την απουσία. I'm back on writing mode.

Τετάρτη, 15 Δεκεμβρίου 2010

Jean Rollin, R.I.P.


O Jean Rollin ήταν ένας από τους τελευταίους ποιητές του Φανταστικού αλλά και της μεγάλης οθόνης. Ακόμη κι όταν δούλευε με τα πλέον λιγοστά μέσα (δηλαδή, πάντα), ο λυρισμός του δεν σταματούσε να εκπέμπει δυνατά, ξεπερνώντας κάθε εμπόδιο. Δεν κατόρθωσε ποτέ να αγγίξει τη φήμη ενός Αρτζέντο. Και οι ίδιοι οι Γάλλοι cineastes, τον έφτυναν μέχρι το τέλος της καριέρας του. Αγάπησα το σινεμά του από πολύ μικρός.

Τον χάσαμε χθες.

Μόλις το έμαθα και είμαι μουδιασμένος.
Αύριο θα προσπαθήσω να γράψω ένα κείμενο και να το ανεβάσω εδώ.

Δευτέρα, 13 Δεκεμβρίου 2010

Θέλω πολύ να δω το Frozen.


Λέγεται Frozen και το υπογράφει ο μέχρι τώρα splatter-άς Άνταμ Γκριν. Το στόρι της μπορείτε να το τσεκάρετε στο καραμπινάτο trailer. Έχω διαβάσει πολλά, η ιδέα με ψήνει, και έχω ανάγκη αυτό το jolt του suspense που δεν το βρίσκω πουθενά πια, με απειροελάχιστες εξαιρέσεις (Open Water, το τελευταίο καλό παράδειγμα). Ακούω ότι έχει διανομή στη χώρα μας.

Αν είστε φίλοι του Φανταστικού, keep your fingers crossed.

Υ.Γ.: Ναι, εννοείται ότι δεν πρόκειται να την κατεβάσω. Σιχαίνομαι το downloading ούτως η άλλως. Και αυτές οι στιγμές απαιτούν αίθουσα.

Σάββατο, 11 Δεκεμβρίου 2010

"I'm in love", by Charles Bukowski


she's young, she said,
but look at me,
I have pretty ankles,
and look at my wrists, I have pretty
wrists
o my god,
I thought it was all working,
and now it's her again,
every time she phones you go crazy,
you told me it was over
you told me it was finished,
listen, I've lived long enough to become a
good woman,
why do you need a bad woman?
you need to be tortured, don't you?
you think life is rotten if somebody treats you
rotten it all fits,
doesn't it?
tell me, is that it? do you want to be treated like a
piece of shit?
and my son, my son was going to meet you.
I told my son
and I dropped all my lovers.
I stood up in a cafe and screamed
I'M IN LOVE,
and now you've made a fool of me. . .
I'm sorry, I said, I'm really sorry.
hold me, she said, will you please hold me?
I've never been in one of these things before, I said,
these triangles. . .
she got up and lit a cigarette, she was trembling all
over.she paced up and down,wild and crazy.she had
a small body.her arms were thin,very thin and when
she screamed and started beating me I held her
wrists and then I got it through the eyes:hatred,
centuries deep and true.I was wrong and graceless and
sick.all the things I had learned had been wasted.
there was no creature living as foul as I
and all my poems were
false.

Τετάρτη, 8 Δεκεμβρίου 2010

Ειμαι Σαλονίκη ακόμα.

Παντού εκπτώσεις και περικοπές. Σε κάθε δημόσιο οργανισμό. Έτσι και στο Φεστιβάλ. Κομμένοι οι επισκέπτες, κομμένες οι φιλοξενίες, κομμένοι ίσως και οι διορθωτές (τα ορθογραφικά λάθη στο Πρώτο Πλάνο, την επίσημη εφημερίδα της διοργάνωσης, προκαλούν εμφράγματα) αλλά καλές ταινίες υπάρχουν (πως να μην υπάρχουν όταν πρόκειται κυρίως για την αφρόκρεμα των επιλογών όλων των μεγάλων διεθνών φεστιβάλ που έχουν προηγηθεί;) - ωραίο ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ και το Διαγωνιστικό, με ουσιαστικές προτάσεις, και όχι με ότι μαλακία περίσσεψε στα βαλκανικά ράφια της δήθεν διπλωματίας και δήθεν κινηματογραφίας - και οι αίθουσες ψιλογεμίζουν.

Οι αίθουσες, όχι οι δρόμοι - που γέμισαν την πρώτη μέρα μόνο, από τους απλήρωτους της προηγούμενης "γιορτής" - ωραία τα καταφέρατε παιδιά, θυμώσατε τον κύριο διευθυντή.

Νέκρα λοιπόν στα στέκια, νέκρα στα σοκάκια, κλειστός ο Θερμαϊκός στη παραλιακή από τη μία το βράδυ σήμερα. Και κουβέντες, συναντήσεις με φίλους, ανακαλύψεις, παρασκήνια, ξεστραβώματα περί κρατικών μηχανισμών και... ομίχλης (θα ακολουθήσει κείμενο μέσα στο μήνα, γιατί μερικά πράγματα πρέπει να ειπωθούν), χαμηλά, δήθεν αδιάφορα βλέμματα από μαλακιστήρια του όλου κόλπου που θεωρούν ότι τους χρωστάω ένα κωλογλύψιμο, χαμηλά βλέμματα και εκ μέρους μου απέναντι σε έναν άνθρωπο που ακόμη του χρωστάω μια συγγνώμη και κωλώνω να τον αντιμετωπίσω (βλέπε προηγούμενο κείμενο περί του Φεστιβάλ) και αγκαλιές. Συνοδευόμενες με αλκοόλ, χυδαία καλαμπούρια, σινεφιλικές κουβεντούλες, σπασμένα χαμόγελα.

Και, ενίοτε, πολύ αγάπη.


Βαγγέλη, Σάντρα, Τάκη, Αθηνά, Μαρία, Θοδωρή, Πάνο, σας ευχαριστώ.

Αχιλλέα, Ηλία, λυπάμαι που φεύγω Παρασκευή.

H ώρα πήγε εφτά. Τι κάνω ακόμα όρθιος;

Τρίτη, 30 Νοεμβρίου 2010

Μερικά ιστορικά στοιχεία για τον Μονιτσέλι.

Ο Μάριο Μονιτσέλι γεννήθηκε στη Ρώμη, το 1915 και πέρασε τα φοιτητικά του χρόνια στην Πίζα, σπουδάζοντας Ιστορία και Φιλοσοφία.

Κάπου εκεί θ’αρχίσει να ξεκλέβει χρόνο από τα σπουδαστικά του καθήκοντα, γράφοντας για το σινεμά στο φοιτητικό περιοδικό Camminare. Σύντομα θα περνούσε πίσω από την μικρή, 16 χιλιοστών του κάμερα, γυρνώντας το μικρού μήκους Il Cuore Rivelatore και λίγο αργότερα την πρώτη του μεγάλου μήκους ταινία I Ragazzi Della Via Pal, βασισμένος στο μυθιστόρημα του Μολνάρ. Δυστυχώς, αυτά τα πρώτα δείγματα δουλειάς του στον κινηματογράφο είναι σήμερα εξαιρετικά δυσεύρετα καθώς οι κόπιες τους έχουν αποσυρθεί από την κυκλοφορία και έχουν καταστραφεί. Όπως και να’χει, εκείνη την χρονιά, το 1935, βραβεύεται στη Βενετία και ξεκινά, ως επαγγελματίας πλέον κινηματογραφιστής. Όλα αυτά φυσικά, μέχρι την πανωλεθρία της Ιταλίας το ’43-’44. Δεν ήταν μόνο ο Μάριο Μονιτσέλι αλλά και το σύνολο των ιταλών σεναριογράφων που προσπαθούσαν τότε, στα χρόνια του 50’, να αποφύγουν την περιγραφή απλών φαρσικών καταστάσεων, και παράλληλα να κρατήσουν ότι καλύτερο υπήρχε από την παράδοση του ιταλικού νεορεαλισμού. Από εδώ κατά κάποιο τρόπο γεννήθηκαν οι κινηματογραφικές κωμωδίες ή φάρσες, συνδεδεμένες με την καθημερινότητα καθώς εδώ εμφανίζονται τα πρώτα σημάδια της ιταλικής φιλμικής κωμωδίας: Η ένωση της ψυχαγωγίας, της σάτιρας με την κοινωνική πραγματικότητα. Και ο Τotό, όντας μεγαλωμένος στις ίδιες συνθήκες με τους ήρωες που ενσάρκωνε, έγινε επάξια ο βασιλιάς της ιταλικής λαϊκής κωμωδίας και με το αυθεντικό, πηγαίο ταλέντο του, το σύμβολο ενός λαού που αναζητούσε μια τόση δα αφορμή για να πιστέψει ξανά στο εδώ και τώρα.

Επιμένοντας στην αγαπημένη του θεματική, αυτή της αποτυχίας, ο Μονιτσέλι σκηνοθετεί μια ταινία ακόμη πιο πολιτική και κοινωνική που με τον τρόπο της αποτελεί κλείσιμο και αφετηρία μιας νέας περιόδου στο ιταλικό σινεμά που τώρα πια είναι «ιο εκλεπτυσμένο και χιουμοριστικό, λιγότερο φαρσικό και σκηνοθετημένο πιο προσεκτικά. Η συμμορία της πλάκας στον Κλεψα του Κλέψαντος (την οποία ούτε η αστυνομία δεν παίρνει στα σοβαρά!) γίνεται ο καθρέφτης ολόκληρης της Ιταλίας, που δεν έχει ακόμη συνέλθει από τον πόλεμο όπου η όξυνση των κοινωνικών ανισοτήτων εξαναγκάζει τον πολίτη σε μια συνεχή πάλη με τη ζωή. Και τι υπέροχες ερμηνείες! Ο Μαρτσέλο Μαστρογιάννι, του οποίου η καριέρα δεν είχε ακόμη απογειωθεί (η Φελλινική Ντόλτσε Βίτα ήρθε λίγα χρόνια αργότερα) κάνει μια από τις καλύτερες εμφανίσεις του, ο Totό υπογραμμίζεi την κατεύθυνση της ταινίας, το «γλίστρημα» από μια εποχή σε μιαν άλλη καθώς ενσαρκώνει έναν γέρο «δάσκαλό» που περνά στους αρχάριους την τέχνη του να ανοίγεις θησαυροφυλάκια, ενώ ο Κάρλο Πισακάνε μένει στην ιστορία με το όνομα Καπανέλε, όνομα του χαρακτήρα που ενσάρκωσε. Η Κλαούντια Καρντινάλε ξεκινά την καριέρα της από αυτό το φιλμ ενώ κάνει και την πρώτη του σημαντική εμφάνιση ο Βιτόριο Γκάσμαν, ένας ηθοποιός που προερχόταν από τις εμφανίσεις του σε αρχαιοελληνικές τραγωδίες (έχοντας ερμηνεύσει τον Ορέστη και τον Προμηθέα - ρόλοι ταιριαστοί με την αθλητική «κοψιά» του). Ως εκ τούτου, ο Μονιτσέλι αναγκάστηκε να δώσει αγώνα με τους παραγωγούς για να τους πείσει για την επιλογή του.

Τα επόμενα χρόνια, ο Μονιτσέλι θα γυρίσει το La Grande Guerra, μια πικρή αντιπολεμική κωμωδία που καταπιάνεται με ένα ακόμη καυτό εκείνα τα χρόνια, θέμα. Για πρώτη φορά μετά το Shoulder Arms του Τσάρλι Τσάπλιν, η μεγάλη σφαγή του ‘14-’18 χρησιμοποιείται ως ντεκόρ μιας κωμωδίας, κάτι μου μάλλον εμπόδισε το τότε κοινό στο να την εκτιμήσει σωστά. Ο Μονιτσέλι πάντως υπηρετεί εδώ τον ανθρωπισμό δυο ανθρώπων που βρίσκονται μπλεγμένοι σε μια περιπέτεια που τους ξεπερνά και τους συντρίβει. Οι ήρωες πεθαίνουν και το κοινό μένει άναυδο.

Δεν έχει συνηθίσει τον θάνατο στη κωμωδία. Αν όμως ψάξουμε τις μακρινές ρίζες της ιταλικής κωμωδίας είναι σχεδόν βέβαιο πως θα καταλήξουμε στην commedia dell’arte. Όλοι οι ιταλοί σκηνοθέτες αναγνωρίζουν ακόμη και σήμερα το χρέος τους σε ένα είδος που είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με την ιταλική παράδοση του θεάματος. Ο Μάριο Μονιτσέλι όμως είναι αυτός που εδραίωσε την σχέση ανάμεσα στον ένα τρόπο έκφρασης και τον άλλο: Οι ήρωες τηςcommedia dell’arte, οι ήρωες της ιταλικής κινηματογραφικής γλυκόπικρής κωμωδίας, πάντοτε ανέλπιστοι φτωχοδιάβολοι, αγωνίζονται ενάντια στη μοίρα τους, ενάντια στην πείνα, τη μιζέρια, τη βία και τον κόσμο ολόκληρο.

Η ταινία κερδίζει το Χρυσό Λιοντάρι στη Βενετία, το 1959. Τα χρόνια περνούν.

Τη δεκαετία του 70, η ηχώ της κοινωνικοπολιτικής παρακμής της Ιταλίας βρίσκεται στο έργο των πιο λαμπρών δημιουργών της. Του Κομεντσίνι, του Ρίζι και του Μονιτσέλι ο οποίος σχολιάζει τα δρώμενα της εποχής μέσα από κωμικά συγκαλυμμένες, αλλά κατά επί της ουσίας πικρές ταινίες όπως το Θέλουμε Τους Κολονέλους (Virgliamo I Colonelli) και τους Εντιμότατους Φίλους μου(Amici Miei), ταινία που γνώρισε δύο συνέχειες, η πρώτη εκ των οποίων σκηνοθετημένη ξανά από τον Μονιτσέλι, το 1981.

Το κατά πόσο ο Μονιτσέλι καταπιάστηκε με τα «τέρατα» εκείνης της δεκαετίας φαίνεται σε δύο σπονδυλωτές ταινίες στις οποίες συμμετείχε κατά τη διάρκεια της, τοΚυρίες Και Κύριοι Καληνύχτα Σας και τα Νέα Τέρατα, γυρισμένες το 1976 και το 1977 αντίστοιχα. Εάν το 1963 ο Ντίνο Ρϊζι με τα Τέρατα αποτύπωσε στο σελιλόιντ μερικά από τα πιο τσουχτερά πορτραίτα της ιταλικής κοινωνίας, αυτός ο τρόπος προσέγγισης επανεμφανίζεται στην δεκαετία του 70 σαν ένας ανανεωμένος απολογισμός. Τίποτα δεν γλυτώνει από αυτές τις δυο προαναφερόμενες ταινίες (που συνυπογράφουν οι Έτορε Σκόλα, Λουίτσι Κομεντσίνι, Ντίνο Ρίζι, Νάνι Λόι και Λουίτζι Μάνι): Η Εκκλησία, ο στρατός, η αστυνομία, όλα καυτηριάζονται μέσα από ενότητες που πετυχαίνουν διάνα, όπως το ρεπορτάζ αφιερωμένο σ’έναν συνταξιούχο (τέλεια ενσαρκωμένο από τον Ούγκο Τονιάτσι) που εξηγεί πως επιζεί χάρη σε ένα επίδομα της ξεφτίλας ή τη συνέντευξη ενός γερμανού καθηγητή που θέλοντας να λύσει το πρόβλημα του υπερπληθυσμού προτείνει στο κράτος την δολοφονία των παιδιών κάθε πολύτεκνης οικογένειας, ώστε να παραχθούν κονσέρβες corned-beef προς πώληση στην αμερικάνικη αγορά!

Στα Νέα Τέρατα ένας άντρας μπορεί να κλαίει για την απαγωγή της γυναίκας του αλλά ταυτόχρονα να κόβει και το καλώδιο του τηλεφώνου του για να αποφύγει τους απαγωγείς, ένας άλλος να απολαμβάνει ήσυχα μια μακαρονάδα αφού έχει μόλις γίνει μάρτυρας σε φόνο, ένας τρίτος να εκδηλώσει την αγάπη του για την μητέρα του κλείνοντας την σε ίδρυμα και μια αεροσυνοδός να πιστεύει στο μεγάλο έρωτα ενώ ο τρομοκράτης εραστής της την χρησιμοποιεί για να τινάξει το αεροπλάνο στο οποίο βρίσκεται. Το «λέγειν» και το «πράτειν» είναι πλέον σαφέστατα διαχωρισμένα.

Supercazzola prematurata

Κανείς δεν καταλάβαινε τι εννοούσε ο Ούγκο Τονιάτσι όταν εκστόμιζε την παραπάνω φράση στους «Εντιμότατους Φίλους Μου», μια απο τις πιο αστείες αλλά και πιο θλιμμένες συνάμα ταινίες του σκηνοθέτη. Χωρίς έναν βασικό σεναριακό ιστό, ο Μονιτσέλι παραθέτει τις άγριες πλάκες μιας παρέας που μεγάλωσε και μυαλό δεν έβαλε. Η τρελοπαρέα του Amici Miei βγάζει θριαμβευτικά τη γλώσσα της απέναντι σε μια νεκροζώντανη κοινωνία που δεν αντιδρά στο παραμικρό ερέθισμα. Ο Περότζι, με τον θάνατο του οποίου κλείνει και η ταινία ζει με ένα μονόχνωτο παιδί, δίχως καμμιά αίσθηση του χιούμορ που φυσικά δεν εγκρίνει τις καζούρες του πατέρα του, ενώ η εξίσου μονοχνωτη σύζυγος του - που βλέπουμε λίγο πριν το φινάλε - απλά τον απεχθάνεται. Ακόμη και τη στιγμή του θανάτου του, το μόνο που έχει να πει είναι «Τι ήταν; Ενα τίποτα!». Που πάλεψε με τον πούστη Χάροντα, μέχρι τέλους. Και στο τέλος του έβγαλε τη γλώσσα.

Το 1981 ο Μονιτσέλι θα γυρίσει μια συνέχεια, το απλά τιτλοφορούμενο «Οι Εντιμότατοι Φίλοι Μου Νο.2» που κινείται στο ίδιο μοτίβο (περιέχει μάλιστα και σκηνές με τον χαρακτήρα του Περότζι που ερμήνευσε και στα δυο φιλμ με χάρη ο Φιλίπ Νουαρέ), διαθέτει μερικά εκπληκτικά γκαγκς (η εναρκτήρια σεκάνς στο νεκροταφείο είναι μια απο τις πιο αστείες του είδους) και μερικές ακόμη καλύτερες ατάκες («Είσαι έξυπνος σαν ελάφι»! -«Μα η αλεπου είναι το έξυπνο ζώο» -«Ναι, αλλά η αλεπού δεν έχει κέρατα»!) και κλείνει με έναν γλυκόπικρο τόνο. Μετά απο εγκεφαλικό,ο Τονιάτσι καθηλώνεται σε μια αναπηρηκή καρέκλα και η τελευταία σεκανς τον βρίσκει να αγωνίζεται σε αγώνες για άτομα με ειδικές ανάγκες με τον Αντόλφο Τσέλι να του φωνάζει «Μην ξεχνάς! Σημασία έχει να συμμετέχεις!». Έχει; Οι ίδιοι δεν δείχνουν να το πιστεύουν πια. Αλλά επιμένουν να προσπαθούν.

Στη συνέχεια,ο Μονιτσέλει συνέχισε να σαρκάζει την ίδια την ανθρώπινη φύση μέσα απο ταινίες πολύ διαφορετικές μεταξύ τους, που όμως τις διακατέχει μια σπάνια αισθητική και ιδεολογική συνοχή: Μεταξύ αυτών, η αφόρητα πικρή σάτιρα Un Borghese Piccolo Piccolo (1977) , ίσως το αριστούργημα του. Με τον Αλμπέρτο Σόρντι, ταπεινό υπαλληλάκο που φιλά κατουρημένες ποδιές (και γελοιοποιείται σε μασονικές στοές) προσπαθώντας να εξασφαλίσει μια θεσούλα στο μοναχοπαίδι του, μέχρι που αυτός δολοφονείται, άδοξα, σε μια ανταλλαγή πυρών κλεφτών και αστυνόμων. Ο υπαλληλάκος, μεταμορφώνεται σε κτήνος. Η ζωή του μαύρη: η γυναίκα του παθαίνει εγκεφαλικό και χάνει τη φωνή της. Αυτός, βρίσκει το φονιά και τον βασανίζει φριχτά. Αλλά η δίψα του για αίμα δε σβήνει ούτε και μετά το θάνατο του "εγκληματία" - η αρνητική όψη του Τσαρλς Μπρόνσον δηλαδή, αλλά και η πιο αληθινή / τρομακτική (μαλάκα Νιλ Τζόρνταν). Η Ιταλία αντιδρά σ’αυτό, το πιο σκοτεινό πρόσωπο του ιταλικού μικροαστισμού: κείμενα επί κειμένων, συζητήσεις στην τηλεόραση, όλοι μιλούν για το φιλμ. Το κατακλέβει το αμερικάνικο In The Bedroom αλλά που να πάρουν χαμπάρι οι άσχετοι επαγγελματίες.

Ακολουθούν η φολκλορική φάρσα Temponale Rosy (1980), η «ταινία μέσα στην ταινία» Camera D’Albeego (1981), η τοποθετημένη στη Ρώμη του 19ου αιώνα κωμωδία Il Marchese De Grillo (1982) και μια ενδιαφέρουσα, μελαγχολική μελέτη πάνω στις νευρώσεις ενός συγγραφέα, το Il Male Oscuro(1990). Η φιλμογραφία του τεράστια. Οι διηγήσεις του όμως παραμένουν λαϊκές, καθώς τα θέματα που τον απασχολούν σκιαγραφούνται μέσα απο τα μάτια των κατώτερων τάξεων και αντικατοπτρίζουν τα προβλήματά τους αλλά και την γελοιότητα που πηγάζει απο αυτά.

Αφού όλα είναι τόσο σκατά, γιατί λοιπόν να μη γελάς;

Δευτέρα, 29 Νοεμβρίου 2010

Για ένα φίλο.


Είχα πέσει για ύπνο όταν έσκασε το μήνυμα στο τηλέφωνο: «Αυτοκτόνησε ο Μονιτσέλι». Πάγωσα όχι μόνον επειδή ήταν ο αγαπημένος μου, αλλά επειδή ήταν τόσο μεγάλος: ενενηνταπέντε ετών. Πήδηξε λέει από το παράθυρο του πέμπτου ορόφου ενός νοσοκομείου όπου του είχε διαγνωσθεί καρκίνος στον προστάτη. Πόσο συνεπής όμως: Η γνωμάτευση μιλούσε για καρκίνο βαριάς μορφής. Αλλά αυτός, τελικά, ήταν που θα επέλεγε τη στιγμή του θανάτου του. Όχι η κωλοασθένεια. Και κάπου εκεί συνειδητοποίησα πως αυτός ο άνθρωπος δεν μας κορόιδεψε ποτέ.

Σηκώνομαι μουδιασμένος. Και βουρκωμένος. Στέλνω το μήνυμα στους φίλους μου. Κάποιοι απαντούν θλιμμένα, κάποιοι χιουμοριστικά, κάποιοι καθόλου. Ντύνομαι και βγαίνω στο μπαλκόνι. Στρίβω ένα.

Τυχαίνει η σκεπή του κάτω διαμερίσματος να «βρίσκει» στα άκρα του μπαλκονιού μου, στον τρίτο όροφο. Πολλές φορές η μικρή θα πετάξει κάτι εκεί. Το να περάσω τα κάγκελα και να πατήσω στη σκεπή για να το πιάσω, είναι μια συνηθισμένη διαδικασία. Απόψε δοκιμάζω κάτι διαφορετικό. Πηδάω τα κάγκελα, κάθομαι στη σκεπή, κι ανάβω ένα τσιγάρο. Για μια στιγμή, αναρωτιέμαι πως να ήταν οι τελευταίες του στιγμές. Καδράρω στιγμιαία τη φάση στο κεφάλι μου σε στυλ Μονιτσέλι: εσωτερικό νοσοκομείου, ακίνητη η κάμερα, ημιφωτισμένο το πλάνο με το ανοιχτό παράθυρο - τη "δράση" - στα αριστερά του, και τα χρώματα, όλα σε φθαρμένες, παστέλ αποχρώσεις, σαν αυτές που προτιμούσε. Τέτοιο φινάλε άλλωστε επέλεξε για τον εαυτό του ο Μονιτσέλι. Αυτό που - τελικά - αντανακλόταν στο σινεμά του. Στο Grande Guera. Στο Amici Miei. Στο I soliti ignoti. Εντιμότατος μέχρι τέλους.

Γιατί μπορεί να μη μας κορόιδεψε ποτέ, αλλά κι'εμείς δεν μπορούσαμε να φανταστούμε πόσο βαθιά ήταν μέσα του ριζωμένη όλη η γελοιότητα αυτού του κόσμου αλλά και του αγώνα μας να αντισταθούμε σ'αυτήν. Κοιτώντας κατάματα αυτό που φοβόμαστε να παραδεχτούμε, αγκάλιασε τους φόβους μας, τις μικρότητες και τις αξιολύπητες ανασφάλειες μας. Κανείς εκεί έξω δεν τις αγάπησε όσο αυτός, ο αιώνιος φτωχοδιάβολος.

Το τσιγάρο έσβησε και σκέφτομαι ότι μπορεί να πέσω.
Στο μυαλό μου σε λούπα, η τελευταία πλάκα στη κηδεία του Περότζι.
Πιάνω προσεκτικά τα κάγκελα και επιστρέφω στο ασφαλές έδαφος.

Μεγάλη μαλακία να πεθάνεις, τώρα που η ομορφιά στο θάνατο είναι νεκρή.



Θέλω όλοι σας να διαβάσετε αυτό εδώ.

Είναι ένα μέιλ που μου έστειλε ο Παναγιώτης Χιονίδης.
Ο Παναγιώτης Χιονίδης εργάζεται ως δεσμοφύλακας σε σωφρονιστικά κέντρα.
Είναι επίσης ο άνθρωπος που, χρόνια τώρα, στήνει κάθε χρόνο το κινηματογραφικό Φεστιβάλ Ανεξάρτητων Δημιουργών στην Πάτρα. Είχα διατελέσει μέλος της κριτικής επιτροπής εκεί, πριν 5-6 χρόνια και που και που λαμβάνω κάποιο μέιλ του.
Όπως είπα, θέλω να το διαβάσετε.

Ονομάζομαι Παναγιώτης Χιονίδης και είμαι ένας εργαζόμενος που μετά απο 17 χρόνια παίρνω 900 ευρώ
Σπούδασα τζάμπα μηχανικός και λέω τζάμπα γιατί δεν μπόρεσα να δουλέψω στην ειδικότητα μου.
Είμαι ένας ησυχος οικογενειάρχης που φυσικά ψηφίζω ΠΑΣΟΚ, γιατί στη δουλειά με εβαλε ένας βουλευτής
του και φυσικά στο σωματείο ψηφίζω την παράταξη του γιατί ο προιστάμενος που είναι και πρόεδρος στο
σωματείο πάντα μας δίνει το ψηφοδέλτιο στο χέρι γιατί αν το αρνηθούμε το λογιστήριο είναι δίπλα απο το γραφείο του.
Φυσικά τις υπερωρίες δεν τις πληρώνεται κανένας.
Δεν ντρέπομαι να πω ότι δεν είμαι κανένας επαναστάτης και ποτέ δεν έχω πάει σε απεργίες και πορείες
ίσα ισα τα φοβάμαι κάτι τέτοια. Το διαδίκτυο τό έχω για να ενημερώνομαι για μηχανές και κατασκευές που ποτέ δεν μπόρεσα να τις δουλέψω
ανάθεμα την ανεργία. Στο σπίτι τα καταφέρνουμε με τα χίλια ζόρια γιατι τα δανεικά το τελευταίο χρόνο μας πνίγουν,
για διασκέδαση ούτε λόγος και την εφημερίδα και το τσιγαράκι κόπηκαν, ήταν μεγάλη πολυτέλεια.
Την περασμένη βδομάδα στο διαμέρισμα του απο κάτου του κόψαν το ρεύμα γιατί δεν είχε να το πληρώσει, και τα παιδιά του που πάνε στο δημοτικό δεν μπορούν ούτε να διαβάσουν, ο γείτονας και η γυναίκα του άνεργοι εδώ και ένα χρόνο και απο τις προάλλες τους κάλεσα να έρχονται
σε εμάς να διαβάζουν, εμείς δεν έχουμε παιδιά. Απο τότε που κόψανε το ρεύμα είμαι μόνιμα τσαντίλας.
Ο απέναντι είναι κομμουνιστής και του είπα να κάνουμε κάτι και κάναμε, μαζευτήκαμε στη πολυκατοικία και κάναμε.
Εχτές μου στείλαν και αυτό το e-mail. Διάβασε το και στείλτο και σε αλλους να μαθευτεί που έχουμε φτάσει.
Εμείς όλοι στη πολυκατοικία θα πάμε στην απεργία μαζί με τον αποκάτω και τα παιδιά του.
Και τον προιστάμενο άλλη φορά δεν πρόκειται να τον ψηφίσω ούτε και την κυβέρνηση του. Κυβέρνηση που καταδικάζει στο σκοτάδι
μικρά παιδάκια.
Αν θέλεις εσύ που θα το πάρεις τούτο το μήνυμα σβήστο αλλά τουλάχιστον διάβασε το πρώτα και τότε σκέψου και στείλτο και σε άλλους.

Ενα πρώην ανθρωπάκι.


ΤΟ ΜΕΙΛ ΕΚΕΙΝΟ ΕΓΡΑΦΕ

Νέα κινητοποίηση του ΠΑΜΕ, της ΠΑΣΕΒΕ, της ΠΑΣΥ και του ΜΑΣ μαζί με τα συνδικάτα οικοδόμων και μετάλλου με 6 οικογένειες ανέργων που για μια ακόμα φορά η ΔΕΗ τους έκοψε το ρεύμα.
Καταγγέλλουμε τη ΔΕΗ γιατί κάνει πλάτες σε μεγαλοεπιχειρηματίες της περιοχής και στη περιφέρεια Δ. Ελλάδας που χρωστάνε δεκάδες χιλιάδες ευρώ, την ίδια ώρα που κόβει το ρεύμα σε οικογένειες ανέργων, αυτοαπασχολούμενων που είναι έτοιμοι για λουκέτο και σε φτωχούς αγρότες.
Δεκάδες εργαζόμενοι και άνεργοι καταγγέλλουν τη στάση της ΔΕΗ και συγκεκριμένα του υπεύθυνου για τους διακανονισμούς κ. Καπερώνη, ο οποίος ζητάει υπέρογκα ποσά από άνεργες οικογένειες για να προχωρήσει σε επανασύνδεση ή διακανονισμό.

ΣΤΟ ΜΕΙΛ ΥΠΗΡΧΕ ΚΑΙ ΑΥΤΟ ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ

Κυριακή, 28 Νοεμβρίου 2010

Είναι στενάχωρο να πεθαίνει κάποιος που σ'έχει κάνει να γελάσεις τόσο.


Leslie Nielsen
1926 - 2010


Την επόμενη Δευτέρα έφυγα για Σαλονίκη.

Θεσμός: κάθε ομαδική ή ατομική ενέργεια ή κάθε σχέση ανάμεσα στα μέλη μιας κοινωνίας, που ύστερα από μακροχρόνια και ομοιόμορφη επανάληψη παίρνει μια τυπική μορφή συνήθειας (ο ορισμός από το ηλεκτρονικό λεξικό Τριανταφυλλίδη). Έχοντας κλείσει 51 χρόνια ζωής, το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης αποτελεί ακριβώς αυτό: ένα, ας πούμε, φιξαρισμένο ραντεβού κινηματογραφόφιλων που κατακλύζουν την πόλη, τις αίθουσες της και τα μπαράκια της Λεωφόρου Νίκης, κάθε χειμώνα. Έχει δεχτεί όμως άπειρες μεταλλάξεις για να φτάσει στη σημερινή του, επίσης προσφάτως διαμορφωμένη, κατάσταση: Ξεκίνησε ως αμιγώς ελληνικό, το 1960, με πνιγμένες στα φλας εμφανίσεις της Αλίκης Βουγιουκλάκη, για να μετατραπεί σε ένα βήμα του σινεμά του «δημιουργού» στα τέλη του 70 και το 1992 στην πιο πετυχημένη κίνηση ανανέωσης του, γίνεται Διεθνές από τον Μισέλ Δημόπουλο. Οι Έλληνες κινηματογραφιστές παραπονούνται. Θεωρούν πως η ελληνική ταινία θα παραγκωνιστεί. Το κοινό του Εξώστη Β’ όμως είχε δώσει την δική του απάντηση για το ελληνικό σινεμά της εποχής, λίγα χρόνια πριν, όταν, το 1988, τη βραδιά της απονομής, «κρέμασε» από το θεωρείο, μια σαβανομένη κούκλα φυσικού μεγέθους, το «πτώμα» δηλαδή, της εγχώριας κινηματογραφίας μας. Και επειδή αυτό το κοινό δεν είχε θέση σε ένα διεθνές Φεστιβάλ, ο δεύτερος εξώστης «έκλεισε». Πονάει κεφάλι, κόψει κεφάλι. Θεικό πάντως ήταν το δελτίο τύπου εκείνης της χρονιάς από το Φεστιβάλ: «σε γενικές γραμμές η τελετή της απονομής των βραβείων έγινε χωρίς επεισόδια, μ' εξαίρεση την ανάρτηση ενός πτώματος από το β' εξώστη, που συμβόλιζε τον αποθανόντα ελληνικό κινηματογράφο».

Το πρωτοεπισκέφτηκα ως 18χρονος φοιτητής της Σταυράκου, το 1995. Και εκείνη την περίοδο, πριν δηλαδή το internet γίνει ένας άμεσος δείκτης πληροφόρησης, ο «θεσμός» έτρεχε. Η πρώτη ταινία που βλέπω είναι ιαπωνική και λέγεται “Kids Return”, σκηνοθετημένη από έναν Τακέσι Κιτάνο, μακριά ακόμα από τη βράβευση των «Πυροτεχνημάτων». Βγαίνοντας έξω, βλέπω το Νάνι Μορέτι ενώ, επιστρέφοντας στις αίθουσες ανακαλύπτω τη φιλμογραφία του Κισλόφσκι, και σε άλλες αίθουσες, το ιρανικό σινεμά, τον Ατόμ Εγκογιάν και τον Πολ Όστερ. Γενναίες δώσεις πληροφοριών δηλαδή. Ενδιαμέσως, άκουγες (και, κυρίως, διάβαζες) πολλές γκρίνιες. Ανάμεσα τους, γκρίνιες και για την προκριματική επιτροπή, που «εκοψε» από το διαγωνιστικό τμήμα, ελληνικές ταινίες που άξιζαν καλύτερη τύχη. Ξεχωρίζω δυο τίτλους: Ο χαμένος θησαυρός του Χουρσίτ Πασά, του Σταύρου Τσιώλη, και Ράδιο-Μόσχα του Νίκου Τριανταφυλλίδη. Για να δω ποιός έχει δίκιο, πάω και τις βλέπω. Οι εφημερίδες έχουν δίκιο: Αδυνατώ να καταλάβω ποιά η ποιοτική τους διαφορά με τις καλύτερες του Διαγωνιστικού. Ανακαλύπτω ότι τη δεκαετία του 80 «κόπηκαν» από την ίδια επιτροπή ταινίες σαν αυτές του Στάυρου Τορνέ ή το μοναδικό Δέντρο Που Πληγώναμε του Δήμου Αβδελιώδη. Μάλιστα, σκέφτομαι. Δεν είναι όλα καλά εδώ τελικά.

Γιατί βλέπετε, όπως και σε κάθε ελληνικό κρατικό θεσμό, έτσι και στο Φεστιβάλ, άγνωσται αι βουλαι των συντεχνιών. Και πολλά τα παράλογα τους: γιατί, για παράδειγμα, οι υπέροχες αίθουσες του λιμανιού να μην λειτουργούν και όλο τον υπόλοιπο χρόνο, με τις εισπράξεις να πηγαίνουν είτε στο Φεστιβάλ, είτε στο Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου; Παρ’όλα αυτά, και πολλές φορές, σε πείσμα αυτών των συντεχνιών, κάποιες κινήσεις έλαμψαν με την διορατικότητα τους. Θυμάμαι για παράδειγμα, έναν αγχωμένο Αμερικανό κινηματογραφιστή να μου εκμυστηρεύεται την ανησυχία του για οικονομική του μοίρα επειδή, ο δυστυχής, είχε αναγκαστεί να υπερχρεώσει δεκάδες πιστωτικές κάρτες για να εξασφαλίσει το απαραίτητο budget. Βεβαίως, το «π» του Ντάρεν Αρονόφσκι έκανε το όνομα του αρκούντως ξακουστό στη συνέχεια – το γεγονός όμως παραμένει πως μας τον πρωτοσύστησε το Φεστιβάλ. Και αυτό απαιτεί γνώση κινηματογραφική, και όχι «διαδρομιακή».

Δυστυχώς, από την ουσία, έως το γκλάμουρ, η απόσταση είναι τόση δα. Το Φεστιβάλ ένιωσε την ανάγκη, άγνωστο γιατί, να γιγαντωθεί και να υψώσει, δήθεν απέναντι στα μεγάλα Ευρωπαϊκά Φεστιβάλ το, συγκριτικά, στραβοχυμένο ανάστημα του. Ξεχασμένες σταρ όπως η Φέι Ντάναγουέι (την οποία, σας το ορκίζομαι, είχα πετύχει λίγους μήνες πριν, στο Φεστιβάλ Βενετίας, στο μπαρ του ξενοδοχείου Excelsior, εντελώς τύφλα από το ουίσκι) παρελαύνουν σε πολυδιαφημισμένες προβολές που έχουν ελάχιστη σχέση με το οποιοδήποτε κινηματογραφικό παρόν και μέλλον. Η βλαχομπαρόκ επίγευση πικρή. Και ο φόβος μιας θεσμοθετημένης κοσμικής φούσκας, βάσιμος. Τελικά, αυτό θα αποφθεχθεί χάρη στις καλές επιλογές των παράλληλων τμημάτων. Θα έρθει και ο Φράνσις Φορντ Κόπολα και θα φτιαχτούμε στο masterclass.

Υπό νέα διεύθυνση τώρα, το Φεστιβάλ πρέπει να αποδείξει περί της ορθότητας της ύπαρξης του. Όπως, καλώς η κακώς, κάνει σχεδόν κάθε χρόνο. Και συνήθως, το καταφέρνει, στο φώτο φίνις.

Κάθε θεσμός επίσης, έχει και τα κλασσικά ραντεβού του. Κάποιοι Έλληνες σκηνοθέτες θα κάνουν, κάθε χρόνο, μια συνέντευξη τύπου όπου, όταν δε θα τσακώνονται μεταξύ τους, θα βρίζουν τους κριτικούς. Κάποιες προβολές δεν θα πραγματοποιηθούν. Αρκετοί θα παρουσιάσουν έντονο πρόβλημα στη κίνηση και στο περπάτημα τους: είναι αυτοί που το σώμα τους έχει γίνει ρετάλι από τα καθίσματα των δύο αιθουσών του Ολύμπιον – που αξίζουν τον τίτλο των πιο άβολων ανά των ευρωπαϊκών Φεστιβάλ. Δημοσιογράφοι και προσωπικό θα τσακωθούν – ιδίως οι φίλοι (χρωστάω εδώ και καιρό μια συγγνώμη σε κάποιον). Κάποιοι θα μείνουν έξω από τις αίθουσες, χάρη στο καταστροφικώς εφαρμοσμένο σύστημα των «μηδενικών εισιτηρίων». Και στο τέλος, αν έχεις τη γενναιότητα να παρακολουθήσεις την τελετή (π)λήξης, ο καταιγισμός κακογουστιάς, άστοχων καλαμπουριών, των λόγων και του πολιτικαντισμού ενδέχεται να σε στείλει για ύπνο από το πρώτο δεκάλεπτο (αν και τα καθίσματα θα σε επαναφέρουν γρήγορα στην τάξη). Να, ορίστε γιατί έπρεπε να εξαφανιστεί το κοινό του Β’ Εξώστη. Θα τους ξεφτίλιζε το παρεάκι από κει πάνω και θα γλυτώναμε κι εμείς. Όχι, εκεί, να υποφέρεις για το σινεμά σου, κύριε.

Το Φεστιβάλ, να πούμε την αλήθεια, είχε την ατυχία να θεωρηθεί, συνυπεύθυνο για τη μεγάλη βουτιά του ελληνικού κινηματογράφου εκεί στα μέσα της δεκαετίας του 80. Το είχε γράψει πολύ εύστοχα, ο Γιώργος Τζιώτζιος σε ένα παλιό του κείμενο: «Υπάρχουν Φεστιβάλ όπου οι ταινίες ξεκινούν την καριέρα τους, και άλλα που την... τελειώνουν». Και όπως εκείνες οι ταινίες, έτσι και το ίδιο, έμοιαζε άψυχο, γκρίζο και πεθαμένο. Αν μη τι άλλο, αυτό σήμερα δεν μοιάζει να ισχύει. Μπορεί ενίοτε να τρώει τα μούτρα του, να αλληθωρίζει ανάμεσα στην «ποιότητα» και την «αποδοχή», αλλά δεν ασθμαίνει ποτέ. Γι αυτό άλλωστε και, στη διάρκεια του, η Θεσσαλονίκη ποτέ δεν κοιμάται.

Γι αυτό και προετοιμάζομαι κι εγώ φέτος να το επισκεφτώ για λίγες μέρες. Όχι ως διαπιστευμένος δημοσιογράφος (δε με... θέλουν, βλέπετε) αλλά ως επισκέπτης. Αμφιβάλλει κανείς ότι θα περάσω καλά; Think again.

Παρασκευή, 26 Νοεμβρίου 2010

Can anybody tell me what's wrong with this picture?



Sheila: Hi. Can I help you?
William: I'd like a ham and cheese Whamlette, an order of Wham fries--
Sheila: Sorry, we stopped serving breakfast. We' re on the lunch menu.

He is dissapointed.

William: I want breakfast.
Sheila: We' re not serving it.
William: So you said. Is that the manager?
Sheila: Yeah
William: Could I speak to him, please?
Sheila: Sure. Rick, there's a customer that would like to speak with you.

Rick: (smiling) Yes, sir.
William: I'd like some breakfast.
Rick: We stopped serving breakfast.
William: I know you stopped breakfast, Rick. Sheila told me you stopped...

He is confused

William: Why am I calling you by first names? I don't know you. I call my boss "mister" after years, but I walk in here, a stranger... and I' m calling you Rick and Sheila like we' re in an AA meeting. I don't want to be your buddy, Rick. I just want a little breakfast.
Sheila: You can call me Miss Folsom if you want to.
Rick (abruptly): Sheila! (to William) We stopped serving breakfast at 11:30.

William leaves his bag on the bench. He is starting to get angry.

William: Rick, have you ever heard the expression, "The customer is always right"?
Rick: Yeah.
William: Well, here I am. The customer.

Rick is enjoying this.

Rick: That's not our policy. You have to order something from the lunch menu.
William: I don't want lunch. I want breakfast.
Rick: Yeah, well, hey, I' m really sorry.
William: Yeah, well, hey, I' m really sorry too!

William takes out the machine gun. Everyone's scared.

Customer: He's got a gun!

Screeming occurs.

William: Let's get organized! Calm down! Just calm down, everybody. Sit down over there!

William sees a customer getting up. He is polite.

William: Mister. Where are you going?

Customer points to the door

William: No. You sit down there, and you finish your lunch. Everybody just relax and take it easy. Eat your lunch. Please. You all need your vitamins A, B and--

The gun goes off and shoots the ceiling. People scream. William is scared.

William: Don't! It was an accident!

He tries to calm everyone down.

William: It's the trigger. It's sensitive. It's okay! It's a sensitive trigger. Rick can I have my breakfast please?
Rick: Yes, sir. Sheila?

He is tired.

William: Rick? Miss Folsom? You know what? You were right. I've changed my mind. I' m going to have some lunch. Could I have a double Whammyburger with cheese---You getting this?
Rick: Yes, sir.
William: And an order of Whammy fries and, let's see...a Choco-Wham shake.
Rick: Yes, sir. Sheila, get his order.
William: Rick, could you get it for me, please? I feel comfortable calling you Rick after all we've been through together.

William turn his face to the customers. Some are scared.
Some are intrigued. He speaks with a friendly tone.

William: How you doing? Enjoying your meal?
How about you? Is it good? And you, ma'am? How's the food?

The lady vomits

William: I think we have a critic. I don't think she likes the special sauce.

Nobody laughs. William is dissapointed.

William: That's a joke.

William is served.

William: Now, here we go. Thank you.

William opens the meal box. He looks at the burger.

William: See, this is what I' m talking about.

He points at the picture behind the cashier.

William: Turn around, look at that. See what I mean? It's plump, juicy, three inches thick.
Now... look at this sorry, miserable, squashed thing. Can anybody tell me what's wrong with
this picture? Anybody? Anybody at all.

(Δεν είναι 'φασιστικό' φιλμ το Falling Down. Προειδοποιητικό ήταν. Η Ελλάδα σήμερα είναι γεμάτη τύπους σαν τον απελπισμένο αυτό ήρωα που ενσάρκωσε ιδανικά ο Μαικλ. Αλλά none took notice. Σου λέει (ο απαίδευτος), μη μας πουν και Δεξιούς)

Και ένα υπέροχο trivia που βρήκα στο IMDB:
The cashier at the Whammy Burger, Sheila, is played by Michelle Pfeiffer's younger sister, Dedee. She appeared in the February 2002 issue of Playboy.

Α, και ο Μάικλ Ντάγκλας είναι φανταστικός εδώ.

O "Θεριακλής" κι ο "Καπνιστής"


Θεριακλής
(χαρακτηριστικό δείγμα στη φωτό):

Όπως λέμε
Σκυλάραπας
Βρωμόπουστας
Κιτρινιάρης
Κωλοαλβανός
Σκατοκομμούνι

Τι σημαίνει «Θεριακλής»; Οι τύποι αυτοί που χρησιμοποιούν τη λέξη στα γραπτά τους, σε εφημερίδες και "σοβαρές" ιστοσελίδες, αντί της λέξεως "καπνιστής", θα ήθελα πολύ να ξέρω, γιατί έμειναν στα σπιτάκια τους, όταν τα νομιμόφρονα μαγαζιά βαρούσαν μύγες, τους πρώτους μήνες των αντικαπνιστικών μέτρων. Που βεβαίως ήταν πλήρως αντισυνταγματικά – έτσι δεν εφαρμόζονται ούτε στη Γαλλία ούτε στη Γερμανία. Όπου υπάρχουν μαγαζιά με ειδικά διαμορφωμένους χώρους. Εξακριβωμένο. Και με απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου αυτό - γιατί πριν, τα μεγάλα μαγαζιά μπορούσαν να χωρίζουν το μαγαζί τους στα δύο (smoking / no smoking), ενώ τα μικρά δεν μπορούσαν, μέχρι που πήγε ένας αξιολάτρευτος γερμανούλης στα Ευρωπαϊκά και τους είπε, μάγκες αυτό λέγεται "αθέμιτος ανταγωνισμός" και η απόφαση τον δικαίωσε. Και έτσι, όλοι έκαναν πίσω.

Αλλά εδώ είχε δωθεί το σήμα από τα κέντρα εξουσίας, που τώρα αλληθωρίζουν. Και δωστου θάψιμο στους "θεριακλήδες" και μακροσκελή αφιερώματα στα κακά του τσιγάρου που, wow man, δεν είχα ιδέα. Αλλά βλέπεις, δεν ενδιαφέρονται, άλλοι έχουν κόλες να γεμίσουν και άλλοι πολύ γλύψιμο να εξαργυρώσουν (οι υπόλοιποι είναι απλά ανόητοι) – οπότε, γράφουν "θεριακλής" και καθάρισαν.


Θα μπορούσα να γράψω δεκάδες χιλιάδες λέξεων, αλλά δεν έχει και πολύ νόημα. Είναι πάντως οι ίδιοι που ουρλιάζουν, ας πούμε, για την αναγκαιότητα του κλεισίματος του καναλιού της ΒΟΥΛΗΣ - που δηλαδή ουρλιάζουν για την αναγκαιότητα της απολύσεως συναδέλφων τους που πιθανότατα βγάζουν το ένα πέμπτο από δαύτους (ή και τα ίδια, υπάρχουν και ανόητοι, είπαμε).

Υ.Γ. Αν σ'ενοχλεί κόφτο. Αλλά μη μου σπας τα ούμπαλα, τα χρειάζομαι.


Δευτέρα, 22 Νοεμβρίου 2010

"I Knew It Was You - Rediscovering John Cazale"

Ένας συνάδελφος μου περιέγραφε κάποτε πως, τη μέρα του θανάτου του Ερίκ Ρομέρ, πήρε τηλέφωνο ελληνίδα ηθοποιό που είχε συμμετάσχει σε μια ταινία του για μια-δυο δηλώσεις, κι εκείνη, που δεν είχε ενημερωθεί για το χαμό, τον ευχαρίστησε με χαρά, λέγοντας πως «πηγαίνει για πρόβα και η θλίψη αυτή θα την βοηθήσει». Μετά άρχισε να του μιλάει ασταμάτητα για το έργο που ανεβάζει, και τον χαρακτήρα της. Έτσι ακριβώς. Παράξενη φάρα οι ηθοποιοί.

Οι ηθοποιοί γουστάρουν να παίζουν τους νικητές. Τους ήρωες – αλλά και τους αντι-ήρωες, βεβαίως. Και τον Μπάτμαν, και τον Τζόκερ. Επίσης, τους αρέσουν και οι δεύτεροι, ζουμεροί ρόλοι. Αυτοί που απαιτούν στόφα σπουδαίου ηθοποιού. Κανείς δε γουστάρει να παίζει τον loser. Τον αδύναμο. Και όταν το κάνουν, συνήθως το διαμορφώνουν στα μεγέθη της δικής τους ματαιοδοξίας: «δεν είμαι πραγματικά αδύναμος, απλά το παίζω». Ή, «είμαι αδύναμος, αλλά μέσα μου ένα ηφαίστειο είναι έτοιμο να εκραγεί», τέλος πάντων, καταλαβαίνετε τι θέλω να πω.

Προχθές τράβηξα μια παράξενη νύχτα. Άφησα τις ώρες να περνούν στο γραφείο μου, ταλαιπωρώντας ένα μπουκάλι τζιν. Πολύ τσιγάρο επίσης. Και σκηνές από ταινίες, προορισμένες να με κάνουν θρύψαλα. Ανάμεσα τους, κι αυτή.



Τζον Καζάλ. Τι μορφή! Τι τύπος! Πέντε ταινίες, όλη η φιλμογραφία του. Οι δυό Νονοί, Σκυλίσια Μέρα, Η Συνομιλία, ο Ελαφοκυνηγός - η τελευταία του εμφάνιση πριν σβήσει από την κωλοασθένεια. Δίπλα σε Πατσίνο, Ντε Νίρο, Τζιν Χάκμαν. Τους έπαιζε όλους στα ίσα. Και αυτοί, γινόντουσαν ακόμα καλύτεροι, επειδή έπαιζαν δίπλα του. Στις ερμηνείες του όμως δεν έβλεπες ποτέ όλα αυτά που περιέγραφα στην παραπάνω παράγραφο. Ο Καζάλ ήταν μεγάλος ηθοποιός γι αυτόν ακριβώς το λόγο. Δεχόταν την ταπεινότητα των χαρακτήρων που ενσάρκωνε και υποτασσόταν σ'αυτήν. Ανυποχώρητα. Απ'όσους ηθοποιούς έχω παρακολουθήσει στη μεγάλη οθόνη, ο μόνος που στάθηκε ικανός να αγγίξει ένα πόντο από αυτό το μεγαλείο ήταν ο Έντουαρντ Νόρτον στο Rounders. Και πάλι όμως, ήταν ο Έντουαρντ Νόρτον. Ο Τζον Καζάλ έβαζε στην άκρη τον Τζον Καζάλ. Όπως κανένας ηθοποιός της γενιάς του.

Το ντοκιμαντέρ "I Knew It Was You - Rediscovering John Cazale" κυκλοφόρησε πρόσφατα σε dvd αν και μπορείτε να το δείτε ολόκληρο (σε αποσπάσματα δηλαδή) εδώ. Τσεκάρετε το. Πραγματικά αξίζει τον κόπο.



Κυριακή, 21 Νοεμβρίου 2010

Thank you for your honesty.



LARRY: Don't move.
I want to remember this moment forever. First time I walked through the door returning from a business trip to be greeted by my wife. I have at this moment become an adult.
Thanks for waiting up you darling, you goddess.

They hug and kiss.

LARRY: I missed you.
ANNA: How 'bout some tea, mmm?
LARRY: Jesus, I'm knackered.
ANNA: Didn't you sleep on the plane?
LARRY: No, because the permed German next to me was snoring like a Messerschmitt. What's the time?
ANNA: Uhh, about midnight.
LARRY: Time, what a trickly little fucker. My head's in two places. My brain actually hurts.
ANNA: Do you want some food?
LARRY: No, I need a bath.
ANNA: I'll run it for you.
LARRY: No, I... I'll have a shower.
ANNA: How was the thing?
LARRY: As dermatological conferences go, it was a riot.
ANNA: How was the hotel?
LARRY: Someone told me that the beautiful people of the paranoid hotel -- the concierge, the bellboys and girls, did you know this? -- they're all whores.
ANNA: Everybody knows that.
LARRY: I didn't.
LARRY: I don't suppose you fancy a friendly poke.
ANNA: I just had a bath.
LARRY: Well, I'll see to myself in the el-decoration bathroom.
ANNA: You chose that bathroom.
LARRY: And every time I wash in it I feel dirty. It's cleaner than I am. It's got attitude. The mirror says, "Who the fuck are you?"
ANNA: You chose it.
LARRY: Doesn't mean I like it. We shouldn't have this.
ANNA: I hear middle class guilt.
LARRY: Working class guilt. Why are you dressed if you just had a bath?

Pause. She's thinking of
a lie.

ANNA: We needed some milk.
LARRY: You okay?
ANNA: Mmm hmm. You?
LARRY: Yeah.
LARRY: The Sultan has returned bearing gifts.
ANNA: Thank you.

They're shoes.

ANNA: They're beautiful.
LARRY: Here's a thing. Alice was at the hotel.
ANNA: What?
LARRY: I saw these arty postcards in the lobby. I bought one to boost your sales. Young woman London. And, I checked for your book in the Museum of Modern Art, and it was there! Someone bought one, this guy with a ridiculous little beard. He was drooling over your photo on the inside cover. He fancies you, the geek. I was so proud of you. You've broken New York.
ANNA: You're wonderful.
LARRY: Don't ever forget it.
ANNA: Why are you dressed?
LARRY: Because I think you might be about to leave me, and I didn't want to be wearing a dressing gown. I slept with someone in New York. A whore. I'm sorry.
ANNA: Why did you tell me?
LARRY: I couldn't lie to you.
ANNA: Why not?
LARRY: Because I love you.
ANNA: It's fine.
LARRY: Really? Why?

He's confused.

LARRY: Something's wrong. Tell me.
LARRY: Are you leaving me?

Anna nods.

LARRY: Because of this? Why?
ANNA: Dan.
LARRY: Cupid? He's our joke.
ANNA: I love him.
LARRY: You're seeing him now?

Anna nods.

LARRY: Since when?
ANNA: Since my opening last year.

Covering her mouth...

ANNA: I'm disgusting.
LARRY: You're phenomenal. You're so clever. Why did you marry me?
ANNA: I stopped seeing him. I wanted us to work.
LARRY: Why did you tell me you wanted children?
ANNA: Because I did.
LARRY: And now you want children with him?
ANNA: Yes... I don't know.
LARRY: But... we're happy. Aren't we.

She glares at him.

LARRY: You're going to go and live with him?
ANNA: You stay here if you want.
LARRY: Oh, look. I don't give a fuck about the spoils. You know, you did this to me the day we met. You let me hang myself for your amusement. Why didn't you just tell me the moment I walked through the door?
ANNA: I was scared.
LARRY: You're a coward, you spoiled bitch.
LARRY: Are you dressed 'cause you thought I might hit you?
LARRY: What do you think I am?
ANNA: I've been hit before.
LARRY: Not by me!
LARRY: Is he a good fuck?
ANNA: Don't do this.
LARRY: Just answer the question. Is he good?
ANNA: Yes.
LARRY: Better than me?
ANNA: Different.
LARRY: Better?
ANNA: Gentler.
LARRY: What does that mean?
ANNA: You know what it means.
LARRY: Tell me.
ANNA: No.
LARRY: I treat you like a whore.
ANNA: Sometimes.
LARRY: Why would that be?
ANNA: I'm sorry you're a...
LARRY: Don't say it. Don't you fucking say "You're too good for me." I am, but don't say it. You're making the mistake of your life. You're leaving me because you believe that you don't deserve happiness, but you do, Anna.
LARRY: Did you have a bath because you had sex with him? So you wouldn't smell of him. So you'd feel less guilty?
LARRY: How do you feel?
ANNA: Guilty.
LARRY: Did you ever love me?
ANNA: Yes.

He starts crying. She embraces him.

LARRY: Did you do it here?
ANNA: No.
LARRY: Why not?
ANNA: Do you wish we did?
LARRY: Just tell me the truth.
ANNA: Yes, we did it here.
LARRY: Where?

Anna points.

ANNA: There.
LARRY: On this. We had our first fuck on this. Did you think of me?
LARRY: When? When did you do it here?
LARRY: Answer the question!
ANNA: This evening.
LARRY: Did you cum?
ANNA: Why are you doing this?
LARRY: 'cause I want to know.
ΑΝΝΑ: Yes I came.
LARRY: How many times?
ANNA: Twice.
LARRY: How?
ANNA: First he went down on me, and then we fucked.
LARRY: Who was where?
ANNA: I was on top, then he fucked me from behind.
LARRY: And that's when you came the second time.
ANNA: Why is the sex so important?
LARRY: Because I'm a fucking caveman!
LARRY: Did you touch yourself while he fucked you?
ANNA: Yes.
LARRY: You wank for him.
ANNA: Sometimes.
LARRY: And he does.
ANNA: We do everything that people who have sex do!
LARRY: You enjoy sucking him off.
ANNA: Yes!
LARRY: You like his cock.
ANNA: I love his cock!
LARRY: You like him cumming in your face.
ANNA: Yes!
LARRY: What does it taste like?
ANNA: IT TASTES LIKE YOU BUT SWEETER!
LARRY: That's the spirit. Thank you. Thank you for your honesty.
Now FUCK OFF and DIE, you FUCKED UP SLAG!

Ένα λογοτεχνικό ιστολόγιο.


Του φίλου Αχιλλέα Παπακωνσταντή.
Που ξεκινάει με ένα υπέροχο κείμενο για το Ghost Writer.
Ασυγκράτητος!

(υ.γ.: μούφα το γκολ στο 1ο ημίχρονο, πολύ αστείος ο σπίκερ ("ένα απο τα καλύτερα πρώτα ημίχρονα φέτος", γαμώ τα ελληνικά σας αθλητικάνθρωποι), τα κάρβουνα μπαίνουν στις 9.15, Αχιλλέα μην αργείς.)

ΕΚΤΑΚΤΟ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ!


Τελικά, ξεκινώ στις 14.00!
Δώστε βάση στο Βάσο τώρα.

Σάββατο, 20 Νοεμβρίου 2010

The new trend - Kafkaesque Torture Flicks

Πρώτα, δείτε αυτό το τρέιλερ.



Η IFC είναι η εταιρία που έκανε μεγάλο "μπαμ" διανέμοντας το The Human Centipede (για το οποίο πολλά έχουν γραφτεί και ακουστεί για να μην το έχετε πάρει χαμπάρι - αλλά αν ναι, διαβάστε πέντε πραγματάκια ΕΔΩ και δείτε το ΤΡΕΙΛΕΡ). Μεγάλο, μεταμεσονύχτιο σουξέ. Το Centipede ξεκινά, όπως και το Victim από το γερασμένο πια trend του Τorture Ρorn, μόνο που εδώ, σ'αυτες τις ταινίες, το ζητούμενο δεν είναι το gore αλλά η κεντρική ιδέα: πόσο πιο αρρωστημένη μπορεί να είναι και πόσο πιο σοβαρά μπορεί να αποδοθεί.

Και όταν μιλώ για σοβαρότητα, δεν εννοώ σοβαροφάνεια. Υπάρχει χιούμορ στο Centipede, αλλά ποτέ εν αγνοία του. Ακόμη και ο καημένος ο Ρότζερ Ίμπερτ αρνήθηκε να δώσει "αστεράκια" γι αυτό, δίχως όμως να αρνηθεί στο, όπως πάντα, εξαίσιο και ουσιώδες κείμενο του πως επρόκειτο για ένα φιλμ καλοστημένο και εξαιρετικά μελετημένο.

Τις ταινίες τύπου Wolf Creek τις σιχαίνομαι. Οσο καλογυρισμένες κι αν είναι, σερβίρουν έναν μηδενισμό για 13χρονα, πλήρως απολυταρχικό, ισοπεδωτικό και εξοργιστικά απαίδευτο (ο απόλυτος πάτος αυτής της τάσης, το A Serbian Film - που πιστέψτε με, δεν αξίζει να το δείτε για κανένα λόγο). Στην περίπτωση Centipede κρατώ μιαν επιφύλαξη. Θα επανέλθω, αφού δω και το Victim.

Οι κεντρικές τους ιδέες δείχνουν εντελώς Καφκικές πάντως, δεν βρίσκετε; Είναι δηλαδή ένα μείγμα ψυχοπαθολογικού τρόμου ιδιαίτερα επιδραστικό, αν οι αναλογίες δουλευτούν σωστά. Διάολε, και μόνο ο τίτλος "Victim" - έτσι, σχεδόν χιουμοριστικά κυνικός - παραπέμπει στην προβληματική του ψυχάκια Φραντς, που, δεν ξερω αν το ξέρετε, αλλά ξεκαρδιζόταν διαβάζοντας τα δημιουργήματα του. Και εδώ, το χιούμορ της όλης κατάστασης δεν δείχνει να εκπίπτει ποτέ στο βούρκο του χαβαλέ, κάτι που κάνει την όλη κατάσταση ακόμη πιο ενδιαφέρουσα (μιας και το splatter είναι ελάχιστο).

Παρασκευή, 19 Νοεμβρίου 2010

Από το Metropolis στο Avatar.

Λένε πως οι κριτικοί κινηματογράφου απολαμβάνουν να ρίχνουν στα Τάρταρα ταινίες που έχουν στοιχίσει δισεκατομμύρια. Ταινίες-μεγαθήρια, ταινίες που συνοδεύονται από ένα σαρωτικό κύμα προώθησης, ταινίες σκηνοθετών γνωστών για την αγάπη τους προς τα πανάκριβα παιχνίδια. Και το απολαμβάνουν επειδή είναι οι ίδιοι κομπλεξικοί. Από τη ζήλια τους δηλαδή, που βλέπουν κάτι να τους ξεπερνά σε τέτοιο βαθμό. Και χύνουν μελάνι-δηλητήριο για να γλυκάνουν της μετριότητας το απωθημένο. Παρεμπιπτόντως, αυτοί που τα λένε αυτά, συνήθως, κάνουν την ίδια δουλειά. Ελπίζω πάντως να μην είμαι ένας από αυτούς τους «κομπλεξικούς». Γιατί το Avatar δεν το λάτρεψα.

Η διατύπωση δεν είναι τυχαία. Η λέξη Avatar κουβαλά από μόνη της κράμα θεϊκό: η ακριβής της μετάφραση είναι μάλλον ασαφής, αν και το διαδυκτιακό λεξικό “Alexandria” την ορίζει στα ελληνικά ως «θεϊκή ενσάρκωση», ερμηνεία που θα κρατήσω προς χάρην αυτού του κειμένου. Αναλόγως, η ταινία Avatar βρίθει «πιστών» ανάμεσα στους κινηματογραφόφιλους. Διάολε, είναι η νέα ταινία του James Cameron, δώδεκα χρόνια (και βάλε) μετά τον σαρωτικό Τιτανικό, η ταινία που, λέει, δεν έγινε νωρίτερα επειδή η τεχνολογία που είχε στα χέρια της ο Δημιουργός Κάμερον δεν ήταν αρκετά ανεπτυγμένη. Εννοούσε την τεχνολογία των τριών διαστάσεων.

Από την δεκαετία του 50 βέβαια οι θαμώνες των σκοτεινών αιθουσών φορούσαν τα ειδικά γυαλιά που προσέδιδαν στην εκάστοτε 3D ταινία ένα βάθος πεδίου που πλησίαζε, είτε πολύ, είτε ελάχιστα, αυτό της πραγματικότητας. Και αναλόγως του φιλμ, διάφορα αντικείμενα πεταγόντουσαν από την οθόνη. Ψαλίδια στο Τηλεφωνήσατε Ασφάλεια Αμέσου Δράσεως (1954), σπλάχνα στο Σάρκα Για Τον Φράνκενστάιν (1973), μέχρι το παπάρι του John Holmes στο Hard Skin (1977). Το 3D επανήλθε ως μόδα κάπου στις αρχές των 80s και χάθηκε μετά από μία σειρά μετριότατων ταινιών τρόμου. Η ψηφιακή επανάσταση όμως (της οποίας πρωτοστάτησε ο Cameron με τον δεύτερο Terminator του, το 1991) ήρθε να προσφέρει τις υπηρεσίες της στο φθαρμένο αυτό «θέλγητρο». Κι έτσι, είδαμε ταινίες σαν το Beowulf και το The Final Destination, που προσέφεραν ως κυριότερο προσόν τους την σιγουριά της ψευδαίσθησης. Το «εφέ» πλέον λειτουργεί και ο θεατής «βυθίζεται» με άνεση στο λούνα-παρκ που στήνουν γι αυτόν οι ορεξάτοι παραγωγοί.

Κάποιες συμβάσεις όμως είναι απαραίτητες: οι ταινίες συνήθως είναι σκοτεινές, προς αποφυγή μιας ενοχλητικής «θωλούρας» - η τεχνική παρουσιάζει ακόμη προβλήματα. Επίσης είναι απαραίτητες κάποιες περιστροφικές κινήσεις της κάμερας για να κάνει «κρα» το εφέ, και για τον ίδιο λόγο, η θέση λήψεως είναι πότε χαμηλή, πότε στα ουράνια – ποτέ «στη θέση της». Το αν η σκηνή το «σηκώνει» δραματουργικά είναι, συνήθως, αδιάφορο.

No problems here: το Avatar είναι λουσμένο στο φως, τρισδιάστατο όχι επειδή «πρέπει» αλλά επειδή «έτσι είναι» (ελπίζω να γίνομαι κατανοητός). Είναι ένα εντυπωσιακό τεχνικό επίτευγμα και, από μόνο του, ικανό να σηκώσει από την καρέκλα του τον «καναπεδάκια», αλλά και αυτόν που προτιμά να κλειδώνεται στο πολυαγαπημένο του home theater. Ο λόγος απλούστατος: αυτού του είδους η τρισδιάστατη εμπειρία ΔΕΝ μπορεί να αναπαραχθεί πουθενά αλλού παρά μόνο σε ειδικά διαμορφωμένες κινηματογραφικές αίθουσες. Επίσης είναι απόρθητη στις διαθέσεις των εκάστοτε «πειρατών». Καμιά κρυμμένη βιντεοκάμερα, όσο καλή κι αν είναι, δεν θα μπορέσει να καταγράψει το θαύμα που μόνο τα μάτια σας μπορούν να δουν. Βλέπετε, δεν έχω μιλήσει ακόμη για την υπόθεση, και οι θεϊκοί όροι δίνουν και παίρνουν. Τι συμβαίνει όμως στο Avatar;

Στο όχι και τόσο μακρινό μέλλον, ο πλανήτης Πανδώρα σκυλεύεται από ανελέητους γήινους καπιταλιστές. Ο λόγος, ένα ορυκτό που αξίζει 20 εκατομμύρια δολάρια το κιλό. Μόνο που ο πλανήτης κατοικείται. Και οι κάτοικοι του δεν είναι διατεθειμένοι να επιτρέψουν στους γήινους την επικείμενη καταστροφή της χλωρίδας και πανίδας τους. Γιατί η Φυση της Πανδώρας κουβαλά θεϊκή υπόσταση, σοφία, ακόμη και αναμνήσεις ενός λαού, ενος ολάκερου πολιτισμού. Για να διευκολύνουν όμως τη δουλειά τους, οι δαιμόνιοι άνθρωποι χρησιμοποιούν ένα σύστημα που μεταφέρει τη συνείδηση ενός ατόμου σε ένα υβρίδιο ανθρώπων και ιθαγενών ανθρωποειδών του πλανήτη Πανδώρα, των λεγόμενων Na'vi, γνωστό ως "avatar". Και ένας πεζοναύτης αναλαμβάνει να παρεισφρύσει στους Na'vi, με την ελπίδα να εξασφαλίσει τη βοήθειά τους - ή τουλάχιστον τη συναίνεσή τους - στην εξόρυξη του ορυκτού.

Άνθρωποι σε μηχανές, εναντίον ανθρώπων μέσα σε «ξένα» σώματα. Πολεμόχαροι και πολυεθνικές εναντίων οραματιστών και επαναστατών. Οι σημάνσεις όσο προφανείς γίνεται – δεν διαφέρουν καθόλου από αυτές του Τιτανικού αν το καλοσκεφτείς (μόνο που στον Τιτανικό υπήρχε το βάρος μιας αληθινής τραγωδίας).

Στο τέλος βέβαια (μετά από εκατόν είκοσι λεπτά που, μεταξύ μας, θα μπορούσαν και να είναι λιγότερα) έρχεται ένα φινάλε αποθεωτικό. Οι σκηνές μαχών στέλνουν κατευθείαν το σαγώνι σου στο πάτωμα. Και η post-New-Age ματιά του Cameron, ολοφάνερη και λαμπερή. Όσο για τα συμβολικά βαφτίσια, εκεί χάνει η μάνα το παιδί και το παιδί τη μάνα: Πανδώρα ο πλανήτης, τέκνα του Ναβή οι εξωγήινοι, Νεφερτίτη η ωραία ηρωίδα, Avatars οι καλοί, και είμαι σίγουρος ότι μου έχουν ξεφύγει μια ντουζίνα τέτοιες αναφορές. Αναφορές που δεν φτιάχνουν μια δυνατή αλυσίδα, αλλά πασπαλίζουν το όλο concept με pseudo-intellectual μαϊντανό, ικανό για να θαμπώσει τους έφηβους, ανεξαρτήτως ηλικίας και ιδιότητας.

Όλα αυτά σε μια εντελώς humor-less ταινία. Δεν υπάρχει ούτε στιγμή χαλάρωσης, μόνο μια σοβαρότητα που κρέμεται πάνω από τη δραματουργία, λες και το υπόβαθρο του Avatar δεν διαφέρει διόλου απ'αυτό του 2001 ή της Ταρκοφσκικής Θυσίας. Μπορεί πάντως και να γίνει το Star Wars της γενιάς του. Μόνο που το τελευταίο δεν πούλησε φύκια για μεταξωτές κορδέλες, δεν πήρε ποτέ τον εαυτό του στα σοβαρά, απλά άφησε τους τρελαμένους οπαδούς του να το προάγουν σε θρήσκευμα και φυσικά το εκμεταλεύτηκε (και καλά έκανε). Τούτο εδώ το φιλμ, απαιτεί λατρεία και σεβασμό. Όχι ως θέαμα αλλά ως περιεχόμενο. Το δείχνει ο, σχεδόν νεκρικά σοβαρός του τόνος. Και δεν το δικαιούται, όσο εντυπωσιακό, όλο καλοφτιαγμένο, όσο ονειρικό κι ας είναι. Γιατί πίσω από τη δράση και την καλλιέπεια, ο Cameron ρητορεύει. Άτσαλά, απλοϊκά και με μια επίφαση σπουδαιότητας που σπάει καρύδια.

Οι παραγωγοί πάντως ας στήσουν ένα Avatar για πάρτη του. Ο σκηνοθέτης έχει στήσει ένα υπερθέαμα με την κυριολεκτική έννοια του όρου, και παράλληλα το έχει «ασφαλίσει» όσο γίνεται καλύτερα από το φόβητρο του downloading. Αυτό είναι και το σημαντικότερο (αν όχι το μοναδικό) του επίτευγμα.

Γιατί το φιλμ σάρωσε. Και έθεσε νέα στανταρ, αλλάζοντας την φιλμική πραγματικότητα. Η Αλίκη του Τιμ Μπάρτον έγινε 3D αν και κάτι τέτοιο δεν ήταν μέσα στα σχέδια του δημιουργού της. Ο οποίος έκανε – σε δημιουργικό επίπεδο – μια τρύπα στο νερό αλλά και πάλι η ταινία έκανε τρελές εισπράξεις (παγκοσμίως, ξεπέρασε το ένα δις!). Αυτό τι μας λέει; Ότι ο κόσμος είναι διατεθειμένος να αφήσει τον καναπέ του και να τραβηχτεί μέχρι την πλησιέστερη αίθουσα αρκεί κάποιος να του προσφέρει την τρισδιάστατη εμπειρία.

Rewind: Στην προβολή της πρώτης κινηματογραφικής ταινίας (την Αφιξη του Τρένου των αδελφών Λιμιέρ) το κοινό έτρεξε έντρομο προς την έξοδο θεωρόντας ότι το τρένο είναι αληθινό. Βεβαίως, τότε το φιλμ ήταν... ασπρόμαυρο και κακης ποιότητας. Η ψευδαίσθηση όμως λειτουργούσε. Αλλά, ως γνήσιος junkie, ο καταναλωτής φιλμικών εικόνων απαίτησε μια ολοένα και εντονότερη κινηματογραφική εμπειρία, πρόθυμος να σκάσει κάτι παραπάνω. Έτσι, ήρθε ο ήχος, ενώ στη συνέχεια το φιλμ έγινε έγχρωμο, πανοραμικό (σινεμασκόπ), τρισδιάστατο, ενώ διάφορα κολπάκια των παραγωγών έκαναν την εμφάνιση τους. Το αγαπημένο μου ήταν το Odorama, όπου μαζί με το εισιτήριο, ο θεατής έπαιρνε μαζί του και μια κάρτα με αριθμούς. Όταν ο συγκεκριμμένος αριθμός εμφανιζόταν στην οθόνη, ο θεατής έπρεπε να ξύσει την κάρτα στο επίμαχο σημείο και να... μυρίσει ότι υποτίθεται ότι οσφραίνονταν οι πρωταγωνιστές. Ο Τζον Γουότερς χρησιμοποίησε την τεχνική στο Polyester (1981), μόνο που οι μυρωδιές που περιμεναν το ταλαίπωρο κοινό ήταν οι χειρότερες: κλανιές, ρεψίματα, βρώμικες κάλτσες κ.ο.κ. Ήταν κι αυτό μια κάποιου είδους ανατροπή.

Και τώρα λοιπόν που η ψευδαίσθηση είναι πλήρης, τι μας περιμένει; Πολλά blockbusters προφανώς. Και μπόλικα σίκουελ του Avatar (ήδη ο Κάμερον δουλεύει πάνω στην πρώτη συνέχεια). Και, ελπίζω, η «επίμαχη» αυτή τεχνική να προσελκύσει και σοβαρότερους δημιουργούς. Μπορείτε, για παράδειγμα, να φανταστείτε την «Επιστροφή» του Σβγιάκγιντσεφ σε 3D; Ή, το «Κουρδιστό Πορτοκάλι» του Κιούμπρικ; Τι θα έκανε άραγε ο Τρίερ, αν κάποιος του παρείχε μια 3D υποστήριξη;

Φυσικά, υπάρχει και ένα άλλο θέμα. Τι έπεται για τη συνέχεια; Τώρα που και το 3D είναι μια πραγματικότητα, τι άλλο θα μπορούσε να επιτευχθεί για να κρατήσει το κοινό στις αίθουσες; Ας μην ξεχνάμε πως η τσέπη μας υποφέρει. Πως το 3D ήρθε σε μια εποχή οικονομικής κρίσης. Πως έχουν σκάσει και κάτι περιποιημένα «σοσιαλιστικά» μέτρα – που βέβαια και αυτά με τη σειρά τους ούτε που αγγίζουν τις τράπεζες ή την εκκλησία για να προφυλαχθούν κάποια δικομματικά κωλαράκια. Αν δεν υπήρχε το θέλγητρο του 3D, ακόμη και ο τελευταίος συνταξιούχος περιπτεράς στο τελευταίο χωριό θα μάθαινε τι σημαίνει torrent και πως μπορεί, μέσω αυτών, να βλέπει ταινίες τζάμπα. Άρα, η συγκυρία κάθε άλλο παρά τυχαία είναι. Σύντομα η τρισδιάστατη θέαση θα μπορεί να είναι εφικτή και στα σπίτια μας. Και τότε τι θα γίνει; Πως θα μας κρατήσουν στις αίθουσες; Λέτε στο μέλλον να μπορούμε να αγγίξουμε τους αγαπημένους μας σταρ; Κι αν ναι, πως θα μεταφραστεί αυτό στις ταινίες πορνογραφικού περιεχομένου; Γιατί, αν μπορούμε να τους αγγίξουμε, γιατί να μην τους πηδήξουμε κιόλας;

Κάποτε πηγαίναμε σινεμά για την εμπειρία της συλλογικότητας. Επειδή – ας μην ακουστεί «κάπως» αυτό – ο περισσότερος κόσμος ήξερε, πάνω-κάτω, γιατί πηγαίνει σινεμά. Ξεκινούσε από το σπίτι του έχοντας επιλέξει μια συγκεκριμμένη ταινία και πήγαινε να συναντήσει τους άλλους που είχαν κάνει την ίδια επιλογή μ’αυτόν. Με την έλευση των multiplex αυτό χάθηκε. Οι αίθουσες έγιναν συμπληρώματα εμπορικών κέντρων και τα καθίσματα υποδέχτηκαν «θεατές» με ανοιχτά κινητά και στόματα που, όταν έβρισκαν τις πολυαίθουσες γεμάτες, «κερνούσαν» την ιδεολογία τους και το κοινό των μεμονομένων κινηματογράφων. Ναι, χρησιμοποίησα την λέξη «ιδεολογία». Βλέπετε, δεν πιστεύω ότι το πρόβλημα της εποχής μας είναι η απουσία των ιδεολογιών. Αλλά μάλλον το ότι ΟΛΑ έχουν μετατραπεί σε ιδεολογία. Αυτός πάντως είναι ο λόγος που έστησα σπίτι μου ένα home theatre με μια οθόνη κινηματογραφική. Ο λόγος δηλαδή που δεν πάω πλέον σινεμά όσο συχνά θα ήθελα.

Θα μου πείτε πως αυτά που γράφω είναι ακραία και πως είμαι ένας ελιτιστής σνομπ.

Τον Φεβρουάριο του 2010 λοιπόν, αυτός ο σνομπ βρέθηκε στο 60ο Φεστιβάλ Βερολίνου. Μεγάλη διοργάνωση, άκρως σινεφιλική, και φέτος μάλιστα, επετειακή. Που σημαδεύτηκε από ένα μεγάλο γεγονός. Την προβολή της αναπαλαιωμένης κόπιας του Metropolis του Φριτς Λανγκ στην – σχεδόν – πλήρn εκδοχή της. Βλέπετε, όταν πρωτοπροβλήθηκε η ταινία, το 1927, το χρονόμετρο έγραφε 210 λεπτά. Ο σκηνοθέτης της έφτιαξε και υπέγραψε μια πιο μαζεμένη εκδοχή, 160 λεπτών. Που μέσα σε τέσσερις μήνες έγιναν 93! Γιατί η παραγωγός εταιρία τρόμαξε με την εμπορική αποτυχία της ταινίας και θεώρησε πως μια συντομευμένη βερσιόν ίσως και να της έφερνε πίσω τα φράγκα που έσκασε. Η δε Paramount έστησε ένα άλλο μοντάζ, διάρκειας 114 λεπτών. Και το αρνητικό πήγε στα σκουπίδια. Έτσι, το χαμένο υλικό έγινε το άγιο δισκοπότηρο των απανταχού σινεφάγων.

Ποτέ μη λες ποτέ όμως. Το χαμένο υλικό (ή, για να είμαστε ακριβείς, το μεγαλύτερο κομμάτι του) βρέθηκε τελικά σε μια ταινιοθήκη στο Μπουένος Άιρες! Γιατί κάποιος λέει είχε προλάβει να αγοράσει μια κόπια, λίγες εβδομάδες πριν την καταστροφή του φιλμ από την παραγωγό εταιρία.

Το ίδρυμα Λανγκ στρώθηκε στη δουλειά και έφτιαξε την καλύτερη κόπια από το υλικό αυτό. Και, όταν το ημερολόγιο έγραψε 12 Φεβρουαρίου, στην Πύλη του Βραδεμβούργου έγινε η πρώτη προβολή. Νύχτα. Έξω. Με το θερμόμετρο να είναι κολλημένο στους μείον δώδεκα βαθμούς Κελσίου. Κι όμως, δυο χιλιάδες άνθρωποι βρέθηκαν εκεί. Ανάμεσα τους και ο γραφων, που τράβηξε την φωτογραφία που κοσμεί το κείμενο.

Και ήταν όλοι εκεί. Ο κουστουμαρισμένος ευγενής μεσήλιξ, ο 15χρονος skate-άς, τα παντρεμένα ζευγαράκια παρέα με τα παιδιά τους, η εναλλακτική πιτσιρικαρία, όλες οι τάξεις και όλες οι ηλικίες. Που ενώθηκαν από κάτι που τους ξεπερνούσε: από την ανάγκη να ανακαλύψουν ξανά ένα κομμάτι της ιστορίας τους που τους καίει και τους αφορά. Κάποιες παρέες χορεύουν για να αντέξουν το κρύο. Άλλοι έχουν φέρει καφέ και σούπα και την προσφέρουν στον κόσμο δίχως να ζητούν αντίτιμο. Και κάποιοι άλλοι έχουν μείνει ακίνητοι. Λόγω κατανύξεως και όχι... καταψύξεως.

Ο δυστυχής Λανγκ πέθανε το 1976. Έζησε το διχασμό της χώρας του, και ποτέ του δεν ξεπέρασε την καταστροφή του αριστουργήματος του. Δεν θα μπορούσε ποτέ να φανταστεί πως τελικά, το φιλμ του δεν χάθηκε. Και πως, σε μια Γερμανία που χωρίστηκε και ενώθηκε για τις ίδιες πολιτικές σκοπιμότητες, το Metropolis θα ένωνε ξανά έναν λαό ανασφαλή και φοβισμένο. Έστω και για μια νύχτα.


Τελικά, κάποιες ταινίες διατηρούν ακόμη αυτή την παλιά δύναμη. Κι ας μην είναι τρισδιάστατες. Ή μήπως είναι;

(Η νέα αυτή εκδοχή του Metropolis κυκλοφορεί τώρα σε dvd kai blu-ray. Επίσης, το παρόν κείμενο αποτελεί σύμπτυξη δυο παλαιότερων που είχαν δημοσιευτεί, στο περιοδικό Velvet. Γράφτηκαν ως ένα όμως, και ως ένα τα ανέβασα εδώ. Την φωτογραφία την τράβηξα με το κινητό μου, εκείνη τη νύχτα. Δεν φαίνεται καλά, αλλά χιονίζει).

Τρίτη, 16 Νοεμβρίου 2010

Συγκέντρωση Υπογραφών - Διαμαρτυρία για την απουσία της Ταινιοθήκης της Ελλάδος από τον νέο κινηματογραφικό νόμο

Στο καινούριο σχέδιο νόμου
που προωθεί η Ελληνική Κυβέρνηση
για τον κινηματογράφο
έχει απαλειφθεί κάθε αναφορά
στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος.

Σας παρακαλούμε να ενώσετε και τις δικές σας φωνές διαμαρτυρίας
για αυτήν την παράλειψη μαζί με τις δικές μας, υπογράφοντας την έκκλησή μας
προς τον Υπουργό Πολιτισμού με την οποία ζητούμε να συμπεριληφθεί
ειδική πρόβλεψη στο νέο νόμο περί κινηματογράφου, προκειμένου
η Ταινιοθήκη να συνεχίσει το έργο της τόσο ως κινηματογραφικό αρχείο,
όσο και ως ψηφιακή βιβλιοθήκη και μουσείο.

Πατήστε
για να συμμετάσχετε
στη συγκέντρωση υπογραφών

The new law for Greek cinema, which is now being
formally discussed in the Greek Parliament, totally excludes
the Greek Film Archive from any provision.

In the face of such adversities
we invite you to join your voice with ours in protest,
by signing our petition to the Minister of Culture,
so as to include a special provision in the new cinema law,
in order for the Greek Film Archive to continue its work not only as film archive
but also as digital library and museum of cinema.


(Έχουν δίκιο, υπογράψτε αν το θέμα σας καίει)

On A Side Note,

μήπως οι κινηματογραφιστές στην ομίχλη θα έπρεπε να σταματήσουν να στέλνουν δελτία τύπου δίχως υπογραφές; Αφού ξέρουμε όλοι πλέον ότι το νομοσχέδιο δεν υποστηρίζεται ομόφωνα απ'όλους και πως υπάρχουν πολλά εσωτερικά προβλήματα στο όλο κάποτε ελπιδοφόρο κίνημα. Επίσης, μέσα στην ομίχλη, πόσοι παραγωγοί είναι εφοδιασμένοι με πυξίδες;


Δευτέρα, 15 Νοεμβρίου 2010

Δεν. Έχω. Λόγια.




Σκηνοθετεί ο Uwe Boll.

Mauvaises Nouvelles Des Etoiles



Σπίτι, τσιγάρα, νύχτα, μουσική.
Και λίγο τζιν.
Μια ωραία γωνιά δηλαδή.
Και περισσότερες λέξεις να σπείρω
στο ραγισμένο δρόμο.

ένα κλικ

"Between Bears" - A short film by Eran Hilleli


Σημείωμα σκηνοθέτη:

"Μy graduation film at bezalel academy of art and design.
Α debt to my childhood and other lives i hope i lived.
Ιnspired by words of songs that i admire."

Κυριακή, 14 Νοεμβρίου 2010

Marlon Brando. Η πραγματική τραγωδία.

Οι πρωταγωνιστές είναι μοναχικοί άνθρωποι, σχεδόν εξ ορισμού. Ο πιο χαρακτηριστικός από δαύτους, ο μόνος που επιβίωσε και μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο ήταν ο Μπόγκαρτ. Άνθρωπος με κώδικα (ηθικό, αισθητικό, ιπποτικό) σε μια διεφθαρμένη κοινωνία. Είχε, σα να λέμε, την εσωτερική γνώση της φύσης του εχθρού. Μια περίπλοκη, αστική εκδοχή του "δυτικού" που, κλασικά, ήξερε και τις δύο πλευρές του νόμου και ήταν αρκετά σκληρός να κάνει το σωστό, αλλά eπειδή έτσι γούσταρε.

Ο Μπράντο όμως αντιπροσώπευσε μια αντίδραση ενάντια στη μεταπολεμική μανία για ασφάλεια. Γι΄αυτό και οι μαμάδες τον έτρεμαν: Δεν είχε κανέναν κώδικα, ηταν έντονα αντικοινωνικός και γι αυτό, παραδόξως, αγαπήθηκε όσο λίγοι. (Στην Αγγλία φοβήθηκαν πως ο "Ατίθασος" θα υποκινούσε τους εφήβους σε βίαιες εξεγέρσεις - και είχαν φυσικά δίκιο).

Σε όλη τη ζωή και τη σταδιοδρομία του, οι συγκρουόμενες προσωπικότητες του - ο ευαίσθητος καλλιτέχνης ενάντια στο κτήνος - τον καθόρισαν και τον αναθεμάτισαν. Μπορείτε να τις βρείτε στον Βίτο Κορλεόνε. Ή στον Τέρι, τον λιμενεργάτη που θα μπορούσε να είναι "κάποιος". Τις βλέπετε και στον Στάνλεϊ Κοβάλσκι, τον "βάρβαρο" που εκφράζει την αγάπη του με μια διαπεραστική, ανατριχιαστική κραυγή. Ως ακροατήριο, αισθανθήκαμε προστατευτικοί απέναντί του: από πού πήγαζε τόση μοναξιά;

Στη συνέχεια βέβαια (και μέχρι την εμφάνιση του στον Νονο) η καριέρα του πήρε την κατιούσα. Ο Μπράντο έγινε ένας "εκκεντρικός", αξιοπερίεργο των ανόητων δημοσιογράφων, ενδεχομένως ο μόνος τρόπος με τον οποίο μπορούσε να συντηρήσει την απαιτούμενη απόσταση του από τους άλλους. Ο Μάρλον Μπράντο δεν δίστασε να πλάσει μια καρικατούρα του κάποτε αγαπητού εαυτού του - επιστρέφοντας δηλαδή την όποια "φιλοφρόνηση", πίσω στα μούτρα του κοινού. Αλλά τα περίφημα ΜΜΕ και οι αφ΄υψηλού θεωρητικοί της τέχνης, δεν "έπιασαν" ούτε αυτό.

Και βέβαια, μετά την θλιβερή εκείνη Παρασκευή που ανακοινώθηκε ο θάνατος του, αυτά ακριβώς τα ΜΜΕ προτίμησαν να ασχοληθούν με τις "γαργαλιστικές" λεπτομέρειες της ζωής του. Πόσα παιδιά είχε, πόσα λεφτά κέρδισε, πόσους φίλους έχασε, τι λέγαν οι γυναίκες του γι¨αυτόν, ποιά παιδιά του πέθαναν και πώς, πόσα έφαγε, πόσα ξοδεύτηκαν στους δικηγόρους και άλλα τέτοια χαριτωμένα. Και όλα αυτά, για να τσεπώσουν ένα κομμάτι από το μύθο του, σαν τουρίστες στο Τείχος του Βερολίνου. Ποιός ανέφερε για παράδειγμα το "One-eyed Jacks'", το καταποντισμένο εμπορικά αλλά αριστουργηματικό, ελεγειακό γουέστερν που σκηνοθέτησε ο ίδιος αντικαθιστώντας τον Στάνλεϊ Κιούμπρικ. Ένα από τα σπουδαία σκηνοθετικά ντεμπούτα στην ιστορία του νεότερου αμερικανικού σίνεμα που έμεινε... ντεμπούτο.

Γιατί η πραγματική τραγωδία, η μεγαλύτερη απ΄όλες αυτές, είναι ότι τριάντα χρόνια, αυτό το ερμηνευτικό τέρας, δεν βρήκε ένα χαρακτήρα να ξεδιπλώσει το μοναδικό του ταλέντο, μια γαμημένη ευκαιρία να "ανασάνει", να γραπωθεί από έναν αληθινό χαρακτήρα και να τον κάνει δικό του. "Δεν έχω το ηθικό σθένος να αρνηθώ τα χρήματα, γι΄αυτό και δεν εγκαταλείπω το Hollywood" έλεγε. Ήταν όμως ο ίδιος που αρνήθηκε να παραλάβει το Όσκαρ που κέρδισε για τον Νονό το 1973. Ο ίδιος που απέφευγε τα φώτα της δημοσιότητας και στις ελάχιστες δημόσιες δηλώσεις του, το αιτιολογούσε: "Το μόνο πράγμα που εξακολουθεί να μου φέρνει εμετό όλα αυτά τα χρόνια είναι το να παρακολουθώ προσωπικές εξομολογήσεις ηθοποιών στην τηλεόραση".Βλέπετε, ο Μπράντο, όπως και όλοι οι πραγματιμά μεγάλοι του αμερικανικού σινεμά, ο Όρσεν Γουέλς, ο Τζον Κασσαβέτης ή ο Τζέρι Λιούις, δεν κατόρθωσε ποτέ να αφομοιωθεί από ένα σύστημα στο οποίο αντιδρούσε εξ' αρχής.

Αν κάτι μας λείπει, είναι αυτή η ακεραιότητα.

Παρασκευή, 12 Νοεμβρίου 2010

Nick Drake "Parasite" - (album: "Pink Moon" - Simply Music UK, 1973)


Lifting the mask from a local clown
Feeling down like him
Seeing the light in a station bar
And travelling far in sin
Sailing downstairs to the northern line
Watching the shine of the shoes
And hearing the trials of the people there
Who's to care if they lose.
And take a look you may see me on the ground
For I am the parasite of this town.

Dancing a jig in a church with chimes
A sign of the times today
And hearing no bell from a steeple tall
People all in dismay
Falling so far on a silver spoon
Making the moon for fun
And changing a rope for a size too small
People all get hung.
Take a look and see me coming through
For I am the parasite who travels two by two.

When lifting the mask from a local clown
And feeling down like him
And I'm seeing the light in a station bar
And travelling far in sin
And I'm sailing downstair to the northern line
Watching the shine of the shoes
And hearing the trials of the people there
Who's to care if they lose.
And take a look you may see me on the ground
For I am the parasite of this town.
And take a look you may see me in the dirt
For i am the parasite who hangs from your skirt.

(To Pink Moon έμελε να είναι το τελευταίο άλμπουμ του Drake. Το 1974 η κατάθλιψη τον νίκησε. Σε ηλικία μόλις 26 ετών. Κάθε στίχος του Parasite κρύβει μέσα του τόση οδύνη και πόνο, που απορείς πως κατάφερε ν΄αντέξει τόσο. Είναι ένα υπέροχο τραγούδι. Σ'ευχαριστώ που μου το θύμισες.)

Πέμπτη, 11 Νοεμβρίου 2010

"Nirvana", a poem by Charles Bukowski, read by Tom Waits.


not much chance,
completely cut loose from
purpose,
he was a young man
riding a bus
through North Carolina
on the way to somewhere
and it began to snow
and the bus stopped
at a little cafe
in the hills
and the passengers
entered.
he sat at the counter
with the others,
he ordered and the
food arived.
the meal was
particularly
good
and the
coffee.
the waitress was
unlike the women
he had
known.
she was unaffected,
there was a natural
humor which came
from her.
the fry cook said
crazy things.
the dishwasher.
in back,
laughed, a good
clean
pleasant
laugh.
the young man watched
the snow through the
windows.
he wanted to stay
in that cafe
forever.
the curious feeling
swam through him
that everything
was
beautiful
there,
that it would always
stay beautiful
there.
then the bus driver
told the passengers
that it was time
to board.
the young man
thought, I'll just sit
here, I'll just stay
here.
but then
he rose and followed
the others into the
bus.
he found his
seat
and looked at the cafe
through the bus
window.
then the bus moved
off, down a curve,
downward, out of
the hills.
the young man
looked straight
foreward.
he heard the other
passengers
speaking
of other things,
or they were
reading
or attempting to
sleep.
they had not
noticed
the magic.
the young man
put his head to
one side,
closed his
eyes,
pretended to
sleep.
there was nothing
else to do-
just to listen to the
sound of the
engine,
the sound of the
tires
in the
snow.

Τρίτη, 9 Νοεμβρίου 2010

Hell is a place without love.

Στο σαλόνι του σπιτιού που μεγάλωσα, στη Χατζηκυριακού, είχαμε ένα μεγάλο καθρέφτη. Ελλειπτικός σε σχήμα, θύμιζε κάδρο παραδοσιακού πορτραίτου. Όπου, βεβαίως, αν είσαι πιτσιρικάς, «τοποθετείς» τον εαυτό σου. Άπειρες φορές στήθηκα μπροστά του, προσπαθώντας να αναπαράγω τον τρόπο που ο Κλιντ Ίστγουντ άναβε το τσιγάρο. Ή το βέβαιο για την γοητεία του – αλλά και τόσο ευαίσθητο συνάμα - βλέμμα, του Κάρι Γκραντ. Μια σεκάνς στο repeat, τώρα που χάριν αυτού του κειμένου προσπαθώ να αποσαφηνίσω αναμνήσεις θολές. Αρρώστια παιδική και πάρα πολύ σοβαρή αν δεν την προλάβεις νωρίς.

Γιατί, βλέπεις, δυο είναι τα ενδεχόμενα. Το ένα, να τρως συνεχώς τα μούτρα σου προσπαθώντας αποτυχημένα να μιμηθείς αυτή την κίνηση, το άναμμα του τσιγάρου, το βλέμμα. Το άλλο, είναι να τα πετύχεις. Και να τ' αφήσεις να σου κάνουν την ίδια ζημιά. Μπορείς βέβαια να κάνεις και το τρίτο: να χοροπηδάς από την σινελατρεία στην απαξίωση της, αναλόγως με τα χαρτιά που η ζωή σου μοιράζει, δήθεν για να επιβιώσεις. Έλα όμως που εκεί το βάσανο είναι αβάσταχτο: τουλάχιστον ο «καθαρός» κινηματογραφόφιλος μπορεί να ζει διαρκώς ευτυχισμένος στην σινεφιλικώς πλασμένη πραγματικότητα του, αρκεί να το αποφασίσει. Ο ταλαίπωρος άλλος, βιώνει κάθε καταπιεσμένο συναίσθημα με στόμφο κινηματογραφικό, αλλά δεν αντιδρά διόλου όταν η πραγματικότητα του τσακίζει το σινεμασκόπ κάδρο. Μόνο περιμένει στωικά την επόμενη, μαρτυρικά προσωρινή χαρά. Εκτός, κι αν το φιλμικό του πρότυπο είναι αυτό του εξ’ορισμού μοναχικού ήρωα, οπότε και εκπίπτει στη δεύτερη παραπάνω κατηγορία, μιας και η ταύτιση είναι πλήρης.

Και οι τρεις τους πάντως συναντιούνται σε μια σκοτεινή αίθουσα. Ιδίως σε αυτές των θερινών αιθουσών που προβάλλουν μια ταινία κλασσική, σαν, ας πούμε, την Καζαμπλάνκα, που έσκισε πέρσι. Να θαυμάσουν τον Μπόγκαρτ όταν αποχαιρετά την Ίνγκριντ. Και το φοβερό είναι ότι ενώ σε εικόνες σαν κι αυτές, το βλέμμα σου (άρα και οι πόνοι και οι επιθυμίες σου) μπορεί και αντανακλάται τέλεια, ταυτόχρονα υπάρχει και ο θαυμασμός ενός ειδώλου που σε ξεπερνά.

Τα χρόνια βέβαια πέρασαν και στα 90s, αυτό το πρότυπο ήρωα ξέφτισε. Δεν «περνούσε» πια, δεν έπειθε. Και σιωπηλά, όπως του αρμόζει, αυτοεξορίστηκε σ'έναν τόπο δίχως αγάπη. Και οι ήρωες έπαψαν να τσαλακώνονται. Και έπαψαν να έχουν ταυτότητα: Οι ίδιες πόζες, οι ίδιες «χορογραφίες», τα ίδια χουφτώματα, τα ίδια δήθεν αυτοειρωνικά καλαμπούρια. Αλλιώς κρατούσε το τσιγάρο ο Κόχραν, αλλιώς ο Λάνκαστερ, αλλιώς ο Νίκολσον. Τώρα, και με το τσιγάρο εξαφανισμένο από τις οθόνες χάριν πολιτικής ορθότητας, σημασία δεν έχει πια η ματιά του ήρωα πάνω στη πλοκή – δηλαδή στη ζωή την ίδια. Καμία απολύτως.

Μιλάω γι αυτή τη φθίνουσα λάμψη λοιπόν, που συνήθιζε να πυροδοτεί τις προβολές μου πάνω στην πραγματικότητα. Κάτω από την οποία, κρυβόταν όλη αυτή η μοναξιά που το ευρωπαϊκό σινεμά είδε και ανέλκυσε. Ο Κόχραν στην Κραυγή. Ο Λάνκαστερ στον Γατόπαρδο. Ο Νίκολσον στο Επάγγελμα Ρεπόρτερ. Ο Κλούνεϊ στον Αμερικάνο, την ταινία για την οποία προσπαθώ τόση ώρα να σου μιλήσω. Που στο βλέμμα του «δουλεύει» κάθε δευτερόλεπτο μιας πικρής ζωής. Γιατί, ο Αμερικάνος, πρώτα απ’όλα, δε μιλάει πολύ. Μέσα του ξετυλίγεται το βαρύ του ημερολόγιο, σελίδα-σελίδα. Γιατί, σε μια άλλη ταινία, από αυτές τις «ηρωικές» που επικρατούν τελευταία, ένα flashback θα είχε κριθεί απαραίτητο. Όχι εδώ.

Ο Αμερικάνος επίσης δεν χαμογελά ποτέ. Δεν είναι από αυτούς που τη βρίσκουν με τη δουλειά τους, παρόλο που στο σινεμά αφθονούν οι χαμογελαστοί μισθωμένοι φονιάδες. Τα βλέφαρα του, πάντοτε βαριά. Από το βάρος αυτών που οικειοθελώς στερήθηκε. Κλεισμένος στον εαυτό του. Όπου και είναι ασφαλής. Ή θα μπορούσε να ήταν. Αν δεν ήταν Αμερικάνος, αλλά Σαμουράι. Δυστυχώς, ατύχησε. Το μόνο που μπορεί να τον περιμένει είναι ο έρωτας. Και ό,τι άλλο τον ακολουθεί. Βέβαια μπορεί να μην είναι Σαμουράι, αλλά η μοναξιά που τον περικυκλώνει είναι αρκούντως Μελβιλ-ική. Τουτέστιν Ευρωπαϊκή. Στην τηλεόραση ενός μπαρ, στέκεται να χαζέψει ένα γουέστερν. Η οθόνη προβάλλει το «Κάποτε στη Δύση». «Sergio Leone, italiano», του ψιθυρίζει δεικτικά ο μαγαζάτορας. Κι από την Άγρια Δύση ακόμη, εξόριστος ο Αμερικάνος.

Με μόνο κώδικα, το ένστικτο του. Το οποίο και προσπαθεί να ξεγελάσει. Με τον ίδιο τρόπο που «οι αμερικάνοι προσπαθούν να ξεγελάσουν την Ιστορία», όπως λέει και ο ιερέας του μικρού ιταλικού χωριού όπου βρίσκεται, αναμένοντας την επόμενη του αποστολή. Μόνο που σε ιστορίες σαν κι αυτή, παραμονεύει μονάχα η τραγωδία. Σε μια στιγμή. Εκεί που ο Αμερικάνος χτυπά το τιμόνι. Εκεί που διπλώνομαι στο κάθισμα, από μια χαριστική βολή που εδώ και χρόνια αγνοώ. Εκεί που ο «M. Butterfly», ο Ήρωας, με το βλέμμα του πλέον να αντανακλάται στο δικό μου, και τη μορφή του μονίμως να με ξεπερνά, αντιλαμβάνεται το Τέλος που σκάει πάντα μια στιγμή πριν τη λύτρωση. Αυτό που ο ιερέας της ταινίας αντιλαμβάνεται ως "Κόλαση": "A world without love".

Εκεί που ζουν οι Ήρωες μου.

Αυτά, λέει, σας άρεσαν:

Ετικέτες