Ανακαλύψτε το σινεμά.

Τετάρτη, 14 Μαρτίου 2012

Dudley.


Όταν ήσουν πιτσιρίκι και συνειδητοποιούσες ότι σου άρεσε πολύ να βλέπεις ταινίες (ούτε καν "το σινεμά", τόσο πιτσιρίκι εννοώ), δε γινόταν να δεις ταινία με το Dudley Moore και να μην τον συμπαθήσεις. Είχε στο μέγιστο βαθμό αυτό που οι αμερικάνοι αποκαλούν "likable quality": με φάτσα παιδική, μικρό ανάστημα, και φωτεινό χαμόγελο, μπορούσε να παίξει ακόμη και έναν ανεύθυνο αλκοολικό δισεκατομυριούχο και να τον κάνει συμπαθή.

O Dudley Moore επίσης άρεσε πολύ στη νονά μου. Ευτυχές γεγονός, εκείνα τα χρόνια, για δυο λόγους: μου άρεσε πολύ ο Dudley Moore και επίσης μου άρεσε πολύ η νονά μου. Οπότε δε χάναμε ταινία του, είτε σε VHS, είτε στους κινηματογράφους. Στο θερινό "Γκρέκα" είχαμε δει το "Άρθουρ", σε βίντεο τα υπέροχα "Και τη μία και την άλλη" (Mickey + Maude) και "10" - αμφότερα σε σκηνοθεσία του Blake Edwards, μια συνεργασία που, σε ποιοτικό level ξεπερνά αυτή με τον Peter Sellers (αλήθεια είναι ρε παιδιά, σκεφτείτε το λίγο) και στο χειμερινό "Κάπιτολ" (εκεί που τώρα είναι το Marks & Spencer, στη Γρηγορίου Λαμπράκη) το "Μικρός πατέρας, μεγάλος γιός".

Το οποίο, εντάξει, μαλακία ταινία ήταν, αλλά και πάλι αυτός είχε πλάκα.

Ήταν εύκολο βλέπετε να μην αγαπήσεις μια ταινία απλά επειδή είχε τον Dudley Moore μέσα (έκανε αρκετές κακές επιλογές) αλλά ήταν αδύνατον να μην αγαπήσεις τον ίδιο, όπου κι αν τον έβλεπες. Δεν είχε όρους αυτή η αγάπη, τον αγαπούσες και στις κακές του ταινίες. Για απειροελάχιστους ηθοποιούς μπορεί κανείς να πει κάτι τέτοιο. Στις σελίδες του "Dudley Moore - an intimate portrait", n Rena Fruchter, η καλύτερη του φίλη και συγγραφέας του βιβλίου, περιγράφει έναν άνθρωπο πολύ κοντά σε αυτό που βλέπαμε στην οθόνη. Έναν άνθρωπο δηλαδή γεμάτο βαθιά καλοσύνη, που έκανε το ένα λάθος μετά το άλλο - ενίοτε πληγώνοντας άλλους - ακριβώς εξαιτίας της.

Ο Μουρ, εκτός από ηθοποιός, ήταν και σπουδαίος μουσικός (δεν είναι τυχαίος ο ρόλος του στο "10"), πιανίστας με κλασσική παιδία και τεράστιο ταλέντο στη jazz. Με πλούσια δισκογραφία και συνθετικές περγαμηνές αξιοθαύμαστες.Και πέρασε τα τελευταία χρονια της ζωής του χτυπημένος από προοδευτική υπερπυρηνική παράλυση, μια σπάνια ασθένεια, άγνωστου αιτιολογίας, που τη χαρακτηρίζουν αδυναμία κίνησης των ματιών, αταξία βάδισης και αυξημένη σπασμωδικότητα. Μοιάζει με το Πάρκινσον δηλαδή, αλλά είναι σαρωτικά εκφυλιστική. Σκέτη φρίκη δηλαδή. Περισσότερο απ' όλα τον στεναχωρούσε που δεν μπορούσε πια να παίξει μουσική. Στα 66 του χρόνια αποφάσισε να διακόψει τη φαρμακευτική αγωγή του, μην αντέχοντας τους πόνους αλλά και τη στεναχώρια του, και δυο μήνες μετά, πέθανε. Ο βρεττανικός τύπος, περιέργως, ποτέ δεν τον συμπάθησε ιδιαίτερα - και εννοώ τους άγγλους κριτικούς βασικά. Ακόμη και με την ασθένεια του έκαναν πλάκα, τα μοσχάρια.

Η κωμωδία σπάνια γνώρισε πιο ταλαντούχους ανθρώπους, πιο πολύπλευρους καλλιτέχνες - δείτε μόνο τα σκετς του με τον Πίτερ Κουκ (που κακώς χρεώνονται μονάχα στο τελευταίο) - και πιο γλυκούς ανθρώπους. Δείτε αυτό εδώ το βιντεάκι, λέει περισσότερα για τον ίδιο απ΄ότι όλες οι ταινίες του και τα κείμενα που γράφτηκαν γι αυτόν (συμπεριλαμβανομένου και αυτού εδώ, προφανώς) μαζί.


Δευτέρα, 5 Μαρτίου 2012

Φωνή Νταλάρα, οργή τετράποδων.

Είναι κάπως δύσκολο να εξηγήσω σε κάποιον, μη μουσικό ή performer τέλος πάντων, πως είναι να ανεβαίνει κανείς στη σκηνή για να παίξει μπροστά σε κοινό. Οι πρόβες, οι προετοιμασίες, η αναμονή στα παρασκήνια, ένα κλιμακωμένο ενεργειακό σασπένς που κορυφώνεται όταν ακούγεται η πρώτη νότα, από την οποία ξεκινάει μια διαρκή κατάσταση έξαψης συνδυασμένης με ευθύνη – μετά από πέντε λεπτά αποχαιρετάς τον κόσμο μα μετά κοιτάζεις το ρολόι και συνειδητοποιείς ότι ξεκίνησες στις 15.00 το μεσημέρι και τώρα έχουμε Αύγουστο του 2014. Και πάλι δεν σας το περιγράφω καλά.

Κλικάροντας δεξιά κι αριστερά σήμερα το βράδυ, έπεσα πάνω στο βιντεάκι με τον Νταλάρα από τη συναυλία του στο Ίλιον. Να σας πω την αλήθεια, στην αρχή δεν κατάφερα να το δω ολόκληρο, ένοιωσα πολύ άσχημα. Μετά έγραψα στο facebook πόσο απαράδεκτη βρήκα αυτή την ενέργεια. Και ήρθα αντιμέτωπος με διάφορους αγανακτισμένους (ακούστηκαν και λογικές φωνές όμως).

Θέλω να πω δυο - τρία πραγματάκια.

Πρώτον: Καταλαβαίνω γιατί να θυμώνεις με το Νταλάρα. Μπορώ να σκεφτώ καμιά ντουζίνα λόγους για πλάκα, όλοι τους – για μένα τουλάχιστον – σοβαρότατοι. Είναι λόγοι γνωστοί και χιλιοακουσμένοι και δεν υπάρχει κανένας λόγος να αναφερθώ σε αυτούς. Ούτε εγω τον γουστάρω. Αυτή η πράξη όμως δεν ήταν επαναστατική. Μια ζωώδη και απωθητική καφρίλα ήταν και τίποτα παραπάνω. Whoever did this is less than a man. Και να σας πω και αυτό: αν είστε ένας από αυτούς που απαξιώνουν τη μεταπολιτευτική εκδοχή του (νεο)έλληνα όπως αυτή φωτίστηκε από τον ήλιο τον πράσινο, πρέπει να είστε θεόστραβοι - ηθικά τουλάχιστον - αν δεν την αναγνωρίζετε στα γιαούρτια του εξαγριωμένου "λαού".

Δεύτερον: Υπάρχουν χίλιοι τρόποι να δηλώσεις την αντίθεση σου σε έναν performer: διαδήλωσε έξω από το συναυλιακό του χώρο. Επίσης, μοίρασε φυλλάδια. Αντε, στα νεύρα σου, πέταξε και κανένα μπινελίκι, να το δικαιολογήσω κι αυτό κατανοώντας τον ανθρώπινο θυμό για τα πρόσφατα περί της «σύμφωνης γνώμης» του Γιώργου Νταλάρα, ή για τον, επί της ουσίας, προεκλογικό χαρακτήρα των εμφανίσεων του. Πάντως, εντάξει, στο δεύτερο ας του καταλογίσεις υποκρισία. Στο πρώτο όμως, γιατί να του το κάνεις; Σε περίπτωση που δεν απατώμαι, εφόσον ο τραγουδιστής λέει δημοσίως πως είναι υπέρ της απώλειας εθνικής κυριαρχίας, ποιόν κοροϊδεύει; Επίσης, αν ο Νταλάρας είναι υπεύθυνος για το πολιτιστικό χάλι της Ελλάδος, για τους pop σκυλάδες τι να πούμε; Α ξέχασα, εκεί πρέπει να πληρώσουμε είσοδο.

Τρίτον και σημαντικότερο: Κάποια στιγμή, είδα το βιντεάκι μέχρι τέλους. Και δεν μπορούσα να πιστέψω ούτε την ψυχραιμία αυτού του ανθρώπου, ούτε και τη τεχνική του κατάρτιση. Στ'αλήθεια, έμεινα με το στόμα ανοιχτό: Ό,τι κι αν συνέβαινε, ό,τι κι αν τον χτυπούσε, εκείνος δεν έχανε νότα. Και όχι μόνο δεν έχανε νότα, αλλά «έδινε» στο κάθε τραγούδι αυτό που έπρεπε να του «δώσει».

Μπράβο του από εμένα, λοιπόν, έστω και μόνο γι αυτό. Μάγκας. Κι αν συμφωνείτε με ό,τι συνέβη στο Ίλιον, τα συλλυπητήρια μου. Έχετε πιάσει πάτο.

Κυριακή, 5 Φεβρουαρίου 2012

Μπεν Γκαζάρα (1930 - 2012)


Στο “Husbands” που σκηνοθέτησε ο Τζον Κασσαβέτης το 1970, τρείς άντρες, παντρεμένοι και σοκαρισμένοι από το ξαφνικό θάνατο του κολλητού τους, αποφασίζουν να αφήσουν τις συζυγικές τους εστίες και να περάσουν μια ξέφρενη εβδομάδα στο Λονδίνο. Στο τέλος, μονάχα οι δυο επιστρέφουν, φοβισμένοι, στις γυναίκες τους – ο τελευταίος της παρέας που επαναπατρίζεται στο Λονδίνο τους αποχαιρετά και, ειρωνικά τους λέει «αντίο, κ’ ίσως σας ξαναδώ». Τους μετανοούντες ενσάρκωναν οι Τζον Κασσαβέτης και Πίτερ Φολκ. Τον τρίτο, ο Μπεν Γκαζάρα, που έκλεβε την παράσταση. Οι Κασσαβέτης και Φολκ «έφυγαν» πρώτοι. Ο μεγάλος λάτρεις των γυναικών (παντρεύτηκε τρεις φορές και, ενδιαμέσως, έζησε ένα παθιασμένο ειδύλλιο με την Όντρεϊ Χέπμπορν) αλλά και των πούρων (φωτογραφήθηκε για το εξώφυλλο του φημισμένου “Cigar Aficionado”) προσεβλήθη από καρκίνο στο πνεύμονα το 1999 και έσβησε τελικά προχθές, σε ηλικία 81 έτους από μεταστατική επιπλοκή στο πάγκρεας.

Ο Γκαζάρα, γιος ιταλών μεταναστών, γεννήθηκε στη Νέα Υόρκη το 1930 και μεγάλωσε στις φτωχικές συνοικίες της πόλης. Οι επιλογές του ήταν δυο: ή να γίνει ηθοποιός, ή εγκληματίας. «Ευτυχώς, η αγάπη μου για την υποκριτική με έσωσε από μια τέτοια ζωή» δήλωνε ο ίδιος χαρακτηριστικά. Ήταν άλλος ένας ακόμη αμερικανός ηθοποιός που βρήκε καταφύγιο στην «αγκαλιά» του Λι Στράζμπεργκ, στο φημισμένο “Actor’s studio”, απ’όπου ξεπήδησαν όλα τα μεγάλα ταλέντα του αμερικανικού δράματος.

Οι πρώτες του εμφανίσεις, μικρά, ασήμαντα ρολάκια στη τηλεόραση. Στο θεατρικό σανίδι όμως, σύντομα είχε εξελιχθεί σε γίγαντα: κρατά τον πρώτο ανδρικό ρόλο στη Λυσσασμένη Γάτα του Τένεσι Γουίλιαμς στο Μπρόντγουέι , όταν όμως η παραγωγή μεταφέρεται στη μεγάλη οθόνη το 1958, ο Γκαζάρα αρνείται να συμμετάσχει και στη θέση του προσλαμβάνεται ο Πολ Νιούμαν, κίνηση που ο ίδιος θα χρεώσει στα λάθη της καριέρας του. «Απέρριψα άπειρους σπουδαίους ρόλους στο σινεμά όταν έγινα γνωστός ως θεατρικός ηθοποιός. Λες και εμένα περίμενε το “σανίδι” για να το υπερασπιστώ» θα πει αργότερα. Κερδίζει όμως τον ρόλο του νεαρού κατηγορούμενου στην «Ανατομία ενός εγκλήματος» του Ότο Πρέμινγκερ όπως και την προσοχή του μεγάλου κοινού. Η τηλεόραση θα τον αναδείξει στη δεκαετία του 60. Και κάπου εκεί συναντά τον Τζον Κασσαβέτη. Μια στενή φιλία θα αναπτυχθεί ανάμεσα στους δυο άντρες, που θα οδηγήσει στις εμφανίσεις του Γκαζάρα στα “Husbands”, “Ο θάνατος ενός κινέζου πράκτορα στοιχημάτων” και “Νύχτα πρεμιέρας”, όλα σκηνοθετημένα και γυρισμένα με κόπο από τον Κασσαβέτη, τον καλύτερο σκηνοθέτη και άνθρωπο που γνώρισε ποτέ, σύμφωνα με τα λόγια του. Και οι μεγάλοι δημιουργοί του σινεμά τίμησαν την ιστορία του, επιλέγοντας τον σε καίριους ρόλους. Θυμηθείτε το Dogville του Λαρς Φον Τρίερ, τον Μεγάλο Λεμπόφσκι των αδελφών Κοέν ή το Καλοκαίρι του Σαμ, του Σπάικ Λι – και τις παλιότερες ακόμα Ιστορίες Καθημερινής Τρέλας του Μάρκο Φερέρι όπου ενσάρκωνε τον Τσαρλς Μπουκόφσκι. Και φυσικά στο Happiness του Τοντ Σόλονζ. Πάντα σε ρόλους δύσκολους, από αυτούς που οι περισσότεροι ηθοποιοί φοβούνται. Ο Γκαζάρα όμως παρέμεινε άφοβος μέχρι τέλους.

Έτσι θα τον θυμάμαι κι εγώ.

Τρίτη, 24 Ιανουαρίου 2012

Θόδωρος Αγγελόπουλος (1935 - 2012)

Όχι έτσι. Όχι έτσι γαμώ το σπίτι σου, όχι έτσι.

Ξέρετε με τι θυμώνω περισσότερο; Με τη κραυγαλέα σιωπή αυτών που εργάζονται για το σινεμά, που γράφουν για το σινεμά, επειδή ο Αγγελόπουλος "δεν τους άρεσε". Πέθανε άδικα ο άνθρωπος ρε μαλακισμένα ανθρωπάκια, και άφησε πίσω του ΕΡΓΟ, γράψτε ΜΙΑ ΦΡΑΣΗ. Αλλά εκεί αστράφει η μικροψυχία και το "τίποτα" των ανθρώπων που ευαγγελίζονται την αγάπη τους για το σινεμά ενώ δεν αγαπάνε ούτε τ'αντερά τους. Αϊ στα κομμάτια να πάνε όλοι τους.

Ο μόνος Έλληνας σκηνοθέτης που έχει βραβευθεί με Χρυσό Φοίνικα (Μια αιωνιότητα και μια μέρα: 1997) είναι και ο μόνος Έλληνας σκηνοθέτης που έχει βραβευτεί με Χρυσό Λέοντα (Ο Μεγαλέξανδρος: 1980) και αυτά είναι μονάχα δύο από το πλήθος βραβείων που έχει αποκομίσει το σινεμά του Θεόδωρου Αγγελόπουλου ανά τον κόσμο – στ’ αλήθεια, ο περιορισμένος μας χώρος μετά βίας θα αρκούσε για να αναφερθούν μονάχα οι σημαντικότερες εκ των βραβεύσεων του. O Μάρτιν Σκορσέζε τον θεωρεί «έναν από τους μεγάλους δημιουργούς του παγκόσμιου κινηματογράφου» ενώ ο «Θίασος» θεωρείται από την Διεθνή Ένωση Κριτικών Κινηματογράφου «μία από τις καλύτερες ταινίες όλων των εποχών» (όπως και από το διεθνής εμβέλειας περιοδικό “Time”), και η καλύτερη ταινία του 1975 για Άγγλους, Ιταλούς, Βέλγους και… Ιάπωνες συναδέλφους. Ανάλογα σχόλια συγκεντρώνουν και οι σύγχρονες παραγωγές του: «Μια πανέμορφη σπουδή πάνω στον πόλεμο, την Ιστορία και την απώλεια» έγραψαν οι New York Times για το «Λιβάδι που δακρύζει», του 2004. Για τον ίδιο όμως «τα βραβεία είναι απλώς βραβεία – το σημαντικότερο για μένα είναι να μπορέσω να αφηγηθώ μια ιστορία, και το δυσκολότερο για μένα είναι να το κάνω όσο πιο απλά γίνεται» - αντιφατική δήλωση μιας αντιφατικής προσωπικότητας που, ούτε λίγο, ούτε πολύ, «έτριξε» τα δόντια του στην κριτική επιτροπή των Καννών το 1995 επειδή του έδωσαν μόλις το… δεύτερο βραβείο (το πρώτο εκείνης της χρονιάς είχε πάει στο Underground του Εμίρ Κουστουρίτσα).

Γεννημένος το 1935, ο “Theo”, όπως θα γίνει ευρύτερα γνωστός, εγκαταλείπει, στο πτυχίο, τις σπουδές του στη Νομική Σχολή Αθηνών για τη μεγάλη του αγάπη, το σινεμά, και το 1962 ταξιδεύει στη Σορβόνη όπου γίνεται δεκτός στη Γαλλική – και φημισμένη – σχολή κινηματογράφου Femis. Στην Ελλάδα θα επιστρέψει με το πέρας των σπουδών του – απηυδισμένος όμως με την κατάσταση του ελληνικού κινηματογράφου, αλλά και της κριτικής του θεώρησης (τουλάχιστον όπως γινόταν μέχρι τότε στη χώρα), θα εκδόσει, μαζί με το Βασίλη Ραφαηλίδη, το περιοδικό "Σύγχρονος κινηματογράφος", το έτος 1969, μια έκδοση απ’ όπου θα ξεπηδήσουν αρχικά ως θεωρητικοί και, στη συνέχεια, ως κινηματογραφιστές ο Παντελής Βούλγαρης, η Τώνια Μαρκετάκη, η Φρίντα Λιάππα, ο Λάκης Παπαστάθης και ο Χρήστος Βακαλόπουλος. Η «μαγιά» δηλαδή του Νέου Ελληνικού Κινηματογράφου. Αυτομάτως, το ελληνικό σινεμά χωρίζεται σε στρατόπεδα. Οι οργισμένες επιστολές «παλαιών» (όπως του Γρηγόρη Γρηγορίου) δίνουν και παίρνουν.
Ο ίδιος, ως σκηνοθέτης, κάνει την πρώτη του απόπειρα με μια ταινία για το δημοφιλές τότε συγκρότημα των Φόρμινξ, η παραγωγή όμως δεν θα ολοκληρωθεί ποτέ – η "Εκπομπή" όμως, η ταινία μικρού μήκους που θα φιλμάρει το 1968 θα προκαλέσει αναβρασμό στο φεστιβάλ Θεσσαλονίκης και η ταινία θα πάρει το βραβείο των κριτικών που είναι πλέον προετοιμασμένη για την "Αναπαράσταση", την πρώτη του δουλειά μεγάλου μήκους το 1970.

Ο κόσμος μόλις που αρχίζει να παίρνει μυρωδιά μια νέα κινηματογραφική γλώσσα: οι βραδυφλεγείς σεκάνς του έργου του, και οι περίτεχνες κινήσεις της κάμερας (που μπορεί να διανύσει, χρονικά, την «απόσταση» 20 ετών μέσα σε ένα traveling, ένα επίτευγμα που, στη συνέχεια, θα αποτελέσει το σήμα-κατατεθέν του σκηνοθέτη) προκαλούν δέος και σασπένς στους θαυμαστές, και δυσφορία στους επικριτές. Το σινεμά του «Τεό» βλέπετε, έχει αυτή την ιδιότητα: χωρίζει στα δύο τους κινηματογραφόφιλους που είτε το λατρεύουν, είτε το απεχθάνονται.

Οι "Μέρες του 36", γυρισμένες το 1972, «μια ταινία για τη λογοκρισία» θα οδηγήσουν στη πρώτη του μεγάλη επιτυχία, σε παραγωγή του Γιώργου Παπαλιού, τον "Θίασο" που παραμένει, μέχρι σήμερα, μια από τις πιο φημισμένες ελληνικές ταινίες παγκοσμίως. Από κει ξεκινά μια διαδρομή διεθνών παραγωγών με αστέρες της παλιάς ελληνικής σχολής που ο Αγγελόπουλος «χρησιμοποιεί» υποδειγματικά: Οι Μάνος Κατράκης, Διονύσης Παπαγιαννόπουλος και Μαίρη Χρονοπούλου δίνουν σπουδαίες ερμηνείες στο Ταξίδι Στα Κύθηρα του 1984 και η ταινία παίρνει το βραβείο σεναρίου στις Κάννες και, στη συνέχεια, πρωταγωνιστών διεθνούς φήμης. Ναι, από το βιζέρ του Αγγελόπουλου πέρασαν οι Μαρτσέλο Μαστρογιάνι, Ζαν Μορό, Χάρβεϊ Καϊτέλ, Γουίλεμ Νταφόε, Ιρέν Ζακόμπ, Μπρουνο Γκανς και Μισέλ Πικολί, ηθοποιοί που, με εξαίρεση τον Μαστρογιάνι που θαύμαζε «το σθένος του μικρού ελληνικού συνεργείου» δεινοπάθησαν υπό την αυστηρή διεύθυνση του σκηνοθέτη. «You think you’re God!» θα ουρλιάξει ο Καϊτέλ, οργισμένος στα γυρίσματα του «Βλέμματος του Οδυσσέα» το 1995, αργότερα όμως ο σκηνοθέτης θα δηλώσει πως «μόνο έτσι θα μπορούσα να του αποσπάσω αυτό το δάκρυ στο φινάλε – στο τέλος της σκηνής αγκαλιαστήκαμε».

Αυτή την ανθρωπιά φαίνεται να κυνηγούσε με τις τελευταίες του ταινίες. Όπως και τα βραβεία – πόσο παράξενα συνδυασμένες αυτές οι δυο εμμονές του! Όταν, το 2004, κριτικοί του επισημαίνουν πως δύσκολα μια ταινία σαν το «Λιβάδι που δακρύζει» θα φύγει με βραβείο από το Φεστιβάλ Βερολίνου, όπου συνήθως ξεχωρίζουν οι σύγχρονες κινηματογραφικές τάσεις, αυτός θα απαντήσει «αν μου το είχαν πει, δεν θα έμπαινα στον κόπο να φέρω την ταινία μου εδώ»!

Με τα χρόνια πάντως, η κάμερα του Αγγελόπουλου έδειχνε να πλησιάζει όλο και περισσότερο στα πρόσωπα των ηθοποιών του. Η γενική ματιά του πάνω στην ιστορία, σιγά – σιγά εξελίχθηκε σε ένα σκωπτικό βλέμμα πάνω στην ανθρώπινη τραγωδία. «Οι ελληνίδες είναι μοναδικές σαν τραγικές φιγούρες: η ίδια η μητέρα μου ήταν πότε Αντιγόνη και πότε Εκάβη. “Έπαιξε” πολλούς ρόλους στη ζωή της». Το 2004, για πρώτη φορά στη καριέρα του, κλείνει το «Λιβάδι που δακρύζει» με ένα κοντινό πλάνο στην πρωταγωνίστρια του, από την εποχή όμως του «Μετέωρου Βήματος του Πελαργού» το 1991 είχε δηλώσει: «αναζητώ ένα νέο ουμανισμό. Πρέπει να ανακαλύψουμε ξανά τι είναι σημαντικό και αληθινό στις ζωές μας».
Ο Θόδωρος δε συνήθιζε να προσέχει στα γυρίσματα, και κάτα τη διάρκεια των γυρισμάτων της "Άλλης Θάλασσας" είχε γυρισμένη την πλάτη του στη κίνηση. Η μηχανή που τον παρέσυρε, η εξωφρενική καθυστέρηση του ασθενοφόρου (τυχαία πέρασε και τον παρέλαβε αυτό που τον παρέλαβε), όλα συντέλεσαν στην εσωτερική αιμορραγία που τον πήρε τόσο άδοξα σήμερα, 24 Ιανουαρίου του 2012. Στην αίθουσα του Metropolitan όλο το Ελληνικό σινεμά. Και δίπλα τους, ο Τόνι Σερβίλο, ο πρωταγωνιστής της ταινίας που γύριζε, κλαίγοντας με λυγμούς.

Άσχημο παιχνίδι, άδοξος θάνατος. Ευτυχώς, οι ταινίες μένουν. RIP, "Τεό".


Τετάρτη, 18 Ιανουαρίου 2012

Οι γιαουρτοεπαναστάτες του internet και οι καθιστοί ταύροι της διανόησης.


Λίγες σκέψεις πριν τον ύπνο.

Αυτό που συμβαίνει στο ελληνικό διαδίκτυο τελικά έχει θλιβερό χαβαλέ. Ανώνυμοι bloggers, ξύπνιοι και κακόβουλοι, "μεταφράζουν" με τον πιο βολικό τρόπο συνθήματα, οπλίζουν χέρια, μοιράζουν τυφλή βία και μισανθρωπία - με στόχο (και) το κέρδος. Επώνυμοι συγγραφείς τρώνε λόγιες φρίκες και αναζητούν δικαιοσύνη σε μια χώρα που την έχει εδώ και αιώνες πετάξει στη χωματερή - λες και δεν το ξέρουν.

Και έξω;

Παω για ποτο στο στέκι μου. Ο dj, χρόνια φίλος και άνθρωπος ενήμερος, πολιτικό ον, και σε διαρκή εγρήγορση, με κερνάει ένα ποτό. Σκέφτομαι εγώ την βαβουρα των ημερών.

- "Ρε Γιώργο, εσύ τον συμπαθείς τον πιτσιρίκο;"

- "Ποιός είναι ο πιτσιρίκος;"

(μένω έκπληκτος για λίγο)

- "Ένας blogger, πολύ δημοφιλής"

- "Τι γράφει;"

- "Πολιτική σάτιρα"

- "Σώπα. Χεστήκαμε".

Συμπέρασμα: Άλλα λόγια ν'αγαπιόμαστε. Αυτή η ιστορία εδώ δεν χαϊδεύει ούτε τις αρχιδότριχες της ελληνικής κοινωνίας - κανείς δεν έχει πάρει χαμπάρι τίποτα. Το κόλπο του "πουλάω επανάσταση, το ρίχνω στη μπίζνα κι ότι πιάσω" έχει ξαναπαιχτεί στη χώρα με πολύ πιο ηχηρά και καλοσχεδιασμένα (άρα και μαζικά) αποτελέσματα. Και τόσο οι μεν (της γιαουρτοαναρχίας που θα... ρίξει την κυβέρνηση) όσο και οι δε (της διανόησης) δεν έχουν να προσφέρουν το παραμικρό σε μια χωρα που πέφτει... πέφτει.

Τουλάχιστον ας μην νομίζουν κάτι τύποι σαν κι εμένα που έγραψαν ότι έγραψαν φρικαρισμένοι με το πόσο εύκολα αναζητούν εχθρούς κάποιοι υποκινούμενοι ψυχάκηδες (το όνομα μου μάλιστα βρέθηκε και σε "επαναστατικό" blog ως στρατευμένος με τη Νέα Τάξη Πραγμάτων) ότι κάνουν και κάτι σπουδαίο. Κάνουν ακριβώς ότι και οι ορδές των ζομποποιημένων επαναστατών της πρεμούρας: μια τρύπα στο νερό.

Στο μεταξύ, οι εκλογές αργούν. Για μια ακόμη φορά, οι δρόμοι (γιατί κάποιοι από εμάς βγαίνουν και στους δρόμους - τι έγινε ρε "αγανακτησμένοι", σας τρόμαξε η βροχή την περασμένη Κυριακή;) μυρίζουν αίμα. Αίμα που θα βάψει, στάνταρ, μονάχα τα χέρια των αναίσθητων που αυτή τη στιγμή μας κυβερνούν.

Και αυτή θα είναι η μεγαλύτερη ήττα όλων.
Όποιου το αίμα κι αν χυθεί.

Αν το ξεχάσουμε αυτό,
η κοινωνία μας αξίζει να αφανιστεί.
Μαζί με όλα τα μέλη της.
Δια παντώς.

Σάββατο, 7 Ιανουαρίου 2012

Κλέφτες.

Ο δρόμος, γεμάτος φώτα, από τους πλέον φωτισμένους στη περιοχή. Ανήμερα πρωτοχρονιάς, έντεκα το βράδυ. Το σπίτι σχεδόν άδειο. Σχεδόν. Η γιαγιά κοιμάται στο πρώτο όροφο του σπιτιού. Η γυναίκα ακούει κάποιο θόρυβο, ξυπνάει και βγαίνει στο πλατύσκαλο, όπου βρίσκεται πρόσωπο με πρόσωπο με το ληστή. Γύρω στα 30 αυτός, αιφνιδιάζεται. Η γυναίκα βάζει τις φωνές και ο ληστής το βάζει στα πόδια. Στον άπλετα φωτισμένο δρόμο, δυο κοπέλες που περνάν απ’ έξω τον βλέπουν να φεύγει τρέχοντας στο διπλανό δρόμο με μια πλαστική σακούλα στο χέρι.

Η περιοχή φωτισμένη καλά, γειτονιά ζωντανή, η ώρα νωρίς σχετικά το βράδυ αλλά η ληστεία έγινε.

Έντρομη η γυναίκα τηλεφωνεί στο «εκατό» που έρχεται σε λίγο. «Ο ληστής άνοιξε τη πόρτα σας με εργαλείο στο οποίο δεν αντιστέκονται ούτε οι πόρτες υψηλής ασφαλείας» αποφαίνεται ο αστυνομικός. «Μην αγγίξετε οτιδήποτε μέχρι να έρθει η σήμανση». Η παθούσα, έχει βρει το γραφείο του άνδρα της άνω κάτω. Τα συρτάρια όλα ανοιγμένα, ανοιχτά κουτιά από τα οποία λείπουν πολύτιμα αντικείμενα, έχει κάνει φτερά και ο φάκελος με τα χρήματα τα οποία προορίζονταν την επομένη για τα χαράτσια, τους λογαριασμούς και τα τέλη κυκλοφορίας της οικογένειας. Η σήμανση, που έφτασε το επόμενο μεσημέρι (είχε μάλλον αρκετές περιπτώσεις με τις οποίες έπρεπε να ασχοληθεί αυτές τις μέρες) έκανε τη δουλειά της. «Να πάτε να υποβάλλετε μήνυση κατ’ αγνώστων στην ασφάλεια» ήταν η συμβουλή.

Στη γειτονιά, πεζόδρομος, σχεδόν υπερβολικά φωτισμένος, δεν είχε γίνει μέχρι την ημέρα εκείνη ούτε διάρρηξη. Από την ώρα που οι ληστές «ανοίγουν» σπίτια σε δρόμους με φως και κίνηση, από την ώρα που δεν υπολογίζουν πλέον την πιθανότητα να βρίσκονται μέσα οι ιδιοκτήτες, από τη στιγμή που δε λογαριάζουν ότι και από τον δρόμο περνούν συνεχώς αυτοκίνητα και πεζοί εύκολα μπορεί κανείς να αντιληφθεί τι γίνεται σε άλλες, λιγότερο φωτισμένες και απομακρυσμένες από το κέντρο περιοχές. «Να είστε ευτυχής που ο ληστής φοβήθηκε κι έφυγε, μπορούσε να σας είχε σκοτώσει» είπε ο αστυνομικός που υπέγραψε την «μήνυση κατ’ αγνώστων».

Ναι, παίζει κι αυτό.

Δεν μπορώ να περιγράψω ακριβώς πως είναι να βλέπει κανείς το σπίτι του παραβιασμένο. Είναι μια πράξη βίαιη, ένα βίαιο συναίσθημα, η ματιά σου στον κόσμο αλλάζει. Απότομα. Συνέβη και τέτοια μέρα, Διάολε, το 2012 θα μπορούσε να είχε ξεκινήσει καλύτερα. Ένας φόβος έχει απλωθεί στο βλέμα όλων τα τελευταία δυο χρόνια. Φόβος που γίνεται ολοένα και πιο βαρύς και, εδώ και λίγο καιρό, τρυπώνει και σε μέρη που θεωρούσαμε καλά προφυλαγμένα. Σε ένα σπίτι τουλάχιστον (και, δυστυχώς σε αρκετά...), ανήμερα πρωτοχρονιάς, χάθηκε ακόμα μία βεβαιότητα, για να αντικατασταθεί με μιαν άλλη, όχι και τόσο ευχάριστη.

Έχει περάσει σχεδόν μια εβδομάδα. Still, it doesn't feel right.

Σάββατο, 31 Δεκεμβρίου 2011

The Happy New Year of Living Dangerously


Κι αν δεν μας κάτσει περισσότερο φως,
ας μαθουμε φέτος, τουλάχιστον να αναγνωρίζουμε το κάλπικο σκοτάδι.

Δημοφιλείς αναρτήσεις