Παρασκευή, 15 Φεβρουαρίου 2019

Conversations with remarkable people, v.29: Γιώργος Λάνθιμος



Tον Γιώργο Λάνθιμο τον γνώρισα σπουδαστή σκηνοθεσίας στη Σχολή Σταυράκου – συμμαθητές ήμασταν, δίχως μεγάλη επαφή, αλλά με κουβέντες επί των τεχνικών ζητημάτων εκείνης της δουλειάς: Θυμάμαι, ας πούμε, μια κουβέντα μας σχετικά με τα ψηφιακά εφέ στην «Πόλη των χαμένων παιδιών» του Ζενέ. Εκείνος υποστήριζε πως τα εφέ της έκαναν ζημιά, εγώ ήμουν πιτσιρικάς και τρελαμένος με την ταινία, οπότε «έβλεπα» ό,τι ήθελα. Φυσικά, εκείνος είχε δίκιο.O Λάνθιμος στη συνέχεια, αρίστευσε στον χώρο της διαφήμισης και του βίντεο – κλιπ. Ο πιο προσεκτικός θεατής, μπορούσε να παρακολουθήσει έναν σκηνοθέτη που αναζητούσε τα όρια του μέσου, και πειραματιζόταν ουσιαστικά, ούτως ώστε να κάνει το επόμενο βήμα (ρίξτε μια ματιά στο ένα και μοναδικό μονοπλάνο που αποτελεί το κλιπάκι του «Άντεξα» - ναι, του Ρουβά ντε! – για να καταλάβετε τι εννοώ), μέχρι που ο ίδιος βρέθηκε στο πλευρό του Λάκη Λαζόπουλου, με τον οποίο και θα συν-υπογράψει την σκηνοθεσία του φιλμ «Ο καλύτερος μου φίλος» το 2001. Σήμερα, ο ίδιος αποφεύγει τις όποιες αναφορές σ’ εκείνη την ερωτική κωμωδία που όμως έκανε αίσθηση, κυρίως λόγω της κινηματογραφικής της ματιάς. Αλλά είπαμε: Όλα αυτα αποτελούσαν ένα, κάποιου είδους γύμνασμα, γι αυτά που θα ακολουθούσαν στη συνέχεια. Αυτή εδώ η κουβέντα έγινε το 2011 με αφορμή τις "Άλπεις". Και είναι νομίζω αρκετά ενδεικτική...


Πως προέκυψε η ιδέα; Το ρωτάω επειδή πολλά έχουν ακουστεί.

Μπορεί να έχουν ακουστεί πολλά αλλά η ιδέα προέκυψε όπως και η προηγούμενη: κουβεντιάζοντας με τον Ευθύμη. Μοντάραμε τον Κυνόδοντα όταν αρχίσαμε να σκεφτόμαστε το τι θα κάναμε στη προηγούμενη ταινία. Στην αρχή έσκασε η ιδέα της αλληλογραφίας. Ότι δηλαδή κάποιοι άνθρωποι στέλνουν γράμματα εξ ονόματως αγαπημένων προσώπων που έχουν πεθάνει, για να διατηρήσουν ζωντανή τη μνήμη στους συγγενείς.

Καλή ιδέα, αλλά όχι και τόσο κινηματογραφική.

Γι αυτό και τελικά πήγαμε στο επόμενο βήμα. Είπαμε δηλαδή, γιατί να μην προσφέρει κάποιος τον εαυτό του τον ίδιο. Ε, και μετά τα υπόλοιπα προέκυψαν πιο λογικά. Η νοσοκόμα, το πλήθος των χαρακτήρων που όφειλαν να είναι σε μια κάποια αντίστοιξη μεταξύ τους...

Δεν ξεστρατίζεις όμως και πολύ από τον Κυνόδοντα. Και εδώ υπάρχει το concept της οικογένειας και των δεσμών της.

Δεν πρόκειται ακριβώς για μια οικογένεια αλλά για μια ομάδα χαρακτήρων. Να σου πω την αλήθεια, εγώ σκεφτόμουν να συγκεντρωθώ μονάχα στη νοσοκόμα, ο Ευθύμης όμως ήταν αυτός που πρότεινε την ύπαρξη μιας σέκτας, τον ενδιέφεραν περισσότερο οι δυναμικές ανάμεσα σε τελείως διαφορετικούς ανθρώπους, τα διάφορα επίπεδα σχέσεων που συναντά κανείς σε μια ομάδα δηλαδή. Και φυσικά υπάρχει η αντίστοιξη των οικογενειών που εμπλέκονται και της ομάδας των Άλπεων.

Υπάρχει και εδώ η τάση προς μια απόσταση από το δράμα, ιδίως στις ερμηνείες. Μια αποδραματοποίηση.

(Σ.σ.: μουρμουρίζει τη λέξη) “Αποδραματοποίηση”... Ναι, πες το κι έτσι. Εγώ θεωρώ ότι δεν τους χρησιμοποιώ συμβατικά, δηλαδή “θεατρικά”. Χρησιμοποιώ τους επαγελματίες ηθοποιούς μου όπως χρησιμοποιώ και τους μη-ηθοποιούς δηλαδή. Αναζητώ απλά μια γενικότερη συμπεριφορά. Μια άμεση και απλή έκθεση. Δεν με ενδιαφέρει το “ρεαλιστικό” παίξιμο στο σινεμά, δεν με ενδιαφέρουν τα τεχνητά εργαλεία των ηθοποιών που σε μένα δείχνουν εντελώς εμφανή.

Οι ταινίες σου είναι ρυθμικές στη δομη τους, μουσική όμως δεν υπάρχει στο soundtrack.

Είναι ο τρόπος που δουλεύουμε. Λίγο πειραματικός... (σ.σ.: με το που το λέει δαγκώνει το χείλος του), όχι δεν εννοούσα πειραματικός! Είναι κάτι που έχω βρει πρακτικά, το πως δηλαδή μου αρέσει να δουλεύω τις σκηνές στο μοντάζ, μια ενστικτώδικη διαδικασία. Ξέρεις, έχω προσπαθήσει να προσθέσω μουσική σε σκηνές μου, αλλά ποτέ αυτή η μουσική δεν “κάθησε” όπως θα έπρεπε. Συνήθως οι σκηνές κουβαλούν κάτι αυτόνομο που δεν επιδέχεται κάτι “φορεμένο” από πάνω. Και μου αρέσει η μουσική! Αλλά πάντα οι σκηνές μου φαίνονται χειρότερες και “συγκεκριμμένες”.

Γιατί έχει σημασία οι σκηνές να μην είναι συγκεκριμμένες;

Γιατί δεν θέλω οι ταινίες μου να γίνονται δεικτικές.  Με ενοχλεί ο διδακτισμός, με ενοχλεί η “κατεύθυνση”, με ενοχλούν οι ταινίες που σου υπαγορεύουν τι πρέπει να καταλάβεις και τι πρέπει να νιώσεις. Με ενοχλεί και ο συμβολισμός επίσης. Δε δουλεύω με σύμβολα, δεν με ενδιαφέρει καθόλου η σημειολογία. Με ενδιαφέρουν οι ταινίες που σου δίνουν χώρο να εμπλακείς. Να κάνεις τη δική σου επεξεργασία.

Ωραία, η δική μου επεξεργασία των Άλπεων κατέλληξε στο συμπέρασμα ότι αυτοί οι άνθρωποι, της “ομάδας” που αντικαθιστά τα νεκρά προσφιλή πρόσωπα των πελατών της, είναι ασθενείς και οι ίδιοι, εθισμένοι στην “ένταξη”.

Τελικά κι εμείς ασχοληθήκαμε περισσότερο με αυτό παρά με όλες τις άλλες πτυχές του σεναρίου. Στην αρχή, όταν το γράφαμε, σκεφτόμασταν κάθε πιθανή εκδοχή, τελικά όμως επικεντρωθήκαμε σ'αυτούς. Ίσως όχι συνειδητά, αλλά μας ενδιέφερε πολύ περισσότερο το “γιατί” κάποιος επιλέγει να κάνει αυτή τη δουλειά.

Παρά την απόσταση που κρατάς από τους ήρωες ή το δράμα, οι ταινίες σου έχουν χιούμορ. Έχουν καλαμπούρια δηλαδή, με τον τρόπο τους.

Το χιούμορ προκύπτει... όπως και στους ανθρώπους λίγο – πολύ. Και είναι ένα δυνατό στοιχείο του Ευθύμη. Αλλά και εγώ, με οτιδήποτε ασχολούμαι, δεν μπορώ να μη δω τα πράγματα και με μια τέτοια πλευρά. Αν κάτι είναι μόνο τραγικό, είναι και αφόρητα μονοδιάστατο. Νομίζω ότι προσθέτοντας το χιούμορ με τον οποιοδήποτε τρόπο, είτε με το πως γράφεις, είτε με το πως σκηνοθετείς, είτε με τους ανθρώπους που επιλέγεις, προσθέτεις μια άλλη διάσταση. Κάτι που είναι πολύ σημαντικό.

Φαντάζομαι πως το χιούμορ είναι εξίσου σημαντικό για να συνεχίζει κανείς να κάνει σινεμά στην Ελλάδα...

Εκεί να δεις... (γέλια) Όταν ξεκινήσαμε τα γυρίσματα, δεν είχαμε τίποτα. Κυριολεκτικά τίποτα. Το δύσκολο όμως ήταν να το πάρουμε απόφαση. Από τη στιγμή που το αποφασίσαμε, τίποτα δεν μας εμπόδισε.

Απογοητεύτηκες;

Ε να σου πω την αλήθεια δεν το περιμέναμε. Δεν περιμέναμε δηλαδή ότι μετά την επιτυχία του Κυνόδοντα, το βραβείο στις Κάννες, την υποψηφιότητα για Όσκαρ και τα σχετικά, ότι θα ξεκινούσαμε μια ταινία πάλι από το μηδέν, χωρίς τίποτα, ζητώντας λεφτά από τος φίλους σου, περιμένοντας από το συνεργείο και τους ηθοποιούς σου να παίξουν τζάμπα στο φιλμ ελπίζοντας για ένα θαύμα. Χειροτέρεψαν βέβαια τα πράγματα κι εδώ στο ενδιάμεσο... Τέλος πάντων στο τέλος λες “η σταματάω και περιμένω λεφτά” ή λες “θέλω να κάνω ταινία και θα χρησιμοποιήσω δημιουργικά ότι έχω”. Και τελικά αυτό είναι πιο σημαντικό για εμάς.

Πήρες και τώρα ένα σημαντικό βραβείο στη Βενετία.

Ναι και ήταν μια ανταμοιβή για όλους τους κόπους μας, να σου πω την αλήθεια. Εννοείται πως χαρήκαμε πολύ.

Είναι πλέον ένα παράξενο, “εξωτικό” φρούτο το ελληνικό σινεμά για τους “απ'έξω”; Γιατί αυτή την αίσθηση μου δίνουν οι κριτικές και τα αφιερώματα του ξένου τύπου.

Είναι όπως όλα τα “εθνικά” σινεμά νομίζω, απλά τώρα υπάρχει αυτή η “τάση” του να μας ανακαλύψουν. Και σίγουρα τους αρέσει ο συσχετισμός της κρίσης με το ελληνικό σινεμά που υπάρχει τώρα.  Μόνο που η κατάσταση στο ελληνικό σινεμά ήταν πάντα έτσι, και κάποιες ελληνικές ταινίες είχαν ήδη ξεκινήσει να βγαίνουν προς τα έξω τα τελευταία πέντε χρόνια, απλά ειναι “βολικό” το πακετάρισμα τώρα με την οικονομική μας κατάσταση. Τέλος πάντων, κακό δεν μας κάνει. Το θέμα είναι πως το χρησιμοποιούμε εμείς. Επειδή λοιπόν εδώ υπάρχει μια τρομερή έλλειψη υποδομής, ο καθένας κάνει μόνος του ότι μπορεί. Δεν βλέπω όμως κανέναν να επενδύει...

Τελικά άφησε τίποτα πίσω της η ιστορια με την Ομίχλη; Εγώ δεν είμαι και τόσο βέβαιος.

Ταρακούνησε μέχρι ενός σημείου κάποια πράγματα, δεν είναι και λίγο ότι κατόρθωσε να επιφέρει το ψήφισμα ενός νέου νομοσχεδίου...

Μα αυτό ήταν το πρόβλημα, ή ότι το προηγούμενο δεν εφαμοζόταν; Σε κάποιους σήμερα η όλη ιστορία ακούγεται περισσότερο ύποπτη από ποτέ.

Αν θα εφαρμοστεί το νομοσχέδιο είναι ένα άλλο θέμα, αλλά ακόμη και το ότι δεν ψηφιζόταν ένα νεο νομοσχέδιο τόσα χρόνια και ξαφνικά μέσα σε ένα χρόνο όλα άλλαξαν είναι κάτι. Η δημιουργία της Ακαδημίας Κινηματογράφου επίσης είναι κάτι. Τώρα τι θα απομείνει στο μέλλον, μένει να το δούμε.

Θα φύγεις; Θα κάνεις σινεμά εκτός Ελλάδος;

Οπωσδήποτε! Έχω την ευκαιρία να το κάνω, γιατί να μην την αρπάξω; Ένα κομμάτι μου όμως στεναχωριέται. Θα ήθελα πολύ να μπορούσα να κάνω εδώ τις ταινίες που θέλω να κάνω.  

Πέμπτη, 10 Ιανουαρίου 2019

Blade Runner 2049 (2017)


Απέτυχε εμπορικά στην εποχή του. Οι δε κριτικοί (στην Αμερική τουλάχιστον) δεν κατάλαβαν ποτέ περί τίνος πρόκειται. Κι όμως, σήμερα μιλούμε γι αυτό με σεβασμό και δέος: Το Blade Runner που ο Ρίντλεϊ Σκοτ σκηνοθέτησε το 1982, συνδύασε το φιλμ νουάρ και την επιστημονική φαντασία (παρουσιάζοντας, ουσιαστικά, την πιο εκλεπτυσμένη εκδοχή αυτού που αποκαλούμε cyberpunk) για να χτίσει μεθοδικά μια ιστορία που αμφισβητεί τι σημαίνει να είσαι άνθρωπος – ένα από τα παλαιότερα φιλοσοφικά ερωτήματα της ανθρωπότητας που, απ’ ότι φαίνεται, εξακολουθούσε να προκύπτει το 2019 (το έτος που διαδραματίζεται το πρώτο φιλμ). 

Έτσι, στο μέλλον, οι άνθρωποι θεωρούν πως τα ανδροειδή, τα οποία αποκαλούν «ρέπλικες», δεν είναι τίποτα περισσότερο παρά μηχανές, πολύπλευρες μεν, αλλά μηχανές κατασκευασμένες να λειτουργούν ως «δούλοι» και να εξερευνουν άλλους, μελλοντικά κατοικήσιμους πλανήτες - αναλώσιμα υποκατάστατα των ανθρωπίνων διοικητών τους. Η ίδια «πλεύση» υπάρχει και σ’ αυτό το νέο, υπέροχο φιλμ που σκηνοθετεί ο Ντενί Βιλνέβ: Αν κάποιος εγκαθιστά μια «άρτια» τεχνητή νοημοσύνη σε ένα σώμα που δείχνει ανθρώπινο (και ενεργεί ως τέτοιο), δε θα είχαμε να κάνουμε με μια «ανθρώπινη» κατασκευή; Και το δόγμα ισχύει και αντίστροφα: Αυτό, δεν καθιστά τον άνθρωπο μια μηχανή και τίποτα παραπάνω; 

Οι θαμώνες των multiplex που αρέσκονται σε σαράντα χιλιάδες εκρήξεις το δευτερόλεπτο, ενδέχεται να μην καλοπεράσουν. Το «Blade Runner 2049» διαρκεί περίπου τρεις ώρες, η δράση (προφανώς) δεν είναι συνεχής, τα ερωτήματα που θέτει η ταινία είναι βαθιά και σημαίνοντα, οι συμβολισμοί συχνοί, η θλίψη ατέρμονη. Είναι όμως και μια ταινία συγκλονιστικής ομορφιάς όπου κάθε πλάνο κουβαλά ταυτόχρονα και μια μεγάλη κινηματογραφική κληρονομιά (οι αναφορές στην ιστορία του σινεμά είναι τόσες που, πιθανότατα, θα γέμιζαν αυτή τη σελίδα), ενώ την ίδια στιγμή υποστηρίζει όλα αυτά τα προαναφερθέντα ερωτήματα που ο Βιλνέβ αφηγείται με μια γραφή βαθιά εσωτερική, κάτι που την ευθυγραμμίζει πλήρως με το πρώτο αριστουργηματικό φιλμ. Και πίσω απ’ όλα αυτά, το ζήτημα της μνήμης, που μας καθορίζει. 

Όπως και στο πρώτο φιλμ, η θλίψη πηγάζει από μια ιδέα, ένα concept του μέλλοντος που πατά πάνω σε ένα θεώρημα - ένα θεώρημα που ποτέ δεν "ακούγεται" καθαρά στα δυο φιλμ: Κάθε έτος, κάθε μήνας, κάθε δευτερόλεπτο τεχνολογικής εξέλιξης "σβήνει" σιγά - σιγά τον ανθρώπινο παράγοντα από το χάρτη της μνήμης και του πεπρωμένου. Αλλά τι συνιστά έναν ανθρώπινο παράγοντα; Το λάθος. Η αβλεψία. Γι αυτό και ο ήρωας που ενσαρκώνει - εξαιρετικά - ο Ράιαν Γκόσλινγκ θεωρεί, εσφαλμένα, πως είναι ο εκλεκτός σωτήρας της γενιάς του. Αυτό είναι που τον οδηγεί στην Ανθρώπινη Κατάσταση, αυτό είναι που δίνει στη ζωή του νόημα - έστω κι αν αυτό το νόημα έρχεται τόσο αργά.

Βλέπετε, μεγαλώνουμε μαθαίνοντας να ζούμε μέσα από τα παραμύθια που οι γονείς μας αφηγούνται – και κάποια στιγμή, τα παραμύθια παύουν να «λειτουργούν». Έτσι, ζούμε μέσα στις ιστορίες που φτιάχνουμε. Κι όταν και αυτές δείχνουν να ξεφτίζουν, να χάνουν τη λειτουργία τους, συνειδητοποιούμε πως η τελευταία που μόλις ζήσαμε ήταν αληθινή.

Και πως η ζωή έχει ήδη ξεκινήσει.

Κυριακή, 6 Ιανουαρίου 2019

Silence (2016)



Τριάντα χρόνια αναζητούσε χρηματοδότες για τη «Σιωπή» ο Μάρτιν Σκορσέζε, αλλά η εποχιακή συγκυρία της ολοκλήρωσης αυτού του «έργου ζωής» δεν είναι τυχαία: Ο Πάπας Φραγκίσκος, κατά κόσμον Χόρχε Μάριο Μπεργκόλιο, είναι ο πρώτος στην ιστορία της Καθολικής Εκκλησίας που προέρχεται από το τάγμα των Ιησουιτών. Στην Ελλάδα, οι πρώτοι εξ αυτών εμφανίστηκαν στα δυτικά καράβια που στάθμευαν στα νησιά μας από το 1560 (ως «πνευματικοί» των ναυτών») ενώ η πρώτη αποστολή έγινε το 1583, όταν οκτώ Ιησουίτες (πέντε Γάλλοι και τρεις Ιταλοί) εγκαταστάθηκαν στην Κωνσταντινούπολη: Ο θάνατος των τριών από πανούκλα διέκοψε το ιεραποστολικό έργο τους το 1586. Οι Ιησουίτες όμως προσπάθησαν να «κερδίσουν νέες ψυχές για το Θεό» σε όλα τα μέρη του κόσμου. Ένας εκ των συνιδρυτών του Τάγματος, ο Φραγκίσκος Ξαβιέ, ευγενής από τη Ναβάρρα, βρήκε ένα τέχνασμα για να προσηλυτίσει τους «άπιστους» Ιάπωνες: Χρησιμοποίησε τον όρο «Dainichi» (κενός Βούδας) για το χριστιανικό θεό, προκειμένου να προσαρμόσει την ιδέα τού στις τοπικές αντιλήψεις – και έτσι έγινε δεκτός από τους μοναχούς. Η στάση τους γρήγορα εξελίχθηκε σε εχθρική: ο Ξαβιέ άλλαξε αιφνιδιαστικά – και μάλλον αλαζονικά – τον όρο σε «Deusu» (εκ του λατινικού) Deus κι εκείνοι αντελήφθησαν αμέσως πως ο τελευταίος ευαγγελιζόταν μια θρησκεία αντίπαλη της δικής τους.

Στο φιλμ που μας απασχολεί, ο Πορτογάλος ιεραπόστολος Σεμπαστιάου Ροντρίγκες (Άντριου Γκάρφιλντ), φτάνει στην Ιαπωνία του 17ου αιώνα μαζί με τον ιεραπόστολο Γκάρπε (Άνταμ Ντράιβερ) για να εμψυχώσει τους καταπιεζόμενους «προσαρτημένους» Ιάπωνες, αλλά και να ανακαλύψει την αλήθεια που κρύβεται πίσω από την αποστασία του ιεραπόστολου Φερέιρα (Λίαμ Νίσον), ο οποίος φημολογείται πως πρόδωσε τη πίστη του. Και ο Ροντρίγκες όμως θα υποφέρει γι Αυτήν, αντιμέτωπος με τη σιωπή του Θεού – αν υποθέσουμε δηλαδή πως είναι «πανταχού παρών» όπως δείχνει να πιστεύει ο ίδιος ο Σκορσέζε που αφιερώνει την ταινία στους αγώνες του τάγματος. Δε θα έπρεπε να μας παραξενεύει αυτό το τελευταίο: Μεγαλωμένος στις κακόφημες ιταλο-αμερικανικές συνοικίες της Νέας Υόρκης (σε αυστηρά Ρωμαιοκαθολικό περιβάλλον) ο Σκορσέζε θήτευσε ως παπαδοπαίδι. Η δε φιλία του με έναν ιερέα που μοιραζόταν την αγάπη του για τον κινηματογράφο, αποδείχθηκε τόσο σημαντική που, ως έφηβος πλέον, αναζήτησε μια καριέρα στην ιεροσύνη. «Ίσως γύρευα μια απάντηση στο πώς κάποιος αγγίζει την ευτυχία» θα πει αργότερα - λόγια που θα μπορούσαν να εκφράσουν ολόκληρη την φιλμογραφία του. Δε θέλει πολλή σκέψη: Οι αντι-ήρωες του «Ταξιτζή», του «Οργισμένου Ειδώλου» αλλά και ο Μεσσίας του «Τελευταίου Πειρασμού» αναζητούν πεισματικά παρηγοριά σε μια κάποια ευτυχία, και ο Σκορσέζε, που αναζήτησε την Χριστιανική αγάπη μέσα από το σινεμά, την ανακάλυψε στην οδύνη, στον δρόμο για τον Γολγοθά. Δεν υπάρχει Σκορσεζικός ήρωας που να μην κουβαλά τον δικό του «σταυρό». Η «Σιωπή» αποτελεί το αποσταγμα αυτού του Σκορσεζικού προβληματισμού.

Δυστυχώς, η ταινία «θολώνει» τα νερά εκεί ακριβώς που η μυθοπλαστική διαδρομή μοιάζει να συστέλλεται. Επίσης, δεν διαθέτει έναν ισοβαρή πρωταγωνιστή. Κακά τα ψέματα, ο Άντριου Γκάρφιλντ είναι τουλάχιστον ανεπαρκής. Έχω την αίσθηση πως και ο ίδιος ο σκηνοθέτης το αντιλαμβάνεται. Γι αυτό και οι πολιτικές – δηλαδή οι αποικιοκρατικές – αιχμές των ιστορικών γεγονότων μπαίνουν σε δεύτερη μοίρα μπροστά στο υπαρξιστικό δράμα του μαρτυρικού ήρωα που όμως εκθέτει ακόμη περισσότερο τις αδυναμίες του φωτογενή σταρ, ειδικά σε σχέση με τους Ιάπωνες συναδέλφους του – όλοι τους εξαιρετικοί και, κυρίως, έχουν καταλάβει απόλυτα σε ποια ταινία παίζουν και τι ερωτήματα έχουν κλιθεί να απαντήσουν. Διόλου τυχαίο επίσης που οι μεγάλες στιγμές του φιλμ είναι εκείνες όπου κυριαρχεί στ’ αλήθεια η σιωπή, όπως συμβαίνει για παράδειγμα στις κορυφαίες του Καρλ Ντράγιερ, στοιχεία από το σινεμά του οποίου δανείζεται με ευλάβεια ο Σκορσέζε, μάλλον επειδή ο ίδιος θεωρεί πως πλέον καταπιάνεται με μια «πεθαμένη» τέχνη. Το δήλωσε άλλωστε στην πιο πρόσφατη συνέντευξη του: «Το σινεμά με το οποίο μεγάλωσα έχει πεθάνει. Δεν έχει πια τη σημασία που είχε στους νέους της δικής μου εποχής. Τα πρώτα γουέστερν, ο ”Λόρενς της Αραβίας”, το “2001”, αυτές οι πρωτόγνωρες εμπειρίες έχουν αντικατασταθεί από ταινίες που μοιάζουν με ατραξιόν σε λούνα-παρκ». Μόνο μέσα από αυτή τη ματιά η «Σιωπή» μοιάζει να βρίσκει τη θέση που της αρμόζει στο Σκορσεζικό σύμπαν: Μια λαβωμένη, αλλά ισχυρή ταινία για τους τελευταίους Πιστούς σε μια άγονη Γη («η Ιαπωνία είναι ένας βάλτος όπου τίποτα δε φυτρώνει», ακούμε στο φιλμ), από έναν εκ των τελευταίων Πιστών ενός σινεμά που κανείς δεν εκτιμά πια.

Για τον George A. Romero



Φεστιβάλ Βενετίας, έτος 2010.  Ο Τζορτζ Ρομέρο είχε απογοητεύσει τους πάντες δυο χρόνια πριν, με το Diary Of The Dead, ένα φιλμ δήθεν νεανικό, δήθεν ρητορικό και διόλου εμπνευσμένο σε ότι αφορά τα ζουμερά φονικά του. Κι όμως, το Survival of the Dead που βλέπουμε εκείνη τη νύχτα είναι συγκλονιστικό! Σινεμασκόπ παραδοσιακή φωτογραφία, ρυθμός που σε πιάνει από τον γιακά, πολιτικές σημάνσεις ακριβείς και εξόχως δουλεμένες μέσα στην πλοκή, σφαχτάρια κωμικά και εμπνευσμένα, χαρακτήρες που αντιλαμβάνεσαι, και μια αριστουργηματική τελική σεκάνς που είναι ξεκαρδιστική και τραγική συνάμα. Το κοινό ξεθεώνεται να χειροκροτεί στην Pala Biennale αν και κάποιοι που ήρθαν απροετοίμαστοι έφυγαν τρέχοντας από την πρώτη μπομπίνα. Αμέσως μετά πάμε για ποτό αλλά εμένα το μυαλό μου είναι ακόμη στην ταινία. «Μπράβο στον παππού» αναφωνώ και προσπαθώ να κλείσω βιαστικά μια συνέντευξη για την επόμενη μέρα. Δυστυχώς, αποτυγχάνω.

Ο Τζορτζ Ρομέρο ανακάλυψε την ανθρωποφαγική ανάγκη των ζόμπι το 1968 με ένα θρυλικό, σήμερα, αριστούργημα, τη «Νύχτα Των Ζωντανών Νεκρών», αλλάζοντας μια για πάντα όχι μόνο το Φανταστικό αλλά και ολόκληρο το Αμερικάνικο Σινεμά. Ασπρόμαυρο για λόγους ντοκιμαντερίστικου ρεαλισμού (τα «επίκαιρα» γυριζόντουσαν επίσης σε ασπρόμαυρο φιλμ), βαθιά απεγνωσμένο και ουσιαστικά κυνικό, το φιλμ τοποθέτησε τον Τζορτζ Ρομέρο στο χάρτη μια για πάντα. Ο ίδιος προσπάθησε αν αποφύγει τη «στάμπα» αλλά επέστρεψε τελικά στο είδος με το αριστουργηματικό «Μάρτιν» το 1973, την ιστορία ενός απόμακρου εφήβου που μπορεί να είναι… βαμπίρ. Μπορεί όμως να είναι και ένας απελπισμένος έφηβος! Στις Κάννες το φιλμ αναγνωρίζεται θα είναι όμως η συνεργασία του με τον Ντάριο Αρτζέντο στο «Ξύπνημα των Νεκρών» του 1977 που θα φέρει τα πάνω – κάτω.

Στο φιλμ, τα ζόμπι κατακλύζουν τα απανταχού εμπορικά κέντρα. Γιατί; Μα επειδή το μόνο που έχει μείνει ζωντανό στον εγκέφαλο τους είναι το καταναλωτικό τους ένστικτο! Ξέρετε. όλοι νόμιζαν πως καταλάβαιναν το σινεμά του Ρομέρο – ελάχιστοι μελετητές του όμως αντιλήφθηκαν τις πραγματικές του προθέσεις (και φυσικά τον λάτρεψαν γι αυτές). Για παράδειγμα, έχει γραφτεί άπειρες φορές πως ο Ρομέρο πήρε μια ξεκάθαρη και συνειδητή πολιτική θέση όταν επέλεγε τον έγχρωμο Ντουέιν Τζόουνς για πρωταγωνιστή της «Νύχτας Των Ζωντανών Νεκρών». Το ημερολόγιο έγραφε 1968 θα μου πείτε, λογικό. Κι όμως ο Ρομέρο δήλωνε ξανά και ξανά πως η επιλογή αυτή έγινε «επειδή απλά ήταν ο καλύτερος ηθοποιός απ’ όλους μας». Το ίδιο συνέβαινε και με το «Ξύπνημα των Νεκρών»: «Έγραφαν κριτικές για τη λεπτότητα της σάτιρας μου, ενώ εγώ ήξερα πως είχα στήσει μια καρικατούρα – θέλω να πω, ποια λεπτότητα; Ολοφάνερα ήταν όλα!».

Θέλω να πω πως ο Τζορτζ Ρομέρο δεν ήταν απλά… «αριστερός». Ήταν βαθιά αναρχικός. Δεν τον ενδιέφερε απλά να χειραγωγήσει τους καημένους τους αστούς. Ήθελε να ανατινάξει την Δυτική Κοινωνία, και ό,τι αυτή αντιπροσώπευε. Δεν ήταν ούτε «ρατσιστής» ούτε «αντί-ρατσιστής» καθώς, για τον ίδιο, αυτές οι δυο ταμπέλες αποτελούσαν τις δυο όψεις του ίδιου ξεπεσμένου νομίσματος. Άλλωστε τα ζόμπι έχουν όλα το ίδιο χρώμα. Και αν μας καταβροχθίσουν όλους, τότε αυτή η νέα κοινωνία που θα προκύψει ίσως και να έχει κάποια ελπίδα. Τα ζόμπι παραμένουν στη σφαίρα του μύθου βέβαια. Από τις 16 Ιουλίου του 2017 όμως, ο Τζορτζ Ρομέρο πέρασε στην ίδια σφαίρα. Κι έτσι, μπορούμε τουλάχιστον να ελπίζουμε κι εμείς σε κάποια διάχυση ακτινοβολίας στην ανώτερη ατμόσφαιρα.

Τετάρτη, 16 Μαΐου 2018

"Θέλω να φροντίσω αυτούς που με φρόντισαν τόσα χρόνια". Ο Πάνος Τράγος για το Last House on Dead End Street.



Ο Τέρι Χόκινς έχει μόλις αποφυλακιστεί. Αποφασίζει να παραδώσει το αριστούργημά του. Βαρέθηκε όλη του τη ζωή κατά παραγγελία – «κάνε αυτό, κάνε εκείνο». Θέλει να δείξει ποιος είναι. Περισσότερο τον ενδιαφέρει να αποδείξει τι μπορεί να κάνει. Οι πόρτες είναι όλες κλειστές. Το ταλέντο του τον πνίγει.

Πολύ πριν το double click κατέβασμα και πολύ πριν την online παραγγελία του ολοκληρωμένου διπλού DVD που ανέδειξε την ταινία, η αναγκαστικά offline αναζήτηση οποιουδήποτε στοιχείου για το Last House on Dead End Street την είχε εκτοξεύσει στη σφαίρα του μύθου, όπου και εμφανιζόταν περιοδικά στις συζητήσεις ξαναμμένων ταινιοφάγων που «ήθελαν κάτι περισσότερο». Η σκέψη και μόνο ότι μπορεί να την είχες προσπεράσει «ξεφυλλίζοντας» τις ταινίες σε κάποια βιντεοκλάμπ έφοδο πίσω στα 90s, η ιδέα ότι ενδέχεται να τη δεις (όχι να γίνει δικιά σου, γιατί καλή η μανιώδης συλλογή αλλά τότε ακόμα μιλούσαμε για τη λαχτάρα του να ΔΕΙΣ μια ταινία) ξεσήκωνε εφηβικά ρίγη. Στόμα με στόμα, μάγευε η ιδέα μιας ταινίας τόσο άγνωστης προέλευσης, τόσο ξώφαλτσα προσπερασμένης, τόσο μαεστρικά κρυμμένης, ενός συνόλου των horror ονείρων με τη μορφή μιας βιντεοκασέτας.

Το Last House on Dead End Street ήταν για πάρα πολλά χρόνια ακριβώς αυτό: μία πάντοτε σπάνια ταινία κάποιου Victor Janos σε μία 78λεπτη εκδοχή της αρχικής τρίωρης διάρκειας της (η οποία έχει χαθεί οριστικά) που κουβαλούσε τη φήμη του snuff και κανείς δεν ήξερε τίποτα γύρω από αυτήν. Μέχρι το 2000, όταν ο Ρότζερ Γουότκινς αναγνώρισε το πνευματικό του παιδί μέσα σε μία διαδικτυακή συζήτηση, δίνοντας λεπτομέρειες για το καστ που αποτελούταν από φίλους και συμφοιτητές από το θεατρικό τμήμα της σχολής του, η ψευδωνυμία των οποίων κράτησε το μύθο του snuff ζωντανό για κάποιο καιρό ακόμα. Η κυκλοφορία της ταινίας σε DVD περιορισμένου αριθμού αντιτύπων έδωσε όλες τις απαντήσεις και γνώρισε την ταινία σε πολύ περισσότερο κόσμο, κρατώντας την καλά όμως σαν κρυμμένο μυστικό, τηρουμένων των αναλογιών της εποχής.

Γυρισμένο το 1972 και με πρώτη κυκλοφορία το 1977, το Last House on Dead End Street πέρασε από 40 κύματα για να δει το φως το κόσμου – το σκοτάδι της αίθουσας δηλαδή, ανάμεσα σε δικαστικές διαμάχες του Ρότζερ Γουότκινς όταν μία από τις πρωταγωνίστριές του τον μήνυσε ανησυχώντας ότι αυτός ο σκοτεινός εφιάλτης θα στεκόταν εμπόδιο στην Broadway καριέρα της, σε τρίωρα cut που εν μία νυκτί γίνονταν 70κάτι λεπτά κατά βούληση των διανομέων και σε καταστροφικά voice over γιατί ο πενιχρός προϋπολογισμός δεν άφηνε κανένα άλλο περιθώριο. Βλέπετε, το αρχικό μπάτζετ των 3000 δολαρίων κατέληξε στα 800 δολάρια πριν το γύρισμα, καθώς τα υπόλοιπα ήταν απαραίτητα για τις προμήθειες του εθισμένου στην αμφεταμίνη Γουότκινς και των φίλων του.

Όχι βέβαια ότι θα χρειαζόταν έναν αβανταδόρικο μύθο μία τέτοια αδιανόητη εμπειρία δυναμικής καθαρά φιλμικής που ξεκινάει ορμητικά από το πρώτο καρέ και δεν τελειώνει ποτέ.. Όλα λειτουργούν τέλεια, κάθε ξοδεμένο για σπιντ δολάριο από το μπάτζετ αντιστοιχούσε σε ένα παραπάνω ψυχεδελικό reverb στους κακοηχογραφημένους διαλόγους, σε μία πιο ακραία ερμηνεία του σκηνοθέτη αλλά και πρωταγωνιστή Γουότκινς (“I'm directing this fucking movie!” θα ουρλιάξει σε κάποια στιγμή στην ταινία), σε έναν πιο ακραίο φόνο, σε ένα μείγμα των πιο άρρωστων δυσαρμονιών που ανασύρθηκαν από μια βιβλιοθήκη τραγουδιών για εμπορική χρήση. Λειτουργούν τέλεια γιατί συνθέτουν έναν διαχρονικά απόλυτο κινηματογραφικό εφιάλτη, σχεδόν χειροπιαστό, ένα ακραίο exploitation του οποίου η εντελώς απροσδόκητη και σχεδόν γεωμετρική κινηματογραφική αρετή ξεπερνά το όποιο είδος. Η παραισθησιογόνα του ατμόσφαιρα μόλις που προετοιμάζει για το τελευταίο μισάωρο μιας ταινίας που σοκάρει όσο καμία για να μιλήσει τελικά για έναν μαύρο κι άραχνο κόσμο όπου η αδικία πρωταγωνιστεί. Μεγαλύτερη αδικία όλων, το ότι η ίδια η ταινία παραμένει τόσο παραγνωρισμένη. Έχουν γίνει ταινίες για την ελευθερία στη δημιουργία αλλά καμία δεν υπήρξε τόσο υπερβατικά μηδενιστική, τόσο διαβρωτικά ευθεία, τόσο σοκαριστικά αποφασισμένη.

Πάνος Τράγος

Δευτέρα, 4 Δεκεμβρίου 2017

Σιωπηλές Γέφυρες


Λέμε σ’ αγαπώ και αφήνουμε ένα κενό. 

Μια σιωπή που περιμένει να καλυφθεί από ένα άλλο σ’ αγαπώ. 

Και όσο διαρκεί η σιωπή, αυτός ο μικρός εκβιασμός που μας γεμίζει ντροπή και αγωνία, τόσο το σ’ αγαπώ που δεν ακούγεται τρέχει να κρυφτεί: πίσω από τα χείλη, στα χέρια που μένουν ανοιχτά, στα μάτια που κοιτάζουν αλλού, όσο διαρκεί το κενό, μέχρι που πλέον δεν σας ενώνει το σ’ αγαπώ, αλλά η σιωπή. 

Και πίσω από τη σιωπή κρύβεται ένα παράδοξο, γιατί αυτές οι σιωπηλές οι γέφυρες δεν είναι σαν τις άλλες: Η αξία τους μετράει μόνο όταν είναι μικρές. Σύντομες. Και όταν οι σιωπηλές οι γέφυρες απλώνουν, η σιωπή οδηγεί στην κατανόηση. Και η κατανόηση στη συγκατάβαση. Και η συγκατάβαση στη παραδοχή. Έτσι μένει πίσω μας μια γέφυρα που δεν θέλουμε να διαβούμε. 

Γιατί ο προορισμός μας δεν αφορά πια ούτε τη γέφυρα, ούτε τα χείλη που μιλούν, ούτε τα χέρια που αγγίζουν, ούτε τα μάτια που μας κοιτούν, ούτε το κενό που μας χωνεύει, ούτε το ορφανό το σ' αγαπώ που γεννήθηκε έτσι άτσαλα.

Τόσο άτσαλα που δεν αφορα πια κανέναν.

Τετάρτη, 6 Σεπτεμβρίου 2017

"Αναπόληση"


Θα καταργήσω τον ουρανό, θα καταργήσω τη γη 
και θ’ αφήσω μόνο ένα ουζερί 
για ένα πιοτό για ένα τραγούδι για ένα χορό 
κι εσύ να περνάς απ’ έξω. 

Θωμάς Γκόρπας

Αυτά, λέει, σας άρεσαν:

Ετικέτες