Σάββατο, 8 Νοεμβρίου 2014

Interstellar (2014)


Διαστημική Όπερα. Όρος ασαφής όσο και εμπνευσμένος, καμωμένος με αγάπη αλλά και περιφρόνηση – και γι αυτό, ως τέτοιος, παραμένει ρευστός και διαρκώς μεταβαλλόμενος. Γι αυτό άλλωστε και ταιριάζει “γάντι” σε μια γκάμα ταινιών που μπορεί να συμπεριλαμβάνει τόσο το “Σολάρις” του Ταρκόφσκι, όσο και τον, καθαρά ψυχαγωγικής χρηστικότητας “Πόλεμο των Άστρων”. Η δε νέα ταινία του Κρίστοφερ Νόλαν είναι κι αυτή μια Διαστημική Όπερα. Και ως τέτοια, είναι πομπώδης, εντυπωσιακή, μεγάλη σε διάρκεια, και βαθιά υπαρξιστική. Δηλαδή... γήινη.

Λογικό όταν μιλάμε για τον πιο ανθρωπιστή σκηνοθέτη του Χολιγουντιανού mainstream. Θυμηθείτε, για παράδειγμα, εκείνη την σεκάνς στον «Σκοτεινό Ιππότη»: Έχοντας παγιδεύσει δυο πλοία με εκρηκτικά, ο Τζόκερ περιμένει χαιρέκακα το πρώτο που θα εκραγεί, έχοντας προηγουμένως, προσφέρει στους επιβάτες και των δυο την ικανότητα να ανατινάξουν τους «απέναντι» προκειμένου να σώσουν τα τομάρια τους. Κανείς δεν παίρνει την μοιραία απόφαση, κι ας κρέμεται πάνω από τα κεφάλια τους μια χρονική διορία, μέχρι τον υποτιθέμενο χαμό όλων.

Ακολούθως, όλοι μας – κυριολεκτικά – κινδυνεύουμε με πλήρη αφανισμό στο “Interstellar”, σε ένα όχι-και-τόσο-μακρινό μέλλον όπου το περιβάλλον έχει καταστραφεί, και η τροφή γίνεται όλοενα και πιο δυσεύρετη. Μόνη μας ελπίδα, ένα ταξίδι πέρα από το γαλαξία μα και τον χρόνο τον ίδιο, προς αναζήτηση νέου, κατοικήσιμου πλανήτη. Οι δε οικογενειακοί δεσμοί θέτουν τα όρια του δράματος: Ο πατέρας (ένας εξαίρετος Μάθιου Μακ Κόναχι) αφήνει πίσω την κόρη του, και φεύγει να σώσει τον κόσμο σε μια μυθοπλασία “ποτισμένη” με έναν συναισθηματισμό που δεν είχαμε συνηθίσει στο σινεμά του Νόλαν. Παράδοξο, φαινομενικά, που τον συναντάμε στην πιο απαιτητική – σε κατασκευαστικό επίπεδο – ταινία του. Ακριβώς όσο παράδοξη δείχνει και η κινηματογράφηση της ρημαγμένης Γης του εισαγωγικού πρώτου μέρους, παραπέμποντας ευθέως στο “Μάγο του Οζ”.  Αλλά είπαμε, η ρίζα του δράματος είναι αναπόφευκτα ανθρωποκεντρική.

Με μια δουλειά στον τεχνικό τομέα που αψηφά όρια και φραγμούς (τα ειδικά εφέ απέχουν... έτη φωτός από τα ψηφιακά κατασκευάσματα του σήμερα, θυμίζοντας, προφανώς εσκεμμένα, τις αξεπέραστες μακέτες της “Οδύσσειας του Διαστήματος”), ο Νόλαν, ενώ συνειδητά απευθύνεται στο κοινό των μεγάλων αιθουσών και των multiplex, ξεκινά και αυτός από την προβληματική του Στάνλεϊ Κιούμπρικ, όχι για να φιλοσοφήσει, αλλά για να επιτύχει κάτι ακόμα πιο φιλόδοξο: Να μετατρέψει δηλαδή τους γρίφους της σε – προσέξτε – προσβάσιμους φορείς νοημάτων που τροφοδοτούν το δράμα. Οι τρεις ώρες του θεάματος επαρκούν. Έστω κι αν, πάνω στην προσπάθεια του, σκοντάφτει σε σεναριακές ευκολίες και μελοδραματισμούς. Το επιμύθιο, θαρραλέα πανανθρώπινο (και, υπογείως μεν, ολοφάνερα δε, απολύτως αθεϊστικό): Η Αγάπη είναι ο Νόμος, και ο Νόμος είμαστε Εμείς

Πέμπτη, 23 Οκτωβρίου 2014

The Judge (2014)


Το δικαστικό δράμα ως είδος, από την Αμερική ξεκίνησε και εκεί έμεινε. Δεν επεκτάθηκε δηλαδή και στην Ευρώπη όπως το γουέστερν ή το νουάρ - κυρίως επειδή το διογκωμένο και παραμορφωμένο Αμερικάνικο νομικό σύστημα δε μοιάζει με κανένα άλλο, έτσι όπως στήθηκε για να υπηρετήσει την καταναγκαστικά μυθική διάσταση του Αμερικανικού ιδεώδους και του συνταγματικού "And justice for all". Άλλωστε, σ’ αυτή τη μυθική διάσταση αναπτύσσεται κάθε αμερικάνικη ταινία, πότε εξυμνητικά (από το "Μια υπέροχη ζωή" του Κάπρα, μέχρι το πρόσφατο "Argo"), κι πότε ανατρεπτικά (από το "M.A.S.H." μέχρι το "Gone Girl").

Με το δικαστικό δράμα όμως, όπου το Δίκαιο είναι πάντα ο θριαμβευτής, η Αμερική έγινε η αποκλειστική πρέσβειρα της ανά τον κόσμο φιλμικής δικαιοσύνης. Το κοινό "τσίμπησε" αμέσως - άλλωστε πολλά εξ αυτών είναι εξαιρετικά καλοφτιαγμένα (θυμηθείτε το «12 angry men» του Σίντνεϊ Λιούμετ ή την «Ετυμηγορία», του ίδιου σκηνοθέτη). Έτσι, η χώρα κατόρθωσε να "διακηρύξει" παγκοσμίως την αποτελεσματικότητα του Αμερικανικού Δικαίου - άρα, και του Αμερικανικού Ονείρου. Σήμερα, βγαίνει στις αίθουσες ο "Δικαστής", σε σκηνοθεσία του Ντέιβιντ Ντόπκιν, γνωστού για τις… κωμωδίες του («The wedding crashers»). Το κόλπο ακόμα λειτουργεί.

 Η ιστορία, έχει ως εξής: Κυνικός (άρα) και πετυχημένος δικηγόρος, επιστρέφει, μετά τον απρόβλεπτο χαμό της μητέρας του, στο πατρικό. Όμως, ξαφνικά, ο πατέρας του (με τον οποίο έχει μια σχέση τουλάχιστον προβληματική - δικαστής στο επάγγελμα!), κατηγορείται για φόνο, και εκείνος, καλείται να τον υπερασπιστεί. Δε θα ήταν μάλιστα υπερβολή να πούμε πως έχουμε να κάνουμε με δυο φιλμ στη συσκευασία του ενός: Από τη μια, η σχέση πατέρα και γιου, και από την άλλη η δικαστική ίντριγκα.

Το πρόβλημα είναι πως, μέσα στις δυόμισι ώρες του «The Judge», κρύβεται ένα συγκινητικό δράμα – ερμηνευμένο με αποστομωτική στιβαρότητα από τους Ρόμπερτ Ντάουνι Τζούνιορ και Ρόμπερτ Ντιβάλ. Το κόλπο της αντιστροφής των ρόλων είναι, βέβαια, παλιό, ο Ντόπκιν όμως το χειρίζεται με μια κάποια ευαισθησία που σε κερδίζει. Έλα όμως που πρέπει να υποστείς και το νομικό κομμάτι της υπόθεσης, όπου «Ο δικαστής» κρίνεται αναπόφευκτα ένοχος για τις κατηγορίες των επαναληπτικών μοτίβων και των φορεμένων κλισέ. Δυστυχώς δεν βρέθηκε ένας εισαγγελέας να τους κόψει την ταινία στη μέση.

Τρίτη, 7 Οκτωβρίου 2014

Conversations with remarkable people, v.16. Toni Servillo


Με την χαρισματική του ερμηνεία στη «Τέλεια Ομορφιά» του Πάολο Σορεντίνο, ο Τόνι Σερβίλο κυριολεκτικά «σφράγισε» την περσινή σεζόν – κι όμως, δεν ήταν η πρώτη φορά. Ποιος έχει, για παράδειγμα, ξεχάσει τη συγκλονιστική του εμφάνιση ως Τζούλιο Αντρεότι στο «Il Divo» του ίδιου σκηνοθέτη; Και η αλήθεια είναι πως κάθε του κινηματογραφική του εμφάνιση είναι από μόνη της, μια αισθητική απόλαυση. Κορυφαίος του κινηματογράφου αλλά και του θεάτρου, ο αυτοδίδακτος (!) ναπολιτάνος ηθοποιός υπήρξε επίσης πρωταγωνιστής της «Άλλης Θάλασσας», της ταινίας που έμελε να μην ολοκληρώσει ο Θόδωρος Αγγελόπουλος. Γνωστός για το… οξύθυμο τεμπεραμέντο του (μόλις την πρόηγουμενη εβδομάδα από τη μεταξύ μας συνομιλία, «πρότεινε» σε ιταλό δημοσιογράφο του RAI να πάει να γαμηθεί - στον αέρα) ο Σερβίλο, που σπάνια δίνει συνεντεύξεις, συμφώνησε να μιλήσει μαζί μου μετά τη μεσολάβηση ενός καλού φίλου. Τη μετάφραση από τα Ιταλικά τη χρωστάω στην Ελένη Ξενικουδάκη.


Ποια είναι η ανάμνηση σας από την Ελλάδα;

Κοιτάξτε, πλέον είμαι βαθιά δεμένος με την Αθήνα. Θυμάμαι μια πόλη με μεγάλες αγορές, τη νεολαία στους δρόμους, τις διαδηλώσεις, την αδερφοσύνη με εμάς… Αλλά, να σας πω την αλήθεια, δεν γνώριζα την Ελλάδα πριν γυρίσω την ταινία με τον Τεό. Και ανακάλυψα ένα λαό που έχει έντονες ομοιότητες με εμάς. Θυμάμαι την ανησυχία εκείνων των ημερών, όταν η χώρα βρισκόταν πραγματικά στο επίκεντρο της ευρωπαϊκής κρίσης έχοντας καταστεί πλέον σύμβολο της. Το ένοιωθες στους δρόμους, όπου κι αν στεκόσουν. Και αυτό ήθελε να καταγράψει στην ταινία του ο Αγγελόπουλος. Πάνω απ’ όλα όμως θυμάμαι τους ατελείωτους περιπάτους σε κάθε γωνιά αυτής της πόλης με την οποία είμαι πλέον ερωτευμένος.

Τι θυμάστε από τη βραδιά του θανάτου του Θόδωρου Αγγελόπουλου;

Μια μεγάλη αμηχανία, κι έναν μεγάλο πόνο. Έμοιαζε με ψέμα, βρισκόμασταν όλοι σε μια κατάσταση εκτός πραγματικότητας αναμεμειγμένη με οδύνη.

Αναρωτιέμαι πόσο βίαιο είναι για έναν ηθοποιό να αποσπάται από τον κόσμο τον οποίο καλείται να υπηρετεί σε μια ταινία, όταν αυτή σταματά από έναν θάνατο.

Είναι μια εμπειρία δύσκολη στο να την περιγράψει κανείς, επειδή είναι κάτι το αδιανόητο, είναι κάτι που κανείς ποτέ δεν φανταζόταν ότι θα συνέβαινε. Μια ταινία είναι μια γέννηση, μια ασυνήθιστη σύνθεση της ζωής που κοντοστέκεται ανάμεσα στο μύθο και τη πραγματικότητα. Και όταν παρεμβαίνει σ’ αυτήν κάτι τόσο βίαιο όσο ο θάνατος… (παύση). Με συγχωρείτε, μένω άφωνος και μόνο που το σκέφτομαι. Έπειτα, όταν αυτό συμβαίνει σε έναν «μαέστρο» του σύγχρονου κινηματογράφου, τον οποίο – και αυτό θέλω να το υπογραμμίσω έντονα -  είχα την τύχη να γνωρίσω, του οποίου τις ταινίες έχω σε τεράστια υπόληψη, που ούτε καν φανταζόμουν πως θα δουλέψω μαζί του… Για μένα ήταν πραγματικά ένας τεράστιος πόνος για ένα όνειρο  που ξαφνικά διακόπηκε. Ωστόσο, είναι βαθιά τιμή για μένα που γύρισα μια ταινία με τον μέγιστο Θεόδωρο Αγγελόπουλο, και ένα μεγάλο μάθημα ζωής.

Πώς ήταν η συνεργασία σας με τον Αγγελόπουλο; Υπάρχει κάποια ιδιαίτερη μικρή στιγμή για εσάς να θυμάστε;

Αντιμετώπισα την εμπειρία μου με τον Τεό όπως αντιμετωπίζει κανείς μια εμπειρία με έναν μεγάλο καλλιτέχνη, έναν μάγιστρο που σε μεταφέρει στο δικό του κινηματογραφικό κόσμο. Ήταν ένας από τους σκηνοθέτες που έχουν τον τρόπο να κάνουν έναν κινηματογράφο που ανήκει αποκλειστικά σε αυτούς, που φέρει την υπογραφή τους, όπως ο κινηματογράφος του Φελίνι, του Μπέργκμαν ή του Ταρκόφσκι. Κι εγώ είχα την απόλυτη επίγνωση ότι ήμουν κομμάτι αυτής της στιγμής, αυτής της πάρα πολύ ξεχωριστής εμπειρίας, είχα μπει εξ ολοκλήρου στον κόσμο και την ποίηση του σκηνοθέτη. Και τον εμπιστευόμουν όπως ο γιος εμπιστεύεται  τον πατέρα του.

Ο ρόλος σας στην «Τέλεια Ομορφιά» ήρθε αμέσως μετά;

Ναι. Ξέρετε, ο Σορεντίνο ήταν από τους πρώτους που μου τηλεφώνησαν εκείνο το βράδυ. Γιατί ήμουν ξετρελαμένος από την όλη εμπειρία και μιλούσα συνέχεια, στον Πάολο, γεμάτος από ενθουσιασμό για την περιπέτεια που ζούσα με τον Αγγελόπουλο, την εξέλιξη των γυρισμάτων, τις ιδιαιτερότητες του ρόλου, και, κυρίως, την εσωστρέφεια και ταυτόχρονα γλυκύτητα  που είχε ο Τεό. Μου πρότεινε τον ρόλο και δέχτηκα αμέσως. Εϊχα βέβαια μια υποχρέωση με τον Μάρκο Μπελόκιο. Όταν επέστρεψα στην Ιταλία πρώτα γύρισα την ταινία του(“Bella Addormentata”) και μετά την ταινία του Σορεντίνο. Ήταν ένας καλός τρόπος για να διαχειριστώ τη θλίψη μου.

Στη «Τέλεια Ομορφιά» ακούγεται κάποια στιγμή πως η Ρώμη βρίσκεται σε μια διαρκή παρακμή. Κατά τη γνώμη σας, αυτό δεν συμβαίνει και με τον ευρωπαϊκό πολιτισμό εν γένει; Δεν βρίσκεται σε παρακμή;

Το λέει κάποια στιγμή ένας από τους ήρωες της ταινίας ναι. Ειλικρινά πιστεύω ότι ένας από τους λόγους που υφίσταται αυτή η παρακμή, είναι αυτή η απομάκρυνση του πολιτισμού  από τον πολιτικό και τον ηθικό βίο. Γιατί ο πολιτισμός δεν υφίσταται μόνο ως πνευματική οντότητα, αλλά και ως ηθική. Κάτι που, για κάποιο λόγο, δε μνημονεύεται συχνά, και δεν καταλαβαίνω το γιατί…  Υπάρχει βέβαια και η οικονομική κρίση, αλλά εγώ θεωρώ πως αυτά τα δύο συμβαδίζουν, περνάμε όμως μια ισχυρή κρίση αξιών η οποία διαχέεται στο κοινωνικό σύνολο με τρόπο πολύ άδικο, και δε μπορούμε να το παραβλέψουμε. Αναπόφευκτα, με το πέρασμα του χρόνου, θα πρέπει να ξεκαθαρίσει αυτή η κατάσταση.

Ο κόσμος πάντως δείχνει να έχει λατρέψει το φιλμ – που ρίσκεται υποψήφιο και για Όσκαρ ξενόγλωσσης ταινίας. Αλήθεια, θα παρευρεθείτε στην τελετή των Όσκαρ; Σας ενδιαφέρει αυτή η γιορτή;

Δεν έχω ιδέα. Το βρίσκω κομματάκι δύσκολο. Η τελετή είναι σε ένα μήνα και ακόμα πρέπει να μεριμνήσω για πολλές υποχρεώσεις που αφορούν την παράσταση. (Σ.σ.: Τελικά πήγε!)

Σας πετυχαίνω σε περιοδεία.

Ναι, βρίσκομαι σ’ ένα ξενοδοχείο στη Τοσκάνη αυτή τη στιγμή που μιλάμε. Το έργο είναι το «Οι φωνές μέσα μας» του Εντουάρντο Ντε Φιλίπο – έχω αναλάβει και τη σκηνοθεσία του. Βλέπω την ανησυχία στα πρόσωπα των θεατών, κάθε βράδυ που ανεβαίνω στη σκηνή, ξέρετε. Και ανησυχώ κι εγώ.

Σάββατο, 27 Σεπτεμβρίου 2014

Conversations with remarkable people, v.15. Monica Bellucci




H Μόνικα Άννα Μαρία Μπελούτσι δείχνει να μη φέρει βαρέως τον τίτλο της «ομορφότερης γυναίκας στον κόσμο»: όταν οι υπεύθυνοι του Φεστιβάλ της Ταορμίνα ζητούν από τους φωτογράφους να «κάνουν ένα διάλειμμα», εκείνη επεμβαίνει. «Αφήστε τους να κάνουν τη δουλειά τους» λέει ευγενικά, και η αίθουσα των press conference σχεδόν γκρεμίζεται από το χειροκρότημα. Όπως και οι προηγούμενες διάσημες ιταλίδες ηθοποιοί πριν απ αυτή, η Μπελούτσι εξακολουθεί να χωρίζει το χρόνο της ανάμεσα σε χολιγουντιανές παραγωγές, και «ενοχλητικές» ευρωπαϊκές σαν το Μη Αναστρέψιμος - πραγματικά αναρωτιέμαι πως και ξέφυγε του Λαρς Φον Τρίερ. 

Πολλά τα αφιερώματα στον τύπο για την ομορφιά της, ελάχιστα αυτά για την υποκριτική της δεινότητα. Η ίδια πάντως δεν έχει κανένα πρόβλημα να μιλήσει και για τα δύο. Μου λέει πως τρέμει την κάμερα και πως είναι ντροπαλή, λίγο μετά τη συνέντευξη μας όμως θα φωτογραφηθεί γυμνή για το γαλλικό Elle. Μόνο μία, φαντάζομαι, από τις αντιθέσεις μιας γυναίκας που ακροβατεί στα όρια του μύθου και χαμογελά με βλέμμα σοβαρό σε κάθε της απάντηση. Κι εγώ την παρακολουθώ, σχεδόν γοητευμένος. 

Αναπόφευκτο αυτό το τελευταίο.


Από το Matrix στο Μη Αναστρέψιμος. Μεγάλη η απόσταση.  

Ε, κάποιες φορές επιλέγεις έναν ρόλο απλά και μόνο για την εμπειρία του να εργαστείς με κάποιο σπουδαίο ηθοποιό, και κάποιες επειδή θέλεις να δοκιμαστείς στα «δύσκολα».  

Τι μάθατε από τα γυρίσματα του Μη Αναστρέψιμος;

Να μη φοβάμαι. Νίκησα κάποιους δαίμονες πλάι στον Γκασπάρ Νοέ (σ.σ.: σκηνοθέτης του φιλμ) και αυτό δεν αφορά μονάχα τα γυρίσματα αλλά και την αντίδραση του κόσμου απέναντι στην ταινία που, σε κάποιες περιπτώσεις, ήταν αρκετά ακραία.

Και το Shoot EmUp που γυρίστηκε σε χολιγουντιανό έδαφος είναι αρκετά extreme – σε μια σκηνή ο Κλάιβ Όουεν κι εσείς κάνετε έρωτα ενώ ταυτόχρονα ο πρώτος ξεπαστρεύει μια ομάδα πληρωμένων δολοφόνων, και όλα αυτά παρουσία ενός βρέφους.

(Γέλια) Φαίνεται τόσο αστείο τώρα που το περιγράφετε. Το Shoot EmUp είναι ένα από τα πιο διασκεδαστικά σενάρια που έχω διαβάσει ποτέ. Μου θύμισε μια παλαιότερη ταινία που είχα κάνει με τον άντρα μου, ονόματι «Ντόμπερμαν» (σ.σ.: του 1996, σκηνοθεσίας Γιαν Κουνέν). Νομίζω είναι ένα από τα πιο αβίαστα «ναι» που έχω πει.

Τελικά, πως επιλέγετε τους ρόλους σας

Τις περισσότερες φορές, με βάση το ένστικτο. Δεν έχω  θέμα με τα είδη. Μου αρέσουν οι περιπέτειες, οι ταινίες επιστημονικής φαντασίας, τα κινούμενα σχέδια αλλά και οι απαιτητικές ταινίες «δημιουργών», μου αρέσει το σινεμά. Οπότε, ο ρόλος που συνήθως επιλέγω είναι αυτός που με έχει προκαλέσει περισσότερο. Είναι πολύ σημαντικό για μένα αυτό: να νιώθω μια πρόκληση – γιατί πριν ενσαρκώσεις έναν χαρακτήρα, πρέπει πρώτα να τον αντιμετωπίσεις.

Επιζητάτε αυτή τη σύγκρουση.

Ναι γιατί με κάνει να νιώθω καλύτερα. Είναι μια διαδικασία που λειτουργεί θεραπευτικά για μένα. Έχω πολλά φαντάσματα να απελευθερώσω.

Απογοητευτήκατε ποτέ από καλλιτέχνες που θαυμάζατε στο παρελθόν;

Ναι, περισσότερες από μία φορά. Δυστυχώς πολλοί άνθρωποι του επαγγέλματος μου θεωρούν πως το να έχεις ταλέντο αρκεί. Κάνουν λάθος, δυστυχώς για τους ίδιους και για όσους τους αγαπούν. Ξέρετε, η λίστα με τους σκηνοθέτες ή τους ηθοποιούς που θαυμάζω και θα ήθελα να δουλέψω μαζί τους είναι τόσο μεγάλη…

Έχετε ποτέ προσεγγίσει η ίδια κάποιον απ’ αυτούς;

Όχι, ποτέ. Λόγω της γυναικείας φύσης μου, φοβάμαι. Πάει όμως μαζί με το επάγγελμα.

Είναι η υποκριτική μια «θηλυκή» ιδιότητα;

Αμφιβάλλετε; Ο Ρίτσαρντ Μπάρτον είχε πει: «Μια ηθοποιός είναι κάτι παραπάνω από γυναίκα ενώ, ένας ηθοποιός, κάτι λιγότερο από άντρας» και είχε απόλυτο δίκιο: οι άντρες εκθέτουν μια θηλυκή πλευρά του εαυτού τους κάθε φορά που ανεβαίνουν στη σκηνή ή στήνονται μπροστά σε μια κάμερα. Όλοι, ανεξαιρέτως.

Τι κάνετε όταν ένας σκηνοθέτης που σας έχει επιλέξει δεν είναι απαιτητικός από εσάς;

Εννοείται τι κάνω όταν με επιλέγουν επειδή είμαι όμορφη;

Δεν ήθελα να το πω με αυτά τα λόγια.

Είπα να σας βγάλω από τη δύσκολη θέση. Κοιτάξτε, το σώμα μου είναι ένα εργαλείο. Το χρησιμοποιώ όπως ένας κιθαρίστας την κιθάρα του. Μπορεί να είμαι πολύ ντροπαλή και μαζεμένη από τη φύση μου αλλά στη δουλειά μου αυτό οφείλω να κάνω. Γι αυτό και όταν δεν με καθοδηγούν, όταν νιώθω δηλαδή ότι με αφήνουν «ελεύθερη», πελαγώνω. Γιατί ξέρω ότι τους ενδιαφέρει μονάχα η εμφάνιση μου, από μόνη της ή και μέσα στο κάδρο, δεν έχει σημασία, αλλά και επειδή φοβάμαι πολύ.

Τι φοβάστε;

Την κάμερα. Μπροστά της πρέπει να βάζω στην άκρη όλους τους φόβους μου, αλλά πώς να το κάνεις αυτό όταν κάποιος σκηνοθέτης σε αφήνει γυμνή μπροστά στο φακό  και περιμένει να παίξεις! Φυσικά δεν είναι έτσι όλοι οι σκηνοθέτες. Κάποιοι κάνουν εντατικές πρόβες, όπως ο Φιλίπ Γκαρέλ με τον οποίο δουλέψαμε ενάμιση χρόνο πριν ξεκινήσουμε γυρίσματα. Ο Μελ Γκίμπσον επίσης είναι ένας σκηνοθέτης που είναι και ηθοποιός οπότε είναι πάντοτε γενναιόδωρος μαζί σου.

Persona non gratta στο Χόλιγουντ σήμερα.

Ξέρω πως περνά κάποια σοβαρά προβλήματα, αλλά η προσωπική του ζωή δεν με αφορά, είμαι περήφανη που δούλεψα μαζί του. Είναι ένας υπέροχος σκηνοθέτης και ένας γοητευτικός άνθρωπος. Οι σκηνοθέτες είναι για μένα αλχημιστές. Και αυτή την αλχημεία οφείλουν να τη μοιραστούν μαζί σου, να σε κάνουν κοινωνό. Ευτυχώς, πολλές φορές έχω φύγει «κερδισμένη» από γυρίσματα. Έχω μάθει δηλαδή κάτι για μένα. Αυτό το τελευταίο μου συμβαίνει πολύ συχνά όταν κάνω μεταγλωττίσεις σε κινούμενα σχέδια (γέλια)! Είναι και κάποιες φορές όμως που δεν έχω μάθει τίποτα. Τι-πο-τα! Την αγαπώ πολύ τη δουλειά μου, ξέρετε.

Κι αν δεν ήσασταν ηθοποιός;

Θα ήμουν κλέφτρα.


Τρίτη, 5 Αυγούστου 2014

Omar (2014)


Παλαιστίνη. Ένας άνδρας πηδάει το τείχος. Καθημερινή συνήθεια γι αυτόν – όπως και το να ρισκάρει τη ζωή του. Πρώτη σκηνή του «Ομάρ» κι εμείς δεν έχουμε ακριβώς καταλάβει σε ποια μεριά της διχοτομημένης πόλης βρίσκεται ο ήρωας μας, και σε ποια μεριά προσγειώνεται. Δεν είναι ανάγκη να ξέρουμε, μας λέει ο Χάνι Αμπού Ασάντ, σκηνοθέτης αυτού του συγκλονιστικού φιλμ. Γιατί όλα εδώ είναι θολά – όπως και τα όρια που χωρίζουν έναν επαναστάτη από έναν προδότη. Και όταν ο Ομάρ συλλαμβάνεται μετά από μία θανατηφόρα πράξη αντίστασης, ένα παιχνίδι εξουσίας με την στρατιωτική αστυνομία ξεκινά. Η καχυποψία και ο φόβος της προδοσίας απειλούν να κλονίσουν την εμπιστοσύνη του Ομάρ στους συνεργούς και παιδικούς του φίλους, κι εκείνος θα βρεθεί «παγιδευμένος» από τον εχθρό.

Όλα αυτά, δοσμένα με μια γραφή που κοντοστέκεται ανάμεσα στο ρεαλισμό αλλά και τους κινηματογραφικούς κανόνες του θρίλερ: οι σκηνές καταδίωξης του Ομάρ στα στενά σοκάκια της πόλης, γυρισμένες με κάμερα στο χέρι, βάζουν κάτω τη πλειοψηφία των ανάλογων αμερικανικών σκηνών που θα δείτε φέτος, και το λέω δίχως καμία υπερβολή. Είναι όμως το ανθρωποκεντρικό πλην εξόχως πολιτικό μήνυμα του φιλμ αυτό που κάνει τη διαφορά; Όχι και τόσο, αν και, φαντάζομαι, σε αυτό θα σταθούν αρκετοί.

Όχι, η μεγαλύτερη μαγκιά όλων είναι πως ο Ασάντ (ο οποίος επανέρχεται στο φιλμικό προσκήνιο μετά το βραβευμένο με Χρυσή Σφαίρα «Παράδεισος τώρα» που επίσης αφηγείτο την ιστορία δυο παλαιστίνιων ανταρτών, στο δρόμο προς μια αποστολή αυτοκτονίας) χρησιμοποιεί αυτές ακριβώς τις τεχνικές ως μέσα εκφραστικά, και όχι ως πυροτεχνήματα. Έτσι, ο κινηματογράφος γίνεται μια πραγματική γλώσσα επικοινωνίας. Κι εμείς βιώνουμε το βαθύτερο τίμημα ενός άδικου πολέμου και ενός απάνθρωπου διχασμού. Όταν δε έρχεται το φινάλε, ο Ασάντ δε μπαίνει καν στη διαδικασία να στήσει μια μεγαλόπρεπη και βαθιά σημαίνουσα κατακλείδα. Με μια κίνηση δευτερολέπτων, και μια ατάκα που «εγγράφεται» μέσα μας, κεραυνοβολεί τους θεατές με βία ανάλογη μ’ αυτή που καθοδηγεί όλο το δράμα.

Το καθ’ όλα υπαρκτό δράμα.

Το ελληνικό σινεμά πάει για μαύρισμα.






«Εδώ είναι φοβερό αυτό που ζούμε εδώ. Έχουμε φτιάξει μια περίεργη συνθήκη παραγωγής κάπως νομαδική. Εδώ και δυο – τρεις μήνες ζούμε όλοι, συνεργείο και ηθοποιοί, στο κάμπινγκ της Αντίπαρου. Σε σκηνές. Έχουμε φτιάξει ένα ωραίο χωριό. Και ξέρεις, αυτό ταιριάζει πολύ και με το τι θέλω να κάνω σε αυτή την ταινία: Θέλω να απεικονίσω το νησί όπως ακριβώς είναι και όχι να φτιάξω μια φανταστική εικόνα. Γυρίζω σε παραλίες και ντισκοτέκ γεμάτες με κόσμο. Γίνεται μια κάποια ενημέρωση πριν, τους ζητούμε να προσέχουν με την κάμερα, και τραβάμε εκεί, ανάμεσα στους ανθρώπους του νησιού και τους τουρίστες». Σκέφτομαι πόσο δύσκολο είναι το γύρισμα σε ψηφιακό το κατακαλόκαιρο, αλλά αμέσως με καθησυχάζουν: «Διευθυντής φωτογραφίας είναι ο μάστορας του φωτός Χρήστος Καραμάνης, ο οποίος δε φοβάται τίποτα!».

Μιλάω με τον Αργύρη Παπαδημητρόπουλο, περισσότερο γνωστός ως σκηνοθέτης του «Bank Bang» αλλά και του ανεξάρτητου «Wasted Youth». Που μετά το μεγάλο σουξέ εκείνης της πρώτης κωμωδίας (από τις λίγες που κέρδισαν και το κοινό αλλά και την κριτική) αποφάσισε να ακολουθήσει νέους δρόμους, εντελώς διαφορετικούς. «Νομίζω πως το ελληνικό εμπορικό σινεμά χρόνια ψάχνει την ταυτότητα του» μου λέει. «Το «Bank Bang» έπαιζε με τα είδη, ήταν ρομαντική κομεντί από τη μια, και περιπέτεια από την άλλη. Και το μεγάλο πρόβλημα είναι πως οι παραγωγοί του εμπορικού σινεμά αυτό δεν το έχουν καταλάβει, και νομίζουν πως όσο περισσότερα χάχανα βάλουν σε μια ταινία, τόσο καλύτερα θα πάει. Ε, δεν είναι έτσι. Άσε που ξεχνούν πως όταν ο κόσμος πάει σινεμά να δει μια “εμπορική ταινία” θέλει να δει και μια βαρβάτη παραγωγή από πίσω. Αν ήθελε να χαζέψει κοντινά ανθρώπων, θα καθόταν σπίτι του να δει τηλεόραση».

Μ’ αυτά και με κείνα, ξεκινήσαμε να μιλάμε για τη νέα του ταινία: «Ονομάζεται «Suntan» και  είναι η ιστορία ενός γιατρού, γύρω στα σαράντα, ο όποιος παίρνει μετάθεση στην Αντίπαρο, περνά ένα μοναχικό χειμώνα και μετά έρχεται αντιμέτωπος με μια παρέα παιδιών οι οποίοι θα του αλλάξουν τη ζωή». Παρατηρώ πως η ηλικία του ήρωα του είναι πολύ κοντά και στη δική του. Η απάντηση έρχεται αμέσως: «Έρχομαι τα τελευταία 22 χρόνια στην Αντίπαρο. Στην πραγματικότητα την έχω ζήσει και από τις δυο πλευρές μου. Δηλαδή και ως 16χρονος… κάφρος, αλλά και τώρα, που ουσιαστικά πλησιάζω την ηλικία του ήρωα μου. Η ταινία δηλαδή μιλάει για πράγματα που ξέρω».

Η ενηλικίωση κουβαλά το δικό της ζόρι βέβαια, και δεν είναι λίγοι οι σκηνοθέτες που γύρισαν ταινίες ακριβώς για να απαλλαχθούν από εκείνο ακριβώς το βάρος. Ο Αργύρης δεν είναι και τόσο βέβαιος: «Φτάνοντας στη μέση ηλικία αναγκάζεσαι να αλλάξεις τον τρόπο που βλέπεις τα πράγματα, αλλά δεν είναι και τόσο “καταναγκαστικό” αυτό – ο ίδιος απομακρύνεσαι από αυτές τις απολαύσεις, από την κραιπάλη από τις ηδονές».

Παράλληλα με τις ιδιαίτερες ταινίες του, ο σκηνοθέτης εργάζεται σταθερά στη διαφήμιση – τα γυρισμένα σε φιλμ σποτάκια του ξεχωρίζουν αμέσως μέσα στον «πολτό» της συγκεκριμένης παραγωγής. Μια ενδιαφέρουσα περίπτωση δημιουργού! «Θέλω να κάνω διαφορετικές ταινίες αλλά επίσης αγαπάω πολύ και το σινεμά των ειδών, οπότε θέλω να έχω ένα πόδι σε κάθε “περιοχή’, αυτή τη περίοδο πιθανότατα γιατί έτσι νιώθω. Τώρα βρίσκομαι στη φάση που θέλω να κάνω πιο προσωπικές ταινίες, αλλά ένα καλό σενάριο θα μπορούσε να με πείσει για τα πάντα. Δυστυχώς, στον λεγόμενο εμπορικό τομέα, δεν μου έχουν προταθεί σενάρια που να τα αγάπησα».

Ο θόρυβος που έρχεται από το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου τον τελευταίο καιρό δε θα μπορούσε να αφήσει ανέγγιχτο το “Suntan”. Μαθαίνω πως η ταινία επρόκειτο να πάρει κάποια χρήματα, με προέγκριση του Γενικού Διευθυντή του Κέντρου (ο ικανότατος – και κυρίως, ενεργός - επαγγελματίας Γρηγόρης Καραντινάκης), τα οποία όμως και δεσμεύτηκαν τελικά από το νέο Διοικητικό Συμβούλιο, μέλη του οποίου απάντησαν, με ανακοίνωση τους στον Τύπο χρησιμοποιώντας, μεταξύ άλλων, και παλιά γνωμικά γραμμένα σε κεφαλαία. «Αυτό το  καιρό γίνεται ένας πόλεμος τον οποίο δεν μπορώ να τον καταλάβω» δηλώνει απορημένος ο σκηνοθέτης. «Είναι η τρίτη ταινία που κάνω, και τα μόνα λεφτά που έχω πάρει από το κέντρο είναι είκοσι χιλιάδες ευρώ για το “Wasted Youth” τα οποία και πήρα μόλις χρόνια μετά την ολοκλήρωση της ταινίας. Τα γυρίσματα εδώ προχωρούν μια χαρά και όλοι αυτοί που γράφιυν πως κάνω ταινία αποκλειστικά με χρήματα του Κέντρου ουσιαστικά «τρολάρουν». Ε, δεν έχω καμία διάθεση να ασχοληθώ μαζί τους, ας τους να λυσσάνε».
 

Πέμπτη, 24 Ιουλίου 2014

A night with the Pythons.




Τα εισιτήρια για την πρώτη - και αρχικά, μοναδική - παράσταση των Monty Python στο O2 Arena (που αριθμεί 20.000 θέσεις) εξαντλήθηκαν μέσα σε σαράντα δευτερόλεπτα. Έτσι, προστέθηκαν άλλες εννιά - "οι τελευταίες εμφανίσεις της ομάδας" σύμφωνα με τα ίδια τα μέλη της, που είχαν να εμφανιστούν, μαζί, στη σκηνή, κάτι παραπάνω από 32 χρόνια.

Και όλα αυτά στο Ο2, που έχει φιλοξενήσει κι άλλα, φημισμένα re-unions, σαν αυτό των Led Zeppelin για παράδειγμα. Ένα κλειστό στάδιο, εντυπωσιακό σε μέγεθος αλλά και σε υποδομή: 20.000 άτομα (όλα τα σόου των Python είναι sold-out) μπήκαν και βγήκαν από τις ξεχωριστές εισόδους του χώρου δίχως να ακουστεί κιχ, ενώ, σε κάθε όροφο, μπορούσες να προμηθευτείς μπύρες, χοτ-ντογκ (δέκα ευρώ το ένα, παρακαλώ) και φυσικά το merchandise των Python: μπλουζάκια, cd, φούτερ και μπρελόκ, σε τιμές που ξεκινούν από τα 25 και φτάνουν τα 75 ευρώ. 

Οι γιγαντοοθόνες εξασφαλίζουν τη πρόσβαση στο  θέαμα, κι ας κάθομαι, κεντρικά μεν, απομακρυσμένα δε. Και το σόου ξεκινάει στις 7.30, με μια σειρά από κινούμενα σχέδια που κλείνουν με έναν αγώνα ποδοσφαίρου όπου, αντί για μπάλα, εμφανίζεται το... κεφάλι του Γκράχαμ Τσάπμαν. Σύντομα, όλη η ομάδα βρίσκεται επί σκηνής, τραγουδώντας στα ισπανικά ένα εκπαιδευτικό τραγούδι για τα λάμα (αστειάκι που παραπέμπει στους περίφημους "Ιππότες της ελεεινής τραπέζης" και το χειροκρότημα του κοινού είναι κάτι παραπάνω από ενθουσιώδες. Κακά τα ψέματα, είναι αδύνατον να μη συγκινηθείς βλέποντας τους ξανά όλους μαζί - αν δηλαδή αγαπάς τους Python (που πρέπει να έχεις καρδιά από έβενο για να μην τους αγαπάς). Και εκείνοι δείχνουν πρόθυμοι να διασκεδάσουν ένα κοινό έτοιμο να γελάσει (σχεδόν) με ό,τι του πετάξουν.

Τα πρώτα σκετσάκια ρολάρουν με εντυπωσιακό ρυθμό (όλοι τους έχουν πατήσει τα 70) ενώ τα καλοφτιαγμένα σκηνικά ("το σόου μας κόστισε μια περιουσία!" αναγράφτηκε κάποια στιγμή στη κεντρική γιγαντοοθόνη) εκμοντερνίζουν κάπως παλιές αγαπημένες κωμικές στιγμές. Και, ξαφνικά, αρχίζουν τα χορευτικά νούμερα. Οι φίλοι της ομάδας, αυτοί δηλαδή που έχουν παρακολουθήσει τις παλαιότερες βιντεογραφημένες εμφανίσεις της, γνωρίζουν πως δεν συνηθίζει τέτοια κόλπα. Αλλά οι καιροί έχουν αλλάξει. Οι Python σήμερα είναι ηλικιωμένοι και πέντε στον αριθμό. Και οι αλλαγές των σκηνικών απαιτούν χρόνο. Δυστυχώς όμως, κάποια από αυτά τα νούμερα ενοχλούν: όταν έσκασαν μύτη οι "σέξι" χορεύτριες που προηγήθηκαν του σκετς του "Εκβιασμού", ένοιωσα πως βρισκόμουν όχι στο Ο2 αλλά στο Δελφινάριο.

Από την άλλη, είναι πραγματικά αναζωογονητικό να τους βλέπεις να χρησιμοποιούν τα παλιά σκετς για να καταρρίψουν ένα προς ένα τα άβατα της πολιτικής ορθότητας. Οι ινστρούχτορες της δε θα διασκέδαζαν και τόσο στη θέα των δικαστών που, κάτω από τις ενδυμασίες τους, φορούν σέξι γυναικεία εσώρουχα - θα τους ήταν αδύνατο βλέπετε να αντιληφθούν πως το ζήτημα εδώ είναι η άγρια σάτιρα μιας υποκριτικής και άκρως κομφορμιστικής συνθήκης, της οποίας άλλωστε αποτελούν αδιάσπαστο μέρος. Όχι, δεν ήταν καθόλου "ξεπερασμένα" αυτά τα καλαμπούρια. Αντιθέτως, έδειχναν πιο μοντέρνα και τολμηρά από ποτέ. "Πόσα δίνεις για σεξ σε δημόσιο χώρο;" ρωτά ο ένας δικαστής. "Κοντά στις δέκα λίρες" απαντά ο άλλος, και το Ο2 σείεται από τα χάχανα.

Λίγο αργότερα, κάποιοι θεατές σοκάρονται σαν βλέπουν το κεφάλι του Πούτιν να αντικαθιστά τα... αχαμνά ενός αγάλματος, σε άλλο ένα από τα ανανεωμένα καρτούν του Τέρι Γκίλιαμ, αν και σπανίως είδαμε την επικαιρότητα σε πρώτο πλάνο. Τι είδαμε λοιπόν εκείνο το βράδυ που δεν είχαμε δει ποτέ; Μα το απρόοπτο μιας ζωντανής εμφάνισης. "Μπορεί να έχει κλείσει λίγο η φωνή μου, αλλά τουλάχιστον εγώ τα λόγια μου τα ξέρω απ 'έξω, δεν τα διαβάζω!" καγχάζει ο Τζον Κλιζ "καρφώνοντας" τον Τέρι Τζόουνς και οι δυο ηθοποιοί σκάνε στα γέλια επί σκηνής. Παραδόξως, διασκεδάσαμε πολύ περισσότερο όταν οι Python το "έχαναν" και, για να καλύψουν το κενό, το έριχναν στον αυτοσχεδιασμό. "Μπα, αυτοσχεδιάζουμε κιόλας;" ρωτά ο Μάικλ Πάλιν τον Τζον Κλιζ, καταμεσής του σκετς με τον Νεκρό Παπαγάλο, που το κοινό περίμενε πως και πως. "Αφού ακόμα το χω" αποκρίνεται ο Κλιζ. "Εσύ μπορεί να το χεις, αλλά ο κόσμος εδώ θέλει να προλάβει το τελευταίο τρένο" απαντά ο Πάλιν και δωσ' του πάλι χειροκρότημα. Σαν πιτσιρικάς, που προσπαθεί ανεπιτυχώς να κρατηθεί, με τα χίλια ζόρια,  "σοβαρός", ο Κλιζ "έσπαγε" κατά τη διάρκεια αρκετών σκετς, αλλά κανείς από εμάς δεν ένοιωσε προσβεβλημένος. Και ο αυτοσαρκασμός τους κατήργησε κάθε κυνική πρόθεση. "Έμαθα πως όλο αυτό γίνεται για να καλυφθεί η διατροφή του Κλιζ προς την πρώην σύζυγο του" σχολιάζει, δήθεν ανέμελα ο Έρικ Άιντλ. Και ο Μάικλ Πάλιν αναρωτιέται: "Ποιά απ' όλες;".

Η "μπάντα" έκλεισε με όλο το Ο2 τα τραγουδά το "Always look at the bright side of life", οι γιγαντοοθόνες έγραψαν "ξεκουμπιστείτε" και όλοι αφήσαμε το στάδιο σιγοτραγουδώντας. Στους διαδρόμους και στις σκάλες, χαμόγελα. Ναι, υπήρξαν αδύναμες στιγμές, ναι, τα χορευτικά μπορούσαν και να λείπουν, αλλά υπάρχει ακόμη μια γνήσια κωμική δύναμη σ' αυτά τα παλιά καλαμπούρια, αρκετή για να αναζωογονήσει μια χούφτα εβδομηντάρηδες.

Πόσο μάλλον εμάς. 

Locke (2014)



Ο Ίψεν έλεγε πως ο σταθερός άνθρωπος μοιάζει με αναμμένη λαμπάδα που, αν την γυρίσεις, η φλόγα της θα στραφεί προς τα πάνω, καίγοντας την ολοσχερώς. Λίγες ώρες πριν τη σημαντικότερη δουλειά της καριέρας του, ένας φημισμένος για την ακεραιότητα του πολιτικός μηχανικός, και πατέρας δυο παιδιών, μπαίνει στο αυτοκίνητο του εγκαταλείποντας τους πάντες και, στη διαδρομή, πρέπει να εξηγήσει στον καθένα γιατί πρέπει να φύγει μέσω μιας σειράς τηλεφωνημάτων που θα αλλάξουν τη ζωή του μια για πάντα. Το «Locke» του Στίβεν Νάιτ διαρκεί μιάμιση ώρα, διαδραματίζεται εξ’ ολοκλήρου σ’ ένα αυτοκίνητο, και είναι ταυτόχρονα ταινία δρόμου, θρίλερ και δράμα χαρακτήρων.

Είμαι βέβαιος πως η περιγραφή και μόνο της πλοκής σας έχει «γραπώσει». Οπότε το ζήτημα είναι το εξής. Είναι τόσο ενδιαφέρον όσο ακούγεται;

Ευτυχώς, ο Νάιτ δείχνει να γνωρίζει καλά πως οι αμυχές της πλοκής από μόνες τους δεν έχουν το παραμικρό δραματουργικό βάρος όταν περιστρέφονται γύρω από έναν αδιάφορο χαρακτήρα. Και ο ήρωας που ενσαρκώνει – στην ανδρική ερμηνεία της χρονιάς – ο Τομ Χάρντι είναι ένα μοναδικό χαρμάνι ηθικής υποχρέωσης και προπατορικής ενοχής που χτίζεται ενώπιον μας, κομμάτι – κομμάτι, με τη βοήθεια διαλόγων τόσο καλογραμμένων που λειτουργούν ταυτόχρονα στο πιο απλό και το πιο σύνθετο επίπεδο. Οι δε φιλοσοφικές ρήσεις του ήρωα (που δείχνει να έχει μια βαθύτερη κατανόηση για το τσιμέντο απ’ ότι για τους ανθρώπους) παραθέτουν από μόνα τους τα κίνητρα για τη φαινομενικά παράλογη συμπεριφορά του.

Στολισμένο με μια νυχτερινή φωτογραφία που είναι χάρμα οφθαλμών, και εξόχως χρονομετρημένο, το «Σε λάθος χρόνο» (κάπως άστοχος ο ελληνικός τίτλος) είναι, παρά το μινιμαλιστικό του στήσιμο, καθαρό σινεμά – και μόνο στο σινεμά θα μπορούσε να δουλέψει κάτι τέτοιο, παρά τα όσα εξωφρενικά ακούω περί «θεατρικότητας» του. Κάθε τι που συνιστά ένα φιλμικό οικοδόμημα (μοντάζ, κινηματογράφηση, εσωτερικότητα) υπάρχει, και είναι μοναδικά δουλεμένο, έστω κι αν αναπόφευκτα το φιλμ χαλαρώνει ελαφρώς μετά το δυναμικό του πρώτο μισό. Ευτυχώς υπάρχει πάντα ο Χάρντι. Για να μας θυμίζει πως είμαστε υπεύθυνοι όχι μόνο γι' αυτά που κάνουμε, αλλά και γι αυτά που παραλείψαμε.

Πέμπτη, 3 Ιουλίου 2014

Οι 10 καλύτερες (και λιγότερο γνωστές) ερμηνείες στην ιστορία του Αμερικάνικου Σινεμά: #9


  9.

O Chris Sarandon
στο Dog Day Afternoon

 



Ελληνικής καταγωγής (ελληνίδα μητέρα / μικρασιάτης πατέρας - "Σαραντωνίδης" το πραγματικό οικογενειακό επώνυμο), ο Chris Sarandon δεν έφτασε ποτέ σε δημοσιότητα την αδελφή του, Susan. Η μεγάλη του αγάπη υπήρξε το θέατρο - έχει όμως κάνει τόσα πολλά που δεν γνωρίζουμε (ήταν, για παράδειγμα, η φωνή του Τζακ Σκέλινγκτον στον "Χριστουγεννιάτικο Εφιάλτη" του Μπάρτον). Και, όπως και να χει, έχουμε πάντα να θυμόμαστε τούτη εδώ τη σκηνή - τη συνομιλία του με τον Al Pacino στη "Σκυλίσια μέρα" του Sidney Lumet. Δε θελω να αναλωθώ σε επίθετα, ούτε στη σπάνια ευαισθησία που φωλιάζει στη καρδιά σου βλέποντας την. Θα πω όμως πως, χωρίς τον Sarandon στην ταινία, δεν υπάρχει Pacino (που, γι αυτόν τα κάνει όλα, άλλωστε), και χωρίς τον Pacino, δεν υπάρχει ταινία. (Για την ιστορία, ο Sarandon κέρδισε μια υποψηφιότητα για Οσκαρ Β Ανδρικού Ρόλου, για πέντε περίπου λεφτά συνολικής παρουσίας. Κι όμως σήμερα, κανείς δε θυμάται.) 


Αυτά, λέει, σας άρεσαν:

Ετικέτες