Τρίτη, 23 Μαΐου 2017

Πως να κερδίσετε Χρυσό Φοίνικα.


Προς εκκολαπτόμενους κινηματογραφιστές:
Τρεις καλες συμβουλες (και άλλη μιά) για να διεκδικήσετε Χρυσό Φοίνικα

1. Βρείτε το ΚΑΛΥΤΕΡΟ ή το ΧΕΙΡΟΤΕΡΟ συνεργείο.
Αν η ταινία σας είναι χάρμα οφθαλμών ή αν, αντιθέτως, ρισκάρεις την ολική τύφλωση παρακολουθώντας την μέχρι τέλους, είστε σε καλό δρόμο. Το ιδιο ισχύει και για τον ήχο.

2. Φροντίστε να ΜΙΣΕΙΤΕ ΤΗ ΧΩΡΑ ΣΑΣ.
Δεν έχει σημασία αν είστε Ευρωπαίος, Ρώσος ή Ασιάτης, Έλληνας ή Τούρκος. Επικεντρωθείτε σεναριακά - και φωτογραφικά - στα χειρότερα σημεία της χώρας προέλευσης σας και απεικονίστε τους συμπολίτες σας με τον χειρότερο δυνατό τρόπο. Έχετε πολλές ελπίδες, πιστέψτε μας.

3. ΣΚΟΤΩΣΤΕ ΕΝΑ ΠΑΙΔΙ
Σχεδόν μία στις δυο ταινίες του Διαγωνιστικού των Καννών φέτος διαθέτει έναν φόνο παιδιού - τα ταλαίπωρα επίσης κακοποιούνται και βιάζονται κάθε χρόνο, κατά δεκάδες, εδώ στις οθόνες της κρουαζέτ. Οπότε, τι περιμένετε; 

4. WILD BUNCH
Ψάχνεις συμπαραγωγό; Εδώ!

Sacred Deer ή αλλιώς, Ανοιχτή πλατφόρμα για παραμύθιασμα


Οπαδός του «Κυνόδοντα», ακόμη μεγαλύτερος των «Άλπεων», εκτίμησα και τη δουλειά του Γιώργου Λάνθιμου στον «Άστακο», την πιο προσβάσιμη μέχρι τώρα ταινία του. Το «Killing of a sacred deer» όμως είναι μια ολότελα διαφορετική περίπτωση, παρά την φαινομενική μόνο σύνδεση του με τα προηγούμενα της φιλμογραφίας του. Η ταινία τελείωσε, κι εγώ βρέθηκα να στέκομαι απέναντι της. Στο δε τέλος της προβολής, τα χειροκροτήματα ήταν εξίσου δυνατά με τα γιουχαΐσματα. Αυτό ήταν, φοβάμαι, και το ζητούμενο: η δημιουργία ενός φιλμ – σκανδάλου.

Πολλά άλλα όμως απουσιάζουν.

Κατ’ αρχάς, απουσιάζει ο Λάνθιμος ως αφηγητής: Στα προηγούμενα φιλμ, ο θεατής είχε όλα τα απαραίτητα στοιχεία που χρειαζόταν για να παρακολουθήσει την ιστορία από το πρώτο περίπου δεκάλεπτο – υπήρχε δηλαδή μια αξιοθαύμαστη αφηγηματική οικονομία. Εδώ, για το πρώτο μισό της ταινίας περίπου, κυριαρχεί η δημιουργία ατμόσφαιρας (για την ατμόσφαιρα), μέχρις ότου να φτάσουμε στο «ζουμί» της υπόθεσης. Η τελευταία έχει ως εξής: Ένας καρδιοχειρούργος (Κόλιν Φάρελ), ευπρεπής οικογενειάρχης που ζει σε ένα επιβλητικό σπίτι με τη σύζυγο του (Νικόλ Κίντμαν) και τα δυο του παιδιά (Ράφεϊ Κάσιντι, Σάνι Σούλικ – ελπίζω να το γράφω σωστά) παίρνει υπό την προστασία του τον Μάρτιν, ένα 16χρονο αγόρι (Μπάρι Κιόγκαν) του οποίου ο πατέρας πέθανε στο χειρουργικό του τραπέζι. Μέχρι που, ξαφνικά, τα δυο του παιδιά, το ένα μετά το άλλο, παραλύουν από τη μέση και κάτω, και αρνούνται να τραφούν. Γιατί; Επειδή σκότωσες τον πατέρα μου, τον ενημερώνει ο Μάρτιν, Κάλχας και Άρτεμις μαζί, που συμπληρώνει πως η «κατάρα» θα αρθεί όταν ο χειρούργος επιλέξει, και σκοτώσει, ένα από τα μέλη της οικογένειας του. Ο παραλληλισμός με την Ιφιγένεια είναι φανερός, πολύ πριν ακουστεί το όνομα της κάποια στιγμή προς το τέλος, σε ένα φιλμ απ’ όπου απουσιάζει επίσης και αυτό το off-beat χιούμορ που έκανε τις προηγούμενες ταινίες του σκηνοθέτη τόσο ιδιαίτερες (και όπου υπάρχει, σπανίως λειτουργεί).

Το χειρότερο όλων όμως είναι πως εδώ έχεις έντονη την αίσθηση πως η ταινία μεταχειρίζεται τον θεατή της ως πειραματόζωο. Όλη αυτή η οδύνη που περνάς βλέποντας το «Killing of a sacred deer» δεν μπορεί να υποστηριχθεί από τον ισχνό σεναριακό ιστό. Ούτε η σύνδεση με την Ιφιγένεια ευσταθεί: Ο θεατής της αρχαίας τραγωδίας εξυψώνεται από ένα θέαμα που τον ξεπερνά, δεν υποβιβάζεται τόσο, όπως συμβαίνει εδώ. Επισης, δε προκειται για ταινία τρόμου: Δε τρομάζεις δευτερόλεπτο. Με άλλα λόγια, ούτε σαστισμένος αισθάνθηκα μετά το τέλος, ούτε προβληματισμένος, ούτε υπήρχε κάποιο βαθύτερο νόημα προς αναζήτηση. Την ίδια στιγμή όμως, μιλάμε για ένα φιλμ μοναδικά κατασκευασμένο: Η ασφυκτικά συμμετρική φωτογραφία είναι χάρμα οφθαλμών, η χρήση της μουσικής (αναγνώρισα θέματα του Λιγκέτι) εφευρετική, η καλλιτεχνική διεύθυνση απαστράπτουσα και θεαματική, οι κινήσεις της κάμερας εκτελεσμένες με μοιρογνωμονιακή ακρίβεια. Είναι αδύνατον να μη σε θαμπώσει όλη αυτή η δουλειά, τουλάχιστον στην αρχή. Επίσης, κανένα πρόβλημα δεν έχω με τις ταινίες που υποφέρεις για να τις δεις μέχρι τέλους. Έλα όμως που το «βάρος» του μαρτυρίου και της καλλιέπειας χρειάζεται ένα κάποιο περιεχόμενο για να υποστηριχθεί. Στον «Κυνόδοντα» υπήρχε το ζήτημα της οικογένειας. Στις «Άλπεις» η ανάγκη για συντροφικότητα. Στον «Αστακό», ο έρωτας. Λίγα πράγματα – επί της ουσίας – υπάρχουν εδώ.

Ασφαλώς και θα μπορούσαν να γραφτούν ποταμοί κειμένων που θα μεγενθύνουν αυτά τα μικροσκοπικά αναφορικά στίγματα στο επίπεδο της ακαδημαικής ρητορείας, προς γνώσιν και συμμόρφωσιν των κινηματογραφικά «αστοιχείωτων». Και φαντάζομαι πως αυτό ακριβώς θα συμβεί – ειδικά από τους νεότερους αμερικανούς κριτικούς (και τους μιμητές τους) που λατρεύουν την αυτοδικαίωση που προκύπτει απ’ αυτούς τους παιχνιδισμούς. Είπαμε, η ταινία φτιάχτηκε με συγκεκριμένο στόχο, και δίχως αμφιβολία, τον έχει πετύχει. Μια μικρή σημείωση όμως προς τους αγαπητούς συναδελφους που χύνουν τόσο επίπονο μελάνι για το φιλμ: Να με συμπαθάτε, και εγω ειμαι μεγάλο ψώνιο με τη δουλειά μου, αλλά τα περισσότερα αποθεωτικά σας κείμενα βασίζονται σε απαντήσεις - κλειδιά ΠΟΥ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΣΤΟ ΦΙΛΜ. ¨Εχουμε μπερδευτεί λίγο: Οι ΙΔΕΕΣ που μπορεί να γεννήσει στη γκλάβα μας μια ταινία δεν κατοχυρώνονται σε αυτήν αν δεν υπάρχει σαφής αναφορά. Και μια αποτυχημένη ταινία μπορεί να εγείρει συζητήσεις που κι αυτές μπορεί να βαστήξουν για μια ζωή. Κριτικοί είμαστε. Οχι ΣΥΝ-ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΙ. Χαλαρώστε. 

Δευτέρα, 8 Μαΐου 2017

Η μεγάλη προδοσία.


Θυμάμαι πολύ καλά την πρώτη φορά που είδα στην ΕΡΤ1 τα «Παλιά Γιαπωνέζικα παραμύθια» γιατί θυμάμαι το σοκ. Ήταν τόσο οδυνηρό!

Για πρώτη φορά το καλό δε θριάμβευε. Υπέροχοι άνθρωποι, ξεκινώντας πάντα με τις καλύτερες προθέσεις, ερχόντουσαν αντιμέτωποι με μια αμείλικτη δύναμη που τους καταδίκαζε στην απόλυτη δυστυχία – ή κάπως έτσι το αντιλαμβανόμασταν τότε. Δεν το εκφράσαμε ποτέ εκείνα τα χρόνια, αλλά αυτή η σκέψη που τιτίβιζε μέσα στα κεφάλια μας δεν έλεγε να σταματήσει:

«Μας λέτε ψέματα!»

Συνεχίσαμε να παρακολουθούμε με στωικότητα τους «μεγάλους» να μας αραδιάζουν παραλλαγές της ίδιας ιστορίας περί «σωστού» και «λάθους», περί «καλού» και «κακού», αλλά δεν μπορούσαμε να τους πιστέψουμε πια. Μας λέτε ψέματα. Γιατί μας λέτε ψέματα; 

Αναρωτήθηκα σήμερα, σε μια στιγμή, αν όλη αυτή η απώθηση μας απέναντι στην πραγματικότητα είναι ένας ακόμα τρόπος για να εκφράσουμε (σε εξίσου πολυάριθμες παραλλαγές) τον θυμό μας γι αυτή τη μεγάλη προδοσία. Τόσο πολύ;

Snapshot #14


"Night moves" 
του Arthur Penn
(1975)

Πέμπτη, 4 Μαΐου 2017

Geumul / 그물 (2016)


Τι εννοούμε με τον όρο «Ιδεολογία»; Και τι άλλαξε από τη Γαλλική Επανάσταση (όπου και πρωτοεμφανίζεται ο όρος) μέχρι τον Καρλ Μαρξ; 

Σχεδόν τίποτα, απαντά ο Κιμ Κι Ντουκ, και ταυτοχρόνως τα πάντα. Το «Δίχτυ», η νέα δουλειά του παραγωγικότατου κινηματογραφιστή δεν ανακαλύπτει την πυρίτιδα, και αυτό που υπογραμμίζει είναι σχεδόν αυταπόδεικτο: Ανεξαρτήτως πολιτικής θέσης και «φανέλας», η ιδεολογία αποτελεί, επί της ουσίας, μια νομιμοποίηση της εκάστοτε εξουσίας που τη χρησιμοποιεί – και έτσι εμφανίζεται ως ένα σύνολο αναπαραστάσεων που, με τη σειρά τους, συνδέονται με την Κυριαρχία.

Εδώ, ένας φτωχός, αλλά ευτυχισμένος ψαράς από τη Βόρεια Κορέα, φεύγει με τη βάρκα του για ψάρεμα. Είναι μια μέρα σαν όλες τις άλλες και τίποτα δε προμηνύει το κακό που θα ακολουθήσει: η προπέλα γραπώνεται στο δίχτυ που χωρίζει τη Βόρεια από τη Νότια Κορέα, και ο ταλαίπωρος ήρωας μας παρασύρεται στα ύδατα της τελευταίας όπου και αντιμετωπίζεται ως κατάσκοπος από έναν βίαιο επιθεωρητή. Εδώ, ξεκινά μια σειρά από ανακρίσεις και βασανιστήρια που δε θα περίμενε κανείς από το «πολιτισμένο» και σχεδόν «ευρωπαϊκό» κομμάτι της κορεατικής χερσονήσου. Η πλάνη όμως είναι όλη δική μας: Η πραγματικότητα απέχει πολύ από τα «διδάγματα» της καπιταλιστικής ιδεολογίας και μπορεί ο ψαράς να θαμπώνεται από τους εμπορικούς πεζοδρόμους της χώρας, αλλά αντιλαμβάνεται (στο πετσί του) πως σ’ αυτό τον Παράδεισο, δεν υπάρχει ούτε ισότητα, αλλά ούτε και ελευθερία.

Τι γίνεται όμως με τον Σοσιαλιστικό Παράδεισο της άλλης πλευράς; Γιατί ο ήρωας μας θα επιστρέψει εκεί για να υποβληθεί στις ίδιες διαδικασίες: Εχθρότητα, περιφρόνηση, βασανιστήρια, ανακρίσεις. Σηκώνεται όρθιος και τραγουδά τον εθνικό ύμνο της χώρας, ελπίζοντας σε κάποια διαφορετική μεταχείριση. Τίποτα όμως δεν αλλάζει. Είτε «εδώ», είτε «εκεί», όλα εκπίπτουν σε μια μεθοδολογία που επιδιώκει να εκμηδενίσει το υποκείμενο (δηλαδή τον πολίτη) σε έναν πετυχημένο ή (στη χειρότερη περίπτωση) αποτυχημένο μηχανισμό ενός συστήματος που δρα μόνο και μόνο για να αποδείξει την χρηστικότητα του. Και ο Κιμ Κι Ντουκ φροντίζει, πίσω απ’ όλα αυτά, να τοποθετήσει χαρακτήρες άμεσους και ανθρώπινους (ο ψαράς θα μπορούσε να είναι ένας ασιάτης Τσάπλιν ενώ οι συμπεριφορές των ανθρώπων γύρω του αγγίζουν τον μινιμαλισμό ενός δράματος παλαιοτέρας κοπής) και να επεξεργαστεί με τον πιο κινηματογραφικό τρόπο τους ρυθμούς του, ολοκληρώνοντας ένα απολύτως καθηλωτικό φιλμ, από αυτά που βλέπεις μια φορά και συζητάς για πάντα.

Αυτά, λέει, σας άρεσαν:

Ετικέτες