Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα History Lessons. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα History Lessons. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 13 Ιουνίου 2017

Cannon: Η παρεξηγημένη αυτοκρατορία


Τα ονόματα που μεσουρανούσαν στις κινηματογραφικές οθόνες της δεκαετίας του ’80 ήταν πολύ συγκεκριμένα. Ανάμεσα τους, ο Τσακ Νόρις, ο Τσαρλς Μπρόνσον, ο Ζαν Κλοντ Βαν Νταμ, ο Σιλβέστερ Σταλόνε και ο Κρίστοφερ Ριφ. Όλοι τους, δούλεψαν για τον Μεναχέμ Γκόλαν που διεύθυνε, μαζί με τον ξάδελφο του, Γιόραμ Γκλόμπους, την Cannon, αναμφίβολα την πιο εμβληματική κινηματογραφική «φίρμα» εκείνης της δεκαετίας. Εκεί έκανε επίσης και το πρωταγωνιστικό της ντεμπούτο η Σάρον Στόουν («Οι θησαυροί του Σολόμωντα», το 1985, πλάι στον Ρίτσαρντ Τσάμπερλέιν – μεγάλο εμπορικό σουξέ στη χώρα μας).


 Ο Γκόλαν υπήρξε καθοριστικός στην φιλμική τους καθιέρωση, όχι μόνο ως παραγωγός αλλά και ως σκηνοθέτης. Τρανταχτό παράδειγμα, η «Δύναμη Δέλτα» το 1986, με πρωταγωνιστές τους Τσακ Νόρις, Λι Μάρβιν και Χάνα Σιγκούλα, αλλά και το «Όλα για όλα», με τον Σιλβέστερ Σταλόνε το 1987 (την προηγούμενη χρονιά είχε χρηματοδοτήσει το «Κόμπρα», από τις πιο γνωστές ταινίες του μυώδους αστέρα). Στην ίδια δεκαετία, ήταν ο άνθρωπος πίσω από κάθε περιπέτεια του Τσαρλς Μπρόνσον, ενώ χρηματοδότησε και τα τελευταία δυο σίκουελ εκείνου του πρώτου θεαματικού «Σούπερμαν». Και πόσα άλλα ακόμη φιλμ με ήρωες δαιμόνιους «Νίντζα» και θεαματικούς «Βαρβάρους».

Αυτό όμως που σπανίως αναγνωρίζεται στον Γκόλαν ήταν πως υπήρξε ο τελευταίος παραγωγός της «παλιάς σχολής» σε μια εποχή όπου τα μεγάλα στούντιο είχαν ήδη περάσει στην «αγκαλιά» των πολυεθνικών, μια εποχή όπου πλέον τις αποφάσεις τις έπαιρναν επιτροπές, και όχι μονάδες.

Η Άνοδος και η Πτώση

Γεννημένος στην Τιβεριάδα το 1929, ο Γκολάν ξεκίνησε ως… στρατιώτης για να καταλήξει στο θέατρο, και να μεταπηδήσει στη συνέχεια στον κινηματογράφο. Το 1964, η παραγωγή του, ονόματι  «Sallah Shabati», ήταν η πρώτη ισραηλινή ταινία που βρέθηκε υποψήφια για Όσκαρ Καλύτερης Ξενόγλωσσης (κερδίζοντας την αντίστοιχη Χρυσή Σφαίρα). Στο Ισραήλ χάρισε και την μεγαλύτερη του εμπορική επιτυχία: την πασίγνωστη νεανική – και ελαφρώς πιπεράτη – κωμωδία «Γρανίτα από λεμόνι» και τις συνέχειες της, που φυσικά, γνώρισαν τεράστια απήχηση και στις δικές μας αίθουσες.  Τα κέρδη τον φέρνουν στη Χολιγουντιανή «Cannon» και εκεί μπαίνει μπρος μια θεαματική «μηχανή». Μιλάμε για την πρώτη εταιρία παραγωγής που έβγαλε στις αίθουσες ταινίες για το μπρέικ ντανς («Breakin’» το 1984), το ραπ («Rappin’» το 1985), το σάλσα («Salsa» το 1988) και το… λαμπάντα («The forbidden dance» το 1990) αντίστοιχα.

Κι όμως, ο Γκόλαν στήριξε οικονομικά και σκηνοθέτες σαν τον Κασσαβέτη («Love streams» του 1984), τον Γκοντάρ («Βασιλιάς Λιρ» του 1987 – το συμβόλαιο μάλιστα ήταν απλά μια… χαρτοπετσέτα με τις υπογραφές τους, μετά από συνάντηση τους στις Κάννες!) και τον Αντρέι Κονσταλόφσκι (το θρυλικό «Τρένο της μεγάλης φυγής» του 1985), παίρνοντας ρίσκα που κανείς άλλος παραγωγός δεν θα έπαιρνε εκείνα τα χρόνια. Δυστυχώς οι πιέσεις της αγοράς οδηγούν την Cannon σε περικοπές που, με τη σειρά τους, αρχίζουν να «γράφουν» στο πανί: Το φτηνιάρικο «Σούπερμαν 4» σκότωσε τις προοπτικές ενός ακόμα σίκουελ. Ο παράλληλος «θάνατος» της αγοράς του βίντεο  θα την αποτελειώσει. Η εταιρία θα κηρύξει χρεοκοπία το 1992.

Ο Γκόλαν θα επαναπατριστεί στο Ισραήλ, δίχως όμως να ξεμπερδέψει με τα παλιά του χρέη: Το 2010 θα συλληφθεί για παράνομη απόπειρα εξόδου από τη χώρα και σχεδόν θα «υποχρεωθεί» να αποκαλύψει στον Τύπο την θλιβερή οικονομική του κατάσταση. Το πρόσωπο του Γκόλαν θα γίνει έτσι ένα ακόμα σύμβολο, μία ακόμα μαρτυρία της σκληρότητας της show business. Τουλάχιστον πρόλαβε, λίγο πριν το τέλος όμως, να ζήσει μια τελευταία μεγάλη στιγμή, στο τελευταίο Φεστιβάλ Καννών όπου θα κάνει την τελευταία του δημόσια εμφάνιση, με αφορμή το ντοκιμαντέρ «The go-go boys», ντοκιμαντέρ για την αυτοκρατορία της Cannon. Εκεί όπου το κοινό τον υποδέχτηκε σαν αυτό που κάποτε ήταν: Ένας πραγματικός Βασιλιάς της μεγάλης οθόνης που μας αποχαιρέτησε οριστικά στις 8 Αυγούστου του 2014. Ήταν το οριστικό τέλος μιας απολαυστικά βρώμικης εποχής. 



Πέμπτη 19 Μαΐου 2016

La Movida Madrilena - Μια αναδρομή


(με αφορμή την προβολή της «Julieta» του Πέδρο Αλμοδόβαρ στο Φεστιβάλ Καννών)

Στη Γαλλία είχαν τη Nouvelle Vague, στην Ισπανία τη Movida. Περίπου. Εννοώ πως ενώ η πρώτη αφορούσε καθαρά το σινεμά, η Ισπανική Movida (πλήρες όρος «La Movida Madrileña») «έπιανε» κάθε καλλιτεχνική έκφανση από το θάνατο του δικτάτορα Φράνκο και μετά.  Σκεφτείτε όμως ότι αυτό συνέβη το 1975. Με αρκετή καθυστέρηση δηλαδή – ακόμη και το Τσέχικο Νέο Κύμα «έσκασε» στις αρχές των 60s. Και ακριβώς επειδή οι Ισπανοί είχαν ένα μεγάλο κενό να καλύψουν, ξεκίνησαν τρέχοντας. Το lsd έδινε κι έπαιρνε και κάθε μα κάθε κοινωνικό ταμπού καταντούσε… βορά στα χέρια ανατρεπτικών καλλιτεχνών. 
You name it: κόμικς, γκράφιτι, μουσική, λογοτεχνία, κινηματογράφος, όλα εντάχθηκαν μέσα στο κίνημα της movida και από τη κολυμπήθρα αυτή ξεπήδησαν σημαντικοί δημιουργοί, σήμερα λιγότερο γνωστοί απ’ ότι θα έπρεπε. Με εξαίρεση φυσικά τον Πέντρο Αλμοντόβαρ που δοκίμασε σχεδόν τα πάντα: ηχογράφησε μαζί με τον Fabio McNamara, εξέδωσε το πρώτο του βιβλίο (με τίτλο «Φωτιά στα σωθικά») και στη συνέχεια ξεκίνησε να φιλμάρει ασταμάτητα με την super-8 κάμερα του πριν ολοκληρώσει τα γυρίσματα μιας εκ των πιο φημισμένων ταινιών της movida: το «Η Πέπι, η Λούσι, η Μπομ και τα άλλα κορίτσια» παραμένει ακόμη και σήμερα ένα, στην κυριολεξία, τρομακτικό φιλμ, μια επίθεση κακού γούστου και τεχνικής αγριότητας, ένα πρωτόλειο που κοχλάζει.

Υπάρχουν όμως κι αυτές οι τέσσερις από κάτω που αξίζουν να αναφερθούν, έτσι όπως χάθηκαν από το θόρυβο του «έργου» του διασημότερου εκπρόσωπου του ρεύματος.


  
Arrebato (1980)
Του Ivan Zulueta

Από όλες τις ταινίες του κινήματος, αυτή εδώ είναι και το ιερό δισκοπότηρο της Movida, κυρίως επειδή είναι τόσο σπάνιο να την πετύχει κανείς σήμερα. Το στόρι έχει ως εξής: ένας φιλμογράφος, ο Χοσέ, προσπαθεί να ολοκληρώσει την τελευταία του ταινία, μια “b-movie” με βρικόλακες, μέχρι που ανακαλύπτει ένα επικίνδυνο ρολό φιλμ. Επικίνδυνο επειδή μέσα του κρύβεται μια δύναμη ικανή να οδηγήσει τον θεατή που το βλέπει σε πολλαπλά στάδια αντίληψης, έξω από αυτό τον κόσμο – πάντα όμως έναντι κάποιου κόστους. Ο Ivan Zulueta ξεκίνησε να γυρίζει το φιλμ το 1977 χάρη στη βοήθεια του παραγωγού του, ενός αρχιτέκτονα με πάθος για το σινεμά. Δυστυχώς όμως, πολλά από τα χρήματα του προϋπολογισμού κατέληγαν στη ντρόγκα: τα περισσότερα μέλη του συνεργείου ήταν ηρωινομανείς. Το αποτέλεσμα βγήκε τελικά στις αίθουσες το 1980.  Σήμερα μοιάζει με έναν παράξενο πρόδρομο του Videodrome, με μπόλικη όμως από την σουρεαλιστική διάθεση ενός Stan Brekhage, ένα πραγματικό παραισθησιογόνο παραλήρημα. Trivia: Ο Almodovar ντούμπλαρε μια γυναίκα ηθοποιό (δίχως να πάρει credit)



Cuentos eroticos (1980)
Των Enrique Brasó, Jaime Chávarri, Emma Cohen, Fernando Colomo, Jesús García de Dueñas, Augusto Martínez Torres, Josefina Molina, Juan Tébar και Alfonso Ungría

Μετρήστε τουs: Εννέα σκηνοθέτες συνυπογράφουν ένα ανθολόγιο ερωτικών ιστοριών οπού στόχος είναι η πρόκληση και η παρωδία. Έτσι τα ορθωμένα πέη και οι ρεαλιστικές απεικονίσεις του σεξ δίνουν και παίρνουν ενώ κάπου μέσα στον όλο χαμό, παρωδείται και η… Φθινοπωρινή Σονάτα του Μπέργκμαν (στο σκετσάκι με τίτλο «Koñensonaten» όπου πρωταγωνιστεί η Cecillia Roth, επίσης πρωταγωνίστρια και του Arrebato). To φιλμ είχε μεγάλο σουξέ στο καλλιτεχνικό λεγόμενο κύκλωμα, σήμερα όμως έχει σχεδόν εξαφανιστεί. Το παράδοξο; Παρά την παρουσία εννέα ονομάτων, υπάρχει απόλυτη ενότητα (ακατέργαστου) ύφους - λες και δούλεψαν ομαδικά, κάτι που όμως δε ισχύει.



Opera prima (1980)
Του Fernando Trueba

Εκείνη είναι χορτοφάγος, 18 ετών και ξαδέρφη του Ματίας, ενός 25χρονου δημοσιογράφου που προσπαθεί να γράψει ένα θρίλερ και λατρεύει το κρέας. Μέσα από την προσωπική τους ιστορία (που ενίοτε ενίοτε και θερμή δίχως όμως ο Truemba να αναζητά τη φτηνή πρόκληση), το Opera Prima διακωμωδεί με τον πιο καυστικό αλλά καίριο τρόπο κάθε χίπικη «κληρονομιά» προσπαθώντας, μέσα από το χιούμορ, να ανανεώσει το Ισπανικό νέο κύμα της Movida που ήδη, το 1980, έδειχνε αρκετά κουρασμένο. Eπίσης είναι πανέμορφα φιλμαρισμένο σε εντυπωσιακό σινεμασκόπ και διαθέτει και μια ερμηνεία – έκπληξη από τη Μariza Paredes, ήδη εμβληματική φιγούρα που εμφανίζεται και στο επόμενο φιλμ της λίστας.



Tras en cristal (1986)
Του Agusti Villaronga

Η ταινία του Villaronga ξεκινά με το σιωπηλό βασανισμό και τη δολοφονία ενός παιδιού από έναν ναζί, λίγο πριν την απόπειρα αυτοκτονίας του τελευταίου. «Με το καλημέρα σας» που λένε. Πριν προλάβεις να αναρωτηθείς «Θεέ μου, τι βλέπω», η ταινία αλλάζει γρήγορα τερέν: ο Ναζί βρίσκεται καθηλωμένος σε ένα «γυάλινο κλουβί» (ο πρωτότυπος τίτλος), σε ένα απόμακρο εξοχικό στην Ισπανία, όπου τον συντροφεύει η οικογένεια του και ένας νεοπροσληφθής παράξενος «νοσοκόμος» που γνωρίζει το σκοτεινό παρελθόν του ασθενή του και δολοφονεί, μπροστά του, μικρά αγοράκια, επειδή «λατρεύει το θάνατο». Κι όμως, αν δεν είχε προυπάρξει η έκρηξη της movida, δεν θα μπορούσε να είχε συλληφθεί και να γυριστεί αυτό το σκοτεινό, αποτρόπαιο φιλμ, βουτηγμένο σε μια μαύρη ποίηση που παραπέμπει στις πιο μακάβριες στιγμές του Αλεχάντρο Γιοντορόφσκι.

Αυτά, λέει, σας άρεσαν:

Ετικέτες