Τετάρτη, 9 Φεβρουαρίου 2011

Conversations with remarkable people, v.5: Δημήτρης Πουλικάκος


«Πέτρα που κυλάει, χόρτο δεν μαζεύει» λεγόταν η εκπομπή που παρουσίαζε (αμέσως μετά τη Μεταπολίτευση) το κρατικό ραδιόφωνο, που διαφέντευε ο Μάνος Χατζιδάκις. Σαφής η αναφορά στο “Like a rolling stone” του Dylan αλλά και στους Stones του Jagger. Στο μικρόφωνο, με τη βραχνή και βαριά (από τα άφιλτρα Gitanes) φωνή, ο «Θείος Νώντας», κατά κόσμον Δημήτρης Πουλικάκος. Mια ζωή σκληρή, χωρίς φτιασίδια, με τα δύσκολα και τα πολύ δύσκολα πολύ περισσότερα από τα καλά, με την «καλή κοινωνία» απέναντι μέχρι ακρότητας αλλά με βαθιά προσήλωση σ’ αυτό που οι αληθινοί μύστες αποκαλούν «rock-τρόπος ζωής». Ο Δημήτης Πουλικάκος, που τραγούδησε Foxy Lady του Hendrix σε 45άρι της Pan-Vox, στα sixties, με τους Μοdern Greek Combo (Ντόβας, Κατσαδωράκης, Πολύτιμος, Πουλικάκος), «Εξαδάχτυλο» αλλά και «Πολύ ωραίο στυλ» και «Πάρε μου μια πίπα» στο «ΕΛΛΑΔΕΞ» των Λογοθέτη-Κιουρτσόγλου, που πέρασε και άφησε σημάδια στο σινεμά και την τηλεόραση, που άφησε εποχή με το «Live στου Ζωγράφου» με τον αξέχαστο Δήμη Παπαχρήστου, κάθεται απέναντί μου, στα πλατώ της ταινίας "Στο Βάθος Κήπος", το 2009, ήρεμος, καπνιστής από πεποίθηση και μετρημένος στα λόγια του. Βλέπετε, δεν ασπάσθηκε άλλον τρόπο ζωής εκτός από εκείνον που έμαθε να ζει απ’ το Γυμνάσιο. Μέχρι τέλους αυθεντικός. Μετά τη συνέντευξη σηκώνεται και στηρίζεται στην καρέκλα του η οποία όμως και σπάει. Φοβούμενος ότι θα πέσει, κάνω να τον πιάσω - μέγα λάθος! Μου καρφώνει ένα βλέμμα αρκετό για να χέζομαι για 2 δεκαετίες σερί.

H συνέντευξη δημοσιεύτηκε στον ΤΑΧΥΔΡΟΜΟ



Πρώτο rock’n’roll άκουσμα;

Little Richards. Και βεβαίως έπαθα την πλάκα της ζωής μου. Σκέψου ότι εγώ ήθελα να γίνω μαέστρος και ξαφνικά βλέπω το The Girl Can’t Help It και ακούω Heebie Jeebies! Είναι σα να σε βαράνε με βαριοπούλα στο κούτελο. Μπαμ!

Σε τι περιβάλλον μεγάλωσες;

Με δυο γιατρούς. Σπουδαγμένοι το ’30 στη Γερμανία, καταλαβαίνεις, «γεια σου». Υπήρχαν όμως δυο καλά. Από μη μία ήταν δεξιοί αλλά όχι από τους σκληροπυρηνικούς. Σκέψου, ήταν αντιβασιλικοί! Τον Παυλό ο πατέρας μου τον έλεγε «το Μεγάλο Γουρούνι» - και δεν είχαν και πολλά-πολλά με εκκλησίες. Θυμάμαι τον πατέρα μου να τρελαίνεται βλέποντας μας να αλλάζουμε ρούχα μεταξύ μας – ξέρεις έπαιρνε ο ένας το μπουφάν του άλλου και ο άλλος έδινε δυο πουκάμισα. Ε, Γερμανοτραφής ο πατέρας μου... Τα πήγαμε καλά πάντως, αυτό έχει σημασία.

Ξεκίνησες με τους M.G.C., χάρη στους οποίους πρωτοακούστηκε ο Χέντριξ στην Ελλάδα.

Και όχι μόνο... Εμφανιζόμασταν τότε στο Λεωνίδα θυμάμαι, ένα υπόγειο που βρισκόταν απέναντι από την Παλιά Αθήνα. Είχε περάσει από πολλά χέρια, πριν ήταν μπουάτ – το «Συμπόσιο» αν έχεις ακουστά. Το είχαν δυο αδέλφια. Εκείνα τα χρόνια δούλευε εκεί ο Γιώργος Νταλάρας. Τον οποίον, όταν οι γιεγιέδες το τράβαγαν μέχρι το πρωί, τον κατέβαζαν να παίξει κάνα λαϊκό να φύγει ο κόσμος. Τέλος πάντων, εγώ τους MGC τους βρήκα το καλοκαίρι μετά το πραξικόπημα. Έπαιζε ακόμη ο Δημήτρης ο Πολύτιμος εκεί. Μετά ήρθε ο Εξαδάχτυλος.

Σου λείπει κάτι απο εκείνα τα χρόνια;

Τι να σου πω τώρα...

Εκτός από ανθρώπους.

(μικρή παύση)... Το μόνο που λείπει είναι η ευκινησία εκείνης της εποχής. Σε μικρότερες ηλικίες μπορείς να κινείσαι πιο άνετα. Τίποτε άλλο δε μου λείπει. Κάθε εποχή έχει και τα δικά της. Μου λείπει όμως και η οικονομία στη μουσική σήμερα.

Εννοείς σε ότι αφορά τους μουσικούς;

Ε μα τους τα λέω χρόνια αλλά δεν με πολυκαταλαβαίνουν. Εντάξει, η κάντρι είναι στα 2/4 αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι μπορείς να βάλεις ένα τζαζ μπρέικ εκεί μέσα! Κάποτε, ένας πολύ γνωστός μουσικός μου είχε πει «μα καλά, αυτός ο Ντίλαν δεν μπορεί να βρει καλύτερους μουσικούς να παίζουν μαζί του;». Έμεινα... άναυδος. Τι να σου πεις; Ότι μιλάμε για την crème-de-la-crème της Νάσβιλ;

Είχες γενικά πολλά προβλήματα με φλύαρους παίχτες;

Πάντα.. Δυστυχώς αυτή την κίνηση (σ.σ.: ...μιμείται την κίνηση του αυνανισμού) την περνάμε και στην ταστιέρα.

Ο αγαπημένος μου δίσκος σου πάντως παραμένει το Crazy Live στου Ζωγράφου. Ηχητικά δεν ακούγεται καθόλου ελληνικός...

Δεν είχαμε κανένα σπουδαίο εξοπλισμό. Με ένα άθλιο οχτακάναλο δουλέψαμε και στήθηκαν όλα σε μιάμιση ώρα. Ήταν τόσο πολύς κόσμος πάνω στη σκηνή... ο ένας σκέπαζε τη μαλακία του άλλου, ευτυχώς. Δεκαοκτώ άτομα επι σκηνής και όλοι μαζί δεν είχαμε κάνει ποτέ πρόβα!

Πλάκα μου κάνεις!

Όχι, σοβαρολογώ. Είχα μάλιστα και μια αγωνία οπότε είχα πάρει κάτι χαρτόνια με ενδείξεις «μπρέικ», «κουπλέ», «ρεφρέν» και τους τα έδειχνα ενώ παίζαμε! Ξέρεις, αυτό το live στήθηκε για να μαζευτούν κάποια λεφτά. Είχα δικηγόρους να πληρώσω – μια ιστορία με τα πρώην πεθερικά μου που κράτησε καμιά δεκαριά χρόνια και, στο τέλος, μπήκε και στη διδακτέα ύλη της Νομικής.

Είχες κατηγορηθεί για φόνο.

"Ηθική αυτουργία στην εκ προθέσεως ανθρωποκτονία" της πρώην συζύγου μου παρακαλώ. Σκέψου ότι η Λίλυ είχε πεθάνει στην Ολλανδία, στον ύπνο της από αναρρόφηση κι εγώ ήμουν εδώ. Αλλά ως σατανικός εγκέφαλος διεθνούς σπείρας εμπόρων ναρκωτικών «τακτοποίησα» τα πράγματα, καταλαβαίνεις. Μέχρι και εφημερίδα έβγαλαν για να στηρίξουν αυτή την κατηγορία, την «Ελεύθερη Ώρα». Τα δυο πρώτα φύλα της ασχολήθηκαν μόνο με την υπόθεση μου!

Ο κόσμος σε στήριξε όμως

Εν πολλοίς, ναι. Με ορισμένους δημοσιογράφους χαλάστηκα όμως. Αυτούς που δεν δέχτηκαν ν’ ακούσουν την άλλη πλευρά. ‘Νταξει, τέλος πάντων, έχωσαν πολλά λεφτά σ’αυτή την ιστορία μέσω των μοναδικών εντύπων που εξάλλου διαβάζανε, τον Οικογενειακό Θησαυρό και την Απογευματινή συγκεκριμένα. Ούτε βιβλίο δεν έβρισκες στο σπίτι θυμάμαι, μόνο μια εγκυκλοπαίδεια κι αυτό ήταν. Δε βαριέσαι...

Τι κάνεις σε αυτό το πλατό;

Ας πούμε ότι ενσαρκώνω έναν τύπο... λίγο στην παρακμή του. Επαμεινώνδα τον λένε, χωμένος στη νύχτα, σε μπουρδέλα και τα ρέστα – έβγαζε γυναίκες στο κλαρί και, κάποια στιγμή με μια απ’αυτές έκανα κι έναν γιο

Κάτι μου θυμίζει το όνομα του χαρακτήρα.

Ναι, είναι ένα όνομα που έχω χρησιμοποιήσει πολλά χρόνια πριν, ως ραδιοφωνικό nom-de-plume. Είχα ξεκινήσει θυμάμαι το 1972 – αλλά είχα χρησιμοποιήσει το όνομα και στο Μεταφοραί Ο Μήτσος. Αναφέρομαι στον Επαμεινώνδα δηλαδή από το 1967...

Αισθάνομαι πως το ελληνικό ροκ εκείνης της εποχής άφησε μιαν ανεκπλήρωτη υπόσχεση.

Λογικό δεν ήταν; Δες πόσο μικρή είναι η αγορά μας, πως να τραφεί κάποιος; Ας πούμε ότι ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου μπορεί και να έχει αποκτήσει κάποια άνεση αλλά έπιασε μια κατάσταση που περισσότερο έχει να κάνει με ποδόσφαιρο παρά με τη μουσική την ίδια ας πούμε. Έχω την εντύπωση ότι ψιλο-υποφέρει απ’αυτό, δεν νομίζω να του αρέσει και τόσο πολύ.

Υπάρχουν και χειρότερα.

Ναι, σωστά, ο Σαββόπουλος βγήκε και δήλωνε ότι θα ψηφίσει Μητσοτάκη. Και μετά πήγαινε με τη σημαία στα στρατόπεδα! Μα είναι δυνατόν να κάνεις παιδί και το βγάζεις Κορνήλιο; Δεν σκέφτεσαι τι ζόρι θα τραβήξει στο σχολείο; Και τον αναγκάζεις να πάει και φαντάρος ενώ εσύ δεν έχεις πάει – και το κάνεις και τραγούδι! Ε, ο καθένας είναι υπεύθυνος... και ανεύθυνος βέβαια. Γιατί κανείς δεν ευθύνεται για το κεφάλι που κουβαλάει. Σε πάει από μονο του – η χημεία σε κυβερνάει. Αλλά σου δίνει και κάποιες επιλογές...

Ας πάμε στο σινεμά: η υποκριτική πως προέκυψε στη ζωή σου;

Μαζί με τη μουσική. Με τα δυο μαζί μεγάλωσα: μουσική και σινεμά. Φυσικά στη μουσική είναι πιο ελεύθερος. Το σινεμά είναι πιο σφιχτό πράγμα, κάνεις κάτι επι παραγγελία. Ενώ στη μουσική, γράφεις αυτά που παίζεις – σε κάποιο ποσοστό έστω – και κάνεις αυτό που θέλεις εκεί.

Σε θυμάμαι σε πολλές σημαντικές ταινίες του Νέου Ελληνικού Κινηματογράφου.

Βέβαια, στο Αλδεβαράν, στη Φόννισα, στο Κελί Μηδέν του Γιάννη Σμαραγδή, πριν τις δόξες του Ελ Γκρέκο, στους Τεμπέληδες της Εύφορης Κοιλάδας...

Και στο Μια Ζωή Σε Θυμάμαι Να Φεύγεις, της Φρίντας Λιάπα.

Την οποία την είχα, ας πούμε γνωρίσει στη Μπουμπουλίνας, στην ασφάλεια το 68, τότε που ήμουν κι εγώ μέσα – για άλλα πράγματα βέβαια. Ήταν όλα τα παιδιά του Ρήγα Φεραίου μαζεμένα και σε ένα από τα κελιά ήταν και η Φρίντα.

Με τον Παναγιωτόπουλο ξαναβρεθήκατε πέρσι στο Αθήνα-Θεσσαλονίκη. Πως ήταν σαν εμπειρία;

Ε, και μόνο ο χρονος που περνάει, αρκεί...

Είναι πάντα ένα θέμα ο χρόνος: Οι Απέναντι στην εποχή τους σημείωσαν αξιοσημείωτη εμπορική επιτυχία, έχω όμως την αίσθηση ότι αν έβγαιναν σήμερα – ή μια οποιαδήποτε άλλη εξίσου πετυχημένη ταινία της εποχής – θα έκαναν ελάχιστα εισητήρια.

Συντηρητικοποιείται πιο πολύ η κοινωνία με το πέρασμα του χρόνου.

Πήγες να ψηφίσεις;

Όχι. Δυστυχώς, η πολιτική αυτή τη στιγμή, η εικόνα της δηλαδή, μοιάζει με τη Σκύλα και τη Χάρυβδη. Τέλος πάντων, αν καταφέρεις να περάσεις, πέφτεις στις συμπληγάδες πέτρες, και μετά πέφτεις στη Μέδουσα και μένεις άγαλμα. Συμπληγάδες είναι το ΚΚΕ και Μέδουσα το ΛΑ.Ο.Σ έτσι; Ο οποίος σε αφήνει κάγκελο και τελείωσε... Είναι ο μόνος κερδισμένος βέβαια. Ενώ, αν θέλεις, πιο πολύς είναι ο κόσμος που είναι – ας πούμε – δημοκρατικός (η συντηρητικά ανεκτικός), ο φασισμός ανεβαίνει. Βλέπεις νέους ανθρώπους και όταν ανοίγουν το στόμα τους να μιλήσουν, ακούγεται η φωνή ενός 50αρη... Ευτυχώς, από την άλλη υπάρχει και η θεωρία του χάους που βράζει από κάτω. Παλιά ήταν δεκα άτομα σε όλη την Αθήνα που γνωριζόμασταν, έτσι, απο «κεραίες» ας πούμε. Τώρα είναι πολλά περισσότερα... Το ’65 δεν θα υπήρχε περίπτωση να διοργανωθεί ένα B-Fest για παράδειγμα (σ.σ: τσεκάρετε το http://babyloniafest.blogspot.com/).

Το ελληνικό σινεμά σήμερα...

...πάσχει από θέμα ταυτότητας. Οι ταινίες μας δεν έχουν ακόμη μια ξεκάθαρη στάμπα ας πούμε. Όχι πως αυτό έχει και ιδιαίτερη σημασία. Περισσότερο σημασία έχει για το κοινό παρά για τους δημιουργούς. Εμένα ποτέ δεν με απασχόλησε το να λέω ξένα κομμάτια – αν σου αρέσει αυτό που λες, γίνεται δικό σου. Το My Way από Sid Vicious είναι δικό του κομμάτι – σιγά τώρα μην άκουγαν Σινάτρα οι πανκς!

Παρεπιπτόντως, ο Τζον Λίντον εμφανίστηκε να διαφημίζει βούτυρο στην βρεττανική τηλεόραση.

Ίσως αλλά έχουμε δει και το Τελευταίο Ταγκό στο Παρίσι. Έχει λοιπόν κι άλλες χρήσεις το βούτυρο.

Έκανες και τηλεόραση.

Ναι αλλά δεν την έχω και τόσο στην καρδιά μου ας πούμε. Θέλω να πω, εκεί έχεις να κάνεις με ένα κοινό ανεξέλεγκτο. Καλό είναι να ξέρεις που απευθύνεσαι...

Ξαναγυρνάμε στο σινεμά τότε. Πρώτη ταινία που θυμάσαι να βλέπεις σε αίθουσα;

Ένας Ταρζάν με Τζόνι Βάισμιλερ. Και βέβαια λίγο αργότερα ανακάλυψα το νουάρ. Τις ταινίες του Ρόμπερτ Μίτσαμ, Ρίτσαρντ Γουίντμαρκ – είδα ξανά τον Πορτοφολά του Φούλερ, τι ταινιάρα... Αλλά και γαλλικές! Με Εντι Κονσταντέν, Ρομπέρ Ροζέν, Φρανσουά Ζανού... Και Μπαρντό βέβαια! Για να δούμε το Ο Θεός Έπλασε Τη Γυναίκα την κοπανήσαμε από το σχολείο και ευτυχώς είχαμε έναν συμμαθητή του οποίου οι γονείς είχαν τη βιομηχανία Άριστον. Το ψευδώνυμο του ήταν «το παπάκι», γιατί περπάταγε κάπως περίεργα, ήταν και χοντρούλης... Τον οποίο και είδα τώρα πρόσφατα και ήπιαμε κάτι τσιγάρα εδώ στον Πειραιά. Ήταν ακόμη μέσα σ’όλα! Ε, τον πήραμε μαζί για να μας βγάλει τα εισητήρια. Βέβαια εμείς θέλαμε Πλατεία αλλά αυτός δεν «μάσησε» μέχρι εκεί – μας έβγαλε Θεωρείο. Αλλά εντάξει, είμασταν 7-8 άτομα παρέα. Μεγάλη υπόθεση αυτό τότε... Μόλις είχαμε ανακαλύψει και το ροκ’ν’ρολ...

Είχε και μουσικούς η παρέα;

Είχε αν και, να σου πω την αλήθεια, οι παρέες μου δεν έχουν καμιά σχέση ούτε με καλλιτεχνίες ούτε με τίποτα. Εϊναι αλλοπρόσαλοι από επαγγελματικής και κοινωνικής θέσης. Που μου αρέσει πιο πολύ. Δεν αντέχω το άλλο παιχνίδι: ξέρεις αν είσαι ηθοποιός πρέπει να κάνεις παρέα με τους άλλους ηθοποιούς, να πηγαίνεις στον «Ιανό» και του κώλου τα εννιάμερα. Αυτές οι αλυσίδες πολυτισμού εμένα δεν μου λένε απολύτως τίποτα. Αν ήμουν τρομοκράτης δηλαδή, τα πρώτα που θα φυτίλιαζα θα ήταν αυτά: Metropolis, Ιανός και κάτι τέτοια να πούμε...

Μύρισε μπαρούτι η Αθήνα τον περασμένο Δεκέμβριο

Μυρίζει ακόμη μπαρούτι και τα χειρότερα έπονται. Αυτή η γενιά η οποία ουσιαστικά είναι τώρα στα πράγματα, τα’χει κάνει κώλο…

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αυτά, λέει, σας άρεσαν:

Ετικέτες