Τρίτη, 8 Φεβρουαρίου 2011

Σκέψεις για το Inglorious Basterds

(o κύριος Ταραντίνο παρέα με την πρωταγωνίστρια του, Ντάιαν Κρούγκερ)


Υπάρχουν σκηνοθέτες που δεν μιλούν πολύ. Που αφήνουν τη δουλειά τους να μιλήσει γι αυτούς. Υπάρχουν κι άλλοι που αυτοθαυμάζονται και όταν μιλούν, κουβαλάνε αέρα χιλίων καρδιναλιων. Και υπάρχει και ο Ταραντίνο. Που όχι μόνο δεν βάζει γλώσσα μέσα του, αλλά αντι να μιλήσει για το σινεμά του, μιλάει με γουρλωμένα εφηβικά μάτια για το σινεμά που αγαπάει. Το ίδιο συμβαίνει και με το Basterds, την πολεμική περιπέτεια που διαδραματίζεται την περίοδο του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου όπου μια ομάδα κομάντος ξεπαστρέβουν Γκέμπελς και Χίτλερ (!) μέσα σε έναν παριζιάνικο κινηματογράφο.

Όμως το «Inglorious Basterds» δε μιλά ούτε για τους ναζί, ούτε για τόν Β’ Παγκόσμιο. Μιλά για το Αιώνιο Σινεμά, το σινεμά που ανασταίνει αλλά και που διασώζεται, ένας φιλμικός τόπος που υπάρχει μόνο στο μυαλό του Κουέντιν Ταραντίνο, με μάλλον αταίριαστους συγκάτοικους: ο Ρομέρ παρέα με τον Ρομέρο, ο Μπρεσόν με τον Μπεσόν, η σινεφιλική ευρωπαϊκή διανόηση – δηλαδή, το σινεμά των σαλονιών – αγκαλιά με τιο σινεμά εκείνο που ευδοκίμησε στο περιθώριο των φτηνών αιθουσών και των drive-in. Γιατί οι ιστορίες που ανέσυρε από την πολυκαιρισμένη μούχλα των μυθιστορημάτων τσέπης δεν θα είχαν κανένα ενδιαφέρον δίχως τα Γκονταρ-ικά αφηγηματικά παιχνιδίσματα του Pulp Fiction. Και γιατί το φινάλε του «Άδοξοι Μπάσταρδη» (ευφυής μετάφραση του ανορθόγραφου αυθεντικού τίτλου) θα ήταν γυμνό δίχως την μουσική υπόκρουση του «Αλοζανφάν» των Ταβιάνι, την οποία ο Ταραντίνο ξεδιάντροπα χρησιμοποιεί. Αντιδραστικός; Εκκεντρικός; Έφηβος; Ή απλά, μεγάλος απατεώνας; Λίγο απ’όλα μάλλον. Κυρίως όμως, αμετανόητος κινηματογραφόφιλος. Ε, γι αυτό και μόνο, πολλά του συγχωρείς.

Δεν είναι δα και δύσκολο να συμμεριστείς την αγάπη του για τα b-movies. Αν είσαι φίλος τους, είσαι πραγματικός φίλος του κινηματογράφου! Γιατί εκεί συναντάς την αλφάβητο του αφηγηματικού σινεμά, έτσι πίσω που σε πάνε στην εποχή όπου σκηνοθέτες και παραγωγοί μάθαιναν σιγά-σιγά να αφηγούνται μια ιστορία, ακολουθώντας τη δομή ενός παραμυθιού. Από αυτή την αποθήκη λοιπόν, ο Ταραντίνο έχει «σηκώσει» πολύ πράγμα. Δίχως όμως ο ίδιος ποτέ να το αρνηθεί! Αυτή ακριβώς η ιδιαιτερότητα είναι που τον προσδιορίζει τόσο έντονα. Η κίτρινη φόρμα της Ούμα Θέρμαν του «Kill Bill» παραπέμπει στο «Παιχνίδι του θανάτου» με τον Μπρους Λι, ο στρατιώτης Ούγκο Στίγκλιτς του «Inglorious Basterds» παραπέμπει στον ισπανό ηθοποιό ταινιών τρόμου με το ίδιο όνομα κ.ο.κ.

Οι σκηνοθέτες βέβαια ανέκαθεν «έκλεβαν». Ποτέ άλλοτε όμως το κοινό δεν αποθέωσε τόσο έναν... δηλωμένο κλέφτη.

Η τελευταία του ταινία αποτελεί και το αποκορύφωμα αυτής της διεστραμένης σινεφιλίας του, ένα γιγαντιαίο χωνευτήρι όπου χωράνε οι ιταλικές πολεμικές ταινίες των 70s, τα γουέστερν, ο Τζούλιο Ποντεκόρβο (σκηνοθέτης του μυθικού φιλμ «Η μάχη της Αλγερίας», μουσική του οποίου ακούγεται συχνά στο φιλμ), το σπλάτερ και ο... Μπέκετ! Γιατί με τέτοια αποστασιοποίηση κοιτάζει αυτή τη φορά τους ήρωες του ο σκηνοθέτης, κι ας ακούγονται πάντοτε αστείοι οι χαβαλεδιάρικοι διάλογοι του. Η δε δράση, ελάχιστη σε σχέση με τη διάρκεια του φιλμ (διόμησι ώρες). Σε μια σκηνή όμως συνειδητοποιείς τι ακριβώς προσπαθεί να κάνει όταν, μετά την φονική αναμέτρηση δυο χαρακτήρων σε αίθουσα προβολατζή (που αφήνει και τους δύο στον τόπο), η οθόνη του σινεμά προβάλλει διαδοχικά τις μορφές τους. Οι ταινίες, μας λέει, ανασταίνουν μονάχα όταν προβάλλονται, όταν οι άνθρωποι τις βλέπουν. Και γι αυτό ο ίδιος προσπαθεί χρόνια τώρα να αναστήσει νεκρά κινηματογραφικά είδη, πάντα με στυλ. Όπως ο Χέρτζοκ προσπαθεί να αναστήσει νεκρούς πολιτισμούς. Όπως ο Γκίμπσον - διόλου τυχαία η αναφορά του δίπλα στο θεόμουρλο Γερμανό - ανασταίνει νεκρές γλώσσες.

Φυσικά, δεν πρέπει να μπερδεύουμε τις αμερικάνικες πολεμικές παραγωγές με τα ανάλογα φιλμ που γύριζαν οι Ιταλοί στα 70s. Σύγκριση καμιά. Χάρη στο κίνημα του νεορεαλισμού που με το «Ρώμη, ανοχύρωτη πόλη» «ξελάσπωσε» τη χώρα από τη φασιστική ρετσινιά στα μάτια ολόκληρου του κόσμου (λίγες ταινίες στην ιστορία του σινεμά μπορούν να παινεύονται για ένα τέτοιο επίτευγμα – για να μην πω καμία), μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν ανετότατα την ναζιστική φιγούρα και σε πείσμα της καθολικής τους παιδείας (ή ακριβώς λόγω αυτής) φιλμογράφησαν οργιώδεις εκρήξεις σαδομαζοχισμού, διανθισμένες με ανθρώπινα μέλη και κρουνους αίματος. Οι γείτονες μας βλέπετε ήξεραν πως δεν θα μπορούσαν να ανταγωνιστουν τους γιάνκηδες σε επίπεδο προϋπολογισμού. Έτσι, για να κάνουν τις ταινίες τους πιο εμπορεύσιμες, τις τίγκαραν στο σεξ και τη βία – δυο παράγοντες που έκαναν τα φιλμ αυτά προσοδοφόρα στην ευρωπαϊκή αγορά. Υπάρχει στην αφίσα μια – τουλάχιστον – γυμνόστηθη γυναίκα; Καλή αρχή. Υπάρχουν σκηνές διαστροφικού σεξ; Ακόμη καλύτερα. Προσθέστε και μερικά γραφικά ξεκοιλιάσματα και τα πιάσαμε τα λεφτά μας. Πάρτε και μερικούς τίτλους: «Ίλσα, η σκύλα των SS», «Ερωτικές νύχτες της Γκεστάπο», «Διαστροφές σε στρατόπεδο σαδιστών», όλοι τους πλήρως ενδεικτικοί.

Το μέγα ερώτημα που προκύπτει όμως είναι άλλο:

Άραγε, σε είκοσι, τριάντα χρόνια από τώρα, πως θα φαίνονται οι ταινίες του Ταραντίνο στο διψασμένο για cult σκουπιδαριό σινεφιλικό κοινό; Θα περνάει ακόμη η γοητεία της αναφοράς; Ή μήπως καταχωρηθούν ως φιλμικά αξιοπερίεργα λόγω της έντονης προσωπικότητας του δημιουργού τους, που επιβάλλει την δική του γραμμή στα επί της οθόνης δρώμενα; Σκεφτείτε το πιο απλό: τα γνήσια «σκουπίδια», οι πραγματικές exploitation ταινίες, σπανίως ξεχώριζαν για την ιδιαίτερη γραφή των εκάστοτε σκηνοθετών τους.


ΤΕΣΣΕΡΑ ΙΤΑΛΙΚΑ ΦΙΛΜ ΑΝΑΦΟΡΑΣ

Ilsa She-Wolf of the SS
Από τα πιο φημισμένα φιλμ του «ιδιώματος», με πρωταγωνίστρια την Ίλσα, μια σαδίστρια ναζί που βασανίζει τις αιχμάλωτες της με διάφορους ευφάνταστους τρόπους (που αν τους περιγράψουμε εδώ, θα σας γυρίσουν τ΄άντερα). Απίστευτη η εμπορική επιτυχία του ανά τον κόσμο, οδήγησε στη δημιουργία τριών (!) sequel.



Inglorious Bastards
Με σωστή ορθογραφία αυτή τη φορά, μιας και πρόκειται για το ομώνυμο φιλμ του Ένζο Καστελάρι με πρωταγωνιστές τους Φρεντ Γουίλιαμσον και Μπο Σβένσον (ο οποίος έχει και έναν μικρό ρόλο στο φιλμ του Ταραντίνο). Κομιξάδικος machismo, φτηνές (αλλά εντυπωσιακές) εκρήξεις και ζούμερη βία.



Ο θυρωρός της Νύχτας
Αν δεν ήταν η ταινία της Λιλιάνα Καβάνι, και ο θόρυβος που προκάλεσε, να είστε σίγουροι πως οι Ιταλοί παραγωγοί θα είχαν αφήσει στην ησυχία τους τους ναζί κατακτητές και τα κατορθώματα τους. Η συλλογική ενοχική συνείδηση απέναντι τους κλονίστηκε με τις ερωτικές περιπτύξεις των Ντερκ Μπόγκαρτ και Σάρλοτ Ράμπλινγκ και το ερωτικό σινεμά δεν θα ήταν ποτέ ξανα το ίδιο.



SS Girls
Σε σκηνοθεσία Μπρούνο Ματέι (που διέπρεψε στο είδος), το SS girls έχει μείνει στην ιστορία ως το πλέον άρρωστο nazisploitation φιλμ. Εδώ η υπόθεση δείχνει παντελώς προσχηματική, έως και ανύπαρκτη. Το μόνο που απομένει είναι μια συρραφή από σαδομαζοχιστικές σκηνές αποσπασματικού χαρακτήρα, δωσμένες κακότεχνα – δηλαδή «ψευτο-ντοκιμαντερίστικα».

3 σχόλια:

  1. πολυ καλο κειμενο, κριμα να μην εχει ενα σχολιο ;)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Για μένα ο Tarantino είναι ένα φαινόμενο-αξιοπερίεργο όχι μόνο στο χώρο του σινεμά αλλά και γενικότερα στα καλλιτεχνικά δρώμενα. Ο λόγος είναι απλός: όταν ένας γνήσιος nerd, o οποίος έχει δει άπειρες ταινίες, λατρεύει το σινεμά και αδιαμφισβήτητα έχει φοβερή αισθητική αντίληψη, αποφασίζει να μιμηθεί τους ήρωές του, το αποτέλεσμα στην καλύτερη περίπτωση -και αυτό αν να είναι πρικησμένος με πολύ ταλέντο- θα έπρεπε να είναι διασκεδαστικό... Εδώ όμως είναι το σημείο που καταργείται κάθε νόμος της φυσικής-λογικής: οι ταινίες αυτού του τύπου είναι αριστουργήματα, συνδιάζοντας όπως κανένας άλλος την b-movie/ cult αισθητική με ιδιοφυείς διαλόγους και απίστευτα soundtrack και τελικά έχουμε δραματουργικά ένα αποτέλεσμα που τη μία είναι χαβαλεδιάρικο και την άλλη σε τσακίζει ψυχολογικά. Χαρακτηριστικό παραδειγμα τα Kill Bill...

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Αυτά, λέει, σας άρεσαν:

Ετικέτες