Πέμπτη, 17 Φεβρουαρίου 2011

True Grit (2010) ( * * * * * )


Το Αληθινό Θράσος αποτελεί ριμέικ μιας μεγάλης επιτυχίας του Γουέιν, με τον ίδιο τίτλο, παραγωγής 1969 - όπου ο Τζον Γουέιν κέρδισε το Όσκαρ Α' Ανδρικού Ρόλου ενσαρκώνοντας τον... Τζον Γουέιν. Ένα παραδοσιακό, «δεξιό» που λέει κι ο Δημόπουλος western, στιβαρό και αγέρωχο σαν την όμορφα παλαιωμένη θήκη ενός revolver. Μην φανταστείτε ότι οι Κοέν του αλλάζουν τα φώτα με καφρίλα χουλιγκάνου. Το True Grit των Κοέν διαφέρει από τον προκάτοχο του σε ένα κομβικό σημείο: στο πως δηλαδή απαξιώνει, πλαγίως, ότι φάνταζε ένδοξο και «αρχιδάτο» στον κόσμο του Γουέστ, όπως τον μάθαμε (και) μέσα από τα western του , δίχως όμως και να το χλευάζει.

Και αυτή είναι μια ισορροπία λεπτή, εξόχως σχεδιασμένη και ιδιοφυώς εκτελεσμένη από τους δαιμόνιους Αμερικανοεβραίους που εδώ παίζουν στα δάχτυλα τις συμβάσεις του είδους τις οποίες και φιλτράρουν μέσα από το προσωπικό τους κυνικό πρίσμα. Δρουν δηλαδή με την ακρίβεια ενός ακαδημαϊκού και την αποτελεσματικότητα ενός «μάστορα», εντυπωσιακό αν αναλογιστεί κανείς πως αυτή εδώ είναι ουσιαστικά η πρώτη τους αυστηρώς προσδιορισμένη ταινία (μπορείς δηλαδή απλώς να την κατατάξεις στο genre του “western”, κάτι όχι ιδιαίτερα εύκολο με τις υπόλοιπες ταινίες τους – αν θέλετε, κάντε μια προσπάθεια).

Όλα ξεκινούν από τη Μάτι Ρος, που φτάνει στο Αρκάνσας με σκοπό να βρει το δειλό Τομ Τσέινι που λέγεται πως σκότωσε τον πατέρα της. Ζητά τη βοήθεια του μονόφθαλμου, ομοσπονδιακού αστυνομικού Κόγκμπερν – του παίρνει λίγη ώρα να την πάρει στα σοβαρά, αλλά εντέλει δέχεται να τη βοηθήσει, και να τον καταδιώξει. Τον Τσέινι όμως καταδιώκει και ένας άλλος αστυνομικός, ο Λα Μπιφ, που θέλει κι αυτός από την πλευρά του να τον συλλάβει και να τον παραδώσει στις αρχές του Τέξας, ώστε να τσιμπήσει την αμοιβή της επικήρυξής του.

Όπως σε κάθε ταινία των Κοέν, έτσι κι εδώ, η ανθρώπινη βλακεία είναι πρωταγωνιστής – σιωπηλός πρωταγωνιστής αυτή τη φορά. Και το βαρόμετρο (ή, αν προτιμάτε, το βλακόμετρο) είναι η πανέξυπνη μικρή Μάτι, ο δορυφόρος γύρω από τον οποίο περιστρέφονται (και κρίνονται) όλοι οι χαρακτήρες του φιλμ (όχι τυχαία, η ταινία ξεκινά και «κλείνει» με ένα δικό της voice-over, όπως και στο πρωτότυπο βιβλίο – στοιχείο απών από την ταινία του 1969). Καθόλου παράξενη λοιπόν η υποψηφιότητα της Χάιλι Στάινφιλντ: η ερμηνεία της έχει τσαγανό αλλά και «περιεχόμενο», ένα κινηματογραφικό performance καθηλωτικό και άκρως λειτουργικό. Δίπλα της, ο Τζεφ Μπρίτζες ακροβατεί ανάμεσα στην αυτοπαρωδία και τη μοχθηρότητα – όταν βγαίνουν τα «σιδερικά», το βλέμμα του μόνο απειλή αποπνέει.

Όλα αυτά, τοποθετημένα σε έναν παράδοξο καμβά: η φωτογραφία του Ρότζερ Ντίκινς, μόνιμου συνεργάτη των Κοέν, American gothic απόσταγμα, παραπέμπει, ενίοτε, στη Νύχτα Του Κυνηγού. Στο αριστούργημα του Τσαρλς Λότον βέβαια, η απόσταση που χώριζε το Καλό από το Κακό ήταν, αν μη τι άλλο, ευδιάκριτη. Εδώ όχι και τόσο . Η Μάτι θα πιέσει τη σκανδάλη. Και η «κλωτσιά» του δίκανου θα τη βυθίσει σε μια σκοτεινή χαράδρα, τοπίο κατευθείαν παρμένο από εφιάλτη παιδικό. Στο πρώτο φιλμ ναι, η εκδίκηση ήταν πράξη ανδρείας. Τίποτα όμως πιο σαφές από την αλήθεια. Και εδώ, σ'αυτη την πραγματικά υπέροχη ταινία, οι Κοέν μας θυμίζουν πως, ο άνθρωπος, εκδικείται για τη μετριότητα του, για την ατυχία του και για την τύχη των άλλων.

And that’s how the west was won...

4 σχόλια:

  1. Ωραίο κείμενο... Όταν δω και την ταινία, θα επανέλθω.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Αισθάνθηκα και γω τη Νύχτα του Κυνηγού, αλλά στη (appropriately) νυχτερινή σεκάνς. Κι είμαι σίγουρος πως αν δεν ήθελαν οι Κοέν ν' αφήσουν άθικτη την λιτότητα του φιλμ τους όλο και κάποιο ζωάκι θα έδειχναν να παρακολουθεί το πέρασμα του άδοξου πιστολά με το 'να μάτι στην βασιλεία των δικών του ουρανών.

    Τα 'πες σωστά μαν, έτσι, αν όχι κερδήθηκε, τουλάχιστον κατοικήθηκε η Δύση.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Σαφώς man. Για μένα, στο Grit υπάρχει μια "λοξή" ποιητική ματιά, που στην ουσία είναι αυτή του Κυνηγού, με πιο "κλειστό" φιλμικό Έσοπτρο.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Αυτά, λέει, σας άρεσαν:

Ετικέτες