Πέμπτη, 19 Μαΐου 2016

Σπουδαία ντοκιμαντέρ, v.I: "Paradise Lost", των Joe Berlinger και Bruce Sinofsky (1996)


Άρκανσας, Δυτικό Μέμφις, Μάιος του 1993: Τρία οκτάχρονα αγόρια, οι Στίβι Μπραντς, Μάικλ Μουρ και Κρίστοφερ Μπάιερς, εξαφανίζονται, για να βρεθούν δολοφονημένοι λίγο αργότερα από τις αρχές. Τα κατακρεουργημένα κορμιά ήταν δεμένα με τα κορδόνια των παπουτσιών τους, ενώ τα τραύματα διέφεραν από σώμα σε σώμα. Λίγες μέρες αργότερα, οι Ντέμιαν Έκολς, Τζέισον Μπόλντουιν και Τζέσι Μισκέλι οδηγούνται στις αρχές ως βασικοί ύποπτοι για τους φόνους. Θα καταδικαστούν τον Μάρτιο του 1994 – μόνο που ο τελευταίος, σε αντίθεση με τους δυο πρώτους κατηγορούμενους, όχι μόνο δεν αρνείται την ενοχή του, αλλά παραθέτει στοιχεία που έρχονται σε σύγκρουση με τα υπάρχοντα πειστήρια, και δικάζεται χωριστά. Θα «τσιμπήσει» 40 χρόνια για φόνο πρώτου βαθμού. Ο Μπόλντουιν καταδικάζεται σε ισόβια κάθειρξη. Ο δε Έκολς, εις θάνατον.

Στο μεταξύ, τα ΜΜΕ οργιάζουν: Η υπόθεση προσφέρεται για κανιβαλισμό, μιας και η προτίμηση των νεαρών προς το heavy metal και τον… σκουρόχρωμο ρουχισμό, τους έχει ήδη «σταμπάρει» ως σατανιστές. Κατά τη διάρκεια της απολογίας του, ο Έκολς, υποτιθέμενος «εγκέφαλος» του εγκλήματος, μοιάζει να δικάζεται τόσο για τις πεποιθήσεις του, την εμφάνιση και τις μουσικές προτιμήσεις, όσο και για τη δολοφονία των τριών αγοριών. Λες και τα δυο πρώτα αποτελούν ένα εξίσου βαρύ έγκλημα, μια μορφή βίας απέναντι στη κοινωνική συνοχή. Αργότερα ο νεαρός θα κοιτάξει την κάμερα των Berlinger και Sinofsky, αποκαλώντας τον εαυτό του «μπαμπούλα του Δυτικού Μέμφις». Πίσω από την όλη υπόθεση, ένα σκοτεινός μικρόκοσμος περιμένει να αποκαλυφθεί.

Το ντοκιμαντέρ των Joe Berlinger και Bruce Sinofsky ξεκινά με τις πρώτες νότες του «Welcome Home (Sanitarium)» των Metallica. Οι οποίοι Metallica, δίχως να διακρίνονται για το στιχουργικό βάθος σκέψης τους, ουδέποτε έπαιξαν με τις προσφιλείς θεματικές του ιδιώματος: Ούτε πολεμοχαρείς υπήρξαν, ούτε τους γοήτευε ιδιαίτερα το μεταφυσικό. Οι ίδιοι οι σκηνοθέτες όμως (που στη συνέχεια θα φιλμάρουν το εξαιρετικά ενδιαφέρον ντοκιμαντέρ «Some kind of monster», με «πρωταγωνιστές» την ίδια τη μπάντα) επιλέγουν και κομμάτια που εντείνουν την όλη αμφισημία του σκληρού ήχου, ειδικά απέναντι σε κάποιον δίχως ειδικές γνώσεις. Παράδειγμά: Το «Master of puppets» είναι ένα κομμάτι για την εξάρτηση από τα σκληρά ναρκωτικά, άνετα όμως το ρεφρέν («Master! Master!») θα μπορούσε να θεωρηθεί «ύποπτο» από κάποιον άσχετο με το όλο ιδίωμα.

Όπως σε κάθε αξιοπρεπές ντοκιμαντέρ που καταπιάνεται με μια τέτοια υπόθεση, οι εκδηλώσεις όλων αυτών των ανθρώπων που αποτέλεσαν κομμάτι της τραγωδίας, κυμαίνονται στο επίπεδο που ορίζει η λιτή και απέριττη σκηνοθετική γραμμή. Και, με ελάχιστες εξαιρέσεις, όλοι οι εμπλεκόμενοι συμπεριφέρονται όπως… αναμένεται να συμπεριφερθούν: Ο θεατής έχει διαρκώς την αδιόρατη αίσθηση πως οι δράσεις τους, ακόμα και τα συναισθήματά τους υπαγορεύονται από την συνεχή παρουσία της κάμερας. Ακόμη κι αυτό όμως είναι ένα στοιχείο που εντείνει τον, καθαρά Αμερικανικό μυστικισμό (ο όρος «American Gothic» δείχνει αρκετά δόκιμος εδώ) καθώς ο θεατής βυθίζεται σε ένα τοπίο όπου κυριαρχεί το μίσος και ο φόβος, η θρησκοληψία και η απόγνωση. Παράλληλα υπογραμμίζεται και το πρόβλημα της οπλοχρησίας, δίχως ποτέ όμως οι σκηνοθέτες να γίνονται δεικτικοί ή επικριτικοί. Αν η κάμερα το καταγράφει, έτσι είναι τα πράγματα στο Δυτικό Μέμφις, αλλά και σε ένα μεγάλο κομμάτι μιας αθέατης, αλλά υπαρκτής Αμερικής. Κι αν όντως «έτσι είναι», τότε έχουμε πρόβλημα.

Αυτό που ακολούθησε, είχε εξίσου μεγάλο ενδιαφέρον: Το πρώτο φιλμ διαδέχθηκε άλλη μια ταινία, γυρισμένη το 2000 («Paradise Lost 2: Revelations») σε ύφος αρκετά πιο αφηγηματικό, πιο δραματοποιημένο, έστω και δια του μοντάζ ή της χρήσης της μουσικής. Εκεί πλέον η αθωότητα του Έκολς μπαίνει στον πυρήνα μιας καλοστημένης (και απολύτως πειστικής, μιας και τα δεδομένα είναι αδιάσειστα) δραματουργίας. Η ιδέα βέβαια πως το σινεμά τεκμηρίωσης έχει τη δύναμη να επέμβει στην υπάρχουσα κοινωνική πραγματικότητα έχει αποδειχθεί και σε άλλα φιλμ του είδους, όμως οι ταινίες της σειράς «Paradise Lost» αποτελούν ξεχωριστή περίπτωση, μιας και ουσιαστικά παρενέβησαν στην εξέλιξη μιας εγκληματικής υπόθεσης με τον πιο ενεργό τρόπο – έστω κι ως συνεργάτες, τελικά, των αρχών. Το 2011, και βασισμένες σε νέα στοιχεία, οι αρχές ελευθέρωσαν τους κρατουμένους – ενώ γυριζόταν το τρίτο και τελευταίο μέρος της τριλογίας, που κυκλοφόρησε τελικά με τον εύστοχο τίτλο «Paradise Lost 3: Purgatory» στις 10 Οκτωβρίου του ίδιου έτους. Ήταν μια πικρή νίκη: Είχαν ήδη περάσει δεκαεπτά χρόνια στη φυλακή, για ένα έγκλημα που δεν διέπραξαν. Οι τρεις άνδρες, συνοδευόμενοι από τις οικογένειες και τους δικηγόρους τους (μαζί με πλήθος υποστηρικτών) παρακολούθησαν την πρώτη προβολή. Η δε ταινία βρέθηκε ανάμεσα στις πέντε υποψήφιες για το Όσκαρ καλύτερου Ντοκιμαντέρ για το 2012.

Τα χρόνια που αυτοί οι άνθρωποι έχασαν στις φυλακές, αποτυπώθηκαν σε φιλμ. Και επειδή αποτυπώθηκαν σε φιλμ, δεν «χάθηκαν» πραγματικά. Θα στέκουν ως μια σκοτεινή υπενθύμιση, τόσο απέναντι σε ένα κοινωνικό σύνολο που πρέπει, επειγόντως, να ανασυνταχθεί, αλλά και στους αληθινούς πρωταγωνιστές: Τα τρία παιδιά που έχασαν το πιο πολύτιμο κομμάτι της ζωής τους στη φυλακή, και τους τραγικούς συγγενείς των θυμάτων. Όπως έλεγε και ο Λαρς Φον Τρίερ, «οι καλές ταινίες οφείλουν να ενοχλούν όπως μια πέτρα σε ένα παπούτσι»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αυτά, λέει, σας άρεσαν:

Ετικέτες