Πέμπτη, 5 Μαΐου 2016

Conversations with remarkable people, v.25: Dame Judi Dench


Ενσάρκωσε τη βασίλισσα Βικτωρία στη «Η Μεγαλειοτάτη Κυρία Μπράουν» (1997), την Ίρις Μέρντοχ στο «Iris» (2002) και φυσικά την Ελισάβετ Α’ στον «Ερωτευµένο Σαίξπηρ» (1998), όπου για οκτώ λεπτά εμφάνισης, κέρδισε Οσκαρ Β’ Γυναικείου Ρόλου. . «Για κάθε μια από αυτές τις γυναίκες είχα αίσθημα ευθύνης. Πάντοτε το κουβαλώ όταν ενσαρκώνω ένα αληθινό πρόσωπο. Είτε πρόκειται για την Μέρντοχ, που την θυμόντουσαν πολλοί, είτε πρόκειται για τη βασίλισσα Βικτώρια, που μάλλον δε τη θυμάται κανείς πια», λέει και χαμογελά.

Η ιστορία της Φιλομίνα Λι – για την προώθηση της οποίας "έκλεισα" αυτήν εδώ τη συνέντευξη, το 2013 - είναι επίσης αληθινή. Και σχεδόν ανατριχιαστική: Η Φιλομίνα Λι είδε το μικρό της παιδί να φεύγει οριστικά από την αγκαλιά της, όταν εκείνη ήταν κλεισμένη σε Καθολικό Μοναστήρι ως «αμαρτωλή» μητέρα (ο πατέρας βλέπετε ήταν άφαντος και εκείνη ανύπαντρη). Το αναζήτησε για όλη της τη ζωή, βασισμένη σε πλαστά στοιχεία που οι καλόγριες φρόντισαν να αποκρύψουν. Έμαθε την θλιβερή αλήθεια πενήντα χρόνια μετά, με τη βοήθεια του δημοσιογράφου Μάρτιν Σιξσμιθ («πρώην εργαζόμενος του BBC, πρώην Καθολικός» όπως ακούγεται να λέει στο φιλμ) που στάθηκε στο πλευρό της – κι όμως, τις συγχώρεσε. Δίχως να χάσει ποτέ την Πίστη της, μια Πίστη βαθιά ριζωμένη στη συγχώρεση.

Παίρνω το θάρρος να την ρωτήσω για τη δική της Πίστη. «Όλη η ταινία πατάει πάνω στη συγχώρεση. Για τη Φιλομίνα, ακόμη και η πιο βαριά τραγωδία μοιάζει πάνω της σαν ένα... ελαφρό φόρεμα. Ασύλληπτο, το ξέρω. Προσπαθείστε να σκεφτείτε τι πέρασε αυτός ο άνθρωπος. Τη στεναχώρια του να χάνεις για πάντα το παιδί σου, να βιώνεις ένα τέτοιο τραύμα και να κρατάς μέχρι τέλους μια αξιοπρέπεια που δεν έχει να κάνει με, ας πούμε, εκείνη των... αριστοκρατών. Και μέσα από την όλη διαδικασία, αυτή της αναζήτησης, να κερδίζει κατά κάποιο τρόπο έναν “δεύτερο” γιο, τον Μάρτιν. Με ρωτάτε αν διαθέτω αυτό το χάρισμα; Όχι, σίγουρα όχι. Η Πίστη έχει σημασία και για μένα. Αλλά δε διαθέτω τόση ανθρωπιά. Σε καμία περίπτωση δε θα συγχωρούσα αυτούς που θα μου έκαναν ένα τέτοιο κακό».

Αν και το γεγονός είναι αληθινό, το φιλμ βασίζεται εξίσου στο μυθιστόρημα «The Lost Child of Philomena Lee: A Mother, Her Son and a 50 Year Search» που είναι εμπνευσμένο από την ιστορία της – και έφυγε από το Φεστιβάλ Βενετίας με το βραβείο καλύτερου σεναρίου. «Συνήθως μου παίρνει λίγη ώρα να αποφασίσω αν θα επιλέξω έναν ρόλο ή όχι. Εδώ, είπα το ναι σχεδόν από τις πρώτες σελίδες, δίχως καν να μάθω την εξέλιξη της ιστορίας. Καμιά ηθοποιός δε θα έλεγε όχι σε αυτό το ρόλο. Παλαιότερα, ο σύζυγος μου διάβαζε κάθε σενάριο που μου πρότειναν. Η απουσία του εξακολουθεί να με δυσκολεύει» λέει, και καταλαβαίνεις πως αντί για «με δυσκολεύει» εννοεί «μου στοιχίζει». Αλλά η Τζούντι Ντεντς δε θα χρησιμοποιούσε ποτέ αυτή την έκφραση. Λέει όμως δυο λόγια για την φημολογούμενη ασθένεια που μέρα με τη μέρα «κλέβει» την ορασή της. «Οι δημοσιογράφοι λίγο το παράκαναν με αυτή την ιστορία, δε πρόκειται να τυφλωθώ κιόλας, ούτε χρειάζομαι μπαστούνι όπως βλέπετε! Σκοπεύω δε να μείνω σταθερά μάχιμη, μέχρι το τέλος».

Με την αναφορά στο «τέλος», η Ντεντς, σχεδόν αντανακλαστικά, επιστρέφει την κουβέντα στον εκλειπόντα σύζυγο της: «Όταν έχασα τον Μάικλ, έπεσα με τα μούτρα στη δουλειά. Ο ατζέντης μου, μου έλεγε “δεν γίνεται να αναλάβεις όλους αυτούς τους ρόλους”. Και εγώ του απαντούσα “πρέπει να προσπαθήσω”». Τη ρωτώ αν της διαβάζει κάποιος τα σενάρια της σήμερα. «Ναι, η κόρη μου. Ή κάποιος φίλος. Το συγκεκριμένο μου το διάβασε ο Στιβ Κούγκαν (σ.σ.: ο εξαίσιος συμπρωταγωνιστής της που έχει βάλει την υπογραφή του και στο σενάριο), αν και όπως σας είπα, δε χρειάστηκε να διαβάσει πολύ».

Την ταινία σκηνοθετεί ένας παλιός αγαπημένος, ο Στίβεν Φρίαρς που – μυστικό δεν είναι – είχε χρόνια να κάνει καλή ταινία. Η «Φιλομίνα» του όμως, τον επαναφέρει ξανά στο προσκήνιο καθώς αυτό το τόσο μαεστρικά ισορροπημένο ανάμεσα στη κομεντί και το δράμα φιλμ (ο ίδιος το χαρακτηρίζει... «ρομαντική κωμωδία χαρακτήρων») συγκινεί χωρίς να κλαψουρίζει, κουβαλώντας κάτι από την αξιοπρέπεια της ηρωίδας που το ενέμπνευσε, και της γυναίκας που την ενσάρκωσε. «Δεν ήθελα να “πουλήσω” την Φιλομίνα ξέρετε. Την γνώρισα, την ξέρω. Είναι εξαιρετική παρέα επίσης, έχει εξαιρετικό χιούμορ. Και δεν έχει δει ακόμη το φιλμ. Ούτε στη Βενετία μπόρεσε να έρθει, ούτε ήταν παρούσα στη δημοσιογραφική προβολή – θα το δει στη νυχτερινή πρεμιέρα. Η αγωνία μου είναι μεγάλη. Ελπίζω να της αρέσει».

Την ρωτώ αν της αρέσει να βλέπει τον εαυτό της στη μεγάλη οθόνη, και η ματιά της παγώνει. «Με τίποτα», μου λέει, και η απάντηση της με πιάνει εντελώς απροετοίμαστο: «Μη σας εκπλήσει καθόλου, νοιώθω τρομερά άβολα βλέποντας τον εαυτό μου εκεί (σ.σ.: στη μεγάλη οθόνη). Κάποιοι ηθοποιοί, ας πούμε “του κινηματογράφου” δεν έχουν τέτοια προβλήματα. Αλλά εγώ, το μόνο που βλέπω είναι τα λάθη μου»


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αυτά, λέει, σας άρεσαν:

Ετικέτες