Τετάρτη, 18 Μαΐου 2016

Σεξ, Ποιότητα και Εμπόριο: Σχέσεις στοργής

Η βράβευση της «Ζωής της Αντέλ» στο Φεστιβάλ Καννών το 2013, επιβεβαίωσε για άλλη μια φορά αυτό που όλοι λίγο – πολύ γνωρίζουν: ο ερωτισμός δε θα πάψει ποτέ να έχει «πέραση» στη μεγάλη οθόνη. Ανεξαρτήτως του που κινείται κανείς (είτε δηλαδή μιλάμε για εμπορικό σινεμά, είτε για το λεγόμενο σινεμά «του δημιουργού»), το σεξ στο πανί πάντοτε θα λειτουργεί ως εμπορικός κράχτης. Σκεφτείτε πως ενας εκ των πρωταγωνιστών εκείνων των Καννών ήταν μια ταινία που… δεν ήταν εκεί: το περιβόητο «Nymphomaniac» δηλαδή, σκηνοθετημένο από τον Λαρς Φον Τρίερ – η ταινία που θα περίμενε κανείς να είχε γυρίσει χρόνια νωρίτερα. 

Το ζήτημα δείχνει να τον ενδιαφέρει μάλλον αρκετά: το 1996 στο «Δαμάζοντας τα κύματα», μια χωριατοπούλα προσφέρει το κορμί της σε άλλους μετά από προτροπή του παράλυτου άνδρα της, τον οποίο υπεραγαπά. Στους «Ηλίθιους» του 1998, κινηματογράφησε μία παρέα αστών που παριστάνει τους διανοητικά καθυστερημένους να κάνει πραγματικά σεξ μπροστά στις κάμερες, ενώ ακραίας φύσεως ήταν και οι ερωτικές σκηνές στον «Αντίχριστο» του 2007. Στο «Nymphomaniac», η Σάρλοτ Γκένσμπουργκ εκθέτει οκτώ άκρως ερωτικά κεφάλαια τα οποία και εξομολογείται σε έναν εργένη που την έσωσε μετά από έναν βίαιο ξυλοδαρμό, καλύπτοντας όλη τη ζωή της, από τη μέρα που γεννιέται μέχρι και τα 50 της χρόνια. Πορνοστάρ προσελήφθησαν για να «ντουμπλάρουν» τους ηθοποιούς στις ερωτικές σκηνές (ακούστηκε και η μαγική λέξη «διείσδυση» από τους παραγωγούς). 

Για πολλούς, ο – ακραίος – ερωτισμός στο σινεμά, έρχεται κάπου στις αρχές της δεκαετίας του ’70, τότε δηλαδή που ο προικισμένος Τζον Χολμς ήταν λιγότερο «πορνό-» και περισσότερο «-σταρ» ενώ το «Βαθύ λαρύγγι» έσπαγε τα ταμεία. Μέγα λάθος! Γιατί, από τη στιγμή που εφευρέθηκαν οι κάμερες, κάποιοι τις χρησιμοποίησαν για να γυρίσουν τσόντες. Το γράφω έτσι για να γίνει κατανοητό: ο ερωτισμός στο σινεμά, είναι συνυφασμένος με την ύπαρξη του. Και όπως διεγείρει αρκετούς, έτσι ενοχλεί άλλους τόσους. Για τις φανατικές φεμινίστριες των 70s ο ερωτισμός στο σινεμά (και ειδικά η πορνογραφία) ήταν άλλος ένας μηχανισμός καταπίεσης. Έχουν περάσει τριάντα χρόνια από την έξοδο του Deep Throat στις αίθουσες και, για μερικούς, ακόμη και σήμερα ένα όρθιο πέος είναι πιο "επικίνδυνο" από δέκα ζουμερά ξεκοιλιάσματα. 

Και το φιλμογραφημένο σεξ δεν είναι απαραίτητα βίαιο. Αν μάλιστα το σινεμά έμαθε στους ανθρώπους πως να φιλούν (σκεφτείτε καλά πριν διαφωνήσετε: το πρώτο φιλί όλων σας αποτέλεσε στη πραγματικότητα μια ασυνείδητη μιμητική πράξη ενός συμβάντος που παρακολουθήσατε σε κάποια οθόνη και κανείς μας σήμερα δε μπορεί να ξέρει πως φιλούσαν οι άνθρωποι πριν τον κινηματογράφο), ε, πως να το κάνουμε, τους έδωσε και έναν σεξουαλικό τυφλοσούρτη. 

Έναν τέτοιο αναζητά και η Αντέλ Εξαρχοπούλου, και το βρίσκει όταν αντικρίζει την Λία Σεντού. Οι ερωτικές σκηνές της «Ζωής της Αντέλ» ανάμεσα στις δυο πεντάμορφες πρωταγωνίστριες, σκηνές μεγάλες σε διάρκεια και τολμηρές, δεν καταλήγουν στη πορνογραφία αλλά την … πλησιάζουν όσο χρειάζεται για να μη μας πετσοκόψουν και την ταινία – που άλλωστε προορίζεται για τη διεθνή αγορά. Είναι δε η μόνη στιγμή που η κάμερα του Κεσίς αλλάζει θέση: Όλο το υπόλοιπο φιλμ στηρίζεται σε έντονα, Κασσαβετικά close-ups και ξαφνικά, παρακολουθούμε τις ηρωίδες να κάνουν έρωτα σε γενικό. Γιατί; Ποιος τις βλέπει; Εμείς, οι ματάκηδες είναι η απάντηση. Για μας γυρίστηκε αυτή η σκηνή. Sad but true.


Στο «σινεμά του δημιουργού» πάντως, που λέγαμε και πριν, ο ερωτισμός μπορεί να είναι διάχυτος, εκκεντρικός, ακραίος – όπως για παράδειγμα στην «Αυτοκρατορία των Αισθήσεων» του Όσιμα, όπου – και πάλι – οι ήρωες έκαναν έρωτα μπροστά στις κάμερες. Για κάποιο λόγο, το ρεαλιστικό, μη αναπαραστατικό σεξ γινόταν πιο εύκολα αποδεκτό όταν η ταινία διέθετε καλλιτεχνικό «άλλοθι». Και οι δαιμόνιοι παραγωγοί της τσόντας, που την έβλεπαν να επιστρέφει πάλι στα σινεμά των γκέτο, τι σκέφτηκαν; Το προσοδοφόρο softcore. Ταινίες δηλαδή με αρχή, μέση και τέλος, γραμμική αφήγηση και υπόθεση, που περιελάμβαναν όμως γενναίες σκηνές γυμνού και προσεκτικά καδραρισμένου σεξ, έτσι ώστε να μην καταγράφονται ιδιαιτέρως τολμηρές λεπτομέρειες. Οι ηθοποιοί δεν χρειαζόταν να βγάζουν τα μάτια τους στην οθόνη, μπορούσαν απλώς να το αναπαραστήσουν. Άλλη μια πρακτική που άνθησε στας Ευρώπας όπου το κοινό διψούσε για σάρκα και η λογοκρισία παραμόνευε! Οι ταινίες αυτές συνήθως λάμβαναν χώρα σε κάποια εξωτική τοποθεσία, και έστηναν μια δραματική / περιπετειώδη πλοκή επί της οποίας ο σκηνοθέτης σχεδίαζε ένα φωτογενές ερωτικό τρίγωνο. 

Κι εμείς που βρισκόμαστε μέσα σ’ όλο αυτό; Δυστυχώς, η ελληνική φιλμογραφία υποφέρει από την έλλειψη τεχνογνωσίας, που κι αυτή συντελεί σε ένα σινεμά τίγκα στον άνευρο αισθησιασμό, με σκηνές – κακά αντίγραφα σπουδαίων στιγμών του διεθνούς σινεμά. Βλέπεις το ζεύγος να φιλιέται, δήθεν παθιασμένα, και ανάμεσα τους περνάει άνετα μια βέσπα. Ο δε Νέος Ελληνικός Κινηματογράφος, μας παρουσίασε τις περισσότερες φορές ένα πλήρως αντιερωτικό γυμνό, μιας και τα κορμιά έπαιζαν κι αυτά το συμβολικό τους χαρακτήρα. Και να σκεφτεί κανείς πως εμείς πρωταγωνιστήσαμε στον κινηματογραφικό ευρωπαϊκό ερωτισμό με το βωβό «Δάφνις και Χλόη» του Ορέστη Λάσκου, το 1931. 

Ευτυχώς υπάρχουν οι ταινίες του Πανουσόπουλου.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αυτά, λέει, σας άρεσαν:

Ετικέτες