Παρασκευή, 29 Οκτωβρίου 2010

Sweeny Todd: The demon barber of Fleet Street



H μουσική γεννοβολά τον τραγικό μύθο, όχι ο λόγος.

Φρ. Νίτσε, “Η Γέννηση της Τραγωδίας”



Ι sense there’s something in the wind / that feels like tragedy’s at hand

Sally Finkelstain, “The Nightmare Before christmas”


Ο ήχος μεγεθύνεται στο σκοτάδι. Λεπτομέρειες που την ημέρα περνούν απαρατήρητες, αντηχούν διάφανα στη γνώριμη κλεισούρα του. Και σε ένα κατάμαυρο, βουτηγμένο στην καταχνιά Λονδίνο, ο Τζόνι Ντεπ εκφράζει την απέχθεια και το μίσος του για το ανθρώπινο γένος τραγουδιστά. Γιατί έτσι αρμόζει σ'αυτήν τη περήφανη διακήρυξη μισανθρωπίας που οφείλει όχι απλώς να αντηχήσει αλλά να σφηνωθεί στ'αυτιά μας σαν στριγκλιά Και κάθε νότα, κάθε συλλαβή αντλεί δύναμη απο το ίδιο σκοτάδι, μόνο και μόνο για να του βγάλει προκλητικά την γλώσσα. Βλέπετε, ο αντι-ήρωας της σημερινής μας ιστορίας δεν έχει να φοβηθεί τίποτα απ'αυτό. Κάθε τι φωτεινό μέσα του έχει πεθάνει, χρόνια τώρα, μαζί με τον ίδιο. Ιδανικός πρωταγωνιστής για τον Τιμ Μπάρτον που πριν μας απογοητεύσει μεγαλειωδώς (με την Αλίκη του), επέστρεψε για λίγο στο πικρό μα ανθρώπινο (γι αυτό και τρομακτικό στη μεγαλοπρέπεια του) έρεβος που σκίασε τα αριστουργήματα του. Ανάμεσα στα οποία οφείλει να ενταχθεί και ο Sweeny Todd.

Ο οποίος, δυστυχώς για τους εγκληματολόγους, υπαρκτό πρόσωπο δεν ήταν ποτέ, παρά τα αρκετά κείμενα που υποστηρίζουν το αντίθετο. Σύμφωνα με το μύθο πάντως, έδρασε στην Αγγλία, κάπου στα μέσα του 18ου αιώνα, χαράζοντας βαθιά χαμόγελα στα λαιμουδάκια ανυποψίαστων μεγαλοαστών Λονδρέζων και τσεπωνοντας την περιουσία τους. Μέχρι που οι αρχές τον τσάκωσαν και τον κρέμασαν δημοσίως για παραδειγματισμό. Άχαρη ιστορία, δεν βρίσκετε; Εννοώ πως τουλάχιστον, ο σύγχρονος του, ο Jack the Ripper, και απο τρέλα σκότωνε, και – το σημαντικότερο - ουδέποτε συνελήφθη. Παπάρια "θρύλος" δηλαδή.

Φτιασιδώματα τραγικής φύσεως προσέθεσε πρώτος ο συγγραφέας Κρίστοφερ Μποντ, το 1974 (ευχαριστώ Wikipedia) στο θεατρικό έργο του οποίου ο Sweeny Todd δεν σκοτώνει για λόγους βιοποριστικούς αλλά απο έρωτα και εκδίκηση καθώς, έχοντας περάσει αδίκως δεκαπέντε χρόνια στη φυλακή, επιστρέφει στο Λονδίνο για να σφάξει τον δικαστή που τον έκλεισε στη “στενή” και εν συνεχεία βίασε ανενόχλητος την μονάκριβη σύντροφο του, η οποία και ντροπιασμένη, αυτοκτόνησε. Και έρχεται ο Στέφεν Σόντχαϊμ που διασκευάζοντας τον Μποντ, συγγράφει (παρέα με τον Χιου Γουίλερ) ένα μιούζικαλ που σημειώνει τεράστια επιτυχία, πρώτα στο Broadway και μετά στα μεγαλύτερα θέατρα παγκοσμίως. Μιούζικαλ που πατά στην παράδοση του grand guignol αλλά και με πολλά κωμικά στοιχεία που, ενίοτε, παραπέμπουν κατευθείαν στο σλάπστικ. Το χιούμορ όμως που επιλέγει να κρατήσει ο Μπάρτον στην φιλμική μεταφορά του είναι στυφό σαν αίμα.

Ο άνθρωπος έχει το χάρισμα να τρομάζει μπροστά σε κάτι που ξεπερνά τις γνωσιολογικές του δυνάμεις. Ξαφνικά στο μυαλό του, το αποτέλεσμα και η αφορμή έχουν σχέση μηδαμινή – σχεδόν αυτοαναιρούνται. Εκεί είναι που παίζεται το παιχνίδι της λογικής με την παράνοια, ο μέγας και αδιάκοπος ψυχικός μας τζόγος. Και με την ίδια δύναμη που η αγάπη μπορεί να μας χαρίζει μια δεσμή φωτός, άλλο τόσο δυνατά μπορεί η έλλειψη της ή, ακόμη χειρότερα, η βίαιη στέρηση της, να μας κλειδώσει στην πιο απαραβίαστη φυλακή. “Λόγια” του Τιμ Μπάρτον είναι αυτά, όχι δικά μου. Όπως τουλάχιστον τα “διαβάζουμε” απο τη μιά στον Τζακ Σκέλετον την Σάλλυ του Χριστουγεννιάτικου Εφιάλτη, στον Εντ Γουντ και τον Έντουαρτ Ψαλιδοχέρη, και από την άλλη στον Μπάτμαν, τον Πινγκουίνο και την Κάτγουμαν του Batman Returns (ένα αδικημένο αριστούργημα), και, τέλος, στον κ. Sweeny Todd. Που χάνοντας, απο τη μιά στιγμή στην άλλη, την ελευθερία του αλλά και τη μοναδική γυναίκα που αγάπησε, επιστρέφει σ'ένα γοτθικά μουντό Λονδίνο όντας ένα θλιβερό απομεινάρι του παλιού εαυτού του. Μαύρο αντί λευκού, θάνατος αντί ζωής. Αλλά και μια ψύχραιμη πεποίθηση για την μηδαμινή αξία της ανθρώπινης ύπαρξης, συμπεριλαμβανομένης φυσικά, και της δικής του. Ο δε Θεός ολοκληρωτικά απών. Άλλωστε, άθεοι δεν ήσαν οι περισσότεροι που πάλεψαν για το ιδανικό της δικαιοσύνης; Κοινώς, οι άνθρωποι αποδίδουν δικαιοσύνη, όχι οι ουρανοί.

Τυφλωμένος απο το πάθος του για εκδίκηση όμως, ο Todd (με κόμμωση α-λα Νύφη-του-Φρανκενστάιν) θα “πατήσει” πάνω του για να επεκτείνει την φονική του μανία σε ολόκληρη την ανθρωπότητα. Βγαίνει στους δρόμους και ουρλιάζει “σας θέλω όλους!”, και η γεωμετρία του σεναρίου εδώ κορυφώνεται: ο τρελός μπαρμπέρης σφάζει τους πελάτες του στη σοφίτα, (την κορυφή του κτηρίου δηλαδή), στο ισόγειο η Έλενα Μπόναμ Κάρτερ μοσχοπουλά τις κρεατόπιτες που φτιάχνει από τις σάρκες τους και στο υπόγειο εδρεύει η βιομηχανική πλευρά της επιχείρησης: ανθρώπινα κουφάρια κρέμονται από τσιγγέλια και μέλη πετάγονται απο γιγαντιαίες μηχανές του κιμά.

Μια τέλεια σύλληψη ενός κοινωνικού μοντέλου που αιώνες λειτουργεί και που πιστοποιεί την μισανθρωπική καρδιά του ήρωα – θα υπάρξουν άλλωστε πολλά περισσότερα παραδείγματα υποκρισίας και μικρότητας μέχρι το αιματηρό φινάλε.

Γιατί στο μιούζικαλ αυτό, όπου το gore και η φρίκη συμπορεύονται με το δράμα και την (χαμένη) ανθρωπιά, ο Τιμ Μπάρτον στήνει ένα Λονδρέζικο σκηνικό απόλυτης σήψης, πάνω στην οποία αντανακλάται η σκληρότητα των κατοίκων του. Οι μόνοι θετικοί ήρωες του φιλμ, ο Άντονι και η Τζοάνα (ένας αθώος νέος και η χαμένη κόρη του Sweeny Todd) εξαφανίζονται στο κρίσιμο τελευταίο δεκάλεπτο του φιλμ που μας αρνείται ακόμη και μια κλεφτή ματιά προς ένα happy end. Και σε ένα αποκαλυπτικό (με την κυριολεκτική έννοια του όρου) φινάλε, όπου η αρρώστια και το μίσος περνούν τελετουργικά απο γενιά σε γενιά, ο Μπάρτον οργιάζει και ταυτόχρονα μεγαλουργεί ενορχηστρώνοντας το ρέκβιεμ της ανθρώπινης ψυχής με μια τελευταία εικόνα φρικιαστικής ομορφιάς.

(Το κείμενο είχε δημοσιευτεί τότε, στην έξοδο της ταινίας, στο περιοδικό Velvet. Με μια-δυο διορθώσεις το ανέβασα κι εδώ.)

1 σχόλιο:

  1. Δεν υπάρχει πια Benjamin Barker, μόνο Sweeney Todd. Ό,τι ήταν ζωή, τώρα είναι θάνατος. Ο Burton φοράει τη γοτθική θλίψη σα το δέρμα του και μας χαρίζει ένα λυρικό φινάλε φαταλιστικού πάθους, μια εμπειρία απλά αξέχαστη. Βλέπεις, Άκη, η απομάκρυνση από εκείνο τον σταθερό πυρήνα που δημιουργεί η αγάπη, τι επιπτώσεις μπορεί να έχει... Πάλι καλά που δεν είμαι μπαρμπέρης.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Αυτά, λέει, σας άρεσαν:

Ετικέτες