Σάββατο, 16 Οκτωβρίου 2010

Για τον Γιάννη Δαλιανίδη.

Δεν θυμάμαι Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης δίχως την ευγενή μορφή του Γιάννη Δαλιανίδη. Δεν τον θυμάμαι να χάνει ταινία, δεν τον θυμάμαι να μην αγωνιά για την τύχη του ελληνικού σινεμά. Και δεν τον θυμάμαι ποτέ δίχως το, χαρακτηριστικό, στα τελευταία χρόνια της ζωής του, θλιμμένο του βλέμμα. Όταν όμως έβγαινε από μια ωραία ελληνική ταινία, το πρόσωπο του έλαμπε! Ο ίδιος, είχε να κάνει ταινία από το «Ισόβια», του 1988. Τον ρωτούσα συχνά γιατί. Η απάντηση, πάντα η ίδια: «Κάτι ετοιμάζω, κάτι γράφω καιρό τώρα. Αλλά δεν θέλω να το καταθέσω στο Κέντρο. Δεν θέλω να τους δώσω την ευκαιρία να με πληγώσουν».

Ο Δαλιανίδης βλέπετε, δεν τα πήγαινε και πολύ καλά με διαδρομάκηδες και ψευτοτραμπούκους. Είχε συνηθίσει να συνεργάζεται με ανθρώπους ευθείς, είχε συνηθίσει να γνωρίζει τι είχε να αντιμετωπίσει. Γι αυτό και προτιμούσε να δουλεύει για την τηλεόραση, σε σειρές που κατακρεουργούσε η κριτική, αλλά πάντοτε χτυπούσαν υψηλά νούμερα τηλεθέασης. Άνθρωπος ευθύς ήταν και ο ίδιος. «Μακάρι να σταματούσαν μερικοί να μνημονεύουν τις κακές βιντεοταινίες που έκανα τη δεκαετία του 80» μου είχε πει σε μια συνέντευξη, χρόνια πριν, «αλλά έπρεπε κάπως να επιβιώσω».

Ξεχνάμε όμως ποιός ήταν ο Γιάννης Δαλιανίδης. Και ήταν ο σκηνοθέτης που πρώτος απευθύνθηκε στους νέους, σε μια εποχή που στην Ελλάδα και – κυρίως – στο σινεμά, βασίλευε η γεροντοκρατία Εν έτη 1964, όταν στον υπόλοιπο κόσμο οι αίθουσες έτριζαν προβάλλοντας το A Hard Day’s Night, η μεγαλύτερη εμπορική επιτυχία σε ελληνικό έδαφος ήταν «Το ξύλο βγήκε απ’τον Παράδεισο», ότι πιο αντιδραστικό δηλαδή, φιλμ για γερασμένα μυαλά ανεξαρτήτου ηλικίας. Από το 60, το ελληνικό σινεμά κλαψομούνιζε για «τα παλιά καλά χρόνια». Και οι νέοι, πάντοτε κατηγορούμενοι, πάντοτε υπόλογοι, πάντοτε ένοχοι, εκτός από τις σπάνιες περιπτώσεις αυτών που κουβαλούν στην πλάτη τις αξίες των γονέων. Αν δεν το καταλάβετε αυτό, αν δεν συλλάβετε το μέγεθος της ασφυξίας και της απομόνωσης. δεν θα μπορέσετε ποτέ να καταλάβετε την κοινωνική προσφορά που είχαν ταινίες όπως ο Νόμος 4000. Όχι μόνο επειδή εκεί ακούγεται η πρώτη βρωμοκουβέντα στην ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου («σκατά!» - αν και προυπήρξε το «πουτάνα! του Κατήφορου», αλλά εκεί την βρισιά την πέταγε ο Διανέλλος, και όχι κανένας... τεντιμπόυς) αλλά επειδή, επιτέλους, ακούγεται και η άλλη πλευρά. Ο Δαλιανίδης της έδωσε το βήμα. Και δωσ’του λεφτά στα ταμεία. Επιτυχία ο Νόμος. Επιτυχία ο Κατήφορος. Επιτυχία η Στεφανία, η κορυφαία στιγμή της καριέρας του. Και τα κοριτσάκια έτρεχαν στη σχολή υποκριτικής του, που την άνοιξε εκεί, στα μέσα των sixties. Πολλές φορές μάλιστα, εν αγνοία των γονέων τους!

Φυσικά, ο Δαλιανίδης ήταν και ο πρώτος σκηνοθέτης που οι σκέψεις του για το σινεμά είχαν... εκτόπισμα. Ταινίες «μεγάλες», πολύχρωμες και σινεμασκόπ. Σινεμασκόπ που το είδαμε σφαγμένο όχι μόνο στην τηλεόραση αλλά και σε αυτά τα γελοία dvd της «Φίνος» που κυκλοφόρησαν κάποια χρόνια πριν: ο έλληνας σινεφίλ δεν έχει καμιά πρόσβαση σήμερα στις αυθεντικές εκδόσεις αυτών των ταινιών. Που, γεμάτες από pop εικόνες και ανάλογη μουσική (ο ίδιος ήταν δεινός χορευτής), αποτύπωσαν με περισσή ακρίβεια την Ελλάδα του 1960.

Αναπόφευκτα, με τα χρόνια, η δύναμη αυτή έμοιαζε να χάνεται από τις ταινίες του. Το πρόβλημα ήταν πως ο Δαλιανίδης σκεφτόταν και ως δημιουργός και ως παραγωγός. Υπέφερε απ’αυτόν τον δυισμό. Και όπως οι παραγωγοί έχασαν την επαφή με το κοινό, εκεί στα μέσα του 70, έτσι την έχασε και ο Δαλιανίδης, για να την βρει, φευγαλέα, εκεί στις αρχές του 80, με ταινίες για τις οποίες και θα μετάνιωνε στη συνέχεια, παρά τα μπιλιέτα που έκοψαν. Φοβόταν πως οι πραγματικά σπουδαίες στιγμές του θα ξεχαστούν. Όχι από το «κράτος», αλλά από το κοινό που αγαπούσε τόσο.

Για όλα αυτά λοιπόν που δεν θα έπρεπε να ξεχαστούν, αλλά και για τα δεκάδες εκατομμύρια των εισιτηρίων, το κράτος «τίμησε» το 2002 τον Δαλιανίδη με μια αθόρυβη Σαλονικιότικη ρετροσπεκτίβα. Πέντε ταινίες του προβλήθηκαν, όλες κι όλες. Κανείς δεν έγραψε λέξη.

Ευτυχώς, το κράτος δεν ασχολήθηκε περισσότερο μαζί του! Το κράτος που αναδεικνύει μονάχα τους ευνοούμενους του, που τιμά «σφουγκοκωλάριους» και «σπαζομεσίτες», όπως συνήθιζε να λέει ο Σκαρίμπας, το κράτος που ούτως η άλλως (και τώρα περισσότερο από ποτέ) τον πολιτισμό τον έχει χεσμένο από πάνω μέχρι κάτω.

Ευτυχώς, ο πολυαγαπημένος αυτός άνθρωπος πέθανε ήσυχος.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αυτά, λέει, σας άρεσαν:

Ετικέτες