Πέμπτη, 13 Οκτωβρίου 2016

Conversations with remarkable people, v.27: Γιάννης Οικονομίδης


Ο Γιάννης Οικονομίδης είναι σκηνοθέτης και σεναριογράφος του κινηματογράφου. Και φίλος. Κανείς δεν άλλαξε τόσο ριζικά το νεώτερο ελληνικό σινεμά όσο αυτός. Και τώρα, αυτές τις μέρες, είναι και σκηνοθέτης του θεάτρου με το "Στέλλα κοιμήσου". Συναντηθήκαμε για να απαντήσουμε στο ερώτημα "γιατί τώρα". Κυρίως επειδή ο Γιάννης ξέρει να ζυγίζει πολύ καλά τη στιγμή. Και κάθε του χτύπημα είναι καίριο.

Γιατί θέατρο τώρα; 

Φλερτάρω με την ιδέα του θεάτρου πολύ καιρό, και υπήρξαν και προτροπές από το άμεσο περιβάλλον μου, αλλά μάλλον τώρα ωρίμασαν οι συνθήκες. Αισθάνομαι πλέον πιο έτοιμος να παίξω μπάλα και σε ένα άλλο γήπεδο. Έτσι όταν έσκασε η πρόταση από το Εθνικό, από τον Στάθη τον Λιβαθινό δηλαδή, είπα το ‘ναι’.

Και το συγκεκριμένο έργο; Σε απασχολούσε πάντα το έργο του Ξενόπουλου; 

Όχι, αντιθέτως έψαξα πολύ καιρό μέχρι να βρω κάτι που να με ενδιαφέρει. Τα περισσότερα έργα ήταν πιασμένα, ή είχαν παιχτεί πρόσφατα – έργα του Διαλεγμένου ή της Αναγνωστάκη. Μέχρι που έπεσα στη «Στέλλα Βιολάντη» όπου αυτό που μου κέντρισε το ενδιαφέρον ήταν αυτός ο νοσηρός πυρήνας της βίας ανάμεσα στον πατέρα και την κόρη. Αυτό το σημείο δηλαδή με τράβηξε, μου έβγαλε κάτι Σκορσεζικό.

Εδώ να πούμε πως δεν καταπιάνεσαι με ολόκληρο το έργο – κρατάς μονάχα, ας πούμε, το πρώτο από τα τρία μέρη που το απαρτίζουν. 

Δεν με ενδιέφερε ολόκληρο το έργο. Αποφάσισα να στήσω κάτι καινούργιο γύρω απ’ αυτό το σημείο. Ένα νέο έργο που να μιλάει για το σήμερα. Ένα σύγχρονο έργο. Έτσι κι έγινε. Βρεθήκαμε λοιπόν με τον Βαγγέλη τον Μουρίκη και στήσαμε το δικό μας δραματούργημα, τη δική μας ιστορία. Είναι κάτι καινούργιο λοιπόν, που στήθηκε με τη βοήθεια όλων των συντελεστών.

Ποια η συνεισφορά του Βαγγέλη Μουρίκη στο κείμενο; 

Αν δεν ήταν μαζί μου ο Βαγγέλης σ’ αυτή την περιπέτεια θα ένιωθα πολύ μόνος και πολύ πιο ευάλωτος. Με τον Βαγγέλη κουβεντιάζουμε τα πάντα ξέρεις, και είναι και ένα άγρυπνο μάτι στα βαθιά σημεία του έργου. Εκεί που είμαι πολύ απορροφημένος σε άλλα πράγματα, ο Βαγγέλης βλέπει κάποια άλλα πολύ σημαντικά σε ό,τι αφορά τον βαθύτερο πυρήνα του έργου, τη φιλοσοφία του. Είναι ευτυχώς πάντα εκεί για να τα ανακαλύψει. Αυτή είναι και η έννοια της καλής συνεργασίας. Τώρα είμαστε σε μια φάση που το έργο είναι «κουμπωμένο» από παντού. Αυτό δε θα γινόταν αν δεν είχα το Βαγγέλη δίπλα μου.

Έθεσες κάποια όρια στον εαυτό σου ξεκινώντας αυτή την ιστορία; Είπες δηλαδή πως εδώ υπάρχουν σημεία που δε θα μπορούσα να ξεπεράσω, όπως θα μπορούσα στο σινεμά; 

Όχι, δεν το είπα, γιατί δεν κάνω κάτι εδώ που δε θα μπορούσα να κάνω στο σινεμά. Τουλάχιστον στο επίπεδο που με ενδιέφερε. Τα υλικά που υπάρχουν στο σινεμά, υπάρχουν κι εδώ: Ηθοποιοί, δραματουργία, υποκριτική… Την ίδια αμεσότητα και την ίδια αλήθεια αναζητάμε. Τα όρια είναι επίσης τα ίδια, και έχουν να κάνουν με την αλήθεια των καταστάσεων. Με λίγα λόγια, μπορεί αυτό που στήνουμε να συμβεί στην πραγματικότητα; Η αναπαράσταση πρέπει να μας πείσει πως αυτό συμβαίνει στ’ αλήθεια, πως υπάρχει. Αυτό είναι και το μόνο όριο. Πρέπει αυτό που φτιάχνουμε να υπάρχει στ’ αλήθεια. Δε κάνουμε επιστημονική φαντασία. Δε κάνουμε κάτι εκτός εποχής ούτε εκτός πραγματικότητας. Δε κινούμαστε στη σφαίρα του παραλόγου, του μοντέρνου, του ακαταλαβίστικου. Αυτό είναι το ένα και μοναδικό όριο: Αν αυτό που ξεδιπλώνουμε στα μάτια του θεατή, ισχύει, ζει και αναπνέει. Αυτό και το μέτρο που μας κρατάει σε μια γραμμή, το χαλινάρι μας – και στη σκηνοθεσία, και στο συγγραφικό κομμάτι.

Η επιμιξία των τεχνών, ιδίως του θεάτρου με τον κινηματογράφο, αποτελεί εδώ και χρόνια ένα κίνητρο πίσω από πολλές, πειραματικές ή μη, παραστάσεις. Εσύ, ως άνθρωπος του σινεμά τι το καινούργιο φέρνεις στο σανίδι; 

Υπάρχει νομίζω μεγάλη παρεξήγηση εδώ. Ξέρεις, πολλοί μιλούν για «κινηματογράφο στο θέατρο», αλλά στη πραγματικότητα αναφέρονται στο οπτικοακουστικό θέαμα. Οπτικά εφέ, προβολές πίσω, μπροστά, πάνω, κάτω… Πράγματα που είναι πολύ της μόδας τελευταία. Και όλο αυτό έχουμε συνηθίσει να το δεχόμαστε ως «κινηματογραφικότητα στο θέατρο». Ε, διαφωνώ τελείως με όλο αυτό. Για μένα, ο «κινηματογράφος στο θέατρο» αφορά αποκλειστικά στο πως παίζει ο ηθοποιός. Η αμεσότητα και η αλήθεια του.

Η είσοδος του Σταμουλακάτου στη σκηνή δείχνει εντελώς αντιθεατρική: Εμφανίζεται μιλώντας στο κινητό του, δίχως να μπορούμε να ακούσουμε καθαρά τι λέει, ενώ γύρω του επικρατεί απόλυτη σιωπή. 

Α γεια σου, εδώ λοιπόν μιλάμε για μια αδιαμεσολάβητη αποτύπωση της πραγματικότητας. Αυτό είναι και το μεγάλο στοίχημα της παράστασης. Να καταστήσουμε τον θεατή αυτόπτη μάρτυρα αυτού του γεγονότος, το οποίο και αναπαριστούμε στην ακραία αλήθεια του. Και αυτό κυνηγώ και σε μια ταινία: τη μεγαλύτερη δυνατή πιστότητα στην προσπάθεια αναπαράστασης του κόσμου. Δε με ενδιαφέρει άλλωστε το δοκιμιακό ή το ποιητικό σινεμά, μονάχα το κομμάτι του που αφορά τον ρεαλισμό. Και προσπαθούμε να δούμε αν αυτό μπορεί να συμβεί και στο θέατρο.

Όταν όμως τα πράγματα ξεφεύγουν, τότε αυτό που συμβαίνει μπροστά μας, αγγίζει το θέατρο του παραλόγου. 

Ναι, αλλά μόνο ξεκινώντας από τη βάση ενός κόσμου που μεταμορφώνεται σε θέατρο του παραλόγου – και αυτό μπορεί να συμβεί και στην πραγματικότητα. Γιατί όταν ξεφεύγουν τα πράγματα, όταν δηλαδή φεύγουμε από την κανονικότητα, τότε η ζωή μας γίνεται και κωμωδία, και δράμα, και μελόδραμα.

Έρχεσαι από το Μικρό Ψάρι, που ήταν η μεγαλύτερη παραγωγή σου μέχρι τώρα. Επιστρέφεις, έστω και μέσω του θεάτρου, στις ρίζες σου με το Στέλλα Κοιμήσου; Είναι μια μορφή αποτοξίνωσης; 

Ε ναι, από τη στιγμή που το θέατρο σου βάζει τον περιορισμό της σκηνής, και εμένα τα οπτικά ζητήματα δεν με ενδιέφεραν και τόσο, επέστρεψα σε αυτά που αγαπώ. Που είναι η δουλειά με τους ηθοποιούς. Για μένα το «Στέλλα κοιμήσου» είναι ένα μονοπλάνο 90 λεπτών. Το οποίο πρέπει να λειτουργεί 100%. Μεγάλη πρόκληση. Και εδώ επίσης έχουμε άλλα διακυβεύματα, έχουμε μια ηρωίδα κόντρα στο ρεύμα, απέναντι σε ένα σάπιο περιβάλλον που τη πολεμάει. Δουλεύουμε με άλλη βαθύτητα, μέσα από διαδρομές υπόγειες. Αν το είχαμε ξανακάνει, δεν θα το κάναμε με τόση όρεξη. Δε θα επαναλάμβανα ποτέ κάτι που το χω στο τσεπάκι ούτως ή άλλως. Και με ενδιαφέρει η οικογένεια ως πυρήνας του δράματος. Αυτό είμαστε, αυτό μας μιλά, αυτές είναι οι ρίζες μας. Και στο Νονό ακόμα, όλα γύρω από μια οικογένεια περιστρέφονται.

Αν το «Σπιρτόκουτο» άφησε ένα αποτύπωμα στο ελληνικό σινεμά, αυτό οφείλεται στην προσπάθεια σου να αποφύγεις όλα τα κλισέ του κινηματογράφου μας που σε ενοχλούσαν, έτσι δεν είναι; Εδώ τι προσπάθησες να αποφύγεις; 

Ωραία ερώτηση. Πονηρή. Έβλεπα πάντα πολύ Ελληνικό σινεμά, αλλά πάντα κάτι με ενοχλούσε. Ξέρεις, πως έπαιζαν οι ηθοποιοί, πως ήταν στημένη η δραματουργία, οι καταστάσεις… Παράλληλα βλέπαμε και το ξένο σινεμά και αντιλαμβανόσουν πως εδώ πέρα, οι ταινίες μονάχα «θύμιζαν» κάτι, αλλά δεν το πλησίαζαν ακριβώς. Όλοι μιλούσαν πλάγια, μεταφορικά, αλληγορικά, στο «περίπου» αλλά ποτέ ακριβώς… Και τότε είπα πως το σινεμά πρέπει να κάνει επίθεση κατά μέτωπο. Να τα δείξει όλα όπως είναι. Ίσως αυτό και να είναι το θέμα μου στο θέατρο. Η αναπαραστατική τέχνη αναζητά χρόνια τώρα τους κώδικες αυτού του πράγματος. Δεν τον έχω εύκολο τον ρεαλισμό - τον αναζητώ κι εγώ. Και η έρευνα μου αυτή, συνεχίζεται κι εδώ.

Δε χρειάστηκε δηλαδή ποτέ να υπενθυμίσεις στους ηθοποιούς σου πως εδώ «κάνουμε κάτι διαφορετικό»; Πως εδώ, η σκηνή δεν είναι το «βασίλειο» του ηθοποιού, όπως την αντιλαμβάνονται πολλοί στο ελληνικό θέατρο; 

Όχι ακριβώς. Ας πούμε πως τους καταστήσαμε πιο υπεύθυνους απέναντι σ’ αυτό που καλούνται να ενσαρκώσουν. Το εγχείρημα είναι πολύ οριακό στη διατύπωση αλλά και στο στοίχημα του. Και η παράσταση αυτή δεν «παίζεται». Οι ηθοποιοί καλούνται να την ξαναζήσουν κάθε βράδυ. Να τη βιώσουν στην απόλυτη μορφή της. Ε κουβαλά μια ευθύνη αυτό. Το θέμα είναι να το συνειδητοποιήσουν. Και το έχουν συνειδητοποιήσει.

Έχτισες δηλαδή μια σχέση εμπιστοσύνης μαζί τους. 

Όχι μόνο με μένα, αλλά και με τον εαυτό σους. Δεν παίζουν σαν ηθοποιοί εδώ. Ζουν μια ζωή. Για ενενήντα λεπτά. Κι αν πέσουν απ’ το σκοινί, τελειώσαμε. Πεθάναμε, καταλαβαίνεις; Το ψέμα θα φανεί.

1 σχόλιο:

  1. Διάβασα τη συνέντευξη του καλλιτέχνη Ηθοποιού-Σκηνοθέτη. Τον αγνοώ, αλλά καταλαβαίνω πολύ καλά τι λέει και τι θέλει να είναι. Χαίρομαι προσωπικά για κάτι που ποτέ δε χώνεψα καλά, το θεώρησα αυθάδη, εγωτική αυθαιρεσία και που μας πίεσαν αφόρητα να το δεχτούμε ως το μέλλον του Θεάτρου, την Performance. Θυμάμαι την κ. Μπαζιάκα, που, παραπονούμενος εγώ για την κατάντια του Θεάτρου, σε μιαν παράσταση που ήμασταν συνθεατές, να μου λέει. "Είτε θέλετε, είτε δε θέλετε, είτε σας αρέσει, είτε δε σας αρέσει, το Θέατρο θα συνεχίσει έτσι στο μέλλον." Μα έτσι καταργείται ο συγγραφέας, αντέτεινα εγώ," "Αυτό είναι αμελητέο, αν χρειάζεται" ή κάπως έτσι, με τη γνωστή της έπαρση, όταν χρειάζεται να τη δείχνει. Και με τον Καμπανέλλη είχα συζήτηση, όχι μιαν και δυο φορές, και προσωπικά, αλλά και σε συνέντευξη, που του είχα πάρει για το Ραδιοφωνικό Σταθμό της Ι. Α. Κρήτης. Kαι του ίδιου του φαινόταν ακαταλαβίστικο το νέο κύμα της κατάργησης του Λόγου, δεχόμενος βέβαια την δυνατότητα ύπαρξης του Λόγου και δι' άλλων μέσων. Αλλά όχι, παντελή κατάργηση του μύθου. του άρεσε η σαφήνεια, η ξεκάθαρη στόχευση και ο καθαρός μύθος. Γιατί τα λέω αυτά εδώ; Μα γιατί καταλαβαίνω ότι ο άνθρωπος αυτός, με ό, τι λέει, και χωρίς να έχω δει τη δουλειά του, έρχεται ως επανανανεωτής του γνωστού, με Συγγραφέα, Θεάτρου. Οπότε χαίρομαι ειλικρινά και καλωσορίζω τον νέο Νεκροθάφτη της Παράβασης. Θα σε δω, το υπόσχομαι.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Αυτά, λέει, σας άρεσαν:

Ετικέτες