Κυριακή, 24 Απριλίου 2016

Στην επιφάνεια του Ταξιτζή

«Όλα τα ζώα εμφανίζονται τη νύχτα: πόρνες, βρωμιάρες, καθάρματα, αδερφές, χασικλήδες, πρεζάκια, διεστραμμένοι… Κάποια στιγμή θα έρθει μια βροχή και θα ξεβρωμήσει τους δρόμους μας». Ένα μισανθρωπικό παραλήρημα ντύνει τις νυχτερινές εξορμήσεις του Ταξιτζή, δηλαδή του Τράβις Μπικλ, δηλαδή του Ρόμπερτ Ντε Νίρο, δηλαδή του Τράβις Μπικλ. Οι βρώμικες λεπτομέρειες των διαδρομών του περιγράφονται, για εμάς, στο soundtrack σε voiceover από τον ίδιο, μέχρι που πέφτει πάνω σε ανήλικη πόρνη (μια εξίσου ανήλικη τότε Τζόντι Φόστερ): η μικρή θα γίνει το βασικό αντικείμενο των φαντασιώσεων του ενώ παράλληλα, θα βάλει μπρος το σχέδιο για τη δολοφονία ενός αμερικανού υποψηφίου γερουσιαστή. 

Ο Μπικλ (βετεράνος του Βιετνάμ) δεν είναι μια ηρωϊκή φιγούρα. Ξεκάθαρα αυτιστικός, αδυνατεί να συνυπάρξει και να κουβεντιάσει με τον οποιοδήποτε. Ακόμα και τα voice over του κομπιάζουν, οι φράσεις μπερδεύονται η μία μέσα στην άλλη δημιουργώντας ένα ηχητικό κολάζ που μοιάζει με σχιζοειδής ανταπόκριση από το μέτωπο. Η δε σχέση του με τις γυναίκες, ανύπαρκτη. Γοητεύει, σχεδόν κατά λάθος, την Σίμπιλ Σέπερντ και στο πρώτο τους ραντεβού την πάει σε… τσοντάδικο, επειδή η γυναίκα, γι αυτόν, έχει συγκεκριμένη χρηστική αξία.  Ναι, είναι «μόνος» όπως οι περισσότεροι από εμάς. Άλλο όμως η μοναξιά, άλλο η μοναχικότητα. Τη μοναξιά την απεύχεσαι, τη μοναχικότητα την επιλέγεις. Κι όταν κάθε προσπάθεια κοινωνικοποίησης πέσει στο κενό, τότε θα επιλέξεις τη μοναχικότητα, ούτως ώστε να χαϊδέψεις το Υπερεγώ και τις παραισθήσεις του.

Γυρισμένος το 1976, ο Ταξιτζής τσίμπησε έναν Φοίνικα στις Κάννες κι έβαλε στο κινηματογραφικό χάρτη τον Σκορσέζε. Στην Ελλάδα όμως οι κριτικοί είχαν πολλές διαφορές να λύσουν. Η μεγαλύτερη εξ αυτών: αποθεώνει ο «Ταξιτζής» τη βία του (αντι)ήρωα του; Ο Βασίλης Ραφαηλίδης έγραφε τότε πως για να εξετάσει κάποιος το αν είναι φασίστας τότε θα πρέπει να δει τον «Ταξιτζή» και να ελέγξει τις αντιδράσεις του.  Και το ζήτημα εδώ είναι πως ο Σκορσέζε γνωρίζει πολύ καλά με τι χαρακτήρα έχει να κάνει. Όχι τόσο επειδή τον εμπνεύστηκε (το κομμάτι αυτό ανήκει στον Πολ Σρέντερ που υπέγραψε το σενάριο), όσο επειδή και ο ίδιος τον συναισθάνθηκε. Μόνο όμως ένας γνήσιος και απεγνωσμένος Καθολικός σαν τον Σκορσέζε θα μπορούσε να έρθει σε επαφή με αυτό το σκοτάδι. Γι αυτό και η κάμερα απομακρύνεται απ’ αυτόν σ’ εκείνη τη συγκλονιστική σεκάνς του τηλεφώνου – από οίκτο.


Το υπόλοιπο φιλμ όμως είναι  δοσμένο υποκειμενικά, έτσι που, στο τέλος, εκθέτει (με ομολογουμένως εμπνευσμένη σαφήνεια), το χειρότερο πρόσωπο του Δυτικού ανθρώπου που υποκύπτει στη καταστροφική του μανία επιζητώντας κοινωνική επιβράβευση – μη ξεχνάτε πως πίσω απ’ όλο αυτό υπάρχει ένα ανθρωπιστικό έρεισμα (ωωω τη καημένη την ανήλικη πουτάνα). Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, ο Μπικλ, που μετά το μακελειό του φινάλε δείχνει να την έχει κερδίσει, παραμένει μια βόμβα έτοιμη να εκραγεί, με μοναδικό προορισμό το σκοτάδι από το οποίο προήλθε, συμπαρασύροντας ίσως μαζί του και όλους εμάς, τους μέτοικους αυτής της κολασμένης Γης που πρέπει να οδηγηθεί στο αίμα, για να ξαναγεννηθεί. Ιδανικό Happy End για τον Σκορσέζε του Ταξιτζή που, συντονισμένος απόλυτα με την υπαρξιστική απόγνωση του Σρέντερ θα συνεργαστεί ξανά με τον σεναριογράφο στο «Οργισμένο Είδωλο», τον «Τελευταίο Πειρασμό» και τα «Σταυροδρόμια της Ψυχής», τις πιο οριακά απελπισμένες του δουλειές. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αυτά, λέει, σας άρεσαν:

Ετικέτες