Πέμπτη, 28 Ιουνίου 2012

Αντε να το παίξουμε teenagers.


Η αθάνατη Καζαμπλάνκα


Αναρωτιέμαι πόσοι κινηματογραφόφιλοι εκεί έξω προσπάθησαν να μιμηθούν τον τρόπο με τον οποίο ο Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ άναβε το τσιγάρο του στη Καζαμπλάνκα, πόσοι εξ αυτών προσέθεσαν μια… καμπαρντίνα στη ντουλάπα τους, και πόσες φορές θαύμασαν τον «Μπόγκι» να αποχαιρετά την Ίνγκριντ Μπέργκμαν στο υπέροχο φινάλε. Σε εικόνες σαν κι αυτές, το έχουμε πει, το βλέμμα σου μπορεί και αντανακλάται τέλεια, ταυτόχρονα όμως υπάρχει και ο θαυμασμός ενός ειδώλου που σε ξεπερνά – υπήρχε βλέπετε μια εποχή πού τα αστέρια της μεγάλης οθόνης έμοιαζαν να έρχονται από ένα άλλο, μαγικό σύμπαν. Η δε περιπέτεια της Καζαμπλάνκα ξεκίνησε περίπου πριν από 70 χρόνια, στα πλατό της Warner.

Αν και η περιπέτεια της Αμερικής είχε ξεκινήσει… μια μέρα πριν, με την επίθεση στο Περλ Χάρμπορ, στις 7 Δεκεμβρίου 1941, όταν δηλαδή η Αμερική πήρε (επιτέλους) θέση και επενέβη στον πόλεμο που αιματοκύλισε την Ευρώπη καθώς η ναζιστική ιδεολογία άπλωνε τον καρκίνο της. Ήταν την αμέσως επόμενη μέρα, στις 8 Δεκεμβρίου του 1941, που ο νέος ανεξάρτητος παραγωγός Χολ Μπ. Γουίλις αγόρασε τα δικαιώματα για το θεατρικό έργο «Όλοι έρχονται στου Ρικ» - ένα θεατρικό έργο που ακόμη δεν είχε παρουσιαστεί στο σανίδι, αλλά μοιάζει να είχε γραφτεί με σκοπό την αφύπνιση της αμερικανικής κοινής γνώμης απέναντι στο Ναζιστικό κίνδυνο (κάτι που ουσιαστικά ξεκινά με τον «Μεγάλο Δικτάτορα» του μεγάλου ανθρωπιστή Τσαρλς Τσάπλιν). Το θεατρικό αυτό έργο λοιπόν, είχε τα πάντα: αγάπη, θάνατο, πατριωτισμό, εξαγορά, αντίσταση. Και, μεταξύ μας, μπορεί και να υπάρχουν καλύτερες ταινίες από τη Καζαμπλάνκα, αλλά καμία άλλη ταινία δεν αποτυπώνει καλύτερα αυτό το μυθολογικό όραμα της Αμερικής για τον ίδιο της τον εαυτό – μια χώρα δηλαδή, ακέραιη, ικανή για αυτοθυσία, δίχως να θυσιάζει τον ατομικισμό μέσω του οποίου κατέκτησε μια ολάκερη ήπειρο, ούτε όμως διστακτική όταν οι περιστάσεις απαιτούν ηρωισμό. Επίσης, καμία άλλη ταινία δεν αντανακλά τόσο την κοινωνική της – παγκόσμια! – συγκυρία, όπως αυτή. Σκεφτείτε πως οι περισσότεροι εκ των ηθοποιών της ήταν… πρόσφυγες από τη ναζιστοκρατούμενη Ευρώπη.

Ο ίδιος ο ήρωας, ο Ρικ Μπλέιν μοιάζει να κουβαλά πάνω του την ιδιοσυγκρασία ολάκερου του αμερικάνικου κοινού αλλά και της σταδιακής μεταστροφής του: στην αρχή είναι καθαρά αρνητικός («Δε ρισκάρω τη ζωή μου για κανέναν») αλλά στη συνέχεια πείθεται για το δίκαιο του αντι-ναζιστικού αγώνα, χάριν του οποίου εγκαταλείπει την μοναδική γυναίκα που αγάπησε καθώς συνειδητοποιεί πως οι περιστάσεις πλέον ξεπερνούν τον ίδιο: μη γελιέστε, η απόφαση του να μείνει στο αεροδρόμιο είναι μια καθαρά πολιτική απόφαση. Συγκυριακά, λίγο μετά τη πρώτη προβολή της ταινίας – δηλαδή το 1943 – οι Φράνκλιν Ρούσβελτ, Σαρλ Ντε Γκολ και Γουίντσον Τσόρτσιλ συναντήθηκαν στη… Καζαμπλάνκα (με μεγάλο απών τον Στάλιν, που τότε όμως είχε το νου του στη κρίσιμη μάχη του Στάλινγκραντ) όπου και αποφασίστηκε πως αγώνας των Συμμάχων θα συνεχιζόταν μέχρι το "bitter end" (πικρό τέλος), δηλαδή μέχρις ότου η Ναζιστική Γερμανία οδηγηθεί στην άνευ όρων παράδοση. Το ίδιο θα ίσχυε τόσο για την Ιταλία όσο και για την Ιαπωνία. Η διάσκεψη αυτή ήταν η τελευταία στην οποία ο Τσώρτσιλ θα μπορούσε να υπαγορεύσει τους στόχους της συμμαχικής προσπάθειας, μιας και ύστερα από τη διάσκεψη αυτή, οι Αμερικάνοι συνειδητοποίησαν πως αυτοί ήταν ο κύριος παράγοντας της Συμμαχίας και έτσι άρχισαν να ενεργούν ανάλογα. Αμφίβολο πάντως αν, κατά τη διάρκεια της, ακούστηκε το “As time goes by”…

…Για το οποίο ποτέ δεν ακούστηκε η φράση «Play it again, Sam» όπως έχει κατά καιρούς γραφτεί (και είναι ένας καλός δείκτης για να ξεχωρίζετε τους αφοσιωμένους σινεφίλ, από τους «απατεώνες»). Σε ποιόν λοιπόν χρεώνεται αυτή η παρεξήγηση; Μα, στον Γούντι Άλεν και το θεατρικό του έργο «Play it again Sam» πάνω στο οποίο βασίστηκε και η ομώνυμη κινηματογραφική ταινία με τον ίδιο, σε σκηνοθεσία Χέρμπερτ Ρος, όπου ένας άνδρας που προσπαθεί να συνέλθει από το διαζύγιο του, έχει ως πρότυπο τον Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ αν και ο ίδιος είναι δειλός, αδύναμος, εξαιρετικά ντροπαλός με τις γυναίκες και δεν αντέχει ούτε γουλιά αλκοόλ. Η ταινία προβλήθηκε στην Ελλάδα με τον επιεικώς απαράδεκτο τίτλο «Ωραίος και σέξι» και «έσκισε» εισπρακτικά, κι εδώ, όπως παντού.

Σε μια άλλη κωμωδία, ίσως στη μοναδική του Τζον Κασσαβέτη, το υπέροχο «Μίνι και Μόσκοβιτς», οι ήρωες (Τζίνα Ρόουλαντς και Σέιμουρ Κασέλ) λατρεύουν την Καζαμπλάνκα αλλά όταν συναντιούνται για να τη δουν μαζί, ο ρομαντισμός της ταινίας που βλέπουν δεν πιάνει «μία» μπροστά στη σχέση τους. Ο Κασσαβέτης είναι ξεκάθαρος: η ζωή έρχεται πρώτα, το σινεμά ακολουθεί – κάτι που μάλλον δεν πρεσβεύει ο Ζαν – Πολ Μπελμοντό στο θρυλικό «Με κομμένη την ανάσα» καθώς μπορεί να στέκεται μπροστά από μια φωτογραφία του Μπόγκι, το κενό της δικής του ζωής όμως μπροστά στη μαγική εικόνα του σινεμά είναι προφανές. Ενώ στο «Όταν ο Χάρι Γνώρισε τη Σάλι» που έγραψε η Νόρα Έφρον που χάθηκε πρόσφατα από λευχαιμία), οι ήρωες έχουν μια υπέροχη κουβέντα για το φιλμ, με τη Σάλι (Μεγκ Ράιαν) να καταλήγει πως «δεν θα ήθελε με τίποτα να περάσει την υπόλοιπη ζωή της στη Καζαμπλάνκα, παντρεμένη με τον ιδιοκτήτη ενός μπαρ»! Και στις δυο ταινίες επίσης οι ήρωες παίζουν ένα διαρκές «κρυφτούλι» μέχρι να παραδεχτούν τον έρωτα τους.

Σε όλες τις περιπτώσεις πάντως, και αυτό είναι το πιο ενδιαφέρον, ο Μπόγκαρτ αντιπροσωπεύει ένα σινεμά των ονείρων μέσω του οποίου ο καθένας θέλει να δραπετεύσει, αλλά η πραγματικότητα η ίδια επιφέρει πολλές… σατιρικές παραλλαγές στην ίδια εικόνα. Που παραμένει ζωντανή και πανίσχυρη κάθε φορά που προβάλλεται στη μεγάλη, ή τη μικρή οθόνη.

Τρίτη, 26 Ιουνίου 2012

Σκιές.


Λένε πως ο άνθρωπος δεν είναι τίποτ' άλλο από την ανάσα του και τη σκιά του που, σαν την ευτυχία, σε αποφεύγει όσο την πλησιάζεις. Οι επεκτάσεις των δυο διαπιστώσεων τείνουν προς το άπειρο. Και πάλι όμως, ελάχιστα λένε γι' αυτή τη γνήσια μυσταγωγία των σκιών, για το πάγωμα των αισθήσεων όταν, ως παιδί, διαπιστώνεις για πρώτη φορά πως η σκιά σου, με τον κατάλληλο φωτισμό, μπορεί να υψωθεί σε δυσθεώρητα ύψη και να καταπιεί ολάκερες εκτάσεις - κι ας μην έχεις ακόμη πιάσει σε μπόι το... ένα μέτρο. Αυτό το γαργάλημα στα σωθικά σου, συναίσθημα δημιουργίας πριν ακόμη αυτή φυτευθεί μέσα σου ως έννοια και αντίληψη. Αυτή η μαγική στιγμή.

Η πρώτη μου γνωριμία με το Θέατρο Σκιών έγινε, φυσικά, μέσω της τηλεόρασης. Λίγα καταλάβαινε βέβαια ένα παιδί από τα μαγικά κόλπα της σκιάς - αυτό που έβλεπα έμοιαζε περισσότερο με cartoon: όπως διασκέδαζες με τα κινούμενα σχέδια διασκέδαζες και με το θέατρο σκιών του Σπαθάρη. Το σοκ το έπαθα λίγο αργότερα, όταν δηλαδή ένα βράδυ με πήγαν σε ηλικία 5 ετών μέχρι τη Πλάκα, στο Φανάρι του Διογένη, στο θέατρο του Γιώργου Χαρίδημου. Μια μάντρα με μια σκηνή πανήψηλη, στις άκρες της οποίας δέσποζαν σκηνικά-κεντήματα μοναδικής ευαισθησίας, με παιδιά και ενήλικες που ξεκαρδιζόντουσαν εξίσου και κάτι φιγούρες με χαρακτηριστικά θλιμμένα και βυζαντινές αποχρώσεις. Άλλος κόσμος, και ένας μυστικισμός που, στο κεφάλι ενός παιδιού, έσκασε σαν ατομική βόμβα. Στο πλάι ήταν το "ταμείο" απ' όπου, την ώρα της παράστασης, μπορούσες να χαζέψεις, δειλά - δειλά και με προσοχή, τι συνέβαινε μέσα στη σκηνή. Πως δηλαδή αυτές οι φιγούρες, που ενίοτε έφταναν μέχρι και το ένα μέτρο, έπαιρναν ζωή (μέχρι ο Γιώργος να σε πάρει χαμπάρι και να σου μπήξει μια γερή φωνή, οπότε και επέστρεφες τρέχοντας στη θέση σου με επιπρόσθετη ταχυπαλμία). Αυτό ήταν, I was hooked.

Άρχισα αμέσως να σχεδιάζω φιγουρίνια στο σπίτι θέλοντας να επαναλάβω αυτό που έβλεπα κάθε βράδυ. Και όπου άκουγα για Θέατρο Σκιών, έτρεχα. Στο τέλος έγινα βοηθός του περιβόητου Βάγγου, που είχε ένα θεατράκι στη Πειραϊκή (στη συνέχεια μεταφέρθηκε στα Βοτσαλάκια του Παρασκευά) - όπου και έμεινα μέχρι τα 18. Μοναδικός μάστορας, με χάρισμα στη κωμωδία - ένα χιούμορ που σε σημεία θύμιζε τη ραφιναρισμένη ειρωνία ενός Βασίλη Λογοθετίδη (ο Καραγκιόζης του Βάγγου ήταν τα πάντα εκτός από χοντροκομμένος και λαϊκίστικος), αλλά πολύ πιο σβέλτο, τόσο μάλιστα που έμοιαζε να απευθύνεται κυρίως στους ενήλικες. Η στιγμή που θυμάμαι περισσότερο: το σκοτάδι στη σκηνή με το φως να έρχεται απ' εξω, κάθε βράδυ, λίγο πριν ανοίξουν οι προβολείς, η αγωνία της προετοιμασίας, το κουδούνι και τα χειροκροτήματα - όλα σε μια στιγμή. Στο ενδιάμεσο βέβαια ήρθε η ανακάλυψη του κινηματογράφου, η απόφαση μου να σπουδάσω σκηνοθεσία και φυσικά, τα ξενύχτια στις κινηματογραφικές λέσχες και τα μεταπτυχιακά στο εξωτερικό. Το θέατρο σκιών μπήκε στην άκρη. Μια βαλίτσα με πολλές φιγούρες δικές μου και λίγες κάποιων παλιών μαστόρων τακτοποιήθηκε όπως - όπως σε μια αποθήκη και αυτό ήταν.

Το μακρύ χέρι της Σταματίνας όμως έφτασε μέχρι εκεί, η βαλίτσα άνοιξε ξανά, και το (ούτε τρίχρονο τότε) παιδί άρχισε ενθουσιασμένο να παίζει με φιγούρες δυο και τρεις φορές ψηλότερες από την ίδια. Έπρεπε λοιπόν να φτιάξω μερικές στο μέγεθος της. Έτσι, μετά από 17 χρόνια, ξανάπιασα σκαρπέλα, κοπίδια, μελάνια, τα απαραίτητα κοινώς, και άρχισα να μαστορεύω ξανά (μονάχα για λίγες ώρες καθε εβδομάδα - αυτά έχει η ζωή του ενήλικα). Ο ενθουσιασμός της μικρης, μεγάλος - όταν ζωγραφίζω μπροστά της το γλεντάει στη κυριολεξία, αν και έχει μια - δυο καλές ατάκες για να με βάζει στη θέση μου ("ο μπαμπας είναι καλός ζωγράφος, αλλά εγώ είμαι καλλιτέχνης"). Ε, και κάποια στιγμή θέλησα να την παω να χαζέψει και αυτο το θέαμα "ζωντανά". Η πρώτη φορά ήταν εντελώς απογοητευτική (και μάλιστα σε "μαθητές" του Χαρίδημου - μου βγήκαν τα μάτια...). Σιγά - σιγά έβρισκες κάποιες καλές εξαιρέσεις. Αλλά...

Ας το παραδεχτούν οι φίλοι της τέχνης αυτής: μάλλον βρίσκεται σχεδόν υπο εξαφάνιση. Δεν εννοώ πως δεν παρουσιάζεται πια. Δυστυχώς, κάθε άλλο: Με εξαίρεση έναν - δυο μάστορες και ξανά έναν - δυο (άντε τρεις) νέους που μοιάζουν να έχουν γνήσιο ταλέντο, αυτό που επικρατεί σήμερα είναι ένας Καραγκιόζης κακότεχνος, από ατάλαντους παίχτες που αντιγράφουν σχέδια άλλων και μετά καμαρώνουν για φιγούρες - φρανκενστάιν, μιμούνται αχώνευτα το παίξιμο παιχτών που γνώρισαν στο ναδίρ τους, πουλάνε φτηνό λαϊκισμό με "εθνικό" έρεισμα (πόσο απαίδευτη ξεφτίλα να χρησιμοποιείς διχαστικά έναν τόσο ενωτικό ήρωα!), γεμίζουν τις παραστάσεις τους με αστεία που απευθύνονται αποκλειστικά σε λοβοτομημένα τρίχρονα, και βρίζουν με τα χειρότερα λόγια κάθε "συνάδελφο" τους μόλις ακούσουν πως "ενδιαφέρεσαι" για τις σκιές - συνήθως από άμυνα: πρόκειται για κομπλεξικούς ατάλαντους, αρκετά ικανούς για να συλλάβουν την ανεπάρκεια τους, αλλά όχι τόσο ώστε να έχουν το παραμικρό περιθώριο βελτίωσης. Ταυτόχρονα έχεις και τους συλλέκτες που, ψυχαναγκαστικά, γυρίζουν τη χώρα και "συλλέγουν" με κάθε ηθικό και ανήθικο (δεν φαντάζεστε) μέσο φιγούρες - διαμάντα τα οποία και κρατούν μακριά από τους λίγους, έστω, που αναζητούν τους χαμένους κρίκους της τελευταίας, γνήσιας έκφρασης που γέννησε αυτός ο τόπος. Κάποιοι εξ αυτών κάνουν κάτι ακόμα χειρότερο - παίζουν κιόλας! Και είναι γεγονός: η πλειοψηφία των ανθρώπων που παίζουν Καραγκιόζη σήμερα κάνουν ανεπανόρθωτη ζημιά στη τέχνη αυτή. "Τον αγαπάνε τον Καραγκιόζη και αν τους τον στερήσεις θα πεθάνουν, αλλά όπου παίζουν μας κάνουν κακό" μου λένε με πικρή συγκατάβαση. Κάνω μια μικρή αναζήτηση στο net και πέφτω πάνω σε σελίδες "παικτών" που πουλάνε στραβοχυμένες φιγούρες εναντί γερής αμοιβής, φρικωδώς σχεδιασμένες με μαρκαδόρους επί γυαλιστερού πλαστικού. Κλείνω τον υπολογιστή απογοητευμένος.

Κρίμα. Η μυσταγωγία - κάθε μορφής - παραμένει η μόνη μας ελπίδα.

Κυριακή, 24 Ιουνίου 2012

New Blood Greek Cinema at the Santozeum Museum in the heart of Fira, Santorini.


The Santozeum Creative Arts Platform For Immediate Release www.santozeum.com June 20, 2012 THE SANTOZEUM ANNOUNCES ITS 2012 NEW BLOOD GREEK CINEMA PROJECT AND RESIDENCY PROGRAM  –– The Santozeum is pleased to announce the opening of the summer 2012 New Blood Greek Cinema series. . On June 26th 2012, the Santozeum will welcome acclaimed Greek film directors to the island, inviting them to celebrate their work at the Santozeum Museum in the heart of Fira, Santorini.

The Santozeum is an artist run, interdisciplinary creative platform that fosters dialogue between the arts, humanities, and sciences in both the local and international community. The Santozeum aims to create a dynamic environment for young and emerging artists, providing a residency program in the arts, while connecting a global network of pioneers and professionals to Santorini. The Museum is currently hosting the Thera Foundation’s collection of Kodak Pathé Akrotiri Wall Painting Reproductions. The New Blood Greek Cinema series is a creation of the Santozeum’s 2012 Manifesto for Manifestos in Crisis. Ileana Drinovan, Artistic Director and Founder of the Santozeum: “The Santozeum calls on artists to locate points of crisis for the participating entities and to track strategies of production in response to the circumstances of their mission.

Current trends in political indecision, years with more or less arts funding, transitions away from print into digital text, sacrificing the gritty for gloss, losing creative security in the society that surrounds us but gaining clarity in artistic credos are some thrusts that may have provided impetus for creative resistance or action.” New Blood Greek Cinema showcases the work of twelve cutting edge Greek directors over the course of the 2012 summer season. Ten films have been selected, all produced between 2011 and 2012. There are six documentaries and four dramas.

The twelve participating directors in the Santozeum’s New Blood Greek Cinema project are:

Filippos Tsitos with Unfair World
Panagiotis Fafoutis with Paradise
Babis Makridis with L
Argyris Papadimitropoulos with Wasted Youth
Thekla Malamou & Stratis Voyatzis with The Blind Fisherman
Anthi Daountaki with Gavdos. Southwards
Angelos Kovotsos with Encardia, The Dancing Stone
Elissavet Laloudaki & Massimo Pizzocarro with Perah Istar
Stavros Psyllakis with Metaxa Listening to Time
Myrna Tsapa with Katinoula

Σάββατο, 23 Ιουνίου 2012

Johnny.


Πως έφαγα τέτοιο κόλλημα; Ξεκίνησε με μια αφιέρωση. Το link εγραφε πάνω Johnny Hallyday και το κλίκαρα περιμένοντας να δω έναν παπουδάκο να πουλά ρετρό νοσταλγία σε συνομήλικους - για να δω έναν μπαρουτιασμένο 60άρη να δεσπόζει ένα τεράστιο stage ενώ από κάτω, ένα κοινό 80 χιλιάδων και κάθε ηλικίας βρισκόταν σε απόλυτη έκσταση. Μια εικόνα που μόνο ελπίδα μπορεί να μεταδώσει, όταν βρίσκεσαι χαμηλά. Όλα αυτά για μια κόπια του Έλβις;

Το ερώτημα «Τζόνι Χαλιντέϊ ή ΄Ελβις Πρίσλεϊ» είχε επανειλημμένα τεθεί στην Ελλάδα στις αρχές της δεκαετίας του ’60, όταν ο «Τζονί», ο κατάξανθος φαβοριτάκιας από τη Γαλλία, προβαλλόταν από τα ελληνικά media (το «Ντομινό, το «Ρομάντσο», τη «Φαντασία», αλλά και τα «Νέα», την «Ακρόπολιν» και την «Βραδυνή») ως ο «Πρίσλεϊ της Ευρώπης». Μην σας φαίνεται παράξενο αυτό. Εκείτα τα χρόνια, στα σχολεία διδάσκονταν μόνο τα γαλλικά (τα αγγλικά έγιναν μετά το ’70 η δημοφιλέστερη γλώσσα), και έτσι το «Εst ce que tu le sais?» του Χαλιντέϊ, που ήταν η απόδοση στα γαλλικά του «What did I say» του Ray Charles, συναγωνιζόταν στα ίσια από το πλατό των τζουκ-μποξ το “It’s now or never” του ΄Ελβις, που ήταν... η απόδοση στα αγγλικά του “O, sole mio”. Μην ακούω αηδίες, παρθενογένεση στην τέχνη, καμιά! Και αν η «κατηγορία» απέναντι στον Χάλιντεϊ ήταν ότι ουσιαστικά «παπαγάλιζε» τους αμερικανούς ρόκερς, πείτε μου ειλικρινά, οι Stones και οι Beatles στο ξεκίνημα τους, τι έκαναν; Και αυτοί ήρθαν δεύτεροι – ο Χαλιντέι δισκογραφεί από το 1959.

Ασε δε που εκείνα τα χρόνια ο «Τζονί» ήταν και ταίρι με τη Σιλβί Βαρτάν (πρώτη από τις πέντε συζύγους του...), της γάλο-αρμένισας τραγουδίστριας, που είχε και συγγενείς στην Ελλάδα (ο θείος της ήταν έμπορος ξηρών καρπών στον Πειραιά) η οποία «σάρωνε» στην χώρα μας, κυρίως στα κορίτσια που ήξεραν γαλλικά (επειδή διάβαζαν στο σχολείο) και έλιωναν με το “Par amour par pitie” που τραγουδούσε κλαίγοντας η Σιλβί! ‘Εκλαιγαν όμως και με την απόπειρα αυτοκτονίας του Χαλιντέι το 1965. Tον σώζουν την τελευταία στιγμή. Αφήνει την Βαρτάν και το νεογέννητο γιο τους στο Παρίσι και ταξιδεύει για Λονδίνο, αναζητώντας καινούργιο ήχο - and probably, the meaning of it all. Εκεί, πέφτει πάνω σ' έναν Αμερικανό κιθαρίστα που αναζητά μια ευκαιρία. Ο νεαρός λέγεται Jimmy Hendrix. Ο Χαλιντέϊ ακούει το demo του, παθαίνει πλακάρα και, λίγους μήνες μετά, οι Jimmy Hendrix Experience δίνουν τις πρώτες τους συναυλίες, ως support band του Γάλλου ροκ σταρ.

Ο Johhny θέλει να αγκαζάρει τον Hendrix για προσωπικό του κιθαρίστα, αυτός όμως έχει τα δικά του σχέδια, και προτείνει έναν άλλο, άνεργο μουσικό που επίσης αναζητά μια ευκαιρία. Έτσι, ο Χαλιντέϊ (που έχει πλέον συμπεριλάβει μια γαλλική βερσιόν του "Hey Joe" στο playlist του) γνωρίζει τον Τζίμι Πέιτζ και μαζί συνθέτουν και ηχογραφούν ένα single ονόματι Psychedelic. Η γοητεία που ασκεί στον Χαλιντέι αυτός ο νέος, σκληρός, ζωντανός ήχος τον οδηγεί στην ηχογράφηση ενός ολόκληρου άλμπουμ σε αυτό το στυλ. Αποφασίζει να μαζέψει τους καλύτερους: Μικ Τζόουνς, Τζίμι Πέιτζ και Πίτερ Φράμπτον (μαζί με τους Small Faces!) συνθέτουν ένα τρελό line-up. O δίσκος τιτλοφορείται "Rivière... ouvre ton lit", είναι μακράν ο, μέχρι τότε, καλύτερος του, κυκλοφορεί το 1969, σημειώνει τρελές πωλήσεις, ο Johnny θα κυκλοφορήσει άλλα δυο άλμπουμ σ'αυτό το στιλ και ο Πέιτζ θα ηχογραφήσει βιαστικά κάποια μέρη για το ένα εξ αυτών ("Vie", 1970) για να μαζέψει το μερτικό του και να φορμάρει τους Led Zeppelin.

Α, ξέχασα να σας πω ότι ο Τζονί ήταν και ηθοποιός, σε ταινίες δράσης, αλλά και σε πιο σοβαρές στις οποίες θα αναφερθούμε παρακάτω. Το “D’ ou viens-tu Johnny?” πάντως, όπου έπαιζε έναν «οργισμένο» της εποχής δίπλα στην κουκλάρα Κατρίν Ντενέβ, σήκωσε επανειλημμένα την πινακίδα «μόνον όρθιοι» στα ελληνικά σινεμά. Ακόμη μεγαλύτερη επιτυχία (σαρωτική!) είχε η ταινία του Κλοντ Λελούς «Η περιπέτεια είναι περιπέτεια», με τον Χολιντέι πλάι στους Λίνο Βεντούρα και Ζακ Μπρελ.

Σήμερα, που η διασημότητα έχει αλλάξει όρους, φαντάζομαι πως στη χώρα μας περισσότεροι γνωρίζουν – για να μην πω, «κατέχουν» - τον Ρίκι Μάρτιν (τυχαίο παράδειγμα) από τον Τζόνι Χάλιντεϊ. Κι ας έχει ο «Τζονί» πουλήσει 100 εκατομμύρια άλμπουμ, ας έχει δώσει αμέτρητες συναυλίες (400 τουρνέ ενώπιον ενός κοινού που συνολικά ξεπερνά τα 25 εκατομμύρια!) και, σε μια καριέρα που καλύπτει 49 χρόνια, έχει στην κατοχή του 18 πλατινένια άλμπουμ. Ως ηθοποιός δέ, έχει συνεργαστεί με τον Κώστα Γαβρά, τον Ζαν Λικ Γκοντάρ και τον Πατρίς Λεκόντ. Αυτά βέβαια στη Γαλλία. Όπου οι δίσκοι του συνεχίζουν να πουλούν και ο ίδιος στέκεται όχι ως ένα κιτς μνημείο αλλά ως ενεργός καλλιτέχνης του "εδω-και-τώρα" - όχι ότι δε λφέρταρε με αυτό, ιδίως στα 80s. Κι όμως, μουσικά υπήρξε αξιοπρεπής και συνεπέστατος. Την δεκαετία του 80 πολλοί συνομήλικοι του rockers δοκίμαζαν την τύχη τους στην ντισκοειδή pop (θέλετε ονόματα; Μικ Τζάγκερ, Ρόμπερτ Πλαντ, Αντριάνο Τσελεντάνο – ο αντίστοιχος Ιταλός Έλβις...), αλλά ο Χάλιντεϊ έμεινε πειστός στις ρίζες του τις οποίες μάλιστα και οδήγησε μπροστά: οι παραγωγές του άλλαξαν (ακούστε τις δουλειές του με τον Bob Clearmountain, παραγωγό του Springsteen – ιδίως το μπλουζ αριστούργημα "Le cœur d'un homme"), οι συνεργασίες του (από τον Καρλ Πέρκινς και τον Κρίς Άιζαακ, μέχρι τους Stray Cats, τον Μπον Τζόβι αλλά και τον Μπόνο των U2) ήταν εύστοχες και οι πειραματισμοί του πάντοτε μέσα στα πλαίσια της μουσικής που τον ανέδειξε. «Η ντίσκο μου φέρνει δυσπεψία / οι τραγουδιστές της μου σπάνε τα νεύρα / ούτε γουστάρω το ρετρό / απλά προτιμώ το rock’n’roll» τραγουδούσε στο “Le bon temps du rock’n’roll” και μάλιστα εν έτη 1979, όταν δηλαδή οι καρεκλάδες κυριαρχούσαν και οι «αγριοροκάδες» Kiss γέμιζαν τις πίστες με το “I was made for loving you”.

Πίσω από τη λάμψη όμως, οι συνεχείς ζωντανές εμφανίσεις άρχιζαν να ζητούν τη δική τους πληρωμή. Ο μουσικός έχανε τις αισθήσεις του στη σκηνή. Και ο άνθρωπος κουράστηκε - βάλτε μέσα και τις χρόνιες καταχρήσεις - εξαρτήσεις του.... Άρχισε να βαριέται τον Τζόνι Χάλιντεϊ και να νοσταλγεί όλο και περισσότερο τον Ζαν-Φιλίπ Σμετ – αυτό είναι και το πραγματικό του όνομα. «Με θυμάμαι να βλέπω τον Φρανκ Σινάτρα να δίνει συναυλίες στα 80 του. Το μοναδικό του ταλέντο βέβαια δεν είχε χαθεί, εγώ όμως έφευγα από τις εμφανίσεις του βαθιά απογοητευμένος.». Μη σας φαίνεται βλάσφημη η σύγκριση. Γιατί η ανακοίνωση της τελευταίας τουρνέ του Τζόνι Χάλιντεϊ έκανε τους Γάλλους να στενάξουν. Το Le Figaro έγραφε την επόμενη μέρα: «η ανακοίνωση αυτή ξυπνά μέσα μας τέτοια θλίψη και νοσταλγία που μόνο με το συναίσθημα που περιέγραφε ο Μαρσέλ Προυστ στο Κυνηγώντας Τον Χαμένο Χρόνο μπορεί να συγκριθεί». Ο Γάλλος Έλβις ονόμασε την περιοδεία «Tour 66» - παραπέμποντας στην φετιχιστική Route 66 αλλά και στην ηλικία του. Στη μέση της, καταλήγει στο νοσοκομείο, στα πρόθυρα του τέλους. Πέφτει σε κώμα και η Γαλλία "παγώνει". Οι γιατροί βγάζουν μια παράξενη ανακοίνωση όπου υπογραμμίζουν πως "ποτέ δε συνάντησαν περισσότερο αλκοόλ σε ανθρώπινο οργανισμό". Ευτυχώς,θα επιστρέψει δυναμικά, με τον καλύτερο δίσκο του εδώ και δεκαετίες, το "Jamais Seul".

Και κάθε φορά που θα μας λείπει, υπάρχουν οι δίσκοι του και οι κινηματογραφικές του εμφανίσεις. Εγώ προσωπικά, θα τον συναντώ στο αριστούργημα του Πατρίς Λεκόντ «Ο άνθρωπος του τρένου», όπου ενσαρκώνει έναν επαγγελματία ληστή τραπεζών που σχεδιάζει μια τελευταία δουλειά, για να ανταλλάξει ζωή (μεταφορικά και κυριολεκτικά, με έναν τρόπο μαγικό) με έναν γερασμένο συνταξιούχο καθηγητή - ο υπέροχος Ζαν Ροσφόρ. Υπέροχος και στο “Vengeance” του διακεκριμένου Ασιάτη σκηνοθέτη Τζόνι Το, που προβλήθηκε πρόπερσι στις Κάννες και συγκέντρωσε τις καλύτερες των κριτικών. Θα μου πείτε τώρα, τι να ξέρει ο ασιάτης από γαλλικό ροκ... Τον ρώτησαν κιόλας. Του είπαν, πως και διάλεξε τον Χάλιντεϊ για ρόλο πρωταγωνιστικό. Και τους απάντησε με ερώτηση: «τα μάτια του τα έχετε δει;».

Αν τον δείτε κι εσείς στο “You tube” να τραγουδά, στα 66 του, “Que je t’ aime”, του 66, με μια μπάντα που το παίζει σε εντελώς σημερινό μπιτ και ύφος, ίσως να καταλάβετε πως αν ο Ρισάρ Αντονί, ο Ιγκ Οφρέ, ο Πασκάλ Ντανέλ, ο Μισέλ Σαρντού και άλλοι μεγάλοι Γάλλοι τραγουδιστές άφησαν πίσω τους «μπελκάντο», ο ΤΖόνι Χαλιντέϊ αφήνει ρυθμό, δύναμη και - κυρίως - γνησιότητα. Λέει τώρα πως δε θα ξαναεμφανιστεί live - δίνει αυτούς τους μήνες την τελευταία του (τελικά) τουρνέ.

Επειδή όμως στην τέχνη δεν υπάρχει «αντίο», εγώ του λέω «Au revoir». Άλλωστε, πάνω στη σκηνή θέλει να πεθάνει.





Πέμπτη, 21 Ιουνίου 2012

Inland Empire (2006) ( * * * * ½ )


Το μοναδικό σχόλιο που κάνει ο Λιντς για το Inland Empire είναι πως αφορά «μια γυναίκα σε μπελάδες» (“a woman in trouble”). Και οι περισσότεροι ξύνουν το κεφάλι τους: Η Λόρα Ντερν, ηθοποιός που ενσαρκώνει μια ηθοποιό (επιστροφή στα λημέρια του Mullholland Drive), φτάνει στην Πολωνία για τις ανάγκες των γυρισμάτων μιας «καταραμένης» ταινίας μέχρι που η μυθοπλασία μπλέκεται με την πραγματικότητα, και η ερωτική τους συνεύρεση γεννούν ένα νέο, αχαρτογράφητο σύμπαν.

Οι φίλοι της ψυχιατρικής υποστηρίζουν πως η ανάγκη του να βουτήξουμε το ασυνείδητο είναι καθολική - αν μη τι άλλο, σε μια τέτοια περίπτωση, οι ταινίες του Ντέιβιντ Λιντς θα γνώριζαν τρομακτική εισπρακτική επιτυχία και δεν θα περνούσαν στο περιθώριο, όπως συμβαίνει συνήθως, με ελάχιστες εξαιρέσεις. Βέβαια, λίγα χρόνια μετά την πρώτη προβολή τους θεωρούνται «κλασσικές», πολλές φορές κι απο τους ίδιους που τις κατακρεούργησαν. Το οποίο μας οδηγεί στην εξής θλιβερή διαπίστωση: η αντίληψη περι τέχνης στις μέρες μας, κατάντησε θολωμένη λίμνη. Λασπόνερα. Στα οποία άλλοι ξεδιψούν κι άλλοι φτύνουν – φανταστείτε δηλαδή να βάλουμε στο παιχνίδι και την αφηρημένη τέχνη, που, η καημένη, έχει «χρίσει» καλλιτέχνες πολλούς ολοκληρωτικά ατάλαντους, και έχει αναδείξει άλλους τόσους αγράμματους θεωρητικούς.

Ο λόγος που η αφηρημένη τέχνη είναι τόσο ισχυρή είναι ότι περιορίζει τις συνειδητές αποσπάσεις της προσοχής μας στο ελάχιστο. Όταν χαζεύουμε για παράδειγμα την Μόνα Λίζα, η διανοητική ενέργειά μας πηγαίνει συνήθως στην επεξεργασία των εικόνων: το πρόσωπο, τα μάτια της, το χαμόγελο της, ο πίνακας και, φυσικά, το υπόβαθρο. Κάτι που συμβαίνει όταν ερχόμαστε αντιμέτωποι με ένα έργο του Τζάκσον Πόλοκ: Ουσιαστικά, όλη η ενέργεια του εγκεφάλου μας αφιερώνεται στο αίσθημα. Και για να λειτουργήσει αυτό, πρέπει να συνεργαστούμε με τον καλλιτέχνη – το αυτονόητο! Δηλαδή του επιτρέψουμε να σας πάει οπουδήποτε θέλει, με σκοπό να «καθαρίσουμε» απο τις συνειδητές μας σκέψεις και προκαταλήψεις, προκειμένου να επεξεργαστούμε αυτό που μας συμβαίνει. Και, πολλές φορές, αυτή η συνεργασία αποτυγχάνει, άλλοτε επειδή ο καλλιτέχνης δεν είναι ταλαντούχος, κι άλλοτε επειδή αυτός που εξετάζει το έργο εκλαμβάνει το αφηρημένο ως συγκεκριμένο, επειδή πιστεύει ότι είναι πιο έξυπνος απο τον δημιουργό. Που μπορεί, βεβαίως, να είναι, μονάχα που ξεκινώντας απο αυτή την αφετηρία είναι αδύνατον να τον εκτιμήσει.

Ο Ντέιβιντ Λιντς – που σίγουρα δεν είναι ατάλαντος - έχει πολύ συχνά δηλώσει πως γυρίζει ταινίες ως ζωγράφος και όχι ως σκηνοθέτης (η ζωγραφική είναι η κύρια ασχολία του). Και το Inland Empire, το τελευταίο πόνημα του, είναι ένα απο αυτά τα σπάνια έργα που, αν και αφηρημένο, είναι απολύτως συναρπαστικό. Είναι η ταινία που θα έβλεπε στο κεφάλι του ο Ροντ Σέρλινγκ on acid, ένα παράξενο, επιθετικό μείγμα ανθρώπινης αδυναμίας και εγκεφαλικής αποδόμησης, βασισμένο στην κινηματογραφική γραμματική που υπέδειξε το Φανταστικό την χρυσή εποχή του Γερμανικού εξπρεσιονισμού. Δηλαδή την δεκαετία του 20! Που δανείζεται όμως επιλεκτικά κώδικες απο το film noir, αλλά και από το avant-garde λεξικό που συνέταξαν σκηνοθέτες της συνομοταξίας του Σταν Μπράκατζ, και τους ανακατεύει όχι άτακτα αλλά άναρχα (στον ρόλο του «ντίλερ», μια ψηφιακή κάμερα, με τον χειριστή της -τον Λιντς- να δείχνει ενθουσιασμένος με τις δυνατότητες του μέσου). Και κάπου εκεί, φυτεύει ωρολογιακή βόμβα στο υποσυνείδητο, προσφέροντας πότε κάθαρση και πότε καταδίκη, σχεδόν ανα δεκάλεπτο, επιστρέφοντας διαρκώς στην ερεβώδη εκείνη υπαρξιακή κολυμπήθρα όπου βαπτίστηκαν οι μεγαλύτερες ανά τον κόσμο τραγωδίες. Και τραγωδία είναι πως η Ζωή δεν είναι Σινεμά, πως το Σινεμά δεν είναι Ζωή, και πως Σινεμά και Ζωή ταυτίζονται απολύτως - αποφεύγοντας και στις τρεις περιπτώσεις, τις συγκυρίες εκείνες που θα μας έκαναν ευτυχείς.

Το θέμα είναι αν είσαι πρόθυμος να συνεργαστείς.

Andrew Sarris (October 31, 1928 – June 20, 2012)


O Ελληνικής καταγωγής Andrew Sarris ήταν ο πρώτος σημαντικός Αμερικάνος κριτικός που προώθησε τη θεωρία του "δημιουργού", όπως αυτή πρωτοεμφανίστηκε στα Cahiers. Τα βιβλία του, γινόντουσαν ανάρπαστα από τους σινεφάγους και επηρέασαν δραματικά μια ολόκληρη γενιά κριτικών και κινηματογραφόφιλων. Το αγαπημένο μου εξ αυτών, το "Politics and cinema" παραμένει ένα πραγματικό μανιφέστο που δεν έχει χάσει μέχρι σήμερα σταγόνα από την περιεκτικότητα του.

Ε, τον χάσαμε χθες, στα 83 του. RIP big guy.

Τετάρτη, 20 Ιουνίου 2012

Όταν ο Μίνως Αργυράκης επισκέφτηκε ένα τσοντάδικο.

  • "Θυμήθηκα, τις προάλες, όταν πήγα στο ταμείο να βγάλω ένα εισιτήριο, πριν από πολλά χρόνια, όταν ακόμα ντρεπόμουνα να με αναγνωρίσουν, άμα πήγαινα να δω ένα φιλμ πορνό.
  • Στο ταμείο ενός υπογείου σινεμά στην οδό Αθηνάς, λοιπόν, ζήτησα να βγάλω ένα εισιτήριο. Με κοιτάει ο ταμείας, χαμογέλασε και μου΄πε πολύ ευγενικά: "Περάστε!..." αρνούμενος να εισπράξει το ποσόν. Παρ' όλες τις αρνήσεις μου, λέγοντας του ότι θα πληρώσω, εκείνος επέμενε. "Αποκλείεται!.. η είσοδος είναι ελεύθερη για σας... Άλλωστε, σπάνια έχωμε πελάτες, ανθρώπους σαν και σας!..." Και φώναξε μια ταξιθέτρια να με συνοδέψει!.. Κοκκίνισα, ζήτησα να με καταπιεί η γη, αλλά ενέδωσα!
  • Αφού τον ευχαρίστησα κατέβηκα τις σκάλες του υπογείου σινεμά με τη συνοδεία της ταξιθέτριας, άφησα πίσω μου κάθε ελπίδα, σαν να έμπαινα στην "κόλαση", στην αίθουσα της "αμαρτίας"...
  • Φαίνεται πως κουβαλούσα ακόμα όλα τα κόμπλεξ που μας είχε δημιουργήσει η θρησκοληψία στις εκκλησίες, η Χρηστομάθεια στα σχολεία, και η Άννα Κατσίγρα στα βιβλία της "Για το αγόρι" ή "Για το κορίτσι" και η μικροαστική ατμόσφαιρα στα σπίτια μας...
  • Ο ταμίας, με την "προσφορά" του, και την ευγένεια του άρχιζε να με απαλλάσει και να με θεραπεύει από τα κόμπλεξ μου!..

    * * *

  • Μόλις έφτασα στο μπαρ του κινηματογράφου, ήταν ο "Αρίων", αν θυμάμαι καλά, είχανε ανοίξει τα φώτα. Δεν είχα συνηθίσει σε άπλετο φως γιατί πάντα φρόντιζα να μπαίνω στα σκοτεινά, άλλη υποκρισία κι αυτή!
  • Ζήτησα καφέ στο μπαρ, βέβαιος πως πίσω από το κοινό δε θα με αναγνώριζε κανείς!.. Και δεν είχα άδικο. Η μόνη διαφορά ήταν ότι σιγά σιγά άρχισα να αναγνωρίζω εγώ φίλους και γνωστούς!.. Βλέπω να περνάει μπροστά μου ένας γνωστός μου και πασίγνωστος στο πανελλήνιο δημοσιογράφος, που μόλις με είδε σήκωσε λίγο πιο ψηλά την εφημερίδα που διάβαζε, για να μην τον αναγνωρίσω!.. Εγώ παίρνοντας κουράγιο του ψιθύρισα: "Γειά σου, Γιώργο,.. πως από δω;..." Έκανε το βιαστικό, με κοίταξε ασκαρδαμιχτί, "Να!... μια έρευνα κάνω για την εφημερίδα.." Κι εξαφανίστηκε βιαστικός! Μπαίνω μέσα στο διάδρομο λίγο πριν σβήσουν τα φώτα. Παρατηρώ και αναγνωρίζω έναν άλλο γνωστό που προχωρεί προς την έξοδο. Φοράει μαύρα γιαλιά, πάει ν' αλλάξει κατεύθυνση και πετπάτημα, αλλά τον προφταίνω: "Γειά σου Βασίλη!..." του κάνω. "Πάω προς νερού μου" μου λέει και εξαφανίζεται. Ήταν βουλευτής της "Νέας Δημοκρατίας" και λίγο υφυπουργός, αν θυμάμαι καλά...
  • Έτσι το ηθικό μου άρχισε να σηκώνεται, εφ' όσον είδα μέσα στην αίθουσα της "αμαρτίας" εκλεκτά μέλη της κοινωνίας μας!...
  • Με το σβήσιμο των φώτων, άρχισα να παρατηρώ περισσότερο τις φάτσες του κοινού και τις διάφορες εκφράσεις τους, όπως κοιτούσαν τις διαδραματιζόμενες σκηνές στην οθόνη, παρά το "έργο".
  • Έβλεπα τις εκφράσεις των ανθρώπων, των θεατών που παρακολουθούσαν το έργο. Γραμμένη στα πρόσωπα τους, κυρίως στα μάτια τους, μια έκσταση!... Ηρεμία, γαλήνη. Κυριαρχούσε σ' όλη την αίθουσα μια ατμόσφαιρα παραδείσου... Δεν άκουγες ούτε ψίθυρο. Όλοι σιωπηλοί έβλεπαν και άκουγαν παράλληλα τις κραυγές και τους αναστεναγμούς της περίφημης πόρνο σταρ Μονίτα Μουν και του αρσενικού Αλ Πουτσίνο στο έργο "Η μαύρη νταντέλα μιας δεκαεξάχρονης πορνοπαρθένας στο μοναστήρι των Καπουτσίνων"...
  • Ο "παράδεισος" όσο οι σκηνές περιέγραφαν όλες τις λεπτομέρειες και τα "κλόουζ-απ" των τρυφερών ερωτικών στιγμών. Έτσι και οι σκηνές έπαιρναν φιλολογική περιγραφή, συνεχιζόταν δηλαδή η ιστορία του σεναρίου, ξαφνικά ο "παράδεισος" διαλύετο, και τη θέση του έπαιρνε μια σειρά από άριες επιθετικές, "τσόντα ρε", "τι μαλακίες είναι αυτά ρε!". Μόλις πάλι ξανάρχιζε το ερωτικό παιχνίδι, τα χέρια των θεατών ξανάμπαιναν στον προορισμό τους, στις τσέπες τους δηλαδή, ρίχνανε και το σακκάκι από πάνω και συνέχιζαν να παράγουν... και να καταναλώνουν το εθνικό προϊόν μας...

    * * *

  • Το κοινό αποτελείται από κάθε καρυδιάς καρύδι: Οικογενειάρχες μεσόκοποι και φαλακροί βαστώντας μια τσάντα με ψώνια, για δικαιολογία να ξεφύγουν από τα συζυγικά δεσμά, και να ανανεώσουν την οπτική τους ρουτίνα, μένουνε 2-3 ώρες μέσα στην αίθουσα, κι όταν γυρίσουν στη συμβία λένε "σκοτωμός σήμερα στην αγορά, γιαυτό άργησα..." Υπάλληλοι σκαστοί από το γραφείο: "Πάω για μια τυρόπιττα...", συνταξιούχοι που με 150 δραχμές λύνουνε το πρόβλημα της ψυχαγωγίας, νεαροί που κάνουνε πλάκα, άλλοι ψυχοπαθείς που πάσχουνε από μανιακή κατάθλιψη, και αντί χάπια, θεραπεύονται με την δράση και τη διέγερση, ομοφυλόφιλοι μοναχικοί, μηδενιστές, μαθητές και φοιτητές από σκασιαρχείο, βλάχοι από την επαρχία, χασάπηδες, μανάβηδες, μπακάληδες, μόλις που τέλειωσαν τη δουλειά τους και πάνε για ανάπαυση, ξενύχτηδες που πάνε να κοιμηθούν και εκπέμπουν το ροχαλητό τους, προκαλώντας τους άλλους φωνάζοντας "Ξύπνα ρε, προχώρα, σε θέλει όλη η χώρα" Και πολλοί διανοούμενοι που μένουν σιωπηλοί, σαν να βλέπουν Γκοντάρ ή Παζολίνι, ερμηνεύοντας τους κοινωνικούς και ερωτικούς μετασχηματισμούς αφ' υψηλού αφού το ηθικό τους έχει σηκωθεί σε υψηλά επίπεδα, ενώ μόλις αποχωρήσουν από την αίθουσα τους πέφτει...

    * * *

  • Αυτά που είπαμε είναι οι εξομολογήσεις ενός ακόμα θεατού υποκριτή, που την μόνη διαφορά που έχει με τους άλλους είναι ότι τα λέει και τα περιγράφει με ειλικρίνεια, μη φοβούμενος πια την τιμωρία από το θεό ή το διάβολο. Και όλα αυτά τα οφείλει στην ευγενική συμπεριφορά ενός ταμία!...

(Οδός Πανός, τεύχος Σεπτεμβρίου - Δεκεμβρίου, 1985. Γραμμένο σε πολυτονικό - δυστυχώς δεν είχα τα μέσα να το μεταφέρω. Κρίμα που δε βρήκα ποτέ το θάρρος να μπω σε τσοντάδικο μικρός.)

Τρίτη, 19 Ιουνίου 2012

L (2011) ( * ½ )


Το να είσαι αρχάριος είναι μια μόνιμη ανθρώπινη κατάσταση. Όλοι είμαστε αρχάριοι σε κάτι. Μπορεί ένας πυρηνικός επιστήμονας να είναι αρχάριος στη μαγειρική, και ένας νταλικέρης στη κοπτοραπτική, δεν έχει και τόση σημασία. Γιατί από τη στιγμή που αποφασίζεις να κατακτήσεις μια μικρή κορφή, να κάνεις κτήμα σου μια γνώση, πρέπει να ακολουθήσεις πάνω – κάτω την ίδια διαδικασία. Μικρά βήματα στην αρχή, για να ενδυναμώσεις τα πατήματα σου, και στη συνέχεια η προσωπικότητα σου παίρνει το πάνω χέρι. Αρκεί να μην κουβαλάς τη βεβαιότητα της αποτυχίας. Σε μια τέτοια περίπτωση, όσα βήματα κι αν κάνεις, η απαραίτητη για να προχωρήσεις σιγουριά δεν φτάνει ποτέ.

Ο ήρωας της ταινίας που ενσαρκώνει ο Άρης Σερβετάλης (η ερμηνεία του ένα παράξενο μείγμα ψυχαναγκαστικής αποστασιοποίησης και καταπιεσμένης οργής – αυτό που για κάποιους μεταφράζεται... “ρομποτική”) είναι εξπέρ οδηγός αυτοκινήτων. Εργάζεται για έναν μυστηριώδη κύριο με αδυναμία στο μέλι (ο Γιάννης Μποσταντζόγλου που εδώ, στο πιο αφαιρετικό του παίξιμο έχει ένα βλέμμα γεμάτο γνήσια μελαγχολία – υπέροχο το casting), προβάρει αδιάκοπα τις τυπικές κουβέντες του με τους ανθρώπους, και στο ενδιάμεσο... ζει στο αυτοκίνητο του. Με μοναδικό φίλο ένα φάντασμα (στοιχείο που αισθητικά και δραματουργικά θυμίζει πάρα πολύ τη χρησιμότητα των εμφανίσεων της Ισαμπέλ Ατζανί στο “Μαμούθ”), εντελώς δηλαδή αρχάριος στην οποιαδήποτε έκφραση γνήσιου συναισθήματος με τους “ζωντανούς” (οπότε παραμένει παράξενο το πως έχει αποκτήσει δυο παιδιά, μιας και η ερμηνεία μας περί “αρχάριου” προκύπτει από τον τίτλο, άρα είναι επιθυμητή και από το σκηνοθέτη – εκτός κι αν ακόμη και η τεκνοποίηση τους τελέστηκε μηχανιστικά). Με τον καιρό, αλλάζει “ειδικότητες”, πότε λόγω μιας αποτυχίας, πότε φοβούμενος μιαν άλλη. Από τα αυτοκίνητα, στις μοτοσυκλέτες. Και από τις μοτοσυκλέτες στα θαλάσσια σκάφη. Σε μια κοινωνία που οι άνθρωποι φοβούνται να εκφραστούν λοιπόν, οι ήρωες αναπτύσσουν μηχανιστικής λογικής φιλίες, και μέσα στο πλαίσιο αυτών, ανταλλάσουν εξίσου μηχανιστικά “φιλικές” συμβουλές.

Πίσω όμως από αυτή την απεικόνιση, εγώ προσωπικά βλέπω και ένα άλλο είδος αυτισμού. Αυτό του σινεμά που μέσα στον άκρατο φορμαλισμό του αδυνατεί να βρει τη δική του, ξεχωριστή προσωπικότητα και να ανακαλύψει μια αλήθεια που μπορεί να κρύβεται έξω από τη φόρμα. Ακόμη και η χιουμοριστική απόπειρα που υπάρχει εδώ, αφήνει ένα μεγάλο μούδιασμα (σε αντίθεση, για παράδειγμα, με τα “χαζά” - γι αυτό και τόσο δροσερά - χορευτικά των πρωταγωνιστριών του Attengerg που, με τη σειρά τους, παρέπεμπαν στους Monty Python, ή τα γλωσσολογικά καλαμπούρια του Κυνόδοντα) γιατί μένει κι αυτή υπόδουλη στη φόρμα, και πως να κάνεις τον άλλο να γελάσει έχοντας πάρει διαζύγιο από την ανατροπή; Έτσι, το L στέκει ως ιδιάζουσα περίπτωση ταινίας. Αυτής που θέλοντας να σκιαγραφήσει την ατολμία των άλλων, καταντά άτολμη και η ίδια, παρασυρμένη θαρρείς από το σύμπαν που καταγράφει.

Δεν μπορώ να σας πω με βεβαιότητα πως αυτό δεν ήταν το ζητούμενο. Ίσως και να ήταν – και προφανώς πρέπει να είσαι ικανότατος σκηνοθέτης όταν οι περιορισμοί που θέτεις τηρούνται μέχρι τελευταίας λεπτομέρειας. Μπορώ να σας πω όμως ότι το αποτέλεσμα είναι υπερβολικά μονοσήμαντο, one-note που λένε. Και από αυτό, προκύπτει το εξής ερώτημα: για ποιά συναισθηματική αναπηρία να ενδιαφερθούμε (ούτε καν να στοχαστούμε), όταν η ίδια η ταινία δείχνει να αδιαφορεί; Θα μου απαντήσετε, μα πως αδιαφορεί, από τη στιγμή που κάποιος μπαίνει στον αγώνα του να γυρίσει μια ταινία στην... Ελλάδα προφανώς νοιάζεται. Προφανώς, αλλά αυτό δεν εκπέμπεται. Ακραίο παράδειγμα: και το Άλογο του Τορίνο είναι μια αβάσταχτα μονοσήμαντη ταινία, αλλά οι άνθρωποι σ' αυτήν παρέμεναν για μεγάλο διάστημα “τελετουργικά” βωβοί όχι επειδή το απαιτούσε η φόρμα αλλά επειδή, αντιθέτως, η ίδια η “αλήθεια” τους την όριζε. Η πορεία που διαγράφει το L είναι ακριβώς η αντίστροφη.

Δευτέρα, 18 Ιουνίου 2012

Hey, Argento, we'll always have Tenebrae


Το "Tenebrae" ήταν η δεύτερη ταινία του Ντάριο Αρτζέντο που είδα. Πρώτη ήταν το "Suspiria", σε μια letterboxed (κακήν κακώς, η εικόνα ήταν και πάλι "τεντωμένη" οριζοντίως, κάνοντας τους πάντες να μοιάζουν με οδοντογλυφίδες) βιντεοκασέτα της Videosonic. Ουσιαστικά ήταν μια telecine μεταφορά της ταλαιπωρημένης εκείνης κόπιας που παιζόταν μέχρι το 2000 στις μεταμεσονύχτιες της Δεξαμενής ή στα αφιερώματα του Άλφαβιλ - πρέπει να είναι σκέτο ρετάλι τώρα, αν υπάρχει δηλαδή - με υπότιτλους σε πολυτονικό, κομμένους τους τίλους της αρχής και του τέλους, και ψαλιδισμένη μια μαχαιριά στη καρδιά στο πρώτο δεκάλεπτο.

Τωρα κάθομαι και το σκέφτομαι. Ναι οκ, γαμούν και δέρνουν τα dvd και τα blu-ray, αλλά πολλοί ανακαλύψαμε τις αγαπημένες μας ταινίες σε άθλιες μορφές, και το μεγαλείο τους έλαμπε ακόμα κι εκεί. A good film is a good film. Τέλος πάντων, το χεσα.

Ποιό είναι το point λοιπόν; Α ναι, αυτή εδώ η σκηνή. Που είναι ένα ιλιγγιώδες μονοπλάνο με γερανό - η κάμερα παρακολουθεί περιμετρικά το διαμέρισμα όπου πρόκειται να γίνει μια σφαγή. Όταν όμως το (εξαίσια συντονισμένο με την gothic disco των Goblin) μονοπλάνο φτάνει στο τέρμα του, βλέπουμε πως η όλη κίνηση δεν εξυπηρετούσε κανένα στοιχείο της πλοκής - ο δολοφόνος μπουκάρει "κανονικά" από ένα παράθυρο κάτω χαμηλά. Μέχρι που συνειδητοποιείς πως αυτή ακριβώς η υπερβολή είναι το νόημα της υπόθεσης: το "Tenebrae" είναι ένα οργιώδες whodunit, και ο Αρτζέντο, ιδιοφυώς ενορχηστρώνει το χορό της ατίθασης κάμερας του εντάσσοντας αυτή την υπερβολή κινητήρια δύναμη της δραματουργίας του. It's not just "style", it's a fuckin' statement!

Ο φωτογράφος εδώ είναι ο Λουτσιάνο Τόβολι, συνεργάτης επίσης του Αντονιόνι (δική του η φωτογραφία και στο "Suspiria" και στο, δυστυχώς, φρικτό "Δράκουλα" που παρουσίασε φέτος ο Ντάριο στις Κάννες). Νομίζω πως το "Tenebrae" ήταν και το τελευταίο πραγματικό αριστούργημα του Αρτζέντο. Όπως και να'χει, τι σκηνή Διάολε.

Κυριακή, 17 Ιουνίου 2012

Ελλάς Ελλήνων Θλιβερών


Δυστυχώς, ανήκω στην κατηγορία των ανθρώπων που αν δεν έχουν κάτι να ονειρευτούν ξύπνιοι, βλέπουν το τίποτα και στον ύπνο τους. Αξίζει άραγε να πεις "τουλάχιστον υπάρχει το σινεμά"; Όχι, δεν αξίζει. Γιατί στις ταινίες του Γκοντάρ και του Τριφό και του Άβιλντσεν και του Κάπρα και του Κασσαβέτη έβλεπες ανθρώπους αποφασισμένους να διεκδικήσουν όνειρα που ενδεχομένως θα τους οδηγούσαν και στη καταστροφή - αλλά πίσω δεν έκαναν. Αυτό άλλωστε δεν είναι και αγαπημένο μας παιχνίδι; Ελάτε παραδεχτείτε το. Για την προβολή μιλάω. Όχι την προβολή μιας ταινίας, αλλά τη δική μας προβολή επάνω της.

Σε αυτό που θα με περιμένει αύριο πάντως, όταν θα ξυπνήσω από ένα κενό όνειρο, δεν έχω να προβάλω τίποτα άλλο εκτός από τις θλιβερές καρικατούρες ανθρώπων αποφασισμένων να διεκδικήσουν το μερίδιο τους από το φόβο. Σε κάθε του μορφή. Κακόμοιρη ("μου είπαν πως δεν θα κόψουν κι άλλο τη σύνταξη") ή και παραδομένη στη τρέλα του μεγαλείου ("μου είπαν πως κατάγομαι από το Σωκράτη"), δεν έχει στ'αλήθεια σημασία, η ήττα έχει καταγραφεί, οι "κρυφοί" ξεπετάχτηκαν.

Και το αστείο είναι πως δεν ξέρω αν θα προλάβει να ενεργοποιηθεί το κυνικό κομμάτι μας, αυτό που θα μας επιτρέψει ν'αρχίσουμε να κάνουμε πλάκα μ'αυτήν - πριν δηλαδή μας βρει η παγωμάρα που συνοδεύει κάθε απότομο φινάλε. Προς το παρόν, life sucks, and then you're Greek.

Παρασκευή, 15 Ιουνίου 2012

Ένα ταξίδι στο Λονδίνο.



Ταξίδι για λόγους επαγγελματικούς (μια σειρά συνεντεύξεων με διάφορους για ένα μιούζικαλ που βγαίνει στις αίθουσες μέσα στο μήνα). Τέτοια ταξίδια φάνταζαν κουραστικά πριν κάνα δυο χρόνια. Τώρα λες «ναι» δίχως πολύ σκέψη. Τέσσερις μέρες μακριά από την επιθετικότητα. Τα λεφτά στη τσέπη ελάχιστα – με τη μετατροπή τους σε λίρες Αγγλίας λιγοστεύουν κιόλας. Αδιάφορο. Κατεβαίνω στη Λέστερ, με τα μπαγκάζια, και κάθομαι για καφέ. Άνθρωποι όλων των φυλών πηγαινοέρχονται, μερικοί εξ αυτών χέρι – χέρι, άλλοι βιαστικοί, άλλοι αδιάφοροι. Όλος ο σνομπισμός μου για τη Γηραιά Αλβιόνα έχει πάει περίπατο – είναι επειδή σκέφτομαι που ζω εγώ. Ακόμη και το κρύο απολαμβάνω – τη βροχή, λιγότερο.

Η Ελλάδα δείχνει εξαφανισμένη από τις εφημερίδες και τα δελτία ειδήσεων: πρώτες θέσεις έχουν η Ισπανία και το Euro. Πετυχαίνω όμως την Ελλάδα σε μια διαφήμιση στο τρένο. Βγάζω μια βιαστική φωτογραφία.


Πετυχαίνω και σένα, φίλη μου. Καμιά σχέση με το πώς σε θυμόμουν στην Ελλάδα, ένα χρόνο πίσω: όχι μόνο έχεις γίνει στυλάκι, αλλά δείχνεις να βρίσκεις και τις ισορροπίες σου. Μου λες για τη καινούργια σου δουλειά και για το νέο σου έρωτα, έναν «ασχημούλη αυτιστικό» και χαίρομαι – έστω κι αν, την επόμενη μέρα ο έρωτας σου έχει «περάσει». Βγαίνουμε το βράδυ και χαζολογούμε στο Prince Charles βλέποντας το αυθεντικό True Grit με τον Τζον Γουέιν. «Πόσο Θεός είναι» λες. Διάολε, έχεις δίκιο – το πιστεύεις πως δεν το χα σκεφτεί ποτέ;

Συναντώ και τον Αλέξανδρο, metal brotha από την Ελλάδα που ζει χρόνια στο Collindale και ανησυχεί για τη χώρα και για τη μητέρα του. Ακούμε μουσικές και χαζολογούμε μέχρι το ξημέρωμα. Είναι να παίξουμε σε ένα ενδιαφέρον project αλλά μια ξαφνική επιπλοκή στην υγεία μου τείνει να ακυρώσει τις επερχόμενες ηχογραφήσεις μας. Το βάζουμε στην άκρη, και πιάνουμε κουβέντα για τα τελευταία άλμπουμ των The One και των Liturgy. Ο υπολογιστής μένει ανοιχτός: έχω να γράψω τόνους κειμένων για την εφημερίδα.

Κλεφτές ματιές στο φατσαμπούκι. Τσακωμοί με φίλους, block-αρίσματα των φιλοναζιστών (που βρέθηκαν τόσοι πολλοί;), μάταιες λογομαχίες, λυπηρές ειδήσεις και τρομακτικές φάτσες, φάτσες βουλευτών, ψηφοφόρων, συμπολιτών μου. Σκέφτομαι το ταξίδι της επιστροφής και η καρδιά μου σφίγγεται. Στο τηλέφωνο η μπέμπα μου ζητάει κάθε μέρα ένα δώρο. Το λαχταράει τόσο πολύ που δε θέλω να την απογοητεύσω, μα το budget είναι μικρό. Αποφασίζω να μην πάρω τίποτα – και να της αγοράσω κάτι… εγχώριο την επομένη της αφίξεως μου. «Που είναι το δώρο μου;» «Θα έρθει αύριο, μόνο του». «Γιατί;». «Γιατί όπως πήγαμε ν’ανεβούμε στο αεροπλάνο, γύρισε και μου είπε πως δεν είχε προλάβει να χαιρετίσει τους φίλους του». Με κοιτάζει προσεκτικά. «Αλήθεια;». Τι να κάνω; «Αλήθεια!» της λέω. Η απόφαση  μου πυροδοτεί σύγκρουση στο σπίτι: «Ας της έπαιρνες μια σοκολάτα, να μάθει να μη περιμένει πολλά». 

Ξαφνικά έχω επιστρέψει στην Ελλάδα. 

Αυτά, λέει, σας άρεσαν:

Ετικέτες