Τετάρτη, 20 Ιουνίου 2012

Όταν ο Μίνως Αργυράκης επισκέφτηκε ένα τσοντάδικο.

  • "Θυμήθηκα, τις προάλες, όταν πήγα στο ταμείο να βγάλω ένα εισιτήριο, πριν από πολλά χρόνια, όταν ακόμα ντρεπόμουνα να με αναγνωρίσουν, άμα πήγαινα να δω ένα φιλμ πορνό.
  • Στο ταμείο ενός υπογείου σινεμά στην οδό Αθηνάς, λοιπόν, ζήτησα να βγάλω ένα εισιτήριο. Με κοιτάει ο ταμείας, χαμογέλασε και μου΄πε πολύ ευγενικά: "Περάστε!..." αρνούμενος να εισπράξει το ποσόν. Παρ' όλες τις αρνήσεις μου, λέγοντας του ότι θα πληρώσω, εκείνος επέμενε. "Αποκλείεται!.. η είσοδος είναι ελεύθερη για σας... Άλλωστε, σπάνια έχωμε πελάτες, ανθρώπους σαν και σας!..." Και φώναξε μια ταξιθέτρια να με συνοδέψει!.. Κοκκίνισα, ζήτησα να με καταπιεί η γη, αλλά ενέδωσα!
  • Αφού τον ευχαρίστησα κατέβηκα τις σκάλες του υπογείου σινεμά με τη συνοδεία της ταξιθέτριας, άφησα πίσω μου κάθε ελπίδα, σαν να έμπαινα στην "κόλαση", στην αίθουσα της "αμαρτίας"...
  • Φαίνεται πως κουβαλούσα ακόμα όλα τα κόμπλεξ που μας είχε δημιουργήσει η θρησκοληψία στις εκκλησίες, η Χρηστομάθεια στα σχολεία, και η Άννα Κατσίγρα στα βιβλία της "Για το αγόρι" ή "Για το κορίτσι" και η μικροαστική ατμόσφαιρα στα σπίτια μας...
  • Ο ταμίας, με την "προσφορά" του, και την ευγένεια του άρχιζε να με απαλλάσει και να με θεραπεύει από τα κόμπλεξ μου!..

    * * *

  • Μόλις έφτασα στο μπαρ του κινηματογράφου, ήταν ο "Αρίων", αν θυμάμαι καλά, είχανε ανοίξει τα φώτα. Δεν είχα συνηθίσει σε άπλετο φως γιατί πάντα φρόντιζα να μπαίνω στα σκοτεινά, άλλη υποκρισία κι αυτή!
  • Ζήτησα καφέ στο μπαρ, βέβαιος πως πίσω από το κοινό δε θα με αναγνώριζε κανείς!.. Και δεν είχα άδικο. Η μόνη διαφορά ήταν ότι σιγά σιγά άρχισα να αναγνωρίζω εγώ φίλους και γνωστούς!.. Βλέπω να περνάει μπροστά μου ένας γνωστός μου και πασίγνωστος στο πανελλήνιο δημοσιογράφος, που μόλις με είδε σήκωσε λίγο πιο ψηλά την εφημερίδα που διάβαζε, για να μην τον αναγνωρίσω!.. Εγώ παίρνοντας κουράγιο του ψιθύρισα: "Γειά σου, Γιώργο,.. πως από δω;..." Έκανε το βιαστικό, με κοίταξε ασκαρδαμιχτί, "Να!... μια έρευνα κάνω για την εφημερίδα.." Κι εξαφανίστηκε βιαστικός! Μπαίνω μέσα στο διάδρομο λίγο πριν σβήσουν τα φώτα. Παρατηρώ και αναγνωρίζω έναν άλλο γνωστό που προχωρεί προς την έξοδο. Φοράει μαύρα γιαλιά, πάει ν' αλλάξει κατεύθυνση και πετπάτημα, αλλά τον προφταίνω: "Γειά σου Βασίλη!..." του κάνω. "Πάω προς νερού μου" μου λέει και εξαφανίζεται. Ήταν βουλευτής της "Νέας Δημοκρατίας" και λίγο υφυπουργός, αν θυμάμαι καλά...
  • Έτσι το ηθικό μου άρχισε να σηκώνεται, εφ' όσον είδα μέσα στην αίθουσα της "αμαρτίας" εκλεκτά μέλη της κοινωνίας μας!...
  • Με το σβήσιμο των φώτων, άρχισα να παρατηρώ περισσότερο τις φάτσες του κοινού και τις διάφορες εκφράσεις τους, όπως κοιτούσαν τις διαδραματιζόμενες σκηνές στην οθόνη, παρά το "έργο".
  • Έβλεπα τις εκφράσεις των ανθρώπων, των θεατών που παρακολουθούσαν το έργο. Γραμμένη στα πρόσωπα τους, κυρίως στα μάτια τους, μια έκσταση!... Ηρεμία, γαλήνη. Κυριαρχούσε σ' όλη την αίθουσα μια ατμόσφαιρα παραδείσου... Δεν άκουγες ούτε ψίθυρο. Όλοι σιωπηλοί έβλεπαν και άκουγαν παράλληλα τις κραυγές και τους αναστεναγμούς της περίφημης πόρνο σταρ Μονίτα Μουν και του αρσενικού Αλ Πουτσίνο στο έργο "Η μαύρη νταντέλα μιας δεκαεξάχρονης πορνοπαρθένας στο μοναστήρι των Καπουτσίνων"...
  • Ο "παράδεισος" όσο οι σκηνές περιέγραφαν όλες τις λεπτομέρειες και τα "κλόουζ-απ" των τρυφερών ερωτικών στιγμών. Έτσι και οι σκηνές έπαιρναν φιλολογική περιγραφή, συνεχιζόταν δηλαδή η ιστορία του σεναρίου, ξαφνικά ο "παράδεισος" διαλύετο, και τη θέση του έπαιρνε μια σειρά από άριες επιθετικές, "τσόντα ρε", "τι μαλακίες είναι αυτά ρε!". Μόλις πάλι ξανάρχιζε το ερωτικό παιχνίδι, τα χέρια των θεατών ξανάμπαιναν στον προορισμό τους, στις τσέπες τους δηλαδή, ρίχνανε και το σακκάκι από πάνω και συνέχιζαν να παράγουν... και να καταναλώνουν το εθνικό προϊόν μας...

    * * *

  • Το κοινό αποτελείται από κάθε καρυδιάς καρύδι: Οικογενειάρχες μεσόκοποι και φαλακροί βαστώντας μια τσάντα με ψώνια, για δικαιολογία να ξεφύγουν από τα συζυγικά δεσμά, και να ανανεώσουν την οπτική τους ρουτίνα, μένουνε 2-3 ώρες μέσα στην αίθουσα, κι όταν γυρίσουν στη συμβία λένε "σκοτωμός σήμερα στην αγορά, γιαυτό άργησα..." Υπάλληλοι σκαστοί από το γραφείο: "Πάω για μια τυρόπιττα...", συνταξιούχοι που με 150 δραχμές λύνουνε το πρόβλημα της ψυχαγωγίας, νεαροί που κάνουνε πλάκα, άλλοι ψυχοπαθείς που πάσχουνε από μανιακή κατάθλιψη, και αντί χάπια, θεραπεύονται με την δράση και τη διέγερση, ομοφυλόφιλοι μοναχικοί, μηδενιστές, μαθητές και φοιτητές από σκασιαρχείο, βλάχοι από την επαρχία, χασάπηδες, μανάβηδες, μπακάληδες, μόλις που τέλειωσαν τη δουλειά τους και πάνε για ανάπαυση, ξενύχτηδες που πάνε να κοιμηθούν και εκπέμπουν το ροχαλητό τους, προκαλώντας τους άλλους φωνάζοντας "Ξύπνα ρε, προχώρα, σε θέλει όλη η χώρα" Και πολλοί διανοούμενοι που μένουν σιωπηλοί, σαν να βλέπουν Γκοντάρ ή Παζολίνι, ερμηνεύοντας τους κοινωνικούς και ερωτικούς μετασχηματισμούς αφ' υψηλού αφού το ηθικό τους έχει σηκωθεί σε υψηλά επίπεδα, ενώ μόλις αποχωρήσουν από την αίθουσα τους πέφτει...

    * * *

  • Αυτά που είπαμε είναι οι εξομολογήσεις ενός ακόμα θεατού υποκριτή, που την μόνη διαφορά που έχει με τους άλλους είναι ότι τα λέει και τα περιγράφει με ειλικρίνεια, μη φοβούμενος πια την τιμωρία από το θεό ή το διάβολο. Και όλα αυτά τα οφείλει στην ευγενική συμπεριφορά ενός ταμία!...

(Οδός Πανός, τεύχος Σεπτεμβρίου - Δεκεμβρίου, 1985. Γραμμένο σε πολυτονικό - δυστυχώς δεν είχα τα μέσα να το μεταφέρω. Κρίμα που δε βρήκα ποτέ το θάρρος να μπω σε τσοντάδικο μικρός.)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αυτά, λέει, σας άρεσαν:

Ετικέτες