Παρασκευή, 15 Ιουνίου 2012

Ένα ταξίδι στο Λονδίνο.



Ταξίδι για λόγους επαγγελματικούς (μια σειρά συνεντεύξεων με διάφορους για ένα μιούζικαλ που βγαίνει στις αίθουσες μέσα στο μήνα). Τέτοια ταξίδια φάνταζαν κουραστικά πριν κάνα δυο χρόνια. Τώρα λες «ναι» δίχως πολύ σκέψη. Τέσσερις μέρες μακριά από την επιθετικότητα. Τα λεφτά στη τσέπη ελάχιστα – με τη μετατροπή τους σε λίρες Αγγλίας λιγοστεύουν κιόλας. Αδιάφορο. Κατεβαίνω στη Λέστερ, με τα μπαγκάζια, και κάθομαι για καφέ. Άνθρωποι όλων των φυλών πηγαινοέρχονται, μερικοί εξ αυτών χέρι – χέρι, άλλοι βιαστικοί, άλλοι αδιάφοροι. Όλος ο σνομπισμός μου για τη Γηραιά Αλβιόνα έχει πάει περίπατο – είναι επειδή σκέφτομαι που ζω εγώ. Ακόμη και το κρύο απολαμβάνω – τη βροχή, λιγότερο.

Η Ελλάδα δείχνει εξαφανισμένη από τις εφημερίδες και τα δελτία ειδήσεων: πρώτες θέσεις έχουν η Ισπανία και το Euro. Πετυχαίνω όμως την Ελλάδα σε μια διαφήμιση στο τρένο. Βγάζω μια βιαστική φωτογραφία.


Πετυχαίνω και σένα, φίλη μου. Καμιά σχέση με το πώς σε θυμόμουν στην Ελλάδα, ένα χρόνο πίσω: όχι μόνο έχεις γίνει στυλάκι, αλλά δείχνεις να βρίσκεις και τις ισορροπίες σου. Μου λες για τη καινούργια σου δουλειά και για το νέο σου έρωτα, έναν «ασχημούλη αυτιστικό» και χαίρομαι – έστω κι αν, την επόμενη μέρα ο έρωτας σου έχει «περάσει». Βγαίνουμε το βράδυ και χαζολογούμε στο Prince Charles βλέποντας το αυθεντικό True Grit με τον Τζον Γουέιν. «Πόσο Θεός είναι» λες. Διάολε, έχεις δίκιο – το πιστεύεις πως δεν το χα σκεφτεί ποτέ;

Συναντώ και τον Αλέξανδρο, metal brotha από την Ελλάδα που ζει χρόνια στο Collindale και ανησυχεί για τη χώρα και για τη μητέρα του. Ακούμε μουσικές και χαζολογούμε μέχρι το ξημέρωμα. Είναι να παίξουμε σε ένα ενδιαφέρον project αλλά μια ξαφνική επιπλοκή στην υγεία μου τείνει να ακυρώσει τις επερχόμενες ηχογραφήσεις μας. Το βάζουμε στην άκρη, και πιάνουμε κουβέντα για τα τελευταία άλμπουμ των The One και των Liturgy. Ο υπολογιστής μένει ανοιχτός: έχω να γράψω τόνους κειμένων για την εφημερίδα.

Κλεφτές ματιές στο φατσαμπούκι. Τσακωμοί με φίλους, block-αρίσματα των φιλοναζιστών (που βρέθηκαν τόσοι πολλοί;), μάταιες λογομαχίες, λυπηρές ειδήσεις και τρομακτικές φάτσες, φάτσες βουλευτών, ψηφοφόρων, συμπολιτών μου. Σκέφτομαι το ταξίδι της επιστροφής και η καρδιά μου σφίγγεται. Στο τηλέφωνο η μπέμπα μου ζητάει κάθε μέρα ένα δώρο. Το λαχταράει τόσο πολύ που δε θέλω να την απογοητεύσω, μα το budget είναι μικρό. Αποφασίζω να μην πάρω τίποτα – και να της αγοράσω κάτι… εγχώριο την επομένη της αφίξεως μου. «Που είναι το δώρο μου;» «Θα έρθει αύριο, μόνο του». «Γιατί;». «Γιατί όπως πήγαμε ν’ανεβούμε στο αεροπλάνο, γύρισε και μου είπε πως δεν είχε προλάβει να χαιρετίσει τους φίλους του». Με κοιτάζει προσεκτικά. «Αλήθεια;». Τι να κάνω; «Αλήθεια!» της λέω. Η απόφαση  μου πυροδοτεί σύγκρουση στο σπίτι: «Ας της έπαιρνες μια σοκολάτα, να μάθει να μη περιμένει πολλά». 

Ξαφνικά έχω επιστρέψει στην Ελλάδα. 

5 σχόλια:

  1. Καλησπέρα αφηγητή - δε σ'εχω ξαναδει στα μέρη μας, ως εκ τούτουν σε καλωσορίζω κιόλας. Δε γράφτηκε για να δειχνει ομορφο παντως.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Πολυ ωραιο κειμενο Ακη και πανω απ'ολα ανθρωπινο.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. «Γιατί όπως πήγαμε ν’ανεβούμε στο αεροπλάνο, γύρισε και μου είπε πως δεν είχε προλάβει να χαιρετίσει τους φίλους του». <3

    Γενικώς συμπάσχω...

    Σε χαιρετώ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Σε χαιρετώ κι εγώ έστω και με καθυστέρηση, κούκλα μακρινή.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Αυτά, λέει, σας άρεσαν:

Ετικέτες