Τρίτη, 29 Μαρτίου 2011

Queen Kelly (1929): Η λυπητερή ιστορία μιας ορφανής ταινίας.


Την λεγόμενη «Χρυσή Εποχή του Χόλιγουντ», και πριν ο στρουμπουλός Φάτι Άρμπακλ βρεθεί στα δικαστήρια κατηγορούμενος για βιασμό και φόνο, οι stars ήταν αυτοί που είχαν τον τελικό λόγο. Όχι τα στούντιο. Κανείς δεν μπορούσε να «πιέσει» για κανένα λόγο την Γκλόρια Σουάνσον, για παράδειγμα, να γυρίσει μια ταινία που δεν ήθελε. Ακόμη κι αν αυτή η ταινία βρισκόταν στο τελικό στάδιο των γυρισμάτων.

Ίσως το ταίριασμα της με τον σκηνοθέτη Έρικ Φον Στρόχαϊμ να μην ήταν και το πλέον ιδανικό. Ο αυστριακός δημιουργός (ο πρώτος, ίσως, αληθινός auteur), ήταν γνωστός για την εμμονή του στην λεπτομέρεια, καθώς και για τις ιδιαίτερα τολμηρές του ιδέες, συνδιασμός που προκαλούσε απανωτά εγκεφαλικά τους τότε στουντιάρχες. Είχε προηγηθεί άλλωστε η απόλυση του από τα πλατώ του Merry-Go-Round και το βατερλώ της Απληστίας, του αριστουργήματος του που όμως κατακρεουργήθηκε από την παραγωγό MGM. Η οποία μάλιστα προχώρησε και στην καταστροφή του υλικού διάρκειας έξι (!) ωρών που άφησε «απ’έξω», κίνηση ταπεινωτική για τον σκηνοθέτη που τόλμησε να «σηκώσει κεφάλι» αλλά και ένα από τα μεγαλύτερα εγκλήματα στην ιστορία της έβδομης τέχνης. Για να επιστρέψουμε στο θέμα μας, κοινώς τον είχαν στη μπούκα.

Στα πλατώ του Queen Kelly λοιπόν, εν έτη 1929, η Γκλόρια Σουάνσον ανακαλύπτει πως ο χώρος που, στο σενάριο, περιγραφόταν ως αίθουσα χορού, ήταν στην πραγματικότητα ένα μπορντέλο, κάπου στην Ανατολική Αφρική. Εκεί κατέληγε η ηρωίδα της ταινίας, μια αθώα κοπέλα που ξελογιάζεται υποτίθεται από τον πρίγκηπα Γουόλφραμ. Ε, αυτό μια Σουάνσον δεν μπορούσε να το ανεχτεί. Σύντομα τα κακά μαντάτα έφτασαν στον σκηνοθέτη. Η σταρ του, όχι μόνο δεν θα ολοκλήρωνε το φιλμ, αλλά θα είχε και τον τελικό λόγο στη διαμόρφωση του σεναρίου. Ή έτσι νόμιζε. Γιατί μια ρήτρα στο συμβόλαιο του Στρόχαϊμ (του οποίου η καριέρα είχε πλέον καταστραφεί) της έδεσε τα χέρια. Έτσι, η κουτσουρεμένη εκδοχή του φιλμ, με ένα φινάλε εμπνεύσεως Σουάνσον, προβλήθηκε μόνο στην Ευρώπη και την Νότια Αμερική, λίγα χρόνια μετά. Το 1985, μια σχετικώς αποκατεστημένη κόπια, προσπάθησε (με την βοήθεια φωτογραφιών από τα γυρίσματα, και επεξηγηματικών μεσότιτλων), να προσεγγίσει την εκδοχή του Στρόχαϊμ. Το αποτέλεσμα είναι ένα θλιβερό αξιοπερίεργο, τα απομεινάρια ενός λειψού αριστουργήματος.

Το Queen Kelly είναι η ταινία που παρακολουθούν μαγεμένοι οι Στρόχαιμ και Σουάνσον στο Sunset Boulevard.

Tο πιο σκληρό in-joke που φιλμογραφήθηκε ποτέ.

Όποιος τρώει με τον Διάολο, καλύτερα να'χει μακρύ κουτάλι.


Έπεσε ξύλο πάλι λέει. Δέκα πολίτες τραυματίες.
Δεν γνωρίζω αν χάθηκαν αγέννητα παιδιά, όπως κάτι μήνες πριν.
Τι, δεν το ξέρατε;

Σωστά: κι αν τυπώθηκε κάπου, τυπώθηκε με πολύ μικρά γράμματα. Στο internet βέβαια κυκλοφόρησε. Να σας πω την αλήθεια, δε χαίρομαι καθόλου γι αυτό. Το χειρότερο έγκλημα της ελληνικής δημοσιογραφίας, είναι ότι με την αυτοκτονική απαξίωση της οδήγησε στην ηρωοποίηση των ανώνυμων λιβελογράφων των εκβιαστικών blogs, μέσω της οποίας θεοποιήθηκε ο καφενόβιος λόγος, η αμάθεια και κάθε μορφής χυδαιότητα. Ποτέ, ποτέ μου δεν θα δεχτώ το επιχείρημα αυτών που δηλώνουν πως η ανωνυμία "βοηθά την προστασία ατόμων με ιδιαίτερη οικογενειακή και επαγγελματική θέση".

Δεν γίνεται να διαθέτει ούμπαλα η γνώμη σου και όχι εσύ που την εκφράζεις.

Ξέφυγα όμως. Επιστρέφω στο θέμα.

50.000 άνθρωποι ενωμένοι όλοι μαζί απέναντι σε ένα κράτος που κόντρα σε αποφάσεις δικαστηρίων στέλνει μπουλντόζες να κάνουν έργα... νύχτα. Ελπίζω να τους βρει ενωμένους και η επόμενη μέρα. Λένε πως προετοιμάζεται το ψήφισμα ενός νέου νόμου, που θα καταργήσει την συγκεκριμένη απόφαση (όσο πιο διεφθαρμένη είναι μια χώρα, τόσο περισσότεροι και οι νόμοι), όμως και η Ευρωπαϊκή Ένωση ακόμα έχει αποφανθεί υπέρ της Κερατέας. Οι κάτοικοι προσπαθούν να κουβεντιάσουν με τους κυβερνώντες. Αυτοί στέλνουν ματ που φωνάζουν ρυθμικά το όνομα του Αλέξη Γρηγορόπουλου, χτυπώντας 70χρονους (αληθινό και εξακριβωμένο και φυσικά αδημοσίευτο). Μαζί με ελικόπτερα (!) και άλλες "δυνάμεις καταστολής". Νύχτα. Σαν τους κλέφτες.

Ο Δήμος Λαυρεωτικής εξέδωσε το εξής έκτακτο δελτίο τύπου:

"Οι κάτοικοι γνωρίζουν ότι έχουν δίκιο, το διεκδικούν και θα συνεχίσουν όπως κάνουν εδώ και 110 ημέρες, γιατί στηρίζουν τη νομιμότητα και απαιτούν την εφαρμογή των δικαστικών αποφάσεων που έχουν κηρύξει παράνομο το έργο του ΧΥΤΑ στο Οβριόκαστρο.

Οι θέσεις του Δήμου Λαυρεωτικής είναι γνωστές και αμετακίνητες…
Υπάρχουν προτάσεις για τη διαχείριση των απορριμμάτων, με σύγχρονες μεθόδους. Η κυβέρνηση αρνείται το διάλογο. Όμως από την αναλγησία, την ξεροκεφαλιά, την έλλειψη διαλόγου και την ακαμψία της Κυβέρνησης περνάμε σε μια επίδειξη πυγμής και επιβολής μέτρων χούντας και κατάλυσης κάθε δημοκρατικού δικαιώματος.

Θέλουν να κάμψουν την αγωνιστικότητα και την αντίσταση των κατοίκων της Κερατέας και ευρύτερα της Λαυρεωτικής και στο πρόσωπό τους να χτυπήσουν όποιον αντιστέκεται απέναντι στη βάρβαρη και αντιλαϊκή τους πολιτική. Είμαστε έτοιμοι να αναλάβουμε τις ευθύνες μας και συνεχίζουμε να αγωνιζόμαστε με αξιοπρέπεια για τον τόπο μας.

Αυτή τη στιγμή που για άλλη μια φορά με βία η κυβέρνηση και η αστυνομία χτυπάνε τον τόπο, τους κατοίκους και τη νεολαία μας, καλούμε κάθε θεσμικό παράγοντα, κάθε πολιτική δύναμη της Ελλάδας, όλους τους ενεργούς πολίτες να πάρουν θέση και να σταθούν στο πλευρό της αγωνιζόμενης Κερατέας. Καλούμε σε συμπαράσταση κάθε συμπολίτη μας.

Στην Κερατέα δε μπαίνει μόνο το ζήτημα της διαχείρισης των απορριμμάτων, τίθεται ένα μεγάλο θέμα Δημοκρατίας."

Αν διαφωνείτε, ακούστε λίγο αυτό εδώ.
Αν ακόμα διαφωνείτε, έχετε πρόβλημα.
Ή έχετε πολλά προβλήματα λυμένα.

Κάθε ευθύνη είναι και μια ηθική δοκιμασία.


Το Movieworld ξεκίνησε για μένα μετά το κάλεσμα του Βάσου.
Βρέθηκα εκεί με μεγάλη χαρά, κυρίως επειδή μου το πρότεινε,
αλλά και με κάποιο μούδιασμα, όπως σε κάθε τι άγνωστο.
Η δε προηγούμενη εμπειρία μου ως κριτικός σε ιστοσελίδα, δεν
ήταν και η καλύτερη (αν και ο τελευταίος που φταίει γι αυτό
ήταν ο τότε προϊστάμενος μου).

Σήμερα, βρίσκομαι σε άλλη θέση, στο ίδιο site. Μοιράζομαι τις κριτικές, παρέα με τον Πάνο, φίλο από παλιά. Διαβάζω υπέροχα κείμενα φίλων και αγνώστων που πρόκειται να δημοσιευτούν. Και, δυστυχώς, χωρίς το Βάσο, που απεχώρησε, προτείνοντας εμένα για την κενή θέση της διεύθυνσης. Έτσι, έπρεπε να ανασυνταχθεί μια ομάδα σχεδόν από το μηδέν. Τα αποτελέσματα θα τα κρίνετε μέσα στις επόμενες εβδομάδες που θα ξεκινήσουμε να παίρνουμε μπρος.

Δεν έχω ιδέα για το αύριο. Η άμπωτη και η παλίρροια της δημοφιλίας είναι από τα πιο αβέβαια και μυστηριώδη πράγματα αυτού του κόσμου. Είναι μια νέα περιπέτεια για μένα όλο αυτό. Φαντάζομαι και για όλη την ομάδα.

Και εδώ θα ήθελα να ευχαριστήσω το Βάσο, αλλά και όλους αυτούς τους φίλους και γνωστούς, έτσι όπως είπαν το "ναι" από την πρώτη στιγμή που ζήτησα τη βοήθεια τους, παρά τις προσωπικές τους δυσκολίες, δίχως αμφιβολία και δισταγμό. Μου θύμισαν πόσο πιο όμορφο είναι να συγκινείσαι από χαρά, απ' οτι να χαμογελάς από θλίψη.

καλή μας δύναμη


Δευτέρα, 28 Μαρτίου 2011

Χρήστος Βακαλόπουλος - "Είμαστε όλοι κινηματογραφιστές"

Επειδή η ζωή γέμισε παραισθήσεις, ο κινηματογράφος είναι απαραίτητος γιατί μας επιστρέφει στην εσωτερική ζωή και αποτελεί τον απόηχό της. Ο κόσμος είναι ντυμένος με εικόνες από τα γεννοφάσκια μας και ανάμεσα σε εμάς και την πραγματικότητα ξετυλίγεται μια αόρατη ταινία, μέσα στην οποία καλούμαστε να ζήσουμε ως φαντάσματα.

Οι μεγάλες ταινίες παραμερίζουν αυτή την ταινία της ζωής μας, που παρεμβάλλεται ανάμεσα στους εαυτούς μας και στην πραγματικότητα. Τότε εμφανίζονται τα πράγματα "ως έχουν" κι εμείς απέναντί τους. Αυτή είναι η πραγματικότητα των ταινιών του Ρενουάρ, του Ντράγιερ, του Νίκολας Ραίη, του Μπρεσσόν, του Ταρκόφσκι, του Χίτσκοκ, του Αλέξη Δαμιανού, του Κέντζι Μιζοκούσι, του Τζών Κασσαβέτη, του Ερίκ Ρομέρ, του Ρομπέρτο Ροσσελίνι.

Ο πραγματικός κινηματογράφος ξεπερνάει τις υπόλοιπες τέχνες όχι γιατί τις συνθέτει, όπως υποστηρίζουν αόμματοι δημοσιογράφοι, αλλά γιατί εκπληρώνει μια βαθύτατη ανάγκη του ανθρώπου: να δει και ν' ακούσει χωρίς ενδιάμεσους (κυβερνήσεις, πολιτικούς, εφημερίδες, τηλεοράσεις κτλ).

Να δούμε και ν΄ ακούσουμε: έναν άνθρωπο που κάνει μια γκριμάτσα απελπισίας, μια γυναίκα να αναλύεται σε λυγμούς ή ένα παιδί να κοροϊδεύει... Απλά πράγματα που το μάτι μας έχει μάθει να τα αποφεύγει. Μερικές ταινίες τα επαναφέρουν στην ημερήσια διάταξη και έτσι μας ενώνουν με τη ζωή μ' ένα δεσμό σχεδόν αόρατο.

Οι εφευρέτες του κινηματογράφου τον προόριζαν για τη βιομηχανία. Όμως ο κινηματογράφος τους διέψευσε κι έγινε η τέχνη χάρη στην οποία επικοινώνησαν οι αναλφάβητοι στις αρχές του αιώνα. Η δύναμή του ήταν η αδυναμία του, το ότι παρασύρθηκε από τις φαινομενικά άναρχες εκδηλώσεις της ζωής και τις ακολούθησε.

Ο κινηματογράφος αποτέλεσε εδώ και εκατό χρόνια περίπου τη μεγαλύτερη βουτιά μέσα στην πραγματικότητα ενώ κατηγορήθηκε συχνά για το αντίθετο. Η προσφορά του είναι ανυπολόγιστη: εξοικείωσε την ανθρωπότητα με το δέος της ζωής και των πραγμάτων, έδωσε εικόνα ακόμα και στον φόβο του θανάτου.

Ο κινηματογράφος δεν περνάει καμιά κρίση όπως υποστηρίζουν (και πάλι οι δημοσιογράφοι) κι αυτό συμβαίνει γιατί δεν αφορά τεχνικές, μηχανήματα ή εργαστήρια αλλά υπάρχει μέσα στα ίδια τα πράγματα. Η ίδια η ανάγκη μας να συνδέσουμε τα πράγματα βλέποντας και ακούγοντας μας οδηγεί να κάνουμε κινηματογράφο καθημερινά χωρίς να το ξέρουμε. Τις περισσότερες φορές βέβαια υποκύπτουμε σε σκηνοθεσίες άλλων, μιλάμε επίσημα, για παράδειγμα, ή ντρεπόμαστε να κοιτάξουμε κάτι. Όταν όμως η ανάγκη μας σπρώξει υψωνουμε το βλέμμα και στήνουμε αυτί. Τότε ο κόσμος αποκαλύπτεται στην εσωτερική αλήθεια του.

Είμαστε όλοι κινηματογραφιστές κι επειδή φοβόμαστε δεν κάνουμε όλοι ταινίες. Αυτός ο φόβος όμως απαιτεί και σεβασμό για τις ταινίες αυτών που τόλμησαν, εκείνων που έγιναν τα μάτια μας και τα αυτιά μας. Αυτοί ρίχνουν τις γέφυρες με τη δημιουργία, τη ζωή, τον θάνατο, τους ανθρώπους, τον κόσμο. Ας κυκλοφορήσουμε λοιπόν άφοβα από ταινία σε ταινία.

(δημοσιεύτηκε στον "Φωνογράφο" της Τρίπολης, τ.2, 1988)

Κυριακή, 27 Μαρτίου 2011

Κυριακάτικο Ξύπνημα.

Βαρέθηκα να κριτικάρω τον εαυτό μου
τόσο αυστηρά. Δυστυχώς, δεν έχω βαρεθεί ακόμη να επιλέγω να κάνω τόσα λάθη, μόνο και μόνο για να συνεχίζω να τον κρίνω τόσο αυστηρά.

Αυτή ήταν μια δύσκολη εβδομάδα. Για πολλούς και διάφορους λόγους. Που και που, στην προσπάθεια σου να μην μπλέκεσαι με τις σκέψεις σου (που σκοπό έχουν να σου βάλουν τρικλοποδιά ούτως η άλλως), ενεργείς μηχανικά - απλά κάνεις πράγματα.

Τη στιγμή όμως που θα ξαποστάσεις, έρχονται όλα μαζεμένα με την βαρβαρότητα γενοκτονίας. Και το τελευταίο που θες να ακούσεις είναι "μαθήματα ζωής" (το ακόμη χειρότερο είναι να τα διαβάζεις από νεοφώτιστους φιλόσοφους bloggers). Προτιμώ αυτούς που προσπαθούν, αλλά παραδέχονται κιόλας τα αδιέξοδα τους. Τουλάχιστον, με όσους δεν με κοροϊδεύουν, διατηρώ ακόμα μια θέληση για επικοινωνία.

Το blog μερικές φορές είναι καλό αποκούμπι. Γράφεις, γράφεις, ξεδίνεις, παίρνεις και μια απάντηση από κάποιον που δείχνει να σε καταλαβαίνει, κατευνάζεται κάπως η τρικυμία. Σήμερα, Κυριακής απόγευμα, δεν με γεμίζει τίποτα. Έχω όμως γεμίσει ένα ντουλάπι φορεσιές - από όλους τους ρόλους που "έπαιξα" την τελευταία δεκαπενταετία - με αποκούμπια. Και να, μερικές φορές νιώθω όλο κουμπιά και καθόλου ύφασμα. Αύριο ίσως και να μαι καλύτερα.

Υ.Γ.: Το μνημείο της φωτογραφίας είναι αυτό της πραγματικής Eleanor Rigby.

Παρασκευή, 25 Μαρτίου 2011

In a better world (2010) ( * * * * )


Ο θυμός λένε, δεν έχει ηλικία. Λάθος. Έχει ηλικία παιδική. Θυμώνεις για δυο λόγους. Επειδή αδικείσαι ή επειδή βλέπεις να αδικείται κάποιος άλλος. Με την εμφάνιση της αδικίας βλέπετε, ολόκληρο το σύμπαν παύει να έχει συνοχή. Ειδικά όταν το σημείο αναφοράς σου είναι τα χρόνια εκείνα που το καλό και το κακό ήταν σαφώς διαχωρισμένα, και το πρώτο ήταν πάντοτε ο αδιαφιλονίκητος θριαμβευτής. Θυμώνουμε λοιπόν σαν παιδιά. Άλλωστε, ο Rousseau ήταν αυτός που πίστευε πως ο άνθρωπος από γεννησιμιού του ήταν, μέσα στην αγριότητα της ύπαρξης του, ένα ¨αθώο" ον. Στο Κοινωνικό Συμβόλαιο λοιπόν, ο Rousseau είπε το σημαντικότερο: Επειδή η Φύση είναι γεμάτη αγριότητα, το Δίκαιο θα μπορούσε να ισχύσει μονάχα σε κάτι που λειτουργεί έξω από αυτήν. Και το δίκαιο δεν θα μπορούσε να είναι παρά προϊόν μιας σύμβασης που, ενώ αποτελεί υπέρτατο συμβόλαιο, εντούτοις στοχεύει στη διασφάλιση της ελευθερίας μας. Δεν δεσμευόμαστε απέναντι σε κάποιον άλλο, αλλά απέναντι στον εαυτό μας. Δεσμευόμαστε να κάνουμε το Δίκαιο. Ακριβώς επειδή έχουμε το δικαίωμα της επιλογής.

Στο εν λόγω φιλμ, δυο θυμωμένα παιδιά, ο Ελίας και ο Κριστιάν, στέκουν στα άκρα της προβληματικής αυτής της πανέξυπνης ταινίας που μιλάει για όλα αυτά και που σκάρωσε η Σουζάν Μπιέρ, Δανέζα στην καταγωγή. Και τα δυο αδικημένα. Το ένα επειδή, λόγω καταγωγής (οι Σουηδοί με τους Δανούς έχουν μια ανάλογη «σχέση» μ’ αυτή που έχουμε εμείς με... την υπόλοιπη Ευρώπη σήμερα - το κείμενο που διαβάζετε ανέβηκε μεν το 2010 αλλά παρουσιάζεται εδώ σε μια νέα εκδοχή που επιμελήθηκα το 2015), με τους γονείς του να χωρίζουν στο background, αποτελεί το μόνιμο θύμα των νταήδων του γυμνασίου του, και το άλλο, «νεοφερμένο» κι αυτό στη χώρα, επειδή έχασε την αγαπημένη μητέρα του από τον καρκίνο. Εκεί όμως που ο Ελίας επιλέγει να καταπιέσει την οργή του, ο Κριστιάν παραδίνεται. Και δεν ακολουθεί απλώς το «οφθαλμών αντί οφθαλμού» όπως το όνομα του υπονοεί. Επιστρέφει το χτύπημα δέκα φορές πιο δυνατά.

Παράλληλα παρακολουθούμε το δράμα του Αντόν, πατέρα του Ελίας, γιατρός που μοιράζει τη ζωή του ανάμεσα στο σπίτι και στη δουλειά του, σε ένα αφρικανικό στρατόπεδο προσφύγων, εκπρόσωπος της Δύσης που, υποτίθεται, έχει "ξεμπερδέψει" με τη βία και τον ρεβανσισμό. Τελευταία όμως τον στοιχειώνει μια σειρά φρικαλέων εγκλημάτων: ένας «αντάρτης» αρέσκεται στο να ξεκοιλιάζει έγκυες, στοιχηματίζοντας ενίοτε για το φύλο του παιδιού παρέα με τους συμπολεμιστές του – και αυτός κάνει ότι μπορεί για να τις σώσει. Ένας άνθρωπος πράος, που δεν πιστεύει στη βία. Λίγο αργότερα όμως, το κτήνος που καταδιώκει θα φτάσει στη σκηνή του ζητώντας βοήθεια. Εκεί, θα μπει στον πειρασμό να "αποδώσει δικαιοσύνη" – λες και μονάχα η πιο σκληρή, βίαιη πράξη στον κόσμο όλο θα μπορούσε να τον κλονίσει.

Όλοι λοιπόν λυγίζουμε μπροστά στο θυμό. Έχουμε όμως πάντοτε την αβάντα της ελεύθερης βούλησης. Ακροβατώντας, πότε εντός και πότε εκτός Φύσης, κομμάτια μιας κοινωνίας που υποφέρει αλλά ποτέ δεν ξεψυχά, καλώς ή κακώς. Η Σουζάν Μπιέρ στέκεται απέναντι σε όλα αυτά τα γιγαντιαία υπαρξιστικά διλήμματα και, δίχως να σκοντάφτει στο διδακτισμό, καταθέτει ένα άκρως ουμανιστικό φιλμ που δείχνει αξιοζήλευτα αλφαδιασμένο ρυθμικά, αισθητικά, ερμηνευτικά και δραματουργικά. Παρόλα αυτά, μπορεί και να σας εξοργίσει. Βλέπετε, ταινίες σαν κι αυτή είναι προορισμένες να χωρίζουν το κοινό σε φίλους και εχθρούς.

Και, σ' έναν καλύτερο κόσμο, αυτό δεν θα συνέβαινε ποτέ.

Δευτέρα, 21 Μαρτίου 2011

Pull A String, A Puppet Moves


each man must realize
that it can all disappear very
quickly:
the cat, the woman, the job,
the front tire,
the bed, the walls, the
room; all our necessities
including love,
rest on foundations of sand -
and any given cause,
no matter how unrelated:
the death of a boy in Hong Kong
or a blizzard in Omaha ...
can serve as your undoing.
all your chinaware crashing to the
kitchen floor, your girl will enter
and you'll be standing, drunk,
in the center of it and she'll ask:
my god, what's the matter?
and you'll answer: I don't know,
I don't know ...


Conversations with remarkable people, v.10: Ken Loach




2007: ο καλύτερος φίλος του Φέργκους, μέλος των Βρετανικών Ειδικών Δυνάμεων, πεθαίνει στη Βαγδάτη. Στην διαδρομή μεταξύ Πράσινης Γραμμής και αεροδρομίου. Μια διαδρομή που ονομάζεται “Ιρλανδέζικος Δρόμος”. Και που θεωρείται η πιο επικίνδυνη στον κόσμο. Ο ήρωας της τελευταίας ταινίας του Λόουτς βάζει στην άκρη την επίσημη εκδοχή του «ατυχήματος». Και πίσω από αυτόν, ανακαλύπτει μια σκοτεινή συνομωσία, την οποία ο Λόουτς βασίζει σε πραγματικά γεγονότα. Κάποια από αυτά, τα είχες φανταστεί. Κάποια σε ξεπερνούν. Βγαίνεις από την αίθουσα τρέμοντας. Ο πιο πολιτικοποιημένος σκηνοθέτης της εποχής μας, και ένας από τους σημαντικότερους κινηματογραφιστές εν ζωή, ο Κεν Λόουτς, μου μίλησε στο Λονδίνο για το νέο του φιλμ που διαγωνίστηκε στο τελευταίο Φεστιβάλ Καννών, όπου και είχε βραβευτεί το 2006 με τον Χρυσό Φοίνικα για το «Ο άνεμος χορεύει το κριθάρι».




Σπάνια συναντά κανείς σε μια ταινία σας εκρήξεις και επικίνδυνες σκηνές.

Ναι, αλλά εδώ η ιστορία το απαιτούσε. Να σας πω την αλήθεια, ήμουν κι εγώ λίγο διστακτικός. Όχι σε ότι αφορά το σενάριο του Πολ, αυτό ήταν υπέροχο. Αλλά σε ότι αφορά τη δική μου δουλειά. Τα ειδικά εφέ απαιτούν χρήματα. Και συνήθως, όσο περισσότερα χρήματα έχεις, τόσο δυσκολεύεσαι να κάνεις την ταινία που εσύ θέλεις.

Κάποιος θα έλεγε ότι όσο ο προϋπολογισμός μεγαλώνει, τόσο λύνονται τα χέρια σας. Αυτό θα ήταν το λογικό τουλάχιστον.

Ευτυχώς, βρήκαμε λεφτά από αρκετές χώρες, τη Γερμανία, το Βέλγιο, την Ισπανία… Ένα μικρό μερίδιο από κάθε μία. Κάπως έτσι στήθηκε ο προϋπολογισμός μας. Για μένα η αντιστοιχία που «παίζει» είναι πολύ κοντά στη μαγειρική. Θέλω να πω, τα McDonalds για παράδειγμα είναι μια γιγαντιαία επιχείρηση, τα κέρδη τους μεταφράζονται σε εκατομμύρια δολάρια ημερησίως ενώ τα έσοδα μιας μικρής τρατορίας πιθανότατα να είναι… πενιχρά. Πείτε μου όμως, πόσο «ελεύθερος» να δημιουργήσει είναι ο ένας μάγειρας, και πόσο ο άλλος. Φυσικά μετά τη χρηματοδότηση, ξεκινά ο Γολγοθάς των αιθουσών. Και τα ανεξάρτητα φιλμ, σαν το δικό μου, δύσκολα βρίσκουν το κοινό τους εκεί.

Το κοινό όμως δεν γεμίζει πια τις αίθουσες. Σε περιόδους κρίσης, σαν κι αυτή, οι παραγωγοί είναι λογικό να απαιτούν ταινίες πιο «προσβάσιμες», πιο εύπεπτες.

Ευτυχώς όμως υπάρχει ακόμη μια κινηματογραφική κουλτούρα στην Ευρώπη. Αν και βρίσκεται υπό διωγμό κι αυτή. Περίπου 85% των ταινιών που προβάλλονται τώρα στις αίθουσες, προέρχονται από την Αμερική. Αυτό είναι μια γκροτέσκα συνθήκη που όμως έχει επικρατήσει. Φαντάσου να συναντήσεις κάτι ανάλογο σε ένα βιβλιοπωλείο! Θα πεις, αυτό είναι παράλογο, τι σόι βιβλιοθήκη είναι αυτή! Στο σινεμά όμως το έχουμε δεχτεί, η αμερικάνικη βιομηχανία έχει στήσει μια αποικιοκρατία στο ασυνείδητο μας. Κάποιες από αυτές τις ταινίες ενδεχομένως να είναι πολύ καλές – δεν είναι αυτό το πρόβλημα μου. Το θέμα είναι η επιβολή τους. Υπάρχουν εκεί έξω ταινίες που πραγματικά αξίζουν να ειδωθούν, αλλά δεν διαθέτουν αυτή την γιγαντιαία υποστήριξη. Και ταινίες που έχουν να πουν κάτι σημαντικό. Μιλάμε βέβαια για ταινίες, κι εσείς αναφερθήκατε στην οικονομική κρίση…

Θα προτιμούσατε να μιλήσουμε γι αυτήν;

(Χαμογελάει) Μερικές φορές σκέφτομαι ότι δίνω όλες αυτές τις συνεντεύξεις στον παγκόσμιο τύπο για την προώθηση του φιλμ, ενώ θα μπορούσα να μιλώ για κάτι πραγματικά σημαντικό. Το σύστημα υγείας μας, για παράδειγμα, τείνει να ιδιωτικοποιηθεί πλήρως. Οι μισθοί των ανθρώπων που εργάζονται στην υγεία, σε πανεπιστήμια, σε σχολεία, οι μισθοί των δασονόμων, των αστυνομικών, κατακρεουργούνται. Άνθρωποι που βλέπω να αποκαλούνται περιφρονητικά «δημόσιοι υπάλληλοι» ή, ακόμη χειρότερα, «γραφειοκράτες». Ξέρετε, κάποτε μας ένωνε μια συλλογική ευθύνη – για την υγεία, για τη στέγαση, για οτιδήποτε «κοινό». Τώρα αυτή υπαγορεύεται από τα εκάστοτε οικονομικά συμφέροντα.

Οι ταινίες σας πάντως είναι προσβάσιμες σε όλους. Πρόσφατα, «ανεβάσατε» το μεγαλύτερο κομμάτι της φιλμογραφίας σας στο youtube.

Να, βλέπετε που οι μικρές παραγωγές είναι πιο ευέλικτες; Αν οι ταινίες μου στοίχιζαν δεκάδες εκατομμύρια, δεν θα μπορούσα να το κάνω αυτό! Από τη στιγμή όμως που έχουν φέρει με το παραπάνω κέρδος στους παραγωγούς μου, που δεν είχαν και πολλά λεφτά να «κλάψουν» σε αντίθετη περίπτωση ούτως η άλλως, δεν βρίσκω το λόγο να μένουν κλεισμένες σε κουτιά, αθέατες από τον κόσμο.

Μου έκανε εντύπωση η βιαιότητα του φιλμ, βιαιότητα διόλου «φωτογενής» όπως αυτή που συναντάς στα χολιγουντιανά τρόμου.

Όχι «γραφική» εννοείτε. Είναι κινηματογραφημένη ψυχρά, ξερά, όπως θα έπρεπε να είναι οι βίαιες σκηνές. Αυτό σημαίνει «βία» άλλωστε. Σε καμία περίπτωση δεν θα άφηνα μια τέτοια σκηνή να δείχνει στυλιζαρισμένη ή «ενδυναμωμένη» από οποιουδήποτε είδους εφέ.

Γι αυτό και οι σκηνές Εικονικού Πνιγμού είναι αληθινές; (Σ.σ.: «Εικονικός πνιγμός»: μορφή βασανιστηρίου που πραγματοποιείται ακινητοποιώντας το θύμα ανάσκελα με το κεφάλι προς τα κάτω - ο βασανιστής ρίχνει νερό με μπουκάλι στην πετσέτα που καλύπτει τη μύτη και στο στόμα του θύματος).

Προσπαθήσαμε να στήσουμε μια αναπαράσταση βασισμένοι σε διάφορες τεχνικές. Καμιά δεν «έβγαινε» πειστική, και στο τέλος ο ηθοποιός μας, ο Τρέβορ Γουίλιαμς αποφάσισε να υποβληθεί πραγματικά στο μαρτύριο. Είχε εφιάλτες για μέρες μετά. Κι όμως, για τους κυρίους Μπους και Ράμσφελντ, αυτό αποτελεί μια «εναλλακτική μέθοδο ανάκρισης». Εδώ, αυτές οι σκηνές, όσο ενοχλητικές κι αν είναι, εξυπηρετούν την ιστορία.

Η οποία μιλά για τι;

Μιλά πρώτα απ’ όλα για τη φρίκη ενός πολέμου που διεξάγεται πολύ μακριά από εμάς. Κι εμείς δεν αντιλαμβανόμαστε την αγριότητα του.

Αυτός είναι ο λόγος που το φιλμ διεξάγεται στη Βρετανία;

Ναι, ήταν μια εξαιρετική ιδέα του σεναριογράφου μου, του Πολ Λάβερτι. Το να φέρουμε δηλαδή τον Πόλεμο του Ιράκ στο Ηνωμένο Βασίλειο. Και να στρέψουμε το κοινό μας εκεί, σε έναν πόλεμο όπου κανείς δεν γνωρίζει τα εγκλήματα που διαπράττονται, κανείς δεν λογοδοτεί για τίποτα. Οι μισθοφόροι των Ειδικών Δυνάμεων έχουν πλήρη ασυλία. Η «Συνθήκη της Γενεύης» δεν ίσχυσε ποτέ. Τα βρετανικά στρατεύματα έχουν αποσυρθεί, κατά μεγάλο ποσοστό, και ο κόσμος εδώ νομίζει πως όλα έχουν τελειώσει. 

Στη συνέντευξη τύπου παρατηρούσα τους δημοσιογράφους συμπατριώτες σας να δυσανασχετούν μόλις η κουβέντα πήγε στις πολιτικές πτυχές της ιστορίας σας, λες και δεν κάνετε πολιτικό σινεμά.

Λες και είμαι ένας γραφικός τύπος με ντουντούκα, ε; (μου χαμογελάει με νόημα)

Λες και δεν τους αφορούσε, βασικά.

Ας μην τους αφορά, δεν με αφορούν και οι ίδιοι άλλωστε. Η αλήθεια όμως είναι, και δεν θα κουραστώ να το λέω αυτό, ότι οι κύριοι Μπους και Μπλερ, όπως και όσοι τους στήριξαν ενεργά σ’ αυτή την ιστορία, είναι εγκληματίες πολέμου. Και πρέπει να λογοδοτήσουν γι αυτό. Όπως πρέπει να αποζημιωθούν και οι Ιρακινοί για τη καταστροφή που σπείραμε στον τόπο τους. Δεν είναι κάτι που μπορείς να βάλεις στην άκρη και να συνεχίσεις τη ζωή σου. Οι στρατιώτες που πολέμησαν εκεί δεν μπορούν, οι ιρακινοί σίγουρα δεν μπορούν, οι μόνοι που μπορούν είναι αυτοί που έχουν επωφεληθεί. Τι θέλουν δηλαδή, να μη μιλάει κανείς;

Αυτά, λέει, σας άρεσαν:

Ετικέτες