Τετάρτη, 16 Μαρτίου 2011

Wasted youth (2011) ( * * ½ )


Ο Μπέρναρντ Σο έλεγε πως «η νιότη είναι κάτι υπέροχο για να σπαταλιέται στους νέους». Εννοούσε πως οι νέοι που έχουν χρόνο να ξεκινήσουν κάτι σπουδαίο, δεν τον αξιοποιούν, και οι ενήλικες που έχουν όλη τη καλή πρόθεση, δεν τον διαθέτουν. Από την άλλη, έχω σχεδόν κλείσει τα 35 και ακούω τον πατέρα μου να λέει ακόμη και σήμερα, να «μην χαραμίζω τα νιάτα μου» – και φαντάζομαι θα τον ακούω μέχρι (ελπίζω) τα βαθιά μου γεράματα όπου, και πάλι, θα είμαι νεότερος του, κι έτσι, θα έχει ούτως η άλλως δίκιο. Γιατί, πέραν της εξ αίματος σχέσης που μας συνδέει, ανησυχεί και για τη νιότη που ενδεχομένως σπατάλησε. Κι αυτός, κι εσείς, και όλοι μας. Γι αυτό άλλωστε είναι η νιότη: για σπατάλη. Όπως και τα χρήματα, θα μπορούσε να πει κάποιος, μόνο που τα χρήματα μπορείς και να τα αποταμιεύσεις – που βεβαίως αν το κάνεις αυτό, συμπεριφέρεσαι σαν ώριμος ενήλικας κι όχι σαν ελεύθερος από τα πάντα δεκαεξάρης, όπως ο Χάρης που αλωνίζει την Αθήνα με το σκέιτ του, ζώντας για τη στιγμή και μόνο γι αυτήν, κάνοντας πλάκες, διασκεδάζοντας και φιλώντας τις κοπέλες που τον γουστάρουν γι αυτό.

Το Wasted Youth δεν έχει πρόθεση να κάνει κήρυγμα, ούτε να υψώσει διδακτικά τον δείκτη του απέναντι σ’ εμάς κατακεραυνώνοντας τις συνθήκες εκείνες που οδηγούν μια κοινωνία σε γεωμετρικώς αυξανόμενη αποσύνθεση – αυτό όμως δεν σημαίνει πως μένει αμέτοχο: και μόνο που μπαίνει στον κόπο να καταγράψει μια πραγματικότητα σε «πραγματικούς» όρους, αρκεί για να αποδείξει πως οι Αργύρης Παπαδημητρόπουλος και Γιαν Βόγκελ αναζητούν κάτι άλλο κάτω από την επιφάνεια. Ευτυχώς: αν ταινίες που πραγματεύονται ένα τέτοιο θέμα δεν αποτελούν και αφετηρία ενός επίμονου διαλόγου, είναι δειλές και αποτυχημένες. Το Wasted Youth δεν είναι τίποτα από τα δύο - τουλάχιστον στο μεγαλύτερο κομμάτι του (διαβάστε μέχρι το τέλος και θα καταλάβετε τι εννοώ). Όχι μόνο σε χώνει με τα μπούνια στο σύμπαν του (που είναι και το σύμπαν μας, όσο κι αν αυτό μας διαφεύγει έτσι πελαγωμένοι που είμαστε στη χάβρα της προσωπικής μας ρουτίνας) αλλά μας σκάβει και ένα παράλληλο λαγούμι, αυτό της ιστορίας του Βασίλη, του 40άρη αστυνομικού που είναι παγιδευμένος ανάμεσα σε μια δουλειά που απεχθάνεται, και σε μια άλλη που διστάζει να βάλει μπρος, φοβούμενος να μη χάσει τη θέση του σε μια κοινωνία σαν την Ελληνική. Που κοστολογεί τα μέλη της αναλόγως με το μέγεθος της προσφοράς τους στην (μικρο)αστική μηχανή – όχι την κοινωνική, και εδώ ίσως να «κρύβεται» ένα από τα πολλά προβλήματα της. Βλέποντας την ταινία, τοποθέτησα αυτούς τους «ήρωες» σε δυο εναλλακτικές πραγματικότητες, όπου και οι δυό αποτελούν την 16χρονη και την 40χρονη εκδοχή του ίδιου χαρακτήρα. Η ξεγνοιασιά του πρώτου, το άγχος του δεύτερου, η σπατάλη των δεκάξι που οδηγεί στην απογοήτευση των σαράντα, μαζί με τον κοινό δεσμευτικό ρόλο της Ελληνικής Οικογένειας. Μαζί και η ματαιότητα ολόκληρης της ζωής, έτσι όπως αυτή περνά γοργά μπροστά από τα μάτια μας, και ακόμη περισσότερο μπροστά από την κάμερα του ρυθμικά μονταρισμένου φιλμ - αν και, δυο - τρεις σεκανς ίσως να χρειαζόντουσαν περισσότερο "χώρο" για να αναπτυχθούν.

Για όλους αυτούς τους λόγους που προαναφέραμε λοιπόν, οι ιστορίες αυτών των ανθρώπων, έτσι, σε παράλληλη βάση, αρκούσαν. Έπρεπε άραγε να επιλεχθεί, με το στανιό, ένα τέτοιο συζευκτικό φινάλε που με την τραγική κατάληξη του να κουτσουρεύει την διαλεκτική του Wasted Youth και (άθελα του;) να το κλείνει με ένα statement πλήρως σχηματικό; Ή έστω, αφού επιλέχθηκε μια τέτοια εξέλιξη, γιατί την τραγωδία να επιφέρει το χέρι ενός χαρακτήρα άσχετου με τις πορείες αυτών των δυο ανθρώπων, σκιαγραφημένου με τόσο μα τόσο απλοϊκές πινελιές; Με όλο το σεβασμό απέναντι στη δουλειά των δυο σκηνοθετών, είναι κι αυτό μιας μορφής σπατάλη: να ξεκινάς από τον κοινωνικό προβληματισμό και να καταλήγεις στο shock value.

Η φυσική δύναμη του φιλμ δεν χρειαζόταν μια τόσο φτηνιάρικη ντόπα.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αυτά, λέει, σας άρεσαν:

Ετικέτες