Παρασκευή, 25 Μαρτίου 2011

In a better world (2010) ( * * * * )


Ο θυμός λένε, δεν έχει ηλικία. Λάθος. Έχει ηλικία παιδική. Θυμώνεις για δυο λόγους. Επειδή αδικείσαι ή επειδή βλέπεις να αδικείται κάποιος άλλος. Με την εμφάνιση της αδικίας βλέπετε, ολόκληρο το σύμπαν παύει να έχει συνοχή. Ειδικά όταν το σημείο αναφοράς σου είναι τα χρόνια εκείνα που το καλό και το κακό ήταν σαφώς διαχωρισμένα, και το πρώτο ήταν πάντοτε ο αδιαφιλονίκητος θριαμβευτής. Θυμώνουμε λοιπόν σαν παιδιά. Άλλωστε, ο Rousseau ήταν αυτός που πίστευε πως ο άνθρωπος από γεννησιμιού του ήταν, μέσα στην αγριότητα της ύπαρξης του, ένα ¨αθώο" ον. Στο Κοινωνικό Συμβόλαιο λοιπόν, ο Rousseau είπε το σημαντικότερο: Επειδή η Φύση είναι γεμάτη αγριότητα, το Δίκαιο θα μπορούσε να ισχύσει μονάχα σε κάτι που λειτουργεί έξω από αυτήν. Και το δίκαιο δεν θα μπορούσε να είναι παρά προϊόν μιας σύμβασης που, ενώ αποτελεί υπέρτατο συμβόλαιο, εντούτοις στοχεύει στη διασφάλιση της ελευθερίας μας. Δεν δεσμευόμαστε απέναντι σε κάποιον άλλο, αλλά απέναντι στον εαυτό μας. Δεσμευόμαστε να κάνουμε το Δίκαιο. Ακριβώς επειδή έχουμε το δικαίωμα της επιλογής.

Στο εν λόγω φιλμ, δυο θυμωμένα παιδιά, ο Ελίας και ο Κριστιάν, στέκουν στα άκρα της προβληματικής αυτής της πανέξυπνης ταινίας που μιλάει για όλα αυτά και που σκάρωσε η Σουζάν Μπιέρ, Δανέζα στην καταγωγή. Και τα δυο αδικημένα. Το ένα επειδή, λόγω καταγωγής (οι Σουηδοί με τους Δανούς έχουν μια ανάλογη «σχέση» μ’ αυτή που έχουμε εμείς με... την υπόλοιπη Ευρώπη σήμερα - το κείμενο που διαβάζετε ανέβηκε μεν το 2010 αλλά παρουσιάζεται εδώ σε μια νέα εκδοχή που επιμελήθηκα το 2015), με τους γονείς του να χωρίζουν στο background, αποτελεί το μόνιμο θύμα των νταήδων του γυμνασίου του, και το άλλο, «νεοφερμένο» κι αυτό στη χώρα, επειδή έχασε την αγαπημένη μητέρα του από τον καρκίνο. Εκεί όμως που ο Ελίας επιλέγει να καταπιέσει την οργή του, ο Κριστιάν παραδίνεται. Και δεν ακολουθεί απλώς το «οφθαλμών αντί οφθαλμού» όπως το όνομα του υπονοεί. Επιστρέφει το χτύπημα δέκα φορές πιο δυνατά.

Παράλληλα παρακολουθούμε το δράμα του Αντόν, πατέρα του Ελίας, γιατρός που μοιράζει τη ζωή του ανάμεσα στο σπίτι και στη δουλειά του, σε ένα αφρικανικό στρατόπεδο προσφύγων, εκπρόσωπος της Δύσης που, υποτίθεται, έχει "ξεμπερδέψει" με τη βία και τον ρεβανσισμό. Τελευταία όμως τον στοιχειώνει μια σειρά φρικαλέων εγκλημάτων: ένας «αντάρτης» αρέσκεται στο να ξεκοιλιάζει έγκυες, στοιχηματίζοντας ενίοτε για το φύλο του παιδιού παρέα με τους συμπολεμιστές του – και αυτός κάνει ότι μπορεί για να τις σώσει. Ένας άνθρωπος πράος, που δεν πιστεύει στη βία. Λίγο αργότερα όμως, το κτήνος που καταδιώκει θα φτάσει στη σκηνή του ζητώντας βοήθεια. Εκεί, θα μπει στον πειρασμό να "αποδώσει δικαιοσύνη" – λες και μονάχα η πιο σκληρή, βίαιη πράξη στον κόσμο όλο θα μπορούσε να τον κλονίσει.

Όλοι λοιπόν λυγίζουμε μπροστά στο θυμό. Έχουμε όμως πάντοτε την αβάντα της ελεύθερης βούλησης. Ακροβατώντας, πότε εντός και πότε εκτός Φύσης, κομμάτια μιας κοινωνίας που υποφέρει αλλά ποτέ δεν ξεψυχά, καλώς ή κακώς. Η Σουζάν Μπιέρ στέκεται απέναντι σε όλα αυτά τα γιγαντιαία υπαρξιστικά διλήμματα και, δίχως να σκοντάφτει στο διδακτισμό, καταθέτει ένα άκρως ουμανιστικό φιλμ που δείχνει αξιοζήλευτα αλφαδιασμένο ρυθμικά, αισθητικά, ερμηνευτικά και δραματουργικά. Παρόλα αυτά, μπορεί και να σας εξοργίσει. Βλέπετε, ταινίες σαν κι αυτή είναι προορισμένες να χωρίζουν το κοινό σε φίλους και εχθρούς.

Και, σ' έναν καλύτερο κόσμο, αυτό δεν θα συνέβαινε ποτέ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αυτά, λέει, σας άρεσαν:

Ετικέτες