Κυριακή, 28 Νοεμβρίου 2010

Την επόμενη Δευτέρα έφυγα για Σαλονίκη.

Θεσμός: κάθε ομαδική ή ατομική ενέργεια ή κάθε σχέση ανάμεσα στα μέλη μιας κοινωνίας, που ύστερα από μακροχρόνια και ομοιόμορφη επανάληψη παίρνει μια τυπική μορφή συνήθειας (ο ορισμός από το ηλεκτρονικό λεξικό Τριανταφυλλίδη). Έχοντας κλείσει 51 χρόνια ζωής, το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης αποτελεί ακριβώς αυτό: ένα, ας πούμε, φιξαρισμένο ραντεβού κινηματογραφόφιλων που κατακλύζουν την πόλη, τις αίθουσες της και τα μπαράκια της Λεωφόρου Νίκης, κάθε χειμώνα. Έχει δεχτεί όμως άπειρες μεταλλάξεις για να φτάσει στη σημερινή του, επίσης προσφάτως διαμορφωμένη, κατάσταση: Ξεκίνησε ως αμιγώς ελληνικό, το 1960, με πνιγμένες στα φλας εμφανίσεις της Αλίκης Βουγιουκλάκη, για να μετατραπεί σε ένα βήμα του σινεμά του «δημιουργού» στα τέλη του 70 και το 1992 στην πιο πετυχημένη κίνηση ανανέωσης του, γίνεται Διεθνές από τον Μισέλ Δημόπουλο. Οι Έλληνες κινηματογραφιστές παραπονούνται. Θεωρούν πως η ελληνική ταινία θα παραγκωνιστεί. Το κοινό του Εξώστη Β’ όμως είχε δώσει την δική του απάντηση για το ελληνικό σινεμά της εποχής, λίγα χρόνια πριν, όταν, το 1988, τη βραδιά της απονομής, «κρέμασε» από το θεωρείο, μια σαβανομένη κούκλα φυσικού μεγέθους, το «πτώμα» δηλαδή, της εγχώριας κινηματογραφίας μας. Και επειδή αυτό το κοινό δεν είχε θέση σε ένα διεθνές Φεστιβάλ, ο δεύτερος εξώστης «έκλεισε». Πονάει κεφάλι, κόψει κεφάλι. Θεικό πάντως ήταν το δελτίο τύπου εκείνης της χρονιάς από το Φεστιβάλ: «σε γενικές γραμμές η τελετή της απονομής των βραβείων έγινε χωρίς επεισόδια, μ' εξαίρεση την ανάρτηση ενός πτώματος από το β' εξώστη, που συμβόλιζε τον αποθανόντα ελληνικό κινηματογράφο».

Το πρωτοεπισκέφτηκα ως 18χρονος φοιτητής της Σταυράκου, το 1995. Και εκείνη την περίοδο, πριν δηλαδή το internet γίνει ένας άμεσος δείκτης πληροφόρησης, ο «θεσμός» έτρεχε. Η πρώτη ταινία που βλέπω είναι ιαπωνική και λέγεται “Kids Return”, σκηνοθετημένη από έναν Τακέσι Κιτάνο, μακριά ακόμα από τη βράβευση των «Πυροτεχνημάτων». Βγαίνοντας έξω, βλέπω το Νάνι Μορέτι ενώ, επιστρέφοντας στις αίθουσες ανακαλύπτω τη φιλμογραφία του Κισλόφσκι, και σε άλλες αίθουσες, το ιρανικό σινεμά, τον Ατόμ Εγκογιάν και τον Πολ Όστερ. Γενναίες δώσεις πληροφοριών δηλαδή. Ενδιαμέσως, άκουγες (και, κυρίως, διάβαζες) πολλές γκρίνιες. Ανάμεσα τους, γκρίνιες και για την προκριματική επιτροπή, που «εκοψε» από το διαγωνιστικό τμήμα, ελληνικές ταινίες που άξιζαν καλύτερη τύχη. Ξεχωρίζω δυο τίτλους: Ο χαμένος θησαυρός του Χουρσίτ Πασά, του Σταύρου Τσιώλη, και Ράδιο-Μόσχα του Νίκου Τριανταφυλλίδη. Για να δω ποιός έχει δίκιο, πάω και τις βλέπω. Οι εφημερίδες έχουν δίκιο: Αδυνατώ να καταλάβω ποιά η ποιοτική τους διαφορά με τις καλύτερες του Διαγωνιστικού. Ανακαλύπτω ότι τη δεκαετία του 80 «κόπηκαν» από την ίδια επιτροπή ταινίες σαν αυτές του Στάυρου Τορνέ ή το μοναδικό Δέντρο Που Πληγώναμε του Δήμου Αβδελιώδη. Μάλιστα, σκέφτομαι. Δεν είναι όλα καλά εδώ τελικά.

Γιατί βλέπετε, όπως και σε κάθε ελληνικό κρατικό θεσμό, έτσι και στο Φεστιβάλ, άγνωσται αι βουλαι των συντεχνιών. Και πολλά τα παράλογα τους: γιατί, για παράδειγμα, οι υπέροχες αίθουσες του λιμανιού να μην λειτουργούν και όλο τον υπόλοιπο χρόνο, με τις εισπράξεις να πηγαίνουν είτε στο Φεστιβάλ, είτε στο Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου; Παρ’όλα αυτά, και πολλές φορές, σε πείσμα αυτών των συντεχνιών, κάποιες κινήσεις έλαμψαν με την διορατικότητα τους. Θυμάμαι για παράδειγμα, έναν αγχωμένο Αμερικανό κινηματογραφιστή να μου εκμυστηρεύεται την ανησυχία του για οικονομική του μοίρα επειδή, ο δυστυχής, είχε αναγκαστεί να υπερχρεώσει δεκάδες πιστωτικές κάρτες για να εξασφαλίσει το απαραίτητο budget. Βεβαίως, το «π» του Ντάρεν Αρονόφσκι έκανε το όνομα του αρκούντως ξακουστό στη συνέχεια – το γεγονός όμως παραμένει πως μας τον πρωτοσύστησε το Φεστιβάλ. Και αυτό απαιτεί γνώση κινηματογραφική, και όχι «διαδρομιακή».

Δυστυχώς, από την ουσία, έως το γκλάμουρ, η απόσταση είναι τόση δα. Το Φεστιβάλ ένιωσε την ανάγκη, άγνωστο γιατί, να γιγαντωθεί και να υψώσει, δήθεν απέναντι στα μεγάλα Ευρωπαϊκά Φεστιβάλ το, συγκριτικά, στραβοχυμένο ανάστημα του. Ξεχασμένες σταρ όπως η Φέι Ντάναγουέι (την οποία, σας το ορκίζομαι, είχα πετύχει λίγους μήνες πριν, στο Φεστιβάλ Βενετίας, στο μπαρ του ξενοδοχείου Excelsior, εντελώς τύφλα από το ουίσκι) παρελαύνουν σε πολυδιαφημισμένες προβολές που έχουν ελάχιστη σχέση με το οποιοδήποτε κινηματογραφικό παρόν και μέλλον. Η βλαχομπαρόκ επίγευση πικρή. Και ο φόβος μιας θεσμοθετημένης κοσμικής φούσκας, βάσιμος. Τελικά, αυτό θα αποφθεχθεί χάρη στις καλές επιλογές των παράλληλων τμημάτων. Θα έρθει και ο Φράνσις Φορντ Κόπολα και θα φτιαχτούμε στο masterclass.

Υπό νέα διεύθυνση τώρα, το Φεστιβάλ πρέπει να αποδείξει περί της ορθότητας της ύπαρξης του. Όπως, καλώς η κακώς, κάνει σχεδόν κάθε χρόνο. Και συνήθως, το καταφέρνει, στο φώτο φίνις.

Κάθε θεσμός επίσης, έχει και τα κλασσικά ραντεβού του. Κάποιοι Έλληνες σκηνοθέτες θα κάνουν, κάθε χρόνο, μια συνέντευξη τύπου όπου, όταν δε θα τσακώνονται μεταξύ τους, θα βρίζουν τους κριτικούς. Κάποιες προβολές δεν θα πραγματοποιηθούν. Αρκετοί θα παρουσιάσουν έντονο πρόβλημα στη κίνηση και στο περπάτημα τους: είναι αυτοί που το σώμα τους έχει γίνει ρετάλι από τα καθίσματα των δύο αιθουσών του Ολύμπιον – που αξίζουν τον τίτλο των πιο άβολων ανά των ευρωπαϊκών Φεστιβάλ. Δημοσιογράφοι και προσωπικό θα τσακωθούν – ιδίως οι φίλοι (χρωστάω εδώ και καιρό μια συγγνώμη σε κάποιον). Κάποιοι θα μείνουν έξω από τις αίθουσες, χάρη στο καταστροφικώς εφαρμοσμένο σύστημα των «μηδενικών εισιτηρίων». Και στο τέλος, αν έχεις τη γενναιότητα να παρακολουθήσεις την τελετή (π)λήξης, ο καταιγισμός κακογουστιάς, άστοχων καλαμπουριών, των λόγων και του πολιτικαντισμού ενδέχεται να σε στείλει για ύπνο από το πρώτο δεκάλεπτο (αν και τα καθίσματα θα σε επαναφέρουν γρήγορα στην τάξη). Να, ορίστε γιατί έπρεπε να εξαφανιστεί το κοινό του Β’ Εξώστη. Θα τους ξεφτίλιζε το παρεάκι από κει πάνω και θα γλυτώναμε κι εμείς. Όχι, εκεί, να υποφέρεις για το σινεμά σου, κύριε.

Το Φεστιβάλ, να πούμε την αλήθεια, είχε την ατυχία να θεωρηθεί, συνυπεύθυνο για τη μεγάλη βουτιά του ελληνικού κινηματογράφου εκεί στα μέσα της δεκαετίας του 80. Το είχε γράψει πολύ εύστοχα, ο Γιώργος Τζιώτζιος σε ένα παλιό του κείμενο: «Υπάρχουν Φεστιβάλ όπου οι ταινίες ξεκινούν την καριέρα τους, και άλλα που την... τελειώνουν». Και όπως εκείνες οι ταινίες, έτσι και το ίδιο, έμοιαζε άψυχο, γκρίζο και πεθαμένο. Αν μη τι άλλο, αυτό σήμερα δεν μοιάζει να ισχύει. Μπορεί ενίοτε να τρώει τα μούτρα του, να αλληθωρίζει ανάμεσα στην «ποιότητα» και την «αποδοχή», αλλά δεν ασθμαίνει ποτέ. Γι αυτό άλλωστε και, στη διάρκεια του, η Θεσσαλονίκη ποτέ δεν κοιμάται.

Γι αυτό και προετοιμάζομαι κι εγώ φέτος να το επισκεφτώ για λίγες μέρες. Όχι ως διαπιστευμένος δημοσιογράφος (δε με... θέλουν, βλέπετε) αλλά ως επισκέπτης. Αμφιβάλλει κανείς ότι θα περάσω καλά; Think again.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αυτά, λέει, σας άρεσαν:

Ετικέτες